Δαβίδ ὁ προφητάναξ
Άρχων (101 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Δαβίδ ὁ προφητάναξ

 

Τοῦ Αρχιμ.Ἰακώβου Κανάκη

Ἀπό τίς μεγάλες καί σημαντικές προσωπικότητες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ὁ βασιλιάς Δαβίδ. Εἶναι πρόσωπο πού ἐγκωμιάζεται στά ἱερά κείμενα μέ ἰδιαίτερους χαρακτηρισμούς ὅπως «ἄνδρας τῆς καρδιᾶς τοῦ Θεοῦ» (Α´ Βασ. 13,14) καί «δοῦλος Θεοῦ» (Δ´ Βασ. 8,19. Ψλ. 17,1), ὅπου ὁ δοῦλος ἔχει θετική ἔννοια. Εἶναι εὐγενής, ὡραῖος, δυναμικός καί μεγάθυμος. Ἔχει ἔντονα συναισθήματα, θρηνεῖ, ὅπως ἔκανε μέ τόν θάνατο τοῦ Σαούλ, τιμᾶ τούς νεκρούς, ὅπως ἔγινε μέ τόν Ἰωνάθαν τοῦ ὁποίου μετέφερε τά ὀστᾶ στόν τάφο τοῦ πατέρα του ( Β´Βασ. 23,14). Τά ἐγκώμια πλείστα ἀλλά ἐξ αὐτῶν δέν μποροῦμε νά παραλείψουμε τό ἀκόλουθο:

«Ὅποιος δίκαια κυβερνᾷ ἀνθρώπους

αὐτός βασιλεύει μέ φόβον Θεοῦ,

αὐτός μοιάζει πρός τήν αὐγήν, ὅταν ὁ ἥλιος ἀνατέλλῃ

μέσα εἰς ἕνα ἀσυννέφιαστο πρωΐ,

πρός τό καινούργιο τῆς γῆς χορτάρι ὕστερα ἀπό τήν βροχή». (Β´ Βασ. 23,3-4)

 

Ὁ Δαβίδ ἐγκωμιάζεται γιά πολλά ἀπό τά ἔργα του. Ὑπῆρξε σπουδαῖος στρατιωτικός, σπάνια πολιτική φυσιογνωμία καί φυσικά θρησκευτικός ταγός. Γιά ὅλα αὐτά τά πεδία πού ἔδρασε λαμβάνουμε πληροφορίες ἀπό τά βιβλία Βασιλειῶν καί Ψαλμῶν. Γνωρίζουμε ἀπό αὐτά ὅτι ἦταν ὁ νεώτερος γιός τοῦ Ἰεσσαί, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπό τήν Βηθλεέμ. Σέ νεαρή ἡλικία χρίεται ἀπό τόν Σαμουήλ βασιλιάς τοῦ Ἰσραήλ (Α´ Βασ. 16,12 ἑξ). Πῶς γίνονται μερικές φορές τά πράγματα; Ὁ παροξυσμός μεταξύ τοῦ Σαμουήλ καί τοῦ Σαούλ ἔφερε τόν δεύτερο, θά λέγαμε σήμερα, στήν κατάσταση τῆς κατάθλιψης. Ὁ Δαβίδ ὅμως ἦταν μουσικός καί ἔτσι μέ  τίς μελωδίες του κέρδισε τήν συμπάθεια τοῦ Σαούλ, ὁ ὁποῖος τόν τίμησε πολύ, καθιστώντάς τον ὑπασπιστή του (Α´Βασ.16,18) καί δίδοντάς του γιά σύζυγο τήν κόρη του (Α´ Βασ. 19,18 ἑξ.). Στό παλάτι ὁ Δαβίδ συνδέεται μέ δυνατή φιλία μέ τόν γιό τοῦ Σαούλ, τόν Ἰωνάθαν (Α´Βασ.18,27). Μέ τό πέρασμα τῶν ἐτῶν ἀποκτᾶ δύναμη ἐνῶ ἡ ἀποκορύφωση τῆς δυνάμεως αὐτῆς γίνεται μέ τήν γνωστή νίκη του κατά τοῦ Γολιάθ. Ὅμως πάντοτε τά πάθη τῶν ἀνθρώπων κάνουν τήν ἐμφάνισή τους καί ἔτσι ὁ ἀσθενής Σαούλ ὑποπτεύεται τόν γιό του καί τόν Δαβίδ ὡς διαδόχους του στόν θρόνο. Ὁ Δαβίδ  παίρνει τά μέτρα του καί ἔτσι ἀπομακρύνεται μέν ἀπό τό παλάτι ἀλλά ζητᾶ βοήθεια καί ὑποστήριξη τόσο ἀπό τόν Σαμουήλ ὅσο καί ἀπό τόν  προφητικό κύκλο (Α´Βασ.19,18 ἑξ). Ἐξαιτίας τῆς καταδίωξης μετακινεῖται ἀπό τόπο σέ τόπο, προσωρινά στήν ἔρημο Ζίφ, πού βρίσκεται δυτικά τῆς ἐρήμου τοῦ Ἰούδα (Α´Βασ.23,14)  καί τελικά καταλήγει στήν χώρα τῶν Φιλισταίων, πού ἦταν ἐχθροί τοῦ Ἰσραήλ. Ἐκεῖ τόν δέχονται μέ χαρά ἀλλά καί ἐπιφυλακτικότητα, διότι τούς παρεξένευσε ἡ ἐκεῖ ἐγκατάστασή του. Τό χειρότερο ὅμως εἶναι ἄλλο× οἱ Φιλισταῖοι κήρυξαν πόλεμο στό Ἰσραήλ ἐκμεταλλευόμενοι τήν ἀπουσία του καί μάλιστα τοῦ ζήτησαν τό ἀκραῖο, νά ἐκστρατεύσει μαζί τους, δηλαδή τοῦ ζήτησαν νά πολεμήσει ἐναντίον τῆς πατρίδας του. Τό δίλλημα ἦταν μεγάλο γιατί ἡ πιθανή ἄρνησή του θά ὁδηγοῦσε τήν θανάτωσή του. Ἡ λύση δίνεται ἀπό τούς Φιλισταίους, οἱ ὁποῖοι δέν ἐμπιστεύονται τόν Δαβίδ καί ἔτσι ἀναθέτουν τήν ἀπομάκρυνσή του στόν Ἀγχοῦς (Α´Βασ.29,1 ἑξ.). Οἱ Φιλισταῖοι κυριεύουν τό Ἰσραήλ καί φονεύουν τούς Σαούλ καί Ἰωνάθαν. Ἡ θλίψη τοῦ Δαβίδ γιά τά γενόμενα γίνεται θρῆνος, ψαλμός, μοιρολόϊ, μέ λυρικό τρόπο περιγράφει τά συναισθήματά του. Παρά τήν λύπη του ὅμως εἶναι ἡ ὥρα νά ἀναλάβει μεγαλύτερη εὐθύνη, αὐτή τῆς διακυβέρνησης τῆς πατρίδας του. Ὅλων τά βλέμματα εἶναι στραμένα ἐπάνω του. Τό πρῶτο πού συμβαῖνει εἶναι ἡ χρίση του ὡς βασιλιά ἀπό τούς ἄνδρες τοῦ Ἰούδα (Β´Βασ.2,4). Ὅμως ἐκεῖνος ἔχει ἄλλο, μεγαλόπνοο ὅραμα, τήν συνένωση ὅλων ὑπό τήν ἡγεσία του. Αἰσθάνεται δυνατός γιατί ἔχει τόν λαό νά τόν ἀκολουθεῖ. Πράγματι, κατορθώνει τό μέγιστο ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἑνώνει τά δύο βασίλεια. Ἐπιπλέον καταφέρνει τό ἔργο τῆς ἐπικράτησης καί παγίωσης αὐτῆς τῆς ἕνωσης. Ὡς πολιτικός καί θρησκευτικός ἡγέτης γνωρίζει ὅτι γιά νά ἔχει διάρκεια τό ἑνωμένο βασίλειο θά πρέπει νά διέπεται ἀπό κοινά στοιχεῖα. Ἔτσι δημιουργεῖ κοινή πρωτεύουσα τοῦ κράτους τήν ὁποία καθιστᾶ καί κοινή θρησκευτική πρωτεύουσα. Εἶναι διορατικός καί χαρισματικός. Προκειμένου νά εὐαρεστήσει ὅλες τίς φυλές ἐκλέγει πρωτεύουσα σέ οὐδέτερο ἔδαφος, καί αὐτή ἦταν ἡ Ἰερουσαλήμ, ἡ ὁποία μέχρι τότε βρισκόταν στά χέρια τῶν Ἰεβουσαίων (Β´Βασ.5,8 ἑξ.). Στό πολιτικό σκηνικό κινεῖται σθεναρά γιά τήν ἐξουδετέρωση τῶν Φιλισταίων, οἱ ὁποῖοι ἦταν μόνιμοι ἐχθροί του, ἀργότερα τούς Μωαβῖτες, τούς Ἀμμωνῖτες, τούς Ἐδωμῖτες κ.ἄ. Ἐπιπλέον ἡ Ἰερουσαλήμ εἶναι τοιχισμένη πού καί αὐτό ἀποτελεῖ σημαντικό παράγοντα γιά μιά πρωτεύουσα.

            Ὅπως ἐλέχθη ἦταν ἀνάγκη νά καταστεῖ καί θρησκευτική πρωτεύουσα. Πρός τήν κατεύθυνση αὐτή προχωρᾶ σέ μιά εὐφυῆ καί τόλμηρη πράξη, μεταφέρει στήν Ἰερουσαλήμ τήν Κιβωτό τῆς Διαθήκης,  ὅ,τι πιό ἱερό γιά τούς Ἰσραηλῖτες. Ἡ πράξη του αὐτή δήλωνε ὅτι πλέον ὁ Θεός θά «κατοικεῖ» στήν πρωτεύουσα καί ἔτσι ὅλοι οἱ πιστοί, «πᾶσαι αἱ φυλαί τοῦ Ἰσραήλ», θά πρέπει νά προσέρχονται σ᾽ αὐτήν γιά νά λαμβάνουν τήν βοήθειά Του. Ὅμως στό θρησκευτικό ἐπίπεδο ὁ Δαβίδ προχωρᾶ καί σέ κάτι ἄλλο ἐξαιρετικά πρωτότυπο. Ἐξαγγέλλει τήν ἀνοικοδόμηση ναοῦ γιά νά τοποθετήσει τήν Κιβωτό τῆς Διαθήκης. Ἡ βούλησή του γιά τό θέμα θά βρεῖ τούς προφητικούς κύκλους ἐναντίον του. Θεώρησαν τό ἐγχείρημα ὡς μή παραδοσιακό καί ὡς ἀπαράδεκτο νεωτερισμό καί ἀνάγκασαν τόν βασιλιά νά παραιτηθεῖ τῆς διάθεσής του ( Β´Βασ.7,1 ἑξ.). Ἐκτός αὐτῶν μέ τήν ἔννοια ὅτι ὁ βασιλιάς εἶχε τήν ἀντίληψη ὅτι ἦταν «χριστός Κυρίου» ἐμφανίζεται νά δρᾶ ὡς ἱερέας. Σέ σημαντικές στιγμές τῆς ζωῆς του χρησιμοποιεῖ τό Ἐφώδ μέσω τοῦ ὁποίου ζητᾶ ἀπό τόν Θεό ἀπάντηση γιά φλέγοντα θέματα.

 Ὁ Δαβίδ κατόρθωσε τό ἀκατόρθωτο. Ἡ χώρα του ἐπεκτάθηκε σέ ἔκταση, σέ δύναμη, σέ ὅλα τά ἐπίπεδα στόν ὕψιστο βαθμό, τόσο ὅσο δέν εἶχε ἐπιτευχθεῖ ποτέ. Βοηθούμενος ἀπό τήν παρακμή τῶν ἄλλοτε ἰσχυρῶν Αἰγυπτίων, Βαβυλωνίων, Ἀσσυρίων, γίνεται κραταιός καί δυνατός. Ὅμως δυστυχῶς τά πάθη δέν κάνουν σέ κανέναν διάκριση. Ἐμφυλοχωροῦν παντοῦ, καί ἔτσι ὁ Δαβίδ ἀπό τόν Ζενίθ θά φθάσει στό ἀπώλυτο ναδίρ. Ἕνα ἠθικό παράπτωμα γίνεται ἡ ἀρχή τῆς φθορᾶς του. Ἡ λουόμενη Βηρσαβεέ καί  ὁ δόλιος θάνατος τοῦ συζύγου της εἶναι τά λάθη τοῦ Δαβίδ γιά τά ὁποῖα θά θρηνήσει μέ τήν καρδιά του. Ὁ ἔλεγχος τοῦ προφήτου Νάθαν σφοδρός ἀλλά πιό σφοδρός ὁ ἔλεγχος τῆς συνείδησης. Ὅλη ἡ τραγωδία τῆς πίστης καί ὅλη ἡ ἔμπνευση πού δημιουργεῖ ἡ μετάνοια βρίσκεται διατυπωμένη μοναδικά στόν 50ο ψαλμό. Ἔμεινε παροιμιώδης ἡ φράση «ἡ μετάνοια τοῦ Δαβίδ». Μετά τήν ἁμαρτία λειτουργοῦν οἱ πνευματικοί νόμοι καί ἔτσι ἡ μία πτώση ὁδηγεῖ σέ ἄλλη μεγαλύτερη. Ἡ διοίκηση τοῦ κράτους ἐξαιτίας καί τῆς προχωρημένης ἡλικίας τοῦ βασιλιά παραλύει (Β´Βασ.15,1). Σημειώνονται ἀντιδράσεις ἀπό τόν λαό πού πνίγονται στό αἷμα προκαλώντας τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ. Ὁ βασιλιᾶς ἐγκαταλείπει «γυμνόπους» τήν πόλη πού ἵδρυσε. Σχῆμα ὀξύμωρον! Λίγο ἀργότερα θά λάβει μιά πληγή ἀκόμα, θά ζήσει τόν θάνατο τοῦ παιδιοῦ του Ἀβεσσαλώμ (Β´Βασ.18,33). Ἐκτός τῶν παραπάνω ὁ Δαβίδ ἔμεινε στήν ἱστορία καί ἀργότερα στήν θεολογία ὡς τύπος τοῦ Μεσσία, ὁ ὁποῖος θά προέλθει ἀπό τό δαβιτικό γένος, «ὡς ἄλλος ἐπανακάμπτων Δαβίδ» (Μιχ.5,1. Ἰερ.23,5). Ἀπό τό γένος αὐτό, πού ἀναφέρεται στό πρῶτο κεφάλαιο τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, θά προέλθει κατά σάρκα ὁ Χριστός.

Ὅσα ἀναφέρθηκαν δίνουν ἀφορμές γιά προβληματισμό περί  θρησκευτικῶν, πολιτικῶν καί στρατηγικῶν θεμάτων τοῦ σήμερα. Ἡ μορφή τοῦ προφητάνακτος Δαβίδ τονίζει τήν ὕπαρξη τοῦ  μονοθεΐας σέ μιά ἐποχή θρησκευτικοῦ συγκριτισμοῦ πού μοιάζει μέ τήν σημερινή ἐποχή τῆς πολυπολιτισμικότητα, ἔννοια πού χαρακτηρίζει τίς σύγχρονες κοινωνίες τῆς Εὐρώπης. Ὅμως ταυτόχρονα ὑφίσταται μιά γρήγορη καί κάπως βίαιη ἔλευση ἀμέτρητων ἀνθρώπων πού σχεδόν ἀπαγορεύουν τήν χαρά στούς ἀνθρώπους. Τούς γεμίζουν φόβο. Πῶς θά συνυπάρξει ἡ χαρά τῆς Ἀναστάσεως μέ τήν χαρά ἀπό τήν ἀπώλεια ζωῶν. Ἡ πρῶτη θά νικήσει τήν δεύτερη ὅπως ἔγινε σέ ὅλα στά στάδια τῆς ἱστορίας. Ἄν ζεῖς τήν χαρά νικᾶς τό μῖσος. Ἄν ἔχεις τό φῶς νικᾶς τό σκοτάδι. Ζοῦμε σέ δύσκολες ἐποχές, ἀλλά ὅτι καί ἄν συμβεῖ δέν εἶναι πέρα καί πάνω ἀπό τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός ἦταν καί εἶναι Αὐτός πού πάντα κινοῦσε, κινεῖ καί θά κινεῖ τήν ἱστορία. Ἐμπιστοσύνη σέ Ἐκεῖνον καί ἐγρήγορση. Πάντα θά ὑπάρχουν οἱ ἄνθρωποι πού θά καθοδηγοῦν ὅσους τό ἐπιθυμοῦν ὡς ἀπεσταλμένοι Του. Μακριά λοιπόν ἀπό ψευδοπροφῆτες καί κοντά στούς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, πού μποροῦμε, ἄν ὑπάρχουν πνευματικά κριτήρια, νά τούς διακρίνουμε.