Εις Μνημόσυνον Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σεραφείμ: «Η απολογία του»
Άρχων (2573 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Εις Μνημόσυνον Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σεραφείμ: «Η απολογία του»

Τον Νοέμβριο του 2015 είχα ανακοινώσει ότι θα δώσω στην δημοσιότητα τις απολογίες των δύο αειμνήστων Αρχιεπισκόπων, Ιερωνύμου του Α΄ και Σεραφείμ, για κατηγορίες που τους απηγγέλθησαν ότι κατά τα έτη της Αρχιεπισκοπείας τους εζημίωσαν την Εκκλησία. Τότε εις Μνημόσυνον του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου δημοσίευσα την απολογία του και σήμερα, ημέρα επετείου της κοιμήσεως του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, δίδω στη δημοσιότητα την απολογία του.

Εις μνημόσυνον και τιμήν αναφέρω τον αείμνηστον Γεώργιον Τζανετήν, Πρόεδρο Εφετών, ότι μου παρέδωσε τα δύο αυτά κείμενα, διότι είχε συμπέσει τότε να είναι και στους δύο Αρχιεπισκόπους ο ανακριτής.

Μπορεί κανείς να διαπιστώσει από την απολογία του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ το γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημά του και την άδολη πολιτική εκκλησιαστική τακτική του, για την στήριξη της Εκκλησίας. Τα λόγια της απολογίας του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ αποδεικνύουν για μια ακόμα φορά ότι και εκείνος όπως και όλοι οι Αρχιεπίσκοποι Αθηνών, εργάστηκαν για την ανύψωση της Εκκλησίας και την πνευματική ωφέλεια του λαού.

Ας είναι αιωνία η μνήμη του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Σεραφείμ και ας στέλνει από τον Θρόνο του Ουρανού, όπου εβρίσκεται, σε όλους εμάς την ευχή του.

†ο Φθιώτιδος Νικόλαος

Ακολουθεί η Απολογία του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ:

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ κ. ΕΙΔΙΚΟΥ ΑΝΑΚΡΙΤΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

Υπόμνημα

Του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος

Σεραφείμ.

1.Αρνούμαι τας κατηγορίας αι οποίαι αποδίδονται δια του Κατηγορητηρίου. Την ιδιότητα του Προέδρου του ΚΔΣ/Ο.Δ.Ε.Π. μοι παρέδωσε το άρθρον 8 του Π./Δ. 87/3-10-74 διά του οποίου ωρίσθη η συγκρότησις του ως άνω Συμβουλίου.

Ουδέποτε ουδέ διεννοήθην να ενεργήσω, συμπράξω, η να συνεργήσω καθ’ οιονδήποτε τρόπον μετά οιουδήποτε εις απόφασιν δια της οποίας εν γνώσει μου και προς όφελος εμαυτού η οιουδήποτε άλλου, να ελαττώνεται η Εκκλησιαστική περιουσία, την οποίαν διαχειρίζεται και διοικεί ο Ο.Δ.Ε.Π.

Ταύτα διότι και ως Αρχιεπίσκοπος γνωρίζω ότι, δια της αδιαβλήτου και κατά τους νόμους διοικήσεως της Εκκλησιαστικής περιουσίας, παρέχεται εις την Εκκλησίαν η δυνατότης πραγματοποιήσεως των Εκκλησιαστικών και Κοινωνικών σκοπών της.

2. Η λήψις της εις το Κατηγορητήριον αναφερομένης αποφάσεως του ΚΔΣ/ΟΔΕΠ ελήφθη, ως βεβαιούται δια του σχετικού πρακτικού, ομοφώνως υπό των Μελών ΚΔΣ/ΟΔΕΠ, το οποίον αποτελούν, εκτός του Αρχιερέως, επίλεκτα της Κοινωνίας και δημόσιας ζωής Μέλη, διαχειριζόμενα υψίστας και λεπτοτάτας Κρατικάς υποθέσεις, ως οι κ.κ. Νικόλαος Πρωτοπαππάς, Διευθυντής Υπουργείου Εξτερικών και τέως Γενικός Δ/ντής του Οργανισμού Καπνού, Γεώργιος Βλάχος, Διευθυντής Υπουργείου Συντονισμού και Προϊστάμενος Γραμματείας Γραμματεύς της Οικονομικλης εξ Υπουργών Επιτροπής, Νικόλ. Πεπελάσης, Γενικός Δ/ντής Οργανισμού προωθήσεως εξαγωγών, τα οποία και παρεκλήθησαν όπως, παρά τον εξαιρετικόν φόρτον των υπηρεσιακών των απασχολήσεων, συνδράμουν την Εκκλησίας και εμέ προσωπικώς, όχι μόνον υπερφορτωμένον εκ των εν γένει Ποιμαντικών και διοικητών, ως Προκαθημένου της Εκκλησίας, έργων μου, αλλά και υστερούντα εις ιδιαίτερα προσόντα τα οποία απαιτεί η λεπτότης της διοικήσεως περιουσίας.

Εθεώρησα και θεωρώ πάντα τα Μέλη, Κληρικά και Λαϊκά, του ΚΔΣ/ΟΔΕΠ εντιμότατα και αναγνωρίζω εις πάντας την, άνευ οιουδήποτε συμφέροντος, βοήθειάν των. Αποκλείω παντελώς και ίχνος δόλου εις τας σκέψεις και αποφάσεις των Μελών του ως άνω Συμβουλίου.

3. Ως προκύπτει εκ του εν τη δικογραφία πρακτικού, υπ’ όψιν του Συμβουλίου ετέθη εισήγησις, επί αιτήσεως των εις το Πρακτικόν αναφερομέων τους οποίους δεν γνωρίζω.

Λεπτομερείας υπηρεσιακών ενεργειών επί των εκάστοτε προς λήψιν αποφάσεως εισηγουμένων καθ’ έκαστον θεμάτων της, παριλαμβανούσης κατά συνεδρίαν δεκάδας θεμάτων, ημηρεσίας διατάξεως, ούτε γνωρίζω, ούτε είναι δυνατόν να γνωρίζω. Η κυρία ιδιότις μου ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος και ο εξαιρετικός φόρτος των αρμοδιοτήτων μου αποκλείει παντελώς την δυνατότητα λεπτομερούς προσωπικής εξετάσεως πραγμάτων και επαληθεύσεως των στοιχείων τα οποία αναφέρονται εις τα έγγραφα τα οποία υπογράφω καθημερινώς και τας αποφάσεις τας οποίας, μόνος ή συλλογικώς, λαμβάνωΕιδικώς όταν, ως Πρόεδρος συλλογικών Οργάνων (και είμαι, ως Αρχιεπίσκοπος Πρόεδρος δεκάδων διοικητικών Συμβουλίων Εκκλησιαστικών Νομικών Προσώπων Δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, Ταμείου Ασφαλίσεως Κληρικών, Οργανισμών, Ιδρυμάτων, Κληροδοτημάτων, Νοσοκομείων, Γηροκομείων, Ορφανοτροφείων κλπ.) συμπράττω εις αποφάσεις περιορίζομαι, χωρίς να έχω γνώσιν εκ των προτέρων, να μορφώνω γνώμην εκάστοτε εκ των εισηγήσεων και όσων, κατά τας συνεδρίας, λέγονται.

Εις την γενικήν ως άνω πραγματικότητα εντάσσεται και η σύμπραξις μου, ως Προέδρου, εις την εις το Κατηγορητήριον αναφερομένην απόφασιν δια της οποίας, ως εκ του πρακτικού βεβαιούται, «το Κεντρικόν Διοικητικόν υιοθετεί ομοφώνως τα εν τω ως άνω Πρακτικώ προτεινόμενα και αποφασίζει την εφαρμογήν και τήρησιν τούτων υπό των Υπηρεσιών του ΟΔΕΠ.

4. Γνώσιν του περιεχομένου της υπ’αριθμ. 592/1968 αποφάσεως του Αρείου Πάγου δεν είχον ότε, ως Πρόεδρος του Κεντρικού Συμβουλίου ΟΔΕΠ, ομοφωνούντων των Μελών τούτου, υιοθέτησα όσα αναφέρονται εις το Πρακτικόν της αποφάσεως και, δια της εισηγήσεως ανεφανίσθησαν ως επιβάλλοντα την αποδοχήν της αιτήσεως συμβιβασμού.

Προσωπικώς, αφ’εμαυτού, ούτε εγνώριζα ούτε ήτο δυνατόν να εκτιμήσω τους πραγματικούς και νομικούς λόγους εκ των οποίων θα είχεν ή όχι πιθανότητας ευδοκιμήσεως ή αίτησις αναψηλαφίσεως. Ας μου επιτραπή μάλιστα να είπω ότι και την παρούσαν ώραν δεν έχω σαφή συνείδησιν της εννοίας αθτήσεως αναψηλαφίσεως και πότε αύτη γίνεται δεκτή η όχι υπό του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.

Τα ανωτέρω ισχύουν και περι δήθεν γνώσεώς μου ότι δεν υπήρχεν κίνδυνος τριτανακοπής κατά της υπ’ αριθ. 592/69 Αρεοπαγικής αποφάσεως. Αντιθέτως προς τα εις το κατηγορητήριον την ως άνω απόφασιν ουδέποτε ανέγνωσα. Αλλά και επί τη υποθέσει ότι την ανεγίγνωσκον πως ήτο δυνατόν να γνωρίζω, ως κατηγορούμαι, ότι δεν υπήρχε κίνδυνος τριτανακοπής κατά ταύτης, αφού, ως προκύπτει εκ του πρακτικού εν αυτώ αναφέρονται ότι ήτο «σφόδρα πιθανόν έτερα νομικά πρόσωπα (τα οποία και κατονομάζονται εις πρακτικόν) να τριτανακόψουν την απόφασιν του Αρείου Πάγου… και να ματαιώσουν το επιτευχθέν δια της εν λόγω αποφάσεως αποτέλεσμα…» (οράτε πρακτικόν). Πως κατά ταύτα είναι δυνατόν να ευσταθήσουν τα κατ’ εμού, υπό στοιχεία α,β,γ, εις το κατηγορητήριον «τοσούτω μάλλον καθ’όσον η ανυπαρξία δικαιωμάτων των τελευταίων τούτων επί του οικοπέδου προέκυπτε και εκ του σκεπτικού της ρηθείσης αποφάσεως του Αρείου Πάγου»;

Μετά παρρησίας λέγω ότι –και πιστεύω συγγνώστως- μου είναι ξένη η νομική έννοια των εις το κατηγορητήριον αναφομένων, περί των οποίων πιστεύω ότι, ακόμα και καταρτισμένοι ειδικώς και έμπειροι νομικοί και γνώσται της νομολογίας, δυσχερώς δύνανται να είναι κατηγορηματικοί.

Στερούμενος ειδικών γνώσεων και μη έχων υπ’ όψιν μου τα έγγραφα γενικώς, εκ των όσων ήκουσα κατά την συνεδρίαν, εμόρφωσα την γνώμην ότι υπήρχε κίνδυνος εις βάρος των δικαιωμάτων του ΟΔΔΕΠ επό της οικοπεδικής εκτάσεως ο οποίος επέβαλε, προς το συμφέρον του ΟΔΔΕΠ, την αποδοχήν της αιτήσεως συμβιβασμού.

Εν τη πίστη μου ταύτη και χωρίς ουδέ να διαννοηθώ αντίθετον περίπτωσιν, υιοθέτησα και εγώ, ως Πρόεδρος, τα εις το πρακτικόν αναφερόμενα ως εισήγησιν, πιστεύων ανενδοιάστως ότι όχι μόνον δεν βλάπτονται δια της αποδοχής αιτήσεως τα συμφέροντα του ΟΔΔΕΠ αλλ’ αντιθέτως ότι δια της αποδοχής οφελείται ο ΟΔΔΕΠ περί τα 4.000.000 δραχμάς, ποσόν το οποίον έκρινα και ως εύλογον αφού είχον σχηματίσει την εντύπωσιν ότι υφίστατο κίνδυνος «κατά νόμον ‘δικαστικώς, διά της τριτανακοπής, να περιέλθη η κυριότης του οικοπέδου εις τρίτα πρόσωπα (οράτε πρακτικόν). Τους αιτούντας ούτε εγνώριζον ούτε γνωρίζω, αλλά και αν τους εγνώριζα θα ήτο αδύνατον να ενεργήσω, συμπράττων μετά των Μελών του ΚΔΣ., δολίως εις βάρος των συμφερόντων του ΟΔΔΕΠ επί τω παρανόμω σκοπώ να ωφελήσω τούτους επί βλαβη της περιουσίας του ΟΔΔΕΠ. Περί ωφελείας εμαυτού ας μου επιτραπή να μη αναφερθώ ειδικώς.

5. Ότε, μετά μήνας από της αποφάσεως, έφθασαν μέχρις εμού αόριστοι ψίθυροι, αρχικώς –ως ώφειλα- εδυσπίστησα μη δυνάμενος ουδέ να διανοηθώ ότι παρεπλανήθην.

Όταν όμως οι ψίθυροι ενετάθησαν, εζήτησα να ενημερωθώ υπηρεσιακώς και, ως Πρόεδρος του ΚΔΣ/ΟΔΔΕΠ, υπέγραψα απόφασιν εγέρσεως αγωγής ακυρώσεως του, μετά την απόφασιν, υπογραφέντος συμβολαίου.

Ως λόγον ακυρώσεως του συμβολαίου με επληροφόρησαν υπηρεσιακώς ότι το συμβόλαιον είχεν υπογραφή χωρίς την προηγούμενην «τήρησιν υπό των υπηρεσιών του ΟΔΔΕΠ» των νόμω οριζομένων, εν οις και τα οριζόμενα δια της παρ. 5 του άρθρου 46 του τότε ισχύοντος Ν.Π. 126/69 καθ΄α «είναι άκυρος» η εκποίησις εκκλ. ακινήτων «εφ΄ όσον περί ταύτης δεν παρεσχέθη άδεια υπό της οικείας επί των οικονομικών της Εκκλησίας Συνοδικής Επιτροπής» περί ης ώριζε το τότε ισχύον άρθρον 16 παρ. 1 περιπτ. 1 του προειρημένου Ν.Δ. 126/1969. Ομολογώ ότι, και τότε και την παρούσαν ώραν, δεν δύναμαι να εξηγήσω τα γενόμενα αφού ο ΟΔΔΕΠ έχει οργανωμένας και αρμοδίας υπηρεσίας, εις τας οποίας το Κεντρικόν Συμβούλιον επαφέθη δια την τήρησιν των υιοθετηθέντων.

Δια τους ανωτέρους λόγους δεν περιωρίσθη μόνον εις την υπογραφήν αποφάσεως ακυρώσεως του συμβολαίου αλλά προυκάλεσα απόφασιν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, συγκροτήσεως Συνοδικής Επιτροπής εκ τριών Συνοδικών Αρχιερεών να εξετάση την περίπτωσιν υπάρξεως ή όχι διοικητικών ευθυνών οιουδήποτε και ότε, η συγκοτηθείσα, κατά τα ανωτέρω, Συνοδική Επιτροπή ανέφερεν εις την ιεράν Σύνοδον ότι επεβάλλετο να ενεργηθή διοικητικός έλεγχος, προυκάλεσα την από 19-8-77 απόφασιν της Ιεράς Συνόδου διενεργείας ενόρκου διοικητικού ελέγχου.

Ταύτα διότι όπως δεν ήτο επιτρεπτόν να υιοθετήσω αβασανίστως ψιθύρους ούτω δεν ήμην ποτέ διατεθειμένος να μη επιβληθώσι διοικητικαί κυρώσεις εις οιονδήποτε τυχόν υπεύθυνον.

6. Η Δικαιοσύνη διερευνά ανακριτικώς την υπόθεσιν. Αυτή θα αποφανθή εαν υπάρχει ή όχι βαρύτητα τιμωρουμένη κατηγορουμένη πράξις και ποίος οι ποίοι είναι ή οχι αξιόποινοι.

Εάν η, μετά τον Θεόν, υπερκειμένη πάντων των ανθρώπων Δικαιοσύνη, εν τη διερευνήσει της υποθέσεως ανεύρη ό,τι δήποτε, επιβάλλον, κατά τα εξ αντικειμένου και υποκειμένου αξιοποίνου αδικήματος εκ της, κατά τα προειρημένα και υπό τας προειρημένας περιστάσεις, ομοφώνου μετά των Μελών του Κεντρικού Συμβουλίου, εκ δύο (2) στίχων, αποφάσεως δεν θα πρέπει να διστάση.

Εν Αθήναις τη 18 Μαΐου 1978

† ο Αθηνών Σεραφείμ

Ι. Μ. Φθιώτιδος