Αβύδου Κύριλλος: «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον»
Άρχων (2575 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Αβύδου Κύριλλος: «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον»

 

  1. Εἰσαγωγικὰ

Εἶναι κοινὸς τόπος ὅτι ὁ χριστιανικὸς κόσμος μετὰ ἀπὸ μιὰ περίοδο κοινῆς πορείας χιλίων ἐτῶν, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ μιὰ δεύτερη χιλιετία διχασμοῦ, ἀμοιβαίας ἀποξένωσης καὶ ἀλλοτρίωσης, στὸν τελευταῖο κυρίως αἰῶνα τῆς δεύτερης χιλιετίας αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη τοῦ διαλόγου καὶ τῆς προσέγγισης μὲ ἀπώτερο στόχο τὴν ἐπανάκτηση τῆς ἀπολεσθείσας κοινωνίας στὴν πίστη. Εἶναι ἐπίσης κοινὸς τόπος ὅτι οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς ἐνεργοποιήθηκαν πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ μετὰ ἀπὸ τὶς πατριαρχικὲς Ἐγκυκλίους τῶν ἐτῶν 1902, 1904, καὶ 1920. Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς θεωροῦσαν καὶ θεωροῦν χρέος τους, προσευχόμενες «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» καὶ πιστὲς στὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ, «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν», νὰ ἐργαστοῦν διὰ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ διαλόγου καὶ γιὰ τὴν ἑνότητα, νὰ ἀναζητήσουν τὴν πορεία πρὸς τὴν εἰρήνη καὶ τὴν καταλλαγή, νὰ ὑπερβοῦν τὴν ὀδύνη καὶ τὸ σκάνδαλο τῆς διαίρεσης καὶ τοῦ διχασμοῦ.

Ἡ ὀρθόδοξη πλευρὰ ποὺ ἐκινεῖτο καὶ κινεῖται στὴ διάσταση τοῦ ὀρθοῦ φρονήματος τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ἀγωνίζεται νὰ ἐκπληρώσει στὴν πράξη τὴν προτροπὴ τοῦ Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ: «Ὁ τέλειος ἐν ἀγάπῃ καὶ εἰς ἄκρον ἀπαθείας ἐλθών, οὐκ ἐπίσταται διαφορὰν ἰδίου καὶ ἀλλοτρίου, ἢ ἰδίας καὶ ἀλλοτρίας, ἢ πιστοῦ καὶ ἀπίστου, ἢ δούλου καὶ ἐλευθέρου, ἢ ὅλως ἄρσενος καὶ θηλείας· ἀλλ᾽ ἀνώτερος τῆς τῶν παθῶν τυραννίδος γενόμενος, καὶ εἰς τὴν μίαν φύσιν τῶν ἀνθρώπων ἀποβλε-πόμενος, πάντα ἐξ ἴσον θεωρεῖ, καὶ πρὸς πάντας ἴσως διάκειται»[1]. Γιὰ νὰ ἀγαπᾶς καὶ νὰ ἀποδέχεσαι τὸν ἄλλο, νὰ ὑπερβαίνεις τὴν ἀδιαφορία, τὸ φανατισμὸ καὶ τὸ μίσος πρὸς τὸν ἄλλο, τὸ λέγει πολὺ ξεκάθαρα ὁ Ἅγ. Μάξιμος, πρέπει νὰ εἶσαι «ἀνώτερος τῆς τῶν παθῶν τυραννίδος». Χρειάζεται νὰ θυμηθεῖ κανεὶς ὅτι τὰ λόγια αὐτὰ τὰ λέγει κάποιος ποὺ γιὰ νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸ ὀρθόδοξο δόγμα καὶ φρόνημα, δηλ. τὴν αὐθεντικὴ καὶ ἀληθινὴ ζωή, διώχτηκε βάναυσα ἀπὸ τὴν πολιτικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία τοῦ καιροῦ του; Δὲν ἔκανε ὁ Ἅγ. Μάξιμος διάλογο μὲ τὴν κακοδοξία τῆς ἐποχῆς του; Καὶ μόνο ἡ συζήτηση μὲ τὸν αἱρετικὸ Πατριάρχη Πύρρο πέρα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἐπιστολῶν του εἶναι δεῖγμα καὶ ἀπόδειξη τῆς στάσης του ἀπέναντι στὸ μεῖζον τότε πρόβλημα. Τὸ ἴδιο δὲν ἔκανε ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συζητώντας μὲ Ἀρειανούς, Ἀνομοίους, Εὐνομιανούς, Πνευματομάχους; Ὅλοι αὐτοὶ καὶ πολλοὶ ἄλλοι διὰ μέσω τῶν αἰώνων, ἀναδειχθέντες πνευματοφόροι πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, δὲ διεῖδαν ποτὲ τὸ μάταιο τοῦ ἐγχειρήματος τοῦ διαλόγου, δὲν ἐγκατέλειψαν τὴν προσδοκία καὶ τὴν ἐλπίδα, δὲν αἰσθάνθηκαν κόπωση ἀπὸ τὴ μὴ εὐόδωση τῶν προσπαθειῶν τους.

Ἀσφαλῶς καὶ μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα κινούμενες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες αἰσθάνθηκαν τὴν ἀνάγκη ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ ᾽60 νὰ πορευτοῦν αὐτὲς τὴν πορεία τῆς συνάντησης μὲ τὸ λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο, μετὰ ἀπὸ τὶς γνωστὲς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων στὴ Ρόδο καὶ τὸ Σαμπεζὺ τῆς Ἑλβετίας. Εἶναι σαφὴς καὶ ἀδιαμφισβήτητη ἡ ἀξία αὐτῆς τῆς πρωτοβουλίας. Μεταξὺ ἄλλων ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καλεῖται νὰ δώσει τὴ δική της μαρτυρία τῆς δικῆς της παράδοσης, τῆς ἀποστολικῆς παράδοσης, τῆς ἀποκεκαλυμμένης τοῦ Θεοῦ ἀλήθειας, τῆς καταγεγραμμένης στὴ Βίβλο καὶ τὶς Οἰκουμενικὲς συνόδους καὶ ἑρμηνευόμενης ἀπὸ τοὺς ἐκκλησια-στικοὺς πατέρες, μὲ ἀλάθητο ἔσχατο κριτήριο τὴ διαχρονικὴ συλλογικὴ συνείδηση τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ. Ὅταν διαλέγεσαι μὲ αὐτοὺς ποὺ κάποιοι καλοῦν αἱρετικούς, κάποιοι ἄλλοι τοὺς καλοῦν ἑτεροδόξους, οὐσιαστικὰ βάζεις ἀνάχωμα σὲ ὁποιαδήποτε προσηλυτιστικὴ διάθεση, διαφορετικὰ ὁ διάλογος γίνεται ἀκόμα πιὸ δύσκολος, ἂν ὄχι ἀδύνατος. Καλεῖσαι καὶ μπορεῖς νὰ ἀντιμετωπίσεις ἀπὸ κοινοῦ τὶς προκλήσεις τοῦ κόσμου τῆς ἀθεΐας καὶ ἡ ἀντιμετώπιση εἶναι γιὰ προφανεῖς λόγους ἀποτελεσματικώτερη. Ἐπιζητᾶς νὰ δώσεις μιὰ πιὸ ἠχηρὴ ἀπάντηση στὰ ὀξύτατα σύγχρονα προβλήματα, γιὰ τὴ δικαιοσύνη, γιὰ τὴν εἰρήνη, γιὰ τὸ σεβασμὸ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, γιὰ τὰ οἰκολογικὰ προβλήματα, τὰ προβλήματα βιοηθικῆς ποὺ ὡς ποιμένες χειριζόμαστε πολλὲς φορὲς μὲ τόση ἀνευθυνότητα, ἀπερισκεψία καὶ ἄγνοια, καταστάσεις ἀσύγγνωστες γιὰ Ποιμένες. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ αὐτὰ ζητᾶς νὰ ἀνακαλύψεις στὸν ἄλλο τὸν ἑαυτό σου καὶ κάθε φορὰ ποὺ τὸ ἀποτυγχάνεις αὐτό, ὑπάρχει ἡ πιθανότητα νὰ ἀναζητήσεις καὶ τὴ δική σου εὐθύνη, νὰ συναισθανθεῖς τὴν δική σου ὑπαιτιότητα ἐγκαταλείποντας τὴν ἀλαζονεία τῆς αὐτοδικαίωσης. Ἐάν, γιὰ παράδειγμα, ὁ Μιχαὴλ Κηρουλάριος πρὶν τὸ ἀνάθεμα στοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ἄκουγε τὶς σοφὲς ὑποδείξεις τοῦ Πέτρου Ἀντιοχείας[2] καὶ κατόρθωνε νὰ διακρίνει τὴν οὐσία ἀπὸ τὰ «συμβεβηκότα» καὶ τὰ οὐσιώδη ἀπὸ τὰ ἐπουσιώδη, ἡ βιαία καὶ παρορμητική του ἀντίδραση θὰ εἶχε ἀποφευχθεῖ καὶ ἡ πορεία τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου θὰ ἦταν ἴσως σήμερα διαφορετική.

Ἕνα ἀπὸ τὰ κείμενα ποὺ θὰ προσαχθοῦν πρὸς συζήτηση καὶ ἐπικύρωση στὴν προκείμενη Ἁγία καὶ Μεγάλη Πανορθόδοξο Σύνοδο τὸν προσεχῆ Ἰούνιο μετὰ ἀπὸ ἀπόφαση τῆς Ε´ Προσυνοδικῆς Πανορθόδοξης Διάσκεψης (Σαμπεζύ, 10-15 Ὀκτωβρίου 2015) ἀφορᾶ τὶς σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο, ἕνα κείμενο στὸ ὁποῖο συμπεριελήφθησαν καὶ τὰ τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως ποὺ ἀποτελοῦσαν ἰδιαίτερο κείμενο σύμφωνα μὲ τὴν Γ´ Προσυνοδικὴ Συνδιάσκεψη (28 Ὀκτωβ. – 6 Νοεμβρ. 1986).

Τὸ κείμενο ἐπισημαίνει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ἱδρυθεῖσα μέσα στὴν ὁποία διαφυλάσσεται ἡ καθολικότητα, δηλ. ἡ πληρότητα καὶ ἡ ἀκεραιότητα τῆς ἀποκεκαλυμμένης στὸν κόσμο ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ. (§ 1). Τὸ πόσο σημαντικὴ εἶναι γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ καθολικότητα καὶ ἡ ἀποστολικότητα τῆς πίστης καταδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν § 5, ὅπου ἐπισημαίνεται ὅτι οἱ θεολογικοὶ διάλογοι ὀφείλουν νὰ διεξάγωνται γιὰ νὰ ἀναζητηθεῖ ἡ πίστη καὶ ἡ παράδοση τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὴν ὁποία ἡ ᾽Ορθόδοξη Ἐκκλησία δὲ διαφοροποιεῖται καὶ ἀποτελεῖ συνέχειά της. Τὸ ζήτημα τῆς διατήρησης τῆς αὐθεντικότητας τῆς πίστης εἶναι θεμελιῶδες καὶ σοβαρό, ὥστε νὰ ἐπισημαίνεται στὸ κείμενο (§ 22) ὅτι ἡ γνησιότητα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται ὄχι ἀπὸ κάποιο μεμονωμένο πρόσωπο ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ καὶ τὸ φορέα τοῦ ἀλαθήτου, ἀλλὰ διὰ τῆς Ἐκκλησίας ἀποφαινομένης ἐν συνόδῳ, διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ συνοδικοῦ συστήματος ποὺ ἀποτελοῦσε στὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀποτελεῖ μέχρι σήμερα τὸν ἁρμόδιο κριτὴ περὶ τῶν θεμάτων πίστεως. Ἡ ὑψίστη σημασία ποὺ ἀποδίδεται ἀπὸ τὸ κείμενο στὴν καθολικότητα τῆς πίστεως καταδεικνύεται ἀπὸ τὴν καταληκτήριο § 24, ὅπου ἐπίσης τονίζεται ὅτι ἡ μαρτυρία καὶ ὁ διάλογος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μὲ τὸ λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο δίδεται καὶ ὀφείλει νὰ δίδεται «ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως καὶ πίστεώς μας».

Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ μπορεῖ νὰ ἀμφιβάλλει κανεὶς ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία αὐτοκατανοεῖται σήμερα ὡς ἡ Μία, Καθολικὴ Ἐκκλησία ποὺ ἔχει ὡς κεφαλὴ τὸ Χριστὸ καὶ κατέχει τὸ πλήρωμα καὶ συνιστᾶ τὸ «ἑδραίωμα» τῆς ἀλήθειας; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀσφαλῶς καὶ μὲ βεβαιότητα ἀρνητική.

 

  1. Ἡ Μία Ἐκκλησία καὶ ἡ ἀντίληψη περὶ ἀποκλειστικότητας

 

Εἶναι γνωστὴ ἡ ἀντίληψη τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ Καρθαγένης ὅτι στὴ Μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ μόνο σ᾽ αὐτὴ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ῞Αγιο Πνεῦμα[3]. Κατὰ συνέπεια ἐκτὸς αὐτῆς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει χάρις Θεοῦ, κατὰ συνέπεια, ὅ,τι τελεῖται ἐκτὸς αὐτῆς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει μυστηριακὸ χαρακτῆρα, γιατὶ προφανῶς ὅπου δὲν ὑπάρχει Ἅγ. Πνεῦμα, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν καὶ μυστήρια. Μὲ δεδομένες τὶς ἀποσχιστικὲς κινήσεις τοῦ Φηλικισσίμου, τοῦ Νοβατιανοῦ καὶ τοῦ Μαξίμου ποὺ ἐτάραξαν στὴν ἐποχή του τὴν Ἐκκλησία τῆς Καρθαγένης καὶ τῆς Ρώμης, ὁ Ἅγ. Κυπριανὸς δὲν ἀνεγνώριζε οὔτε τὸ βάπτισμα ποὺ ἐτελεῖτο στὶς ὁμάδες αὐτές, ὅταν κάποιος ἀπὸ τὰ μέλη ἤθελε νὰ εἰσέλθει στὴν κανονικὴ καὶ ἀληθινὴ Ἐκκλησία. Κατὰ συνέπεια ἦταν ἀναγκαῖος ὁ ἀναβαπτισμὸς. Οἱ θέσεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ γιὰ τὸ θέμα εἶναι διάχυτες σὲ πολλὲς ἀπὸ τὶς ἐπιστολές[4] του. Δὲν προβληματίζει ὅμως σὲ ἕνα ὑπέρμαχο τῆς ἀκρίβειας ἡ θεώρηση ὅτι ὁ Ρώμης Στέφανος θὰ μποροῦσε νὰ διατηρήσει τὴν ἀντίληψή του γιὰ τὴ μὴ ἀναγκαιότητα τοῦ ἀναβαπτισμοῦ, δὲν ἦταν ὅμως αὐτὸ ἀναγκαῖο νὰ ὁδηγήσει στὴν διακοπὴ τῆς κοινωνίας μεταξὺ Ρώμης καὶ Καρθαγένης[5]; Ἦταν ἢ δὲν ἦταν οἱ ἀπόψεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ Καρθαγένης προϊὸν τῆς κρίσιμης κατὰ τὰ μέσα τοῦ 3. αἰώνα ἐκκλησιαστικῆς συγκυρίας; Ἐὰν δὲν ἦταν, τότε γιατί ἡ Πενθέκτη ποὺ ἐπικυρώνει στὸ δεύτερο κανόνα της τοὺς κανόνες προγενεστέρων οἰκουμενικῶν καὶ τοπικῶν Συνόδων καὶ κανόνες ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων λέγει γιὰ τὸν κανόνα τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ: «ἔτι μὴν καὶ τὸν ὑπὸ Κυπριανοῦ, τοῦ γενομένου ἀρχιεπισκόπου τῆς Ἄφρων χώρας καὶ μάρτυρος, καὶ τῆς κατ᾽ αὐτὸν συνόδου ἐκτεθέντα κανόνα, ὃς ἐν τοῖς τῶν προειρημένων κανόνων τόποις, καὶ μόνον, κατὰ τὸ παραδοθὲν αὐτοῖς ἔθος, ἐκράτησε»[6].

Ἐὰν ἐκτὸς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει βάπτισμα, τότε γιατί ὁ κανόνας εἶχε μόνο τοπικὴ ἰσχύ; Ἐὰν ἐκτὸς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει βάπτισμα, μπορεῖ τὸ ὑποχρεωτικὸ βάπτισμα γιὰ τὴ θεολογικὴ ἀντίληψη τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ νὰ χαρακτηρίζεται ἔτσι ἁπλᾶ ὡς «ἔθος»; Μπορεῖ οἱ δογματικὲς θεωρήσεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, ἐὰν πράγματι εἶναι δογματικές, νὰ χαρακτηρίζωνται ἁπλᾶ ὡς «ἔθος», πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι κάποιοι ἄλλοι καὶ ἀλλοῦ μποροῦν νὰ ἀκολουθοῦν ἕνα διαφορετικό «ἔθος»; Ἐπειδὴ προφανῶς οἱ ἀντιλήψεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ ποὺ διακηρύσσουν τὴν ἀποκλειστικότητα δὲν ἐγένοντο δεκτὲς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, οἱ ἱεροὶ κανόνες μὲ σαφήνεια προσδιορίζουν, πότε τὸ βάπτισμα ὡς ἀνυπόστατο χρειάζεται νὰ γίνει, ὅταν κανεὶς προσέρχεται στὴν Ἐκκλησία, πότε ἀπαιτεῖται χρῖσμα καὶ πότε ἀπαιτεῖται μόνο ὁ λίβελλος.

Μπορεῖ νὰ ὑπάρξει χάρις Θεοῦ ἐκτὸς Ἐκκλησίας; Ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος[7] ἐπισημαίνει χαρακτηριστικά: «Ἐκεῖνος καὶ πρὸ τῆς ἡμετέρας αὐλῆς, ἦν ἡμέτερος· εἰσεποίει γὰρ ἡμῖν ὁ τρόπος. Ὥστε γὰρ πολλοὶ τῶν ἡμετέρων οὐ μεθ᾽ ἡμῶν εἰσι, οὓς ὁ βίος ἀλλοτριοῖ τοῦ κοινοῦ σώματος· οὕτω πολλοὶ τῶν ἔξωθεν πρὸς ἡμῶν, ὅσοι τῷ τρόπῳ τὴν πίστιν φθάνουσι, καὶ δέονται τοῦ ὀνόματος, τὸ ἔργον ἔχοντες».

Ἐκτὸς δὲ τούτου, τὰ σημεῖα τῆς ὑπέρβασης τῆς Ἰουδαϊκῆς καὶ χριστιανικῆς ἀποκλειστικότητας εἶναι περαιτέρω πολλά. Ἐὰν ἀποδεχθοῦμε τὴν ἀποκλειστικότητα, πῶς μποροῦμε νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴ διδασκαλία τοῦ Ἰουστίνου γιὰ τὸ σπερματικὸ Λόγοι καὶ τὴν πατερικὴ περὶ Ἀσάρχου Λόγου διδασκαλία; Πῶς μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῶ ὁ Ἐνώχ, ὁ Μελχισεδὲκ καὶ ὁ Ἰὼβ δὲν ἀνῆκαν στὀν Ἰσραηλιτικὸ λαό, ἐν τούτοις ἐγνώριζαν τὸν ἀληθινὸ Θεό; Τί σημαίνει ἡ φράση τοῦ Ἀπ. Παύλου στὰ Λύστρα «οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτὸν ἀφῆκεν (ὁ Θεός) ἀγαθοποιῶν…»; Ἐὰν ἡ δημιουργία καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δὲ βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, τότε τί σημαίνει ἡ φράση τοῦ Ἀπ. Παύλου πρὸς τοὺς Ἀθηναίους «ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν»; Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός[8] ἐπισημαίνει γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα: «…κατὰ πάντα ὅμοιον τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υϊῷ, ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον καὶ δι᾽ Υἱοῦ μεταδιδόμενον καὶ μεταλαμβανόμενον ὑπὸ πάσης τῆς κτίσεως καὶ δι᾽ ἑαυτοῦ κτίζον καὶ οὐσιοῦν τὰ σύμπαντα καὶ ἁγιάζον καὶ συνέχον…». Τί σημαίνει ἡ φράση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη: «Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον;» Τί σημαίνει ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγ. Εἰρηναίου γιὰ τὶς 4 Διαθῆκες ποὺ συνῆψε ὁ Θεὸς μὲ τοὺς ἀνθρώπους, αὐτὴ μὲ τὸ Νῶε, αὐτὴ μὲ τὸν Ἀβραάμ, αὐτὴ μὲ τὸ Μωϋσῆ καὶ ἡ καινὴ διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ[9]; Γιατί ὁ Χριστὸς δὲν ἀρνήθηκε τὴ Χάρη του στὴ Χαναναία; Γιατὶ δὲν τὴν ἀρνήθηκε στὸ Ρωμαῖο Ἑκατόνταρχο; Γιατὶ δὲν τὴν ἀρνήθηκε στὸ Σαμαρείτη Λεπρό; Ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ Ἰωάννης παραπονέθηκε στὸ Χριστό, γιατὶ κάποιος ἄλλος ποὺ δὲν ἀνῆκε στὸν κύκλο τῶν μαθητῶν ἔβγαζε δαιμόνια στὸ ὄνομά Του: «διδάσκαλε, εἴδομεν τινα ἐν τῷ ὀνόματί σου ἐκβάλλοντα δαιμόνια, ὃς οὐκ ἀκολουθεῖ ἡμῖν καὶ ἐκωλύσαμεν αὐτὸν ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ ὑμῖν: Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· μὴ κωλύετε αὐτόν (Μάρκ. 9, 38, 29). Εἶναι δυνατὸν κάποιος ποὺ δὲν ἀκολουθεῖ τὸ Χριστὸ νὰ βγάζει δαιμόνια καὶ νὰ κάνει θαύματα ἐπικαλούμενος τὸν Ἰησοῦ; Ὁ Χριστὸς ἀπαντᾶ καταφατικά. Αὐτὸ γιὰ μᾶς σήμερα δὲ σημαίνει τίποτα σὲ σχέση μὲ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἀνήκουν στὴ δική μας «αὐλή», ὅπως μᾶς λέγει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος;

 

  1. Ἡ ἀπολεσθεῖσα ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου

Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι Μία, αὐτὸ δὲ σημαίνει ὅτι ὁ χριστιανικὸς κόσμος σήμερα δὲν εἶναι διχασμένος κατὰ παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Χριστοῦ, «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν». Εἶναι ἄλλο πρᾶγμα ἡ ὀντολογικὴ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔχει σωρευτικὰ τὶς ἰδιότητες τοῦ νὰ εἶναι μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολική, ὥστε νὰ εἶναι Μία καὶ ταυτόχρονα Καθολικὴ καὶ ἀντίστροφα ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία νὰ εἶναι μόνο Μία, καὶ ἄλλο πρᾶγμα τὸ ἱστορικὸ γεγονὸς νὰ ὑπάρχουν ἐκτὸς τῶν κανονικῶν της πλαισίων χριστιανικὲς ὁμάδες, αὐτὲς ποὺ ἀποκαλοῦμε σήμερα ὡς ἑτερόδοξες. Ἡ ἑνότητα τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας δὲ θίγεται ἀπὸ τὴ διαίρεση τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Ὁ Μ. Βασίλειος ἐπισημαίνει: «οἶμαι προσήκειν μίαν ταύτην εἶναι σπουδὴν τοῖς γνησίως καὶ ἀληθινῶν δουλεύουσι τῷ Κυρίῳ, τὸ ἐπαναγαγεῖν πρὸς ἕνωσιν τὰς Ἐκκλησίας τὰς πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως ἀπ᾽ ἀλλήλων διατμηθείσας»[10] (P.G. 32, 528B). Ὁ Πατριάρχης Ταράσιος[11] στὸν «Ἀπολογητικόν» πρὸς τὸ λαὸ λόγο του πρὶν ἀπὸ τὴ χειροτονία του σὲ Πατριάρχη εἶπε: «ὁρῶ καὶ βλέπω τὴν ἐπὶ τὴν πέτραν Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν τεθεμελιωμένην ἐκκλησίαν αὐτοῦ διεσχισμένην νῦν· καὶ διῃρημένην, καὶ ἡμᾶς ἄλλοτε ἄλλως λαλοῦντας, καὶ τοὺς τῆς ἀνατολῆς ὁμοπίστους ἡμῶν χριστιανοὺς ἑτέρως». Ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς[12] φθάνοντας στὴ σύνοδο τῆς Φερράρας ἐπέδωσε στὸν πάπα ἐπιστολή, ὅπου μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρει: «…σήμερον τὰ τοῦ Δεσποτικοῦ σώματος μέλη, πολλοῖς πρότερον χρόνοις διεσπασμένα τε καὶ διερρηγμένα, πρὸς τὴν ἀλλήλων ἐπείγεται ἕνωσιν· οὐ γὰρ ἀνέχεται ἡ κεφαλὴ Χριστὸς ὁ Θεὸς ἐφεστάναι διῃρημένῳ τῷ σώματι…». (Ὁ Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς ἀποκαλεῖ μάλιστα τὴ ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία ὡς ἀδελφὴ Ἐκκλησία[13]).

Καὶ μόνο ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ ἀποσπάσματα, ἐνῶ θὰ μποροῦσαν νὰ καταγραφοῦν καὶ ἄλλα, προκύπτει ὅτι ἡ διάσπαση, ἡ κατάτμηση ἢ ἡ διάρρηξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ποὺ ἀποτελεῖ ὀδυνηρὸ πραγματικὸ γεγονὸς δὲ θίγει τὴν ὀντολογικὴ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένει Μία. Μία δὲ εἶναι αὐτὴ ποὺ μπορεῖ νὰ διαφυλάσσει καὶ διαφυλάσσει γενομένης τῆς διάσπασης, τὴν ἀποστολικότητα καὶ τὴν καθολικότητα τῆς ἀλήθειας.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ αὐτό, τὴν κατάφαση δηλ. τῆς πραγματικότητας τῆς διάτμησης, ἀμφότερα τὰ παραπάνω χωρία μᾶς εἰσάγουν καὶ σὲ ἕνα περαιτέρω προβληματισμό. Πῶς μπορεῖ ὁ Μ. Βασίλειος καὶ ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς νὰ χαρακτηρίζουν τὰ διεσπασμένα τμήματα τοῦ σώματος ὡς Ἐκκλησίες καὶ ὁ Πατριάρχης Ταράσιος νὰ ὁμιλεῖ γιά «ὁμοπίστους», νὰ προσδιορίζει δὲ τὸ σκοπὸ τῶν Πατέρων τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὸ «ἵνα τὴν τῶν ἐκκλησιῶν διάστασιν ἀποσεισάμενοι, τὰ διεζευγμένα πρὸς ἕνωσιν ἐφελκύσωμεν[14]…;» Πῶς μπορεῖ νὰ λέγεται ὅτι στὰ διεσπασμένα τμήματα ἡ κεφαλὴ εἶναι μία, δηλ. ὁ Χριστός; Ὑπάρχουν καὶ ἄλλες Ἐκκλησίες πέρα ἀπὸ τὴ μία Ἐκκλησία ποὺ αὐτονόητα ἐμεῖς σήμερα θεωροῦμε ὅτι εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία;

 

  1. Ἐκκλησία καὶ Ἐκκλησίες

Εἶναι δεδομένο καὶ ἀπολύτως κατανοητὸ ὅτι γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ γίνει λόγος γιὰ Ἐκκλησία ἔξω ἀπὸ τὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, θὰ πρέπει νὰ ὑπερβεῖ κανεὶς τὴν ἀντίληψη τῆς ἀποκλειστικότητας καὶ νὰ παραδεχθεῖ τὴν ὕπαρξη τῆς χάριτος καὶ τὴν πνοὴ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ἐκτὸς αὐτῆς. Μὲ ἄλλα λόγια τίθεται τὸ ἐρώτημα, ἐὰν στὶς διατετμημένες καὶ ἀποσχισθεῖσες ὁμάδες μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν μυστήρια, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τοῦ βαπτίσματος. Οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἀποκλειστικότητας ἀρνούμενοι τὴν πνοὴ τοῦ Πνεύματος καὶ τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ ἀπαντοῦν κατηγορηματικὰ ἀρνητικὰ στὸ θέμα αὐτό, μιλώνας μεταξὺ ἄλλων καὶ γιὰ ταύτιση τῶν κανονικῶν μὲ τὰ χαρισματικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας.

Τὸ πιὸ εὔκολο πρᾶγμα βεβαίως στὸ ἐρώτημα αὐτὸ εἶναι νὰ δώσει κανεὶς τὴν ἀπάντηση ποὺ δίνουν οἱ ὁπαδοὶ τῆς ἀποκλειστικότητας. Ἡ ἀπάντηση ὅμως αὐτὴ ἔρχεται νὰ ἀποκρουστεῖ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν παράδοση τῶν Πατέρων μας τὴν καταγεγραμμένη στὶς Οἰκουμενικὲς συνόδους καὶ στοὺς ἱεροὺς κανόνες. Ἐξ ἀρχῆς βεβαίως θὰ πρέπει νὰ διευκρινιστεῖ ὅτι ἡ ἀποδοχὴ τῆς ὕπαρξης χάριτος ἔξω ἀπὸ τὰ κανονικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας δὲ σημαίνει ἀπὸ μόνη τὴν ὕπαρξη σωστικῆς χάριτος ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Εὔκολα κατανοεῖ κανεὶς ὅτι, ἐὰν ἡ ἀδιαμφισβήτητη ἐνέργεια τοῦ Λόγου στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν σωστική, δὲν θὰ χρειαζόταν ἡ ἐνσάρκωσή Του καὶ ἡ κάθοδός Tου στὸν Ἅδη. Κατὰ συνέπεια ἡ ἀποδοχὴ τῆς ὕπαρξης καὶ πνοῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκτὸς Ἐκκλησίας μὲ ἀπόρριψη τῆς ἀντίληψης τῆς ἀποκλειστικότητας, ἡ ἀναγνώριση τοῦ ὑπαρκτοῦ μυστηρίου ἢ μυστηρίων ἐκτὸς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἀναγνώριση σωστικῆς δύναμης αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου ἢ αὐτῶν τῶν μυστηρίων εἶναι ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι συναφῆ, δὲν παύουν ὅμως νὰ εἶναι καὶ διαφορετικά. Γιὰ τὸν ὅλο προβληματισμὸ ἀξίζει νὰ ὑπογραμμιστοῦν τὰ ἑξῆς σημεῖα, ἀφορμὴ γιὰ τὰ ὁποῖα δίνουν τὰ πρακτικὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ἱεροὶ κανόνες καὶ ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, τῆς μόνης ἁρμοδίας νὰ ἀποφανθεῖ γιὰ τὸ θέμα.

Εἶναι ἀδιαμφισβήτητο ὅτι οἱ Ἐκκλησιαστικοὶ Πατέρες, ὅταν ἐθέσπισαν τοὺς κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ συγκεκριμένες κατηγορίες αἱρετικῶν τὶς ἔκαναν ἀποδεκτὲς στὴν Ἐκκλησία χωρὶς ἐκ νέου βάπτισμα, «ἐκαινοτόμησαν» σὲ σχέση μὲ τὴν ἀποκλειστικὴ Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ ποὺ σὲ ὅλες καὶ χωρὶς διάκριση τὶς περιπτώσεις ἐπέβαλλε τὸν ἀναβαπτισμό. Ὅταν δὲ περαιτέρω διαβάζει κάποιος τὰ πρακτικὰ τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐκπλήσσεται, ἰδίως ὅταν ἐμφορεῖται ἀπὸ τὴν ἀντίληψη τῆς ἀποκλειστικότητας, γιὰ τὰ ἑξῆς: Εἶναι δεδομένο ἀπὸ τὰ Πρακτικὰ τῆς Α´ καὶ Γ´ Συνεδρίας τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅτι κατ᾽ αὐτὲς οἱ ἐπίσκοποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέδωσαν τὸ λίβελλο τῆς μετανοίας τους καὶ ἐξέφρασαν τὴν ἐπιθυμία ἐγκαταλείποντας τὴν κακοδοξία τους νὰ προσέλθουν στὴν Ἐκκλησία, τὸ αἴτημά τους ἐγένετο ἀποδεκτὸ καὶ ὄχι μόνο τοὺς ἀνεγνωρίσθη τὸ βάπτισμα καὶ τὸ χρίσμα, ἀλλὰ τοὺς ἀναγνωρίστηκε καὶ ἡ ἀρχιερωσύνη τους ποὺ εἶχαν λάβει κατὰ τὴν παραμονή τους στὴν κακοδοξία καὶ μάλιστα ἀδιάφορα ἀπὸ τὸ ἐρώτημα, ἐὰν οἱ χειροτονήσαντες αὐτοὺς εἶχαν λάβει τὴ δική τους χειροτονία, καθ᾽ ὃν χρόνον εὑρίσκοντο στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία ἢ εἶχαν ἤδη περιπέσει στὴν κακοδοξία. Γιὰ τὸ θέμα περί «τῶν ζητουμένων δύο κεφαλαίων… περὶ τῶν προσερχομένων ἐξ αἱρέσεων τῇ ἁγίᾳ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ καὶ ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν χειροτονηθέντων» ἐλήφθη μετὰ ἀπὸ διεξοδικὴ συζήτηση καὶ ἀνάγνωση κειμένων ἀπὸ μεγάλους ἐκλησιαστικοὺς Πατέρες, ὅπως ὁ Μ. Ἀθανάσιος (ἐπιστ. πρὸς Ρουφινιακό) ὁ Μ. Βασίλειος (ἐπιστολὴ πρὸς Νικοπολίτας) καὶ χρήσεις ἐκ τοῦ Ἁγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, δοθείσης ἑρμηνείας στὰ κείμενα αὐτά, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα, ἡ κάτωθι ἀπόφασις: «…ἡ ἁγία σύνοδος ἀπεφήνατο, ὅτι τοὺς προσερχομένους ἐκ τῆς αἱρέσεως, ἀκολουθοῦσα τοῖς ἁγίοις πατράσιν ἡμῶν, προσδέχεσθαι χρή, ἐὰν ἑτέρα αἰτία οὐκ ἐκβάλλῃ τοὺς τοιούτους ἐκ τῆς ἱερατικῆς τάξεως»[15]. Κατὰ συνέπεια οἱ πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀνεγνώρισαν χωρὶς τὴν ὑποχρέωση τῆς ἐπανάληψης καὶ τὸ βάπτισμα καὶ τὴ χειροτονία τῶν εὑρισκομένων στὴν κακοδοξία, προσερχομένων στὴν Ἐκκλησία. Μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα τίθενται στοὺς ὀπαδοὺς τῆς ἀποκλειστικότητας τὰ ἑξῆς ἐρωτήματα:

  • Μὲ ποιό δικαίωμα καὶ ποίᾳ ἐξουσίᾳ οἱ πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἔκαναν δεκτοὺς τοὺς εἰκονομάχους, χωρὶς νὰ ἀπαιτήσουν οὔτε βάπτισμα, οὔτε χρίσμα; Ποιούς ἱεροὺς κανόνες ἐφήρμοσαν γιὰ νὰ προβοῦν στὴν (κατ᾽ οἰκονομία) ἀναγνώριση αὐτῶν τῶν μυστηρίων ποὺ τελέστηκαν κατὰ τὴν περίοδο κατὰ τὴν ὁποία βαπτίζοντες καὶ βαπτιζόμενοι, χρίοντες καὶ χριόμενοι εὑρίσκοντο στὴν κακοδοξία; Ἀσφαλῶς οἱ πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου δὲν μποροῦσαν νὰ στηριχθοῦν σὲ κανένα κανόνα, γιατὶ οἱ κανόνες ποὺ προβλέπουν τὴν εἰσδοχὴ τῶν ρητῶς ἀναφερομένων αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν προηγοῦνται χρονικὰ καὶ ἱστορικὰ τῆς ἐποχῆς τῶν Εἰκονομάχων. Τί ἔπραξαν κατὰ συνέπεια, οἱ Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς συνόδου; Ἑρμήνευσαν προφανῶς τὴν προγενέστερη κανονικὴ παράδοση ἀναζητώντας τὸ «νοῦ» καὶ τὸ σκοπό της, τὴν ἑρμήνευσαν καὶ τὴν ἐφήρμοσαν ἀναλογικὰ καὶ διασταλτικά.

Ποιός μποροῦσε νὰ ἐμποδίσει τοὺς Πατέρες ἀπὸ ἕνα τέτοιο ἐγχείρημα, ὅταν ἡ Ἐκκλησία συνέρχεται ἐν συνόδῳ, ἀπὸ τὸ νὰ λάβουν μιὰ τέτοια ἀπόφαση ποὺ νὰ ἀντιμετωπίζει νέα πραγματικότητα, ὥστε νὰ καλυφθεῖ ἕνα «κανονικὸ κενό»; Κατὰ συνέπεια, ποιός μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει σήμερα τὴν Ἐκκλησία συνερχομένη ἐν συνόδῳ νὰ ἀντιμετωπίσει μιὰ νέα πραγματικότητα; Ἡ σύγχρονη πραγματικότητα ἀσφαλῶς καὶ εἶναι νέα, διότι οἱ ἐκτὸς Ἐκκλησίας σήμερα Χριστιανοὶ δὲν εἶναι οὔτε Μανιχαῖοι οὔτε Οὐαλεντιανοί, οὔτε Μαρκιωνιστές, οὔτε Σαβελλιανοί, οὔτε Μοντανιστές, οὔτε Παυλικιανοί, οὔτε Εὐνομιανοί, μὴ ἀποδεχόμενοι τὴν Τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἐκτὸς Ἐκκλησίας σήμερα Χριστιανοὶ δὲν εἶναι οὔτε Ἀρειανοί, οὔτε Ναυατιανοί, οὔτε Ἀπολλιναριστές. Ἐὰν οἱ ἱεροὶ κανόνες ἀναγνωρίζουν τὸ βάπτισμα καὶ τὸ Χρίσμα τῶν Νεστοριανῶν, τῶν Εὐτυχιανιστῶν καὶ τῶν Σεβηριανῶν μὲ βαρύτατες χριστολογικὲς κακοδοξίες, ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας σήμερα μπορεῖ νὰ εἶναι αὐστηρότερη; Ὁ Θεόδωρος Στουδίτης παρέχει σαφέστατη τὴν ἑρμηνεία τοῦ ὅρου αἱρετικός: «…Τὸ δὲ εἰρηκέναι σε, μὴ διακρῖναι τὸν κανόνα, ἀλλ᾽ ὁριστικῶς ἀποφάναι, τοὺς ἀπὸ αἱρετικῶν χειροτονηθέντας, ἢ βαπτισθέντας, οὔτε κληρικοὺς δυνατόν, οὔτε πιστούς· ὅτι αἱρετικοὺς ὁ ἀποστολικὸς κανὼν ἐκείνους, ἔφη, τοὺς μὴ εἰς ὄνομα Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος βαπτισθέντας καὶ βαπτίζοντας. Καὶ τοῦτο ἐκ θείας φωνῆς τοῦ μεγάλου Βασιλείου διδασκόμεθα»[16]. Ἐξ ἴσου σημαντικὰ εἶναι ὅσα ἐπισημαίνει περαιτέρω: «Εἰ δὲ φαίης· Καὶ πῶς λέγονται αἱρετικοὶ καὶ οὗτος καὶ πάντες οἱ μεταγενέστεροι; Τοῦτο λέγομεν καὶ νοοῦμεν· οἱ μὲν πρῶτοι κυρίως αἱρετικοί, διὰ τὸ εἰς αὐτὸ τὸ καίριον τῆς τριαδικῆς ἡμῶν πίστεως ἠσεβηκέναι. Οἱ δὲ δεύτεροι κατὰ κατάχρησιν, καὶ ὡς ἐκ τῶν πρώτων παρηγμένοι· ὁμολογοῦντες δ᾽ ὅμως εἰς Τριάδα καὶ πιστεύειν καὶ βαπτίζειν ἐν ἰδιώματι οἰκείῳ τῆς ἑκάστης ὑποστάσεως, καὶ οὐχὶ μιᾶς τῶν τριῶν ὑπαρχούσης· κἂν ἐν ἄλλοις ᾑρέτιζον»[17].

Δὲ θὰ πρέπει καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἐκκλησία σήμερα νὰ ἀποφανθεῖ γιὰ τὴ νέα πραγματικότητα καὶ νὰ εἰπεῖ ξεκάθαρα σὲ ποιοὺς ἀπὸ τοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένους ἀναγνωρίζει, ὅ,τι ἀναγνωρίζει, ἐὰν ἀναγνωρίχει, ὅταν μάλιστα ἡ νέα πραγματικότητα εἶναι τελείως διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς ἐποχῆς τῆς θεσπίσεως τῶν ἱερῶν κανόνων; Ὁ σύγχρονος χριστιανικὸς κόσμος, συνολικὰ θεωρούμενος, οὔτε τὶς βαρύτατες κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν τῆς ἐποχῆς τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀσπάζεται, οὔτε ἐχθρικῶς πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διάκειται, οὔτε προσηλυτισμὸ ἀσκεῖ, οὔτε ἔχει καταδικασθεῖ συνοδικά, ὅπως ἐπιβάλλει ὁ στ´ κανόνας τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[18]. Ἐκεῖνο ποὺ ἐπιζητᾶ εἶναι ὁ διάλογος, ὁ ὁποῖος ἀναμφισβήτητα ἀντιμετωπίζει δυσκολίες καὶ μάλιστα σοβαρές, γιατὶ ἡ ἀλλοτρίωση ἀπὸ τὴν ἀποξένωση καὶ μὲ τὴ δική μας εὐθύνη δὲν ὑπερβαίνεται μὲ μία ἢ δύο συναντήσεις τὸ χρόνο -ἐὰν γίνονται καὶ αὐτές. Ἀναμφισβήτητη εἶναι ἀντίθετα ἡ ἐπιρροὴ ποὺ ἀσκήθηκε καὶ ἀσκεῖται ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη σκέψη στὸν ὑπόλοιπο χριστιακὸ κόσμο μέσα στὰ πλαίσια τῆς οἰκουμενικῆς κίνησης, δηλ. μιᾶς πορείας ἀγάπης -πάντοτε ἐν ἀληθείᾳ- γιὰ τὴ συνάντησή μας μὲ τοὺς ἄλλους, ὅπως αὐτὸ ἐμφαίνεται καὶ σὲ κείμενα ἐπίσημα καὶ στὴ σκέψη μεμονωμένων Θεολόγων. Δὲν ἦταν π.χ. εὔκολο πρᾶγμα γιὰ ἕνα Ρωμαιοκαθολικό, μὲ κυρίαρχη τὴν περὶ Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας ἀντίληψη, οὔτε τὴν Πενταρχία τῶν Πατριαρχῶν νὰ ἀποδέχεται, μὲ ὅ,τι αὐτὸ περαιτέρω σημαίνει, οὔτε τὴν καθολικότητα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας νὰ ἀναγνωρίζει, γιὰ νὰ ἀναχθοῦμε ἐνδεικτικὰ στὸ κείμενο τῆς Ραβέννας καὶ ἄλλα κείμενα ποὺ ἀποτελοῦν καρπὸ αὐτοῦ τοῦ διαλόγου[19]. Εἶναι, λοιπόν, προφανὲς ὅτι τὰ σύγχρονα δεδομένα εἶναι τελείως διαφορετικὰ καὶ κατὰ συνέπεια διαφορετικὴ θὰ πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ ἀντιμετώπιση τῶν ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένων, τῶν ὁποίων ἡ πίστη κατὰ τὰ ὀρθόδοξα κριτήρια ἀποτελεῖ κακοδοξία.

  • Οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἀποκλειστικότητας ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ πρέπει πειστικὰ νὰ ἀπαντήσουν, πῶς ἡ ὑπὸ τὸν Πατριάρχη Ταράσιο προεδρευομένη Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀσκηθείσης οἰκονομίας ἀποδέχεται προσδιορίζουσα τὴ σχέση της μὲ μιὰ ἐντελῶς νέα κακοδοξία τὸ βάπτισμα, τὸ χρίσμα καὶ τὴν ἱερωσύνῃ τῶν εἰκονομάχων προσερχομένων στὴν Ὀρθοδοξία, χωρὶς προγενέστερο κανονικὸ ἔρεισμα, ἀλλὰ ἑρμηνευομένου τοῦ «νοός» τῶν προγενεστέρων ἱ. κανόνων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως οὐδέποτε προβλέπουν σωρευτικὰ τὴν ἀναγνώριση τριῶν μυστηρίων (βαπτίσματος, χρίσματος καὶ ἱερωσύνης), ὥστε τὰ μυστήρια αὐτὰ νὰ μὴ τελοῦνται ἐκ νέου, ἀναγνωρισθείσης τῆς ἐγκυρότητας αὐτῶν, ἀκόμα καὶ ὅταν αὐτὰ τελέστηκαν ἀπὸ αἱρετικοὺς καὶ μὴ ἔχοντας ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου κατ᾽ αὐτοῦ ἀποστολικὴ διαδοχὴ καὶ σὲ ἕνα ἄλλο ἐρώτημα περισσότερο θεμελιῶδες: Τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ καθιστᾶ ἕνα -κατ᾽ αὐτούς- ἀνυπόστατο μυστήριο ὑποστατό, ὅταν ἀκολουθήσει ἡ προσέλευση στὴν Ἐκκλησία; ῾Η συνήθης ἀπάντηση εἶναι, ὅτι στὴν περίπτωση προσέλευσης στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες 1 καὶ 47 τοῦ Μ. Βασιλείου ἡ Οἰκονομία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλει τὸ ἀνυπόστατο σὲ ὑποστατό[20]. Ἔτσι ἐδῶ τὸ ἐρώτημα μετατίθεται στό, πῶς ἡ Ἐκκλησία σὲ ἕνα γεγονὸς στὸ ὁποῖο ἡ ἴδια κατ᾽ ἀρχὴν καὶ καθ᾽ ἑαυτὸ δὲν ἀναγνωρίζει ὅτι τελεῖται διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στὴ συνέχεια τὸ ἀποδέχεται ὡς ἐγκύρως τελεσθὲν στὴν περίπτωση προσεύλεσης στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία. Εἶναι ἡ ὁμολογία καὶ μόνο τῆς ὀρθῆς πίστης; Ἐὰν συνέβαινε μόνον αὐτό, τότε οἱ κατηχούμενοι ὅλων τῶν αἰώνων δὲ θὰ ἔπρεπε νὰ βαπτίζωνται, γιὰ νὰ καταστοῦν μὲ τὸν τρόπο μέλη τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ πρὶν τὸ βάπτισμα καὶ ὡς προϋπόθεση γιὰ τὸ βάπτισμα διαθέτουν τὴν ὀρθὴ πίστη. Πῶς μπορεῖ ἕνα μυστήριο ποὺ τελέστηκε ἀπὸ ἕνα αἱρετικὸ ἐπίσκοπο ποὺ δὲ διαθέτει ἀποστολικὴ διαδοχή, ὡς εὑρισκόμενος στὴν αἵρεση, νὰ ἀποκτᾶ διὰ μαγείας ἐγκυρότητα καὶ νὰ μὴ τελεῖται ἐκ νέου ἐγκύρως; Μήπως ὑπάρχει στὶς περιπτώσεις αὐτὲς μιὰ ad hoc μὴ δηλούμενη ἀναγνώριση τοῦ μυστηρίου; Ἐνῶ βεβαίως ἡ μαγεία δὲν μπορεῖ νὰ δώσει ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα, ἀνατρέχει κανεὶς στὸν 1. κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ διαβάσει εἶναι ὅτι τὸ βάπτισμα ποὺ τελέστηκε ἀπὸ αἱρετικοὺς ἀναγνωρίζεται κατ᾽ οἰκονομία, ἐνῶ εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ἐπίσημα παραπέμπει στὴν ἔννοια αὐτή. Αὐτὸ μόνο ἀναγράφεται, χωρίς νὰ παρέχεται καμιὰ ἄλλη ἑρμηνεία. Τὸ παράδοξο δὲν ἑρμηνεύεται. Ἁπλῶς ὀφείλει, ἢ μᾶλλον φαίνεται νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος κάποιος, νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀκριβῶς ἐκεῖ ποὺ προηγουμένως τὴν ἠρνεῖτο. Εἶναι εὔκολο νὰ κατανοήσει κανεὶς ὅτι ἡ μὴ ἐπανάληψη τοῦ βαπτίσματος γίνεται «οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν» ἢ τὴ φράση, «Ἐάν μέντοι μέλλῃ τῇ καθόλου οἰκονομίᾳ ἐμπόδιον ἔσεσθαι τοῦτος (δηλ. ὁ ἀναβαπτισμός), πάλιν τῷ ἔθει χρηστέον καί τοῖς οἰκονομήσασι τὰ καθ᾽ ἡμᾶς Πατράσιν ἀκολουθητέον;[21]» Πῶς μπορεῖ νά ἑρμηνεύσει κανεὶς τὴ φράση τοῦ Μ. Βασιλείου στὸν ἴδιο κανόνα[22], προκειμένου περὶ τοῦ βαπτίσματος τῶν Καθαρῶν, «ὅτι δεῖ τῷ ἔθει τῷ καθ᾽ ἑκάστην χώραν ἕπεσθαι, διὰ τὸ διαφόρως ἐνδιενεχθῆναι περὶ τοῦ βαπτίσματος αὐτῶν»; Ἡ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν γίνεται διὰ μαγείας; Γίνεται θαυματουργικά; Γίνεται ἀναγνωριζόμενον σὲ συγκεκριμένες περιπτώσεις ὡς προϋπάρχον, γιὰ νὰ διευκολυνθοῦν οἱ πολλοὶ νὰ προσέλθουν στὴν Ἐκκλησία; Ἡ ἑκάστοτε τηρουμένη πρακτικὴ ἀποτελεῖ ἔθος ἢ ἅπτεται τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας ποὺ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ παραβιάζεται;

Ἐὰν γίνει δεκτὸ ὅτι αὐτὸ ποὺ ἦταν ἀνυπόστατο ἢ ἄκυρο ἰσχυροποιεῖται καὶ ζωοποιεῖται διὰ τῆς εἰσόδου στὴν Ἐκκλησία, τότε ἀποδίδεται στὴ Θεία Χάρη, διὰ τῆς ὁποίας τελοῦνται τὰ μυστήρια, ἀναδρομικὴ ἰσχὺ καὶ ἐνέργεια(!), ἐφ᾽ ὅσον δὲν ἐπαναλαμβάνεται τὸ βάπτισμα. Ἡ Θεία Χάρις ὅμως εἴτε δὲν ὑπάρχει, εἴτε ὑπάρχει καὶ εἶναι ἀπολύτως ἐνεργός. Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία οὐδέποτε ἀπεδέχθη τὴν στὸν Ἱ. Αὐγουστίνο στηριζόμενη καὶ μετέπεια ὑπὸ τῆς σχολαστικῆς Θεολογίας προβληθεῖσα διάκριση τῶν μυστηρίων σὲ invalida (ἄκυρα) καὶ illicita (παράνομα), σὲ ἐνεργὰ καὶ ἀνενεργά[23]. Σὲ κάθε ὅμως περίπτωση ἡ ἄσκηση Οἰκονομίας ὑπὸ τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ ὑπὸ τῶν πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων σημαίνει ὅτι στὶς περιπτώσεις αὐτὲς δὲν παραβιάζεται ἡ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, δηλ. ὑποδηλώνει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ὡς ἔθος χαρακτηριζόμενη ἀποκλειστικὴ Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ Καρθαγένης δὲν ἀνήκει στὴ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ λέγουν οἱ Ἐκκλησιαστικοί μας Πατέρες καὶ μεταξὺ πολλῶν ἄλλων καὶ ὁ Ἱ. Φώτιος[24]: «Ἔπειτα δὲ τότε τὰς οἰκονομίας ὁ ὀρθὸς λόγος μεταχειρίζεται, ὅτε τὸ δόγμα τῆς εὐσεβείας οὐδὲν παραβλάπτεται». Καὶ ἀλλοῦ ὁ Ἱ. Φώτιος ἐπισημαίνει: «Μέχρι γὰρ τούτου τὰ τῆς οἰκονομίας ὁ ὀρθὸς λόγος ἀνέχεται, μέχρις ἂν οὐδὲν καινοτομεῖται τῶν τῆς Ἐκκλησίας δογμάτων»[25]. Ἐὰν οἱ παραπάνω προτάσεις τοῦ Ἱ. Φωτίου, εἶναι σωστές – καὶ εἶναι ἀσφαλῶς σωστές, τότε ποῦ ἀναφέρεται ἡ ὑπὸ τοῦ Μ. Βασιλείου ἀσκούμενη Οἰκονομία; Εἶναι λοιπὸν μιὰ ἡ θεώρηση περὶ αὐτομάτου μεταβολῆς τοῦ ἀνυποστάτου σὲ ὑποστατό, στὴν περίπτωση εἰσόδου στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία, ἱκανοποιητική; Δὲν ἐμφανίζεται τότε ὁ Ἅγ. Κυπριανὸς Καρθαγένης συνεπέστερος ἀνάμεσα στὶς θεολογικές του θέσεις καὶ στὴν πρακτικὴ ποὺ υἱοθέτησε; Ἐὰν συνέβαινε ὅμως αὐτό, γιατὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀπεδέχθη τὶς ἐκκλησιολογικές του θεωρήσεις;

Θὰ μποροῦσε κανεὶς στὸ σημεῖο αὐτό, γιὰ νὰ γίνει μιὰ νοηματικὴ παρένθεση, νὰ ἐπαναλάβει αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Μ. Βασίλειος λέγει στὸν 21. Κανόνα του στὴν ὁριοθέτηση μεταξὺ πορνείας καὶ μοιχείας: «Τούτων δὲ ὁ λόγος οὐ ῥᾴδιος· ἡ δὲ συνήθεια οὕτω κεκράτηκεν»[26]. Στὸν τελευταῖο αὐτὸ κανόνα ὁ Μ. Βασίλειος ἀκολουθώντας τὶς κοινωνικὲς ἀντιλήψεις τοῦ καιροῦ του καὶ τὴν τότε κρατικὴ νομοθεσία θεσμοθετεῖ σὲ ἱερὸ κανόνα τὴν ἄνιση μεταχείρηση μεταξὺ ἄνδρα καὶ γυναίκας λέγοντας ὅτι ἡ μὲν γυναῖκα τελεῖ μοιχεία εἴτε ἡ συνεύρεση γίνεται μὲ παντρεμένο εἴτε μὲ ἀνύπαντρο ἄνδρα, ἐνῶ ὁ ἄνδρας τελεῖ μοιχεία, μόνο ἐὰν ἡ συνεύρεση γίνει μὲ παντρεμένη γυναῖκα. Θὰ μποροῦσε ποτὲ ἡ Ἐκκλησία σήμερα νὰ ὑποστηρίξει τὴν ἰσχὺ καὶ τὸ κῦρος αὐτοῦ τοῦ κανόνα;

«Τούτων δὲ ὁ λόγος οὐ ῥᾴδιος». Θὰ ἀναφερθεῖ, ἐνδεικτικὰ ἀκόμα ἕνα παράδειγμα, γιὰ νὰ καταδειχθεῖ ἡ -σὲ ἄλλη συνάφεια βεβαίως- παραδοξότητα. Στὸν θ´ κανόνα[27] τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διαβάζει κανείς: «Πάντα τὰ μειρακιώδη ἀθύρματα, καὶ μανιώδη βακχεύματα, τὰ ψευδοσυγράμματα, τὰ κατὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων γινόμενα, δέον δοθῆναι τῷ ἑπισκόπῳ Κωνσταντινουπόλεως, ἵνα ἀποτεθῶσι μετὰ τῶν λοιπῶν αἱρετικῶν βιβλίων…». Σημειωτέον ἐδῶ, ὅπως ἐπισημαίνει καὶ ὁ Βαλσαμών[28], γιὰ τὰ αἱρετικὰ συγγράμματα «οἱ νόμοι δὲ καίεσθαι ταῦτα ἐπιτρέπουσι… Ταὐτόν ἐστιν τὸ καυθῆναι καὶ τὸ ἀποτεθῆναι ἐν τῷ ἐπισκοπείῳ…». Τί πρέπει νὰ κάνει λοιπὸν σήμερα ἡ Ἐκκλησία, νὰ προτρέπει τοὺς πιστούς της νὰ ἀναζητοῦν τὰ βιβλία «τῶν αἱρετικῶν» καὶ νὰ παραδίδωνται αὐτὰ στὸν Ἐπίσκοπο; Τί πρέπει νὰ κάνουν, ὅσοι θεωροῦν τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ὡς σύγχρονους αἱρετικούς, νὰ καταστρέφουν καὶ νὰ καίουν τὰ βιβλία τους καὶ τὰ βιβλιοπωλεῖα τους; Ἢ μήπως θὰ πρέπει «τὰ ψευδῶς ὑπὸ τῶν ἀληθείας ἐχθρῶν συμπλασθέντα μαρτυρολόγια… πυρὶ παραδίδοσθαι», σύμφωνα μὲ τὸν 63. κανόνα τῆς Πενθέκτης[29]; Εἶναι δυνατὸ σήμερα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ παρομοίου περιεχομένου κανόνες νὰ ἀντιμετωπίζει τὸ σύγχρονο κόσμο ποὺ ζῆ μὲ ἕνα διαφορετικὸ ἀξιακὸ σύστημα σὲ ἕνα ἐντελῶς διαφορετικὸ κοσμοείδωλο ἀπὸ αὐτὸ τῆς καταγραφῆς τῶν ἱερῶν κανόνων; Εἶναι δυνατὸν ἱεροὶ κανόνες μὲ τέτοιο περιεχόμενο νὰ διεκδικοῦν σήμερα τὴν αὐθεντία καὶ τὸ κῦρος τῶν δογματικῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων; Μὲ τέτοιους καὶ ἄλλους παρομοίου καὶ ἀναλόγου περιεχομένου κανόνες ἀπευθυνόμαστε σήμερα στὴ σύγχρονη κοινωνία, προκειμένου ἡ Ἐκκλησία νὰ ἐπιτελέσει τὸ σωτηριῶδες της ἔργο;

Τὰ ἐλάχιστα αὐτὰ παραδείγματα ἀρκοῦν γιὰ νὰ καταδείξουν ὅτι ναὶ μὲν οἱ ἱεροὶ κανόνες ἐξετέθηκαν ἀπὸ τίς «σάλπιγγες τοῦ Πνεύματος»[30], μόνο ποὺ τὸ Πνεῦμα σήμερα ἠχεῖ διαφορετικά. Δύσκολα μπορεῖ σήμερα κάποιος νὰ ἀποδεχθεῖ ὅτι ἱεροὶ κανόνες μὲ τέτοιο περιεχόμενο, ὅπως ἐνδεικτικὰ κατεγράφη στὶς δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις, μποροῦν νὰ ἀσκήσουν τὴ θεραπευτική τους λειτουργία προάγοντας τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα «πρὸς ψυχῶν θεραπείαν καὶ ἰατρείαν παθῶν»[31]. Τὸ νὰ ξαναδοῦμε τοὺς ἱεροὺς κανόνες ποὺ τόσο κακοποιοῦνται στὶς ἡμέρες μας προβαίνοντας στὴ δέουσα ἀνακάθαρση ἀποτελεῖ ἐπείγουσα ἀναγκαιότητα ποὺ ὁπωσδήποτε χρειάζεται τὴν πανορθόδοξη συναίνεση. Ὁ συγκυριακὸς χαρακτήρας τῶν ἱερῶν κανόνων εἶναι ὅμως ἀδιαμφισβήτητος.

  • Ἀνεξάρτητα ὅμως ἀπὸ τὸ πῶς θεωρεῖ κανεὶς τοὺς ἱεροὺς κανόνες γενικῶς -μὲ ἀφετηρία τὸ πνεῦμα τῶν ἱερῶν κανόνων ποὺ συγκεκριμένα ἀναφέρονται στὴν εἰσδοχὴ τῶν αἱρετικῶν στὴν Ἐκκλησία κατονομάζοντας τοὺς συγκεκριμένους αἱρετικοὺς ποὺ γίνονται δεκτοὶ χωρὶς βάπτισμα ἢ χωρὶς βάπτισμα καὶ χρίσμα, κατὰ πολὺ περισσότερο, ὅταν οἱ σύγχρονοι ἑτερόδοξοι γιὰ τοὺς λόγους ποὺ προαναφέρθηκαν δὲν μποροῦν νὰ ἐμπίπτουν στὶς κατηγορίες τῶν αἱρετικῶν ποὺ αὐτοὶ περιλαμβάνουν- εἶναι ἐπιβεβλημένο καὶ ἀπὸ τὰ πράγματα ἀναγκαῖο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ ὑπερβαίνουσα τὴν ἀποκλειστικότητα, προβληματιζόμενη, νὰ ἀποφανθεῖ, ἐὰν ἀναγνωρίζει μυστήρια ἐκτὸς αὐτῆς, ποιὰ εἶναι αὐτὰ καὶ ποίων ἑτεροδόξων συγκεκριμένα τὰ μυστήρια ἀναγνωρίζονται, ἐὰν ἀναγνωρίζονται. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὸ σύνολό της οὐδέποτε μέχρι σήμερα καθόρισε τὶς σχέσεις της μὲ τοὺς σύγχρονους ἑτεροδόξους. Αὐτονόητα ὁ προβληματισμὸς αὐτὸς ὀφείλει νὰ ἑστιαστεῖ πρωτίστως στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, τὸ εἰσαγωγικὸ μυστήριο σὲ μιὰ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἐνδεχομένως ἀναγνωρισθεῖ ὁ ἐκκλησιαστικὸς χαρακτήρας μιᾶς τέτοιας κοινότητας δὲ θίγει σὲ τίποτα τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ποὺ διατηρεῖ τὴν αὐτοσυνειδησία ὅτι εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια αὐτὴ τίποτα δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ ὀνομάσουμε αὐτὲς τὶς χριστιανικὲς κοινότητες Ἐκκλησία, ὅπως τὸ κάνει ἄλλωστε καὶ ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς στὰ χωρία ποὺ ἀνωτέρω ἐπισημάνθηκαν ἢ οἱ πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ποὺ κάνουν λόγο γιά Ἐκκλησία[32] τῶν «πονηρευομένων», ὄχι ἁπλᾶ ἐξ αἰτίας τῆς κακοδοξίας τῶν εἰκονομάχων, ἀλλὰ κυρίως ἐξ αἰτίας τῆς ἐχθρότητας καὶ τῶν δολίων μέσων ποὺ χρησιμοποιοῦσαν κατὰ τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι τυχαῖο καὶ θεολογικὰ δὲ σημαίνει τίποτα ἡ ἀπάντηση τοῦ Πατριάρχη Ταρασίου, ὅταν θὰ χρειαστεῖ νὰ ἀποφανθεῖ γιὰ τὴν ἐγκυρότητα τῆς χειροτονίας τοῦ Ἀνατολίου, τοῦ Προέδρου τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος εἶχε χειροτονηθεῖ παρουσίᾳ τοῦ εὐτυχοῦς «ὑπὸ Διοσκόρου τοῦ δυσσεβοῦς»; ῾Η ἀπάντηση εἶναι: «….ἐκ Θεοῦ ἐστιν ἡ χειροτονία»[33]. Ἐὰν ἡ περίπτωση τοῦ Ἀνατολίου δὲν εἶναι πειστική, πῶς μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει κανεὶς τὴν περίπτωση τοῦ Μελετίου Ἀντιοχείας ποὺ χειροτονήθηκε ἀπὸ Ἀρειανούς[34] ἢ τοῦ Ἁγ. Κυρίλλου Ἱεροσολύμων[35] ποὺ ἐπίσης χειροτονήθηκε ἀπὸ Ἀρειανούς; Πῶς μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἐπίσκοποι ποὺ μετεῖχαν στὴ Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο εἶχαν χειροτονηθεῖ ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς Μακεδόνιο καὶ Εὐδόξιο; Πῶς μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπίσκοποι ποὺ εἶχαν χειροτονηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἀλεξανδρείας Πέτρο Μογγό[36], μονοφυσίτη αἱρετικό, ὁ ὁποῖος ἐφόνευσε τὸν κανονικὸ ποιμένα τῆς Ἀλεξάνδρειας Προτέριο, ὁ ὁποῖος προηγουμένως εἶχε καθαιρέσει τὸν Πέτρο, ἔγιναν δεκτοὶ στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία καὶ μάλιστα ὡς ἐπίσκοποι; Πῶς μπορεῖ καὶ στὶς περιπτώσεις αὐτὲς ἡ χειροτονία νὰ θεωρηθεῖ «ἐκ Θεοῦ» καὶ νὰ γίνει ἀποδεκτή;

Ποιός ὅμως μπορεῖ νὰ προσδώσει ἐκκλησιαστικὸ χαρακτῆρα σὲ μιὰ συγκεκριμένη κοινότητα ποὺ δὲν ἀνήκει στὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἀναγνωρίζοντας πρωτίστως στὰ μέλη της βάπτισμα; Αὐτὸ ἀσφαλῶς μπορεῖ νὰ τὸ κάνει μόνο ἡ Ἐκκλησία ἐν συνόδῳ, οἱ ἐπίσκοποι ὡς διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁρατὲς κεφαλὲς τῶν ἀνὰ τὴν Οἰκουμένη τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, τῶν ὁποίων ἐκφράζουν τὸ φρόνημα, οἱ ἔχοντες τὴν ἐξουσία τοῦ «δεσμεῖν καὶ λύειν» καὶ οἱ κατέχοντες «τὰς κλεῖς» τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἡ Ἐκκλησία ὑπὸ τὴν ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνερχομένη θέτοντας σταθερὰ κριτήρια, ἀποτιμώντας πρωτίστως τὴν ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθὴ πίστη. Ἡ Ἐκκλησία δὲ δεσμεύεται ἀπὸ κανονικὲς ρυθμίσεις ποὺ ἀναφέρονται σὲ δογματικὲς ἀποκλίσεις ἄλλων ἐποχῶν, προφανῶς δὲν ἀναφέρονται στὶς σύγχρονες ἐκτὸς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας χριστιανικὲς κοινότητες ποὺ οὐδέποτε συνοδικὰ ἐπισήμως ἔχουν καταδικασθεῖ, ἔχουν ποιμαντικὸ χαρακτῆρα καὶ ποιμαντικὴ σκοπιμότητα, ἐξ αὐτοῦ δὲ τοῦ λόγου δὲν παρουσιάζουν πάντα μιὰ ἑνιαία καὶ σταθερὴ στάση ἀπέναντι στοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένους, ὅπως κατωτέρω θὰ καταδειχθεῖ. Οἱ ἱεροὶ κανόνες οὕτως ἢ ἄλλως δὲν ἀπολυτοποιοῦνται ὡς πρὸς τὸ κῦρος καὶ τὴν ἰσχύ τους. Δὲν ἐντάσσονται στὴ σωτηριώδη δογματικὴ ἐμπειρία καὶ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελοῦν ἐκφρασή της ποὺ λειτουργεῖ μὲ διαφορετικὸ τρόπο στὴν ἑκάστοτε συγκυρία ὡς μέσο γιὰ τὴ σωτηρία στὸν ἄνθρωπο. Ἡ Ἐκκλησία τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες ἔζησε χωρὶς κανόνες, ἐπιτελῶντας στὸν κόσμο τὸ σωτηριολογικό της ἔργο. Ἡ Ἐκκλησία ἀσφαλῶς ὑπέρκειται τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ δὲν ὑπόκειται σ᾽ αὐτούς. Ἐκτὸς τούτου οὐδέποτε ἡ Ἐκκλησία ἐπίσημα καὶ μὲ συνοδική της ἀπόφαση -ἀνεξάρτητα ἀπὸ προσωπικὲς γνῶμες- κήρυξε expressis verbis ὅλα καὶ χωρὶς διάκριση τὰ ἐκτὸς αὐτῆς τελούμενα μυστήρια ὡς ἐντελῶς ἀνυπόστατα καὶ δὲν οἰκειοποιήθηκε τὸ ἀξίωμα: «Salus extra Ecclesiam non est»[37]. Αὐτὸ ὑποδηλώνει καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Πενθέκτη χαρακτηρίζει τὶς ἐκκλησιολογικὲς θεωρήσεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ ὡς «ἔθος». Δὲν ἐγνώριζε ὁ Μ. Βασίλειος τὶς ἐκκλησιολογικὲς θεωρήσεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, ὅταν λέγει ὅτι «δεῖ τῷ ἔθει τῷ καθ᾽ ἑκάστην χώραν ἕπεσθαι»; Ἁπλῆ ἀνάγνωση τοῦ πρώτου κανόνα ἀρκεῖ γιὰ τὴν ἀπάντηση.

Μὲ βάση αὐτὰ τὰ δεδομένα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἀναγνώριση τοῦ ὑποστατοῦ τοῦ βαπτίσματος ἑτεροδόξων, ὅταν πρωτίστως ἀποστῆ ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία τῆς ἀποκλειστικότητας. Ἡ ἀποκλειστικότητα δὲν ἀποτελεῖ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μόνο μιὰ Ἐκκλησία ποὺ ξεπερνᾶ τὴ στατικότητά της, τῆς ὁποίας τὸ πλήρωμα αὐξάνει στὴ γνώση τῆς ἀλήθειας ποὺ ἀπεκάλυψε ὁ Θεὸς στὸν κόσμο, μπορεῖ νὰ συλλάβη τὴν οἰκουμενικότητα τῆς διάστασης τῆς ἐνανθρώπισης καὶ τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ προσδιορίσει μὲ σαφήνεια καὶ τὴν ἀπαιτούμενη διάκριση συγκεκριμένες της ἐκφάνσεις σὲ συγκεκριμένες περιπτώσεις, ἀντιμετωπίζοντας τὴ σύγχρονη πραγματικότητα.

Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἐξ ἄλλου καὶ ἡ σχετικὴ ἐπὶ τοῦ θέματος τοποθέτηση τοῦ Παναγιώτη Τρεμπέλα[38]: «Ἀλλ᾽ ἐὰν τὰ ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν ἢ σχισματικῶν τελούμενα εἶναι ἄκυρα καὶ κατ᾽ ἀκρίβειαν δέον νὰ ἐπαναλαμβάνωνται, δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ χαρακτηρίσωμεν αὐτὰ πάντῃ ἀνυπόστατα». Περαιτέρω ἐπισημαίνει: «Εἶναι ἀτελῆ καὶ παραμεμορφωμένα, καθ᾽ ὃ μέτρον καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ διδασκαλία αὐτοῦ ἔχει παραμορφωθεῖ παρὰ τοῖς τελεσιουργοῖς καὶ μεταλαμβάνουσι τούτων ἢ τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας ἔχει καταληθῆ ὑπ᾽ αὐτῶν». Ἀφοῦ τὰ ἐκτὸς Ἐκκλησίας τελούμενα μυστήρια εἶναι οὐχί «πάντῃ ἀνυπόστατα», ἄρα διαθέτουν κάποια ὑπόσταση καὶ εἶναι ὑπαρκτὰ καὶ κατ᾽ ἐπέκταση ἔγκυρα[39]. Στηριζόμενος κανεὶς στὴν ἐπιχειρηματολογία τοῦ ἀειμνήστου Καθηγητοῦ διωρωτᾶται, τί ἐμποδίζει σήμερα τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀποδεχθεῖ κατὰ περίπτωση τὰ μυστήρια τῶν ἑτεροδόξων ὡς οὐχί «πάντῃ ἀνυπόστατα»; Εἶναι ὅμως δυνατὸν ἡ Ἐκκλησία, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Καθηγητὴς Π. Τρεμπέλας, τὰ οὐχί «πάντῃ ἀνυπόστατα» μυστήρια νὰ τὰ θεωρεῖ ἄκυρα; Ἡ Θεία Χάρις δηλ. εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ λειτουργεῖ ἀκύρως; Ἡ Θεία Χάρις εἴτε ὑπάρχει καὶ εἶναι ἐνεργός, εἴτε δὲν ὑπάρχει.

Θὰ εἶναι ὅμως ἡ ἀναγνώριση γιὰ συγκεκριμένες περιπτώσεις τοῦ μὴ ἀνυποστάτου τοῦ βαπτίσματος κάτι τὸ ἐντελῶς καινούργιο γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; Ἀσφαλῶς καὶ δὲ θὰ εἶναι κάτι τὸ καινούργιο. Στὶς περιπτώσεις ἐκεῖνες ποὺ ἡ Ἐκκλησία δὲν ὑποχρεώνει στὸ «ἀναβαπτίζεσθαι» δὲν ἀναγνωρίζει προϋπάρχον βάπτισμα; Πῶς ὑποκαθίσταται ἡ ἀναγκαιότητα τοῦ βαπτίσματος, μαγικῶς ἢ θαυματουργικῶς; Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ἀριστηνοῦ στὸ 47. κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου[40]ποὺ μᾶς προσγειώνει περισσότερο ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἀνάλογα κείμενα στὴν πραγματικότητα: «Πλὴν ὁ ἕβδομος κανὼν τῆς ἐν Λαοδικείᾳ συνόδου καὶ ὁ ἕβδομος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ ὁ ηε´ (95.) τῆς ἐν Τρούλλῳ ἕκτης συνόδου, τῶν Ναυατιανῶν, καὶ Καθαρῶν, καὶ Τεσσαρασκαιδεκατιτῶν τὸ βάπτισμα δέχεται προσερχομένων τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ ἀναθεματιζόντων πᾶσαν αἵρεσιν καὶ τὴν ἑαυτῶν». Ὅταν λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία «δέχεται τὸ βάπτισμα», δὲν τὸ ἀναγνωρίζει ὡς προϋπάρχον; Ἤ, μήπως δέχεται τὸ βάπτισμα ἐξ αἰτίας τῆς προσέλευσης στὴν Ἐκκλησία ἀποδίδοντας στὴ Θεία Χάρη ποὺ τὸ τελεῖ ἀναδρομικὴ ἰσχύ; Ἤ, μήπως ἡ ὀρθὴ πίστη καθιστᾶ πλέον περιττὸ τὸ βάπτισμα; Εἶναι προφανές ὅτι στὰ δύο τελευταῖα ρητορικὰ ἐρωτήματα ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀρνητική.

Στοὺς νεώτερους αἰῶνες σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες μετὰ ἀπὸ ἀπόφαση τῆς κάθε μίας χωριστὰ τελοῦνται μικτοὶ γάμοι ὀρθοδόξων μὲ σύγχρονους ἑτεροδόξους. Ἡ τέλεση μικτοῦ γάμου δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ σημαίνει ad hoc ἀναγνώριση βαπτίσματος. Διαφορετικὰ ἡ τέλεση ἑνὸς τέτοιου γάμου δὲ θὰ ἦταν ἐφικτή. Εἶναι ἀντιφατικὸ καὶ ἀδιανόητο νὰ τελεῖται γάμος ὀρθοδόξων μὲ ἑτεροδόξους καὶ νὰ θεωρεῖται ἡ ἑτερόδοξη πλευρὰ ὅτι στερεῖται βαπτίσματος. Ἡ τέλεση μικτῶν γάμων εἶναι ἕνας παγιωμένος στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση θεσμὸς καὶ τὸ πρόβλημα ἀσφαλῶς δὲν ὑπάρχει στὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίας ποὺ τοὺς τελοῦν, ἀλλὰ στοὺς ὀπαδοὺς τῆς ἀποκλειστικότητας ποὺ εἴτε ὡς ἐπίσκοποι ἐκδίδουν τὶς σχετικὲς ἄδειες γάμου, εἴτε ὡς πρεσβύτεροι τοὺς ἱερολογοῦν, συμπροσευχόμενοι μάλιστα μὲ τοὺς ἑτεροδόξους «αἱρετικούς».

Δὲν ἀποτελεῖ ἡ τέλεση μικτοῦ γάμου συμπροσευχή; Θὰ ἦταν εὐχῆς ἔργο, οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἀποκλειστικότητας ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα νὰ ἀποκτήσουν τὴ δέουσα συνέπεια πεποιθήσεων καὶ πράξεων, νὰ ἀναγνώσουν καὶ τὸν θ´ κανόνα τοῦ Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας[41] ποὺ κατόπιν ὑποβληθείσης σ᾽ αὐτόν ἐρωτήσεως ἀσφαλῶς ἐπιτρέπει τὴν παρουσία «ἀρειανῶν ἢ ἄλλων αἱρετικῶν» στὴ Θ. Λειτουργία μέχρι τοῦ ἀσπασμοῦ καὶ τῆς Ἀναφορᾶς καὶ ἑρμηνεύει τὴν ἔννοια τοῦ «συνεύχεσθαι» καὶ στοὺς ἄλλους κανόνες ποὺ ἀπαγορεύουν τὴ συμπροσευχή, παρότι αὐτοὶ δὲν μποροῦν νὰ συμπεριλαμβάνουν αὐτονόητα καὶ τοὺς σύγχρονους ἑτεροδόξους. Διαφορετικὰ ἡ ἀντίφαση μεταξὺ τῶν ἱερῶν κανόνων ποὺ ἐπικυρώθηκαν ὅλοι ἀπὸ τὸ 2ο κανόνα τῆς Πενθέκτης εἶναι προφανής.

Ἡ τέλεση μικτῶν γάμων στοὺς τελευταίους αἰῶνες ἀπὸ αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες συνιστᾶ μιὰ σιωπηρὴ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων, ἐνῶ οἱ παλινδρομήσεις ποὺ ἑνίοτε παρουσιάζονται στὸ θέμα αὐτὸ μὲ τὴν ἀπαγόρευσή τους δείχνει ὅτι ἡ ἀντιμετώπισή τους δὲν εἶχε θεολογικὰ κριτήρια, διότι ἐὰν αὐτὰ συνέτρεχαν ἀπαγορευτικά, δὲ θὰ εἶχαν ποτὲ συναφθεῖ μικτοὶ γάμοι, ἀλλὰ κριτήρια συγκυριακὰ προσδιοριζόμενα ἀπὸ ἱστορικὲς παραμέτρους καὶ ἔχουν σχέση μὲ τὴν ποιότητα τῆς στάσης τῶν ἑτεροδόξων ἀπέναντι στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Αὐτὸ δὲν καταδεικνύεται ἱστορικὰ ἀπὸ τὴν ἀτυχῆ προσπάθεια τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου νὰ ἐπιβάλει τὸ 1755 τὸν ἀναβαπτισμὸ τῶν Λατίνων, παρὰ τὴν ἀπόφαση τῆς Μεγάλης Συνόδου τοῦ 1484 στὴν Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἀπαιτεῖτο μόνο Χρίσμα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Μεγάλη Σύνοδος τοῦ 1484 ἐρύθμισε αὐστηρότερα τὴν εἰσδοχὴ τῶν Μονοφυσιτῶν ἀπαιτήσασαι ἀντὶ τοῦ λιβέλλου, ὅπως ὅριζε ὁ 95. κανὼν τῆς Πενθέκτης, τὴν τέλεση καὶ χρίσματος[42].

Παράλληλα τὸ γεγονὸς ὅτι μετὰ ἀπὸ Πανορθόδοξες ἀποφάσεις διεξάγεται θεολογικὸς διάλογος μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, Λουθηρανούς, Ἀγγλικανούς, Μεταρρυθμισμένους, Παλαιοκαθολικοὺς καὶ Προχαλκηδο-νίους συνδέεται ἄμεσα μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι μὲ αὐτοὺς ὁ μικτὸς γάμος εἶναι δυνατὸς καὶ ὑπάρχει σιωπηρὴ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματός τους καὶ ἐκκλησιολογικὴ ἀναγνώριση τῶν κοινοτήτων τους, ὑπὸ τὴν ἔννοια ποὺ ἀνωτέρω ἀνεπτύχθη καὶ δὲν καταργεῖ ἢ ἀμφισβητεῖ τὴν καθολικότητα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ἡ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος οὐδόλως κατ᾽ ἀνάγκη σημαίνει ὅτι ὑπάρχει ἀπὸ Ὀρθοδόξου πλευρᾶς καὶ ἀναγνώριση ἄλλων μυστηρίων, παρότι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει τὴν ἐξουσία νὰ προβεῖ σὲ κάτι τέτοιο ἐν Συνόδῳ, μὴ ὑπαρχούσης ἀσφαλῶς τῆς δυνατότητας γιὰ πληρότητα τῆς κοινωνίας διὰ τῆς Θ. Εὐχαριστίας, καθ᾽ ὅσον χρόνο θὰ ὑπάρχουν διαφορὲς περὶ τὴν πίστη. Ἐκτιμᾶται ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Ἀγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος ὀφείλει νὰ προσδιορίσει τὶς κοινότητες τῶν ἑτεροδόξων μὲ τὶς ὁποῖες διεξάγεται ὁ διάλογος, ὅπως τὸ ἔκανε[43] ἡ ἀπόφαση τῆς Γ´ Προσυνοδικῆς Διάσκεψης τοῦ 1986, προσδιορίζοντας αὐτονόητα ταυτόχρονα -ὄχι συγκεκαλυμμένα, ἀλλὰ ξεκάθαρα- καὶ τὶς κοινότητες τῶν ἑτεροδόξων, στὶς ὁποῖες προφανῶς ἀναγνωρίζει ἐκκλησιολογικὴ ὑπόσταση καὶ τὶς θεωρεῖ ὡς Ἐκκλησίες πάντα ὑπὸ τὴν ἔννοια ποὺ προαναφέρθη, κάτι τὸ ὁποῖο προφανῶς ὅμως ἐμπεριέχει τὴν ἁπλῆ ἀναγνώριση τῆς ἱστορικῆς τους ὕπαρξης. Γιὰ ὅσες χριστιανικὲς κοινότητες δὲ συμβαίνει αὐτό, τὸ κείμενο κάνει λόγο γιὰ Ὁμολογίες, μὲ τὶς ὁποῖες μπορεῖ μὲν νὰ ὑπάρχει ἢ νὰ ἀρχίσει διάλογος, δὲν τοὺς ἀναγνωρίζεται ὅμως ἐκκλησιαστικός χαρακτήρας.

 

 

  1. Οἱ κανόνες 7 τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ 95 τῆς Πενθέκτης καὶ ὁ ποιμαντικός τους χαρακτήρας.

Στὴν § 20 τοῦ κειμένου γίνεται λόγος γιὰ τὶς προοπτικὲς τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες καὶ Ὁμολογίες ποὺ προσδιορίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεων ποὺ θέτουν οἱ κανόνες 7 τῆς Β´ Οἰκ. Συνόδου καὶ 95 τῆς Πενθέκτης[44]. Κατ᾽ ἀρχήν, ὅταν γίνεται λόγος γιὰ προοπτικές, γίνεται ἀναφορὰ σὲ κάτι ποὺ ἀφορᾶ στὸ μέλλον καὶ ἡ προοπτικὴ τῶν θεολογικῶν διαλόγων εἶναι μία καὶ μοναδική: Ἡ ἑνότητα στὴν πίστη ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, ὅπως ὑποδηλώνει καὶ ἡ § 3 τοῦ κειμένου καὶ ἡ ἐπίτευξη αὐτῆς συνιστᾶ τὸ σκοπὸ τῶν θεολογικῶν διαλόγων. Γι᾽ αὐτὸ ἡ λέξις «προοπτικαί» θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε τεθεῖ καὶ στὸν ἑνικὸ ἀριθμό. Ἄλλωστε, ὅπως ἐπισημαίνει καὶ ἡ § 12 τοῦ κειμένου στοὺς θεολογικοὺς διαλόγους δὲν ὑπάρχει διαφοροποίησις σκοποῦ, «διότι ὁ σκοπὸς εἶναι ἐνιαῖος εἰς πάντας τοὺς διαλόγους».

Ὅταν διαβάζει κανεὶς τοὺς κανόνες 7 τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς καὶ 95 τῆς Πενθέκτης Συνόδου ἀντιλαμβάνεται ὅτι οἱ κανόνες αὐτοὶ ἀναφέρονται σὲ συγκεκριμένες κατηγορίες αἱρετικῶν ὁμάδων, οἱ ὁποῖες εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθουν στὴν Ἐκκλησία κατὰ διαφορετικοὺς τρόπους, εἴτε διὰ τοῦ (ἀνα)βαπτισμοῦ, μὴ ἀναγνωριζομένου τοῦ βαπτίσματος ποὺ ἔλαβαν ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκόμενοι, εἴτε διὰ χρίσματος μὴ ἐπαναλαμβανομένου τοῦ βαπτίσματος, εἴτε ἁπλῶς διὰ λιβέλλου. Βεβαίως σὲ σχετικὴ συνάφεια εὑρίσκονται καὶ ἄλλοι Κανόνες, ὅπως ὁ 8´ τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς[45], ποὺ κάνει λόγο γιὰ τοὺς καθαρούς (Ναυατιανούς), οἱ ὁποῖοι ἐγίνοντο δεκτοὶ δι᾽ ἐγγράφου ὁμολογίας, ἐνῶ οἱ κληρικοί τους δὲν ἐχειροτονοῦντο ἐκ νέου (ἀρκούσης τῆς χειροθεσίας), ὁ 19. κανόνας τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς[46] ποὺ κάνει λόγο γιὰ Παυλικιανοὺς (τοῦ Παύλου τοῦ Σαμοσατέως / Μοναρχιανιστές) ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀναβαπτίζωνται, ὁ κανὼν 7 τῆς Λαοδίκειας[47] ποὺ ὁρίζει ὅτι οἱ Ναυατιανοὶ (Φωτεινιανοί – Τεσσαρεσκαιδεκατίτες) θὰ ἔπρεπε νὰ γίνωνται δεκτοὶ διὰ χρίσματος, ὁ κανὼν 8 τῆς Λαοδίκειας[48] ποὺ ἐπιβάλλει τὸν ἀναβαπτισμὸ τῶν Φρυγῶν (Μοντανιστῶν), ὁ Κανὼν 66 τῆς Καρθαγένης[49] ποὺ μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρεται στοὺς Δονατιστὲς ποὺ ἐγίνοντο δεκτοὶ μόνο δι᾽ ἐγγράφου ὁμολογίας («ἐπινεύσαντος καὶ ἐνηχήσαντος τοῦ πνεύματος τοῦ Θεοῦ, ἐπιλεξάμεθα ἠπίως καὶ εἰρηνικῶς διαπράξασθαι μετὰ τῶν μνημονευθέντων ἀνθρώπων»), ὁ 1. κανόνας τοῦ Μ. Βασιλείου[50] ποὺ ἐπιβάλλει γιὰ τοὺς Μανιχαίους, τοὺς Οὐαλεντινιανούς, τοὺς Μαρκιωνιστὲς καὶ Πεπουζηνοὺς τὸ βάπτισμα, γιὰ τοὺς Καθαροὺς (Ἐγκρατίτες, Ἀποτακτίτες, Ὑδροπαραστάτες[51]) τὸ βάπτισμα, ἐνῶ ταυτόχρονα μέσα σὲ πνεῦμα οἰκονομίας δέχεται ὅτι οἱ Ἐγκρατίτες, παρότι παραχάραξαν τὴν παράδοση τοῦ βαπτίσματος («ἐπεχείρησαν λοιπόν, ἰδίῳ προκαταλαμβάνειν βαπτίσματι, ὅθεν καὶ τὴν συνήθειαν τὴν ἑαυτῶν παρεχάραξαν»), μπορεῖ νὰ γίνωνται δεκτοὶ μόνο διὰ Χρίσματος, ὅπως αὐτὸ ἐγίνετο στὶς Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας καὶ τέλος ὁ Κανὼν 47 τοῦ Μ. Βασιλείου[52], ὅπου ὁ ἴδιος διορθούμενος, ὁρίζει ὅτι οἱ Ἐγκρατίτες (Ναυατιανοί) πρέπει νὰ ἀναβαπτίζωνται. Θεωρεῖ δὲ ὅτι γιὰ τὴν ἀμφιλεγόμενη αὐτὴ πρακτικὴ θὰ πρέπει νὰ συνέλθει σύνοδος γιὰ νὰ ἐπιβληθεῖ ὁ ἀναβαπτισμός τους. Παρότι μιὰ τέτοια σύνοδος δὲ συνῆλθε ποτέ, ὁ δεύτερος κανόνας τῆς Πενθέκτης ἐπικύρωσε καὶ τοὺς δύο αὐτοὺς κανόνες τοῦ Μ. Βασιλείου ποὺ ἐπιβάλλουν διαφορετικὴ ρύθμιση γιὰ τὸ ἴδιο θέμα. Πῶς ὅμως ὁ Μ. Βασίλειος στὸν 1. κανόνα του ἐνδίδει στό «ἔθος» ποὺ ἐτηρεῖτο στὴν Ἀσία καὶ ἀπαλλάσσει τοὺς Ἐγκρατίτες ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση τοῦ βαπτίσματος, ἐὰν γίνει ἀποδεκτὸ ὅτι ἐκτὸς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει Ἅγ. Πνεῦμα καὶ συνεπῶς δὲν ὑπάρχει καὶ βάπτισμα; Ἡ ἀναγνώριση τῆς ἐγκυρότητας τοῦ βαπτίσματος ἐπαφίεται στὴν ἀναγνώριση ἢ ὄχι ἑνὸς ἐθίμου;

Ἀπὸ τὴν ἁπλῆ ἀνάγνωση τῶν προαναφερθέντων κανόνων μπορεῖ κανεὶς νὰ συναγάγει τὰ ἑξῆς συμπεράσματα:

  • Ἡ βαρύτητα τῆς πλάνης τῶν ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένων ἀποτελεῖ θεμελιῶδες κριτήριο -ὄχι βεβαίως τὸ ἀποκλειστικό- γιὰ τὴν ἀντιμετώπισή τους ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία (π.χ. Μοναρχιανιστές, Μαρκιωνιστές, Μοντανιστές).
  • Γιὰ τὴν ἴδια κατηγορία τῶν ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένων ὁμάδων ἐπιβάλλεται διαφορετικὴ ρύθμιση. Ἐνῶ ὁ 8. Κανόνας τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου κάνει δεκτοὺς τοὺς Καθαροὺς μόνο δι᾽ ἐγγράφου ὁμολογίας (ἀναγνωρίζοντας μάλιστα τὴ χειροτονία ποὺ ἔλαβαν ἀπὸ τὴ σχισματική τους ὁμάδα), ὁ 8. Κανὼν τῆς Λαοδίκειας ποὺ κάνει δεκτοὺς διὰ χρίσματος. Ἐδῶ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Πῶς μποροῦν οἱ κανόνες νὰ ἐπιβάλλουν διαφορετικὴ ρύθμιση γιὰ τὸ ἴδιο θέμα; Ὁ ἴδιος ὁ Μ. Βασίλειος, ἐνῶ στὸν πρῶτο του κανόνα ὑποχρεώνει τοὺς Ἐγκρατίτες (Καθαρούς) νὰ τελέσουν ἐκ νέου Βάπτισμα, στὸν ἴδιο κανόνα γιὰ λόγους οἰκονομίας καὶ ἀκολουθώντας τὸ ἔθιμο ποὺ ἴσχυε στὴν Ἀσία τοὺς κάνει δεκτοὺς μόνο μὲ χρίσμα, παρότι παρεχάραξαν τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος. Μὲ ἕνα ἄλλο κανόνα (47) ὁ ἴδιος ὁ Μ. Βασίλειος ἐπιβάλλει τὸν ἀναβαπτισμὸ τῶν Ἐγκρατιτῶν, ἐνῶ ταυτόχρονα ὁ ἴδιος δὲν ἀποδίδει στὴν προσωπική του γνώμη ἀπόλυτο κῦρος, ἀφοῦ ἐπιζητᾶ τὴ σύγκληση συνόδου, γιὰ νὰ ἐπικυρωθεῖ ἀπὸ ἐκείνη ἡ τελευταία του ἄποψη. Τίθεται τὸ ἐρώτημα: Δικαιοῦται ἕνας μεγάλος ἐκκλησιαστικὸς Πατέρας νὰ ἀλλάζει γνώμη γιὰ τὸ ἴδιο θέμα; Γιατὶ ζητᾶ νὰ ἀποφασίσει συνοδικὰ ἡ Ἐκκλησία καὶ δὲν ἐπιζητᾶ νὰ ἐπιβάλει τὴ δική του γνώμη; Ἐὰν ἔτσι σκέφτεται ὁ Μ. Βασίλειος, τὶ θὰ πρέπει νὰ κάνει ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς σήμερα; Δικαιοῦται νὰ προβάλει τὴ γνώμη του ὡς ἀλάθητο κανόνα;

Μὲ τὰ δεδομένα αὐτὰ προκύπτει ἕνα ἀσφαλὲς συμπέρασμα: Ἡ Ἐκκλησία σὲ διαφορετικοὺς χρόνους ἔκρινε ὅτι εἶχε τὴν ἐξουσία νὰ ρυθμίζει τὴ σχέση της μὲ τὶς ἐκτὸς αὐτῆς αἱρετικὲς ἢ σχισματικὲς ὁμάδες, ἐπιβάλλοντας κάθε φορὰ τὴ δέουσα στὴν περίπτωση ρύθμιση μὲ προέχοντα κάθε φορὰ τὸ ποιμαντικὸ σωτηριολογικὸ σκοπό της.

Μήπως τὸ ἴδιο συμπέρασμα δὲν προκύπτει καὶ ἀπὸ τοὺς κανόνες 7 τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ 95 τῆς Πενθέκτης;

Σύμφωνα μὲ τὸν 7. Κανόνα τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[53] οἱ Ἀρειανοί, οἱ Μακεδονιανοί, οἱ Ναυατιανοί (Καθαροί), οἱ Τεσσαρεσκαιδεκατίτες καὶ οἱ Ἀπολλιναριστὲς γίνονται δεκτοὶ στὴν Ἐκκλησία διὰ Χρίσματος. Ἐδῶ παρατηρεῖ κανεὶς μιὰ ἐκπλήσσουσα ἰσοπέδωση μεταξὺ Ἀρειανῶν, Μακεδονιανῶν καὶ Ἀπολλιναριστῶν ποὺ εἶχαν ὑποπέσει σὲ σοβαρὲς τριαδολογικὲς καὶ χριστολογικὲς κακοδοξίες μὲ τοὺς Καθαροὺς καὶ Τεσσαρεσκαιδεκατίτες ποὺ δὲν ἑόρταζαν τὸ Πάσχα ἡμέρα Κυριακὴ ἢ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἐδέχοντο σὲ κοινωνία τοὺς πεπτωκότες καὶ τοὺς διγάμους. Πῶς μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ αὐτὴ ἡ ἰσοπέδωση καὶ ἐξομοίωση; Κατὰ τὸν ἴδιο κανόνα 7 τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς οἱ Εὐνομιανοί (ἀκραῖοι Ἀρειανοί), οἱ Μοντανιστὲς καὶ οἱ Σαβελλιανοὶ ὑποχρεοῦνται σὲ βάπτισμα. Ἀπὸ τὶς δύο κατηγορίες ποὺ διακρίνει ὁ κανόνας 7 (μὲ ἐξαίρεση τοὺς Καθαροὺς καὶ τοὺς Τεσσαρεσκαιδεκατίτες) ὁ κανόνας ρυθμίζει τὴ σχέση του μὲ αὐτὲς λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψιν τὴ βαρύτητα τῆς κακοδοξίας, τὴ βαρύτερη πλάνη στὴν τριαδολογική τους διδασκαλία. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου οἱ εὐνομιακοὶ ἐντάσσονται σ᾽ αὐτὴ τὴν κατηγορία καὶ ὄχι διότι δὲν τηροῦσαν τὸν τύπο τοῦ βαπτίσματος.

Σύμφωνα μὲ τὸν 95. Κανόνα τῆς Πενθέκτης[54] οἱ Ἀρειανοί, οἱ Μακεδονιανοί, οἱ Ναυατιανοί (Καθαροί), οἱ Τεσσαρεσκαιδεκατίτες καὶ οἱ Ἀπολλιναριστὲς γίνονται δεκτοὶ διὰ λιβέλλου καὶ χρίσματος. Μιὰ δεύτερη κατηγορία, ὅπως οἱ Παυλιανιστές, οἱ Εὐνομιανοί, οἱ Μοντανιστές, οἱ Μανιχαϊστές, οἱ Οὐαλεντιανοὶ καὶ οἱ Μαρκιωνιστὲς ὑποχρεοῦνται σὲ βάπτισμα. Οἱ Νεστοριανοί, οἱ Εὐτυχιανοί, οἱ Διοσκορῖται, οἱ Σευηριανοὶ καὶ οἱ Μονοθελῆτες γίνονται δεκτοὶ ἁπλῶς διὰ λιβέλλου.

Παρατηρητέα ἐδῶ ὄχι μόνο ἡ διαφορετικὴ ἀντιμετώπιση τῶν Καθαρῶν ποὺ ὑποχρεοῦνται σὲ χρίσμα, ἐνῶ σύμφωνα μὲ τὸν 8. κανόνα τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γίνονται δεκτοὶ ἁπλῶς διὰ λιβέλλου, ἀλλὰ ἡ ἐπιεικέστατη μεταχείριση τῶν ὀπαδῶν σοβαροτάτων χριστολογικῶν κακοδοξιῶν, ὅπως οἱ Νεστοριανοί, οἱ Μονοφυσίτες καὶ οἱ Μονοθελῆτες σὲ σχέση μὲ τὴ δυσμενέστερη μεταχείριση τῶν Καθαρῶν καὶ τῶν Τεσσαρεσκαιδεκατιῶν. Πῶς δικαιολογεῖται αὐτό; Πῶς μπορεῖ νὰ δικαιολογήσει κάποιος τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ὀπαδοὶ σοβαρῶν χριστολογικῶν αἱρέσεων, ὅπως οἱ Νεστοριανοί, οἱ Μονοφυσίτες καὶ οἱ Μονοθελῆτες, γίνονται δεκτοὶ ὡς παρασυνάγωγοι[55] σύμφωνα με τὴν τριμερῆ διάκριση τοῦ Μ. Βασιλείου στὸν 1. κανόνα του γιὰ τοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας σὲ αἱρετικούς, σχισματικοὺς καὶ παρασυναγώγους, ἀπαιτεῖται δηλ. μόνο ὁ λίβελλος; Πῶς παραθεωροῦνται καὶ ὑποβαθμίζονται οἱ ἀποφάσεις τριῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ποὺ κατεδίκασαν τὴν κακοδοξία τῶν ἀνωτέρω;

Εὔλογα διερωτᾶται περαιτέρω κανείς, γιατὶ θεωροῦνται ἐπιεικέστερα οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Εὐτυχοῦς, ὁ ὁποῖος μιλοῦσε γιὰ μία φύση τοῦ Χριστοῦ «μετὰ τὴν ἕνωση», οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Διοσκόρου Ἀλεξανδρείας καὶ τοῦ Σευήρου Ἀντιοχείας καὶ δυσμενέστερα ὁ πρόδρομός τους Ἀπολλινάριος; Εἶναι διαφορετικὸ τὸ νὰ μιλᾶς γιὰ μία φύση τοῦ Χριστοῦ μετὰ τὴν ἕνωση (Εὐτυχής) ἀπὸ τὸ νὰ μιλᾶς γιὰ τὴν ἔλλειψη τῆς λογικῆς ψυχῆς στὴν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ (Ἀπολλινάριος), ὥστε νὰ ἀντιμετωπίζεσαι διαφορετικά; Δὲ ναρκοθετεῖται καὶ στὶς δύο περιπτώσεις τὸ μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας μὲ τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Χριστοῦ; Εἶναι διαφορετικὸ νὰ ἀποδέχεσαι ὄχι πραγματικὴ ἕνωση, ἀλλὰ συνάφεια τῶν φύσεων, ὄχι ἕνα, ἀλλὰ δύο πρόσωπα (δύο πρόσωπα – δύο υἱούς) ἑνωμένα «ταυτότητι γνώμης» καὶ ἠθικὴ προκοπὴ τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἔκανε ὁ Νεστόριος, ἀπὸ τὸ νὰ δέχεσαι ὅτι ὁ Χριστὸς ἔλαβε ἄψυχο σῶμα (Ἄρειος); Δὲν ἀποτελοῦν καὶ τὰ δύο σοβαρότατες κακοδοξίες, διὰ τῶν ὁποίων καταργεῖται ἡ δυνατότητα τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ; Εἶναι τὸ ἴδιο νὰ ἀποστερεῖς τὴν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ φυσικό της θέλημα ποὺ κατὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ καὶ στὴ συνέχεια τὴ σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ (649) καὶ τὴν ΣΤ´ Οἰκουμενικὴ ἀποτελεῖ ἱκανότητα – ἰδιότητα τῆς φύσεως[56] πηγάζουσα καὶ ἀπορρέουσα ἀπὸ αὐτή, μὲ τὸ νὰ σφάλλεις γιὰ τὴν ἡμέρα ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα ἢ νὰ ἀποδέχεσαι τὶς θέσεις τῶν Καθαρῶν γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν πεπτωκότων; Ἐπειδὴ ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ ποὺ νὰ εἶναι πειστικὴ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει, ὑπάρχει αὐτὸ ποὺ προανεφέρθη καὶ συνάγεται ἀβίαστα ἀπὸ τὴ μελέτη τοῦ 95. Κανόνα:

Ἡ Ἐκκλησία λαμβάνουσα σοβαρὰ ὑπ᾽ὄψιν της τὴν ἑκάστοτε συγκυρία οἰκονομεῖ στὸ πλαίσιο τῆς ποιμαντικῆς της πρόνοιας τὴ σχέση της μὲ τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένους κατὰ διαφορετικοὺς τρόπους, χωρὶς ἀκόμα καὶ ὁ βαθμὸς τῆς κακοδοξίας νὰ ἀποτελεῖ τὸ ἀποκλειστικὸ καὶ ἀπόλυτο κριτήριο, ἔχουσα τὴν πρὸς τοῦτο ἐξουσία καὶ ἀναζητοῦσα κατὰ περίπτωση τὴ δέουσα λύση.

Τί προσφέρουν ὅμως αὐτοὶ οἱ δύο κανόνες (7. τῆς Β´ Οἰκ. καὶ 95 τῆς Πενθέκτης) σὲ μᾶς σήμερα (χωρὶς νὰ ἀγνοοῦνται οἱ ἄλλοι σχετικοὶ κανόνες καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ πράξη) καὶ γιατὶ ἀναφέρονται στὸ κείμενο, ἐνῶ ἀφοροῦν τοὺς προσερχομένους ἀπὸ τὴν αἵρεση ἢ τὸ σχίσμα στὴν Ἐκκλησία ὁμάδων ποὺ δὲν ὑπάρχουν σήμερα (μὲ ἐξαίρεση κυρίως τοὺς Προχαλκηδόνιους); Τὸ τελευταῖο δεδομένο ἐπιβάλλει νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ «νοῦς» τῶν κανόνων καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ μποροῦν νὰ γίνουν οἱ κάτωθι παρατηρήσεις – διαπιστώσεις, λαμβανομένων ὑπ᾽ ὄψιν καὶ ἄλλων ἐπισημάνσεων τοῦ κειμένου:

  • Ἀνήκει στὴν ἀποκλειστικὴ ἁρμοδιότητα τῆς Ἐκκλησίας νὰ ρυθμίζει τὶς σχέσεις της μὲ τοὺς ἐκτὸς τῶν κανονικῶν της ὁρίων Χριστιανοὺς κατὰ τὴν κρίση της, ἔχουσα τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἀποκλειστικὴ ἁρμοδιότητα ὡς πρὸς αὐτό.
  • Οἱ κανόνες ἐξυπηρετοῦν μέσα σὲ πνεῦμα φιλανθρωπίας τὴ σωτηριολογικὴ προοπτικὴ τῶν ἐκτὸς αὐτῆς, οὐδέποτε ὅμως expressis verbis τὴν ἀρνοῦνται, ὅταν αὐτοὶ παραμένουν ἐκτὸς τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴ βεβαία καὶ ἀσφαλῆ ὁδὸ σωτηρίας. Ἄλλωστε, ὅπως διαβεβαίωσε ὁ Χριστός, «ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Πατρός μου πολλαὶ μοναί εἰσι» (Ἰω. 14, 2). ῾Η μὴ σωτηρία τῶν ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένων ἀπετέλεσε διδασκαλία τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας[57], ὄχι ὅμως καὶ τῆς Ὀρθόδοξης.
  • Ἡ βαρύτητα τῆς ἀπόκλισης ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἕνα θεμελιῶδες κριτήριο γιὰ τὸν προσδιορισμὸ τῆς ποιότητας καὶ τοῦ εἴδους τῶν σχέσεων αὐτῶν, χωρὶς ὅμως ἀπολυτοποιούμενο νὰ εἶναι τὸ μοναδικό, ἐμφιλοχωρούντων καὶ ἄλλων παραγόντων ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἑκάστοτε ἱστορικὴ συγκυρία. Ὀφείλει νὰ γίνει συνειδητὸ καὶ κατανοητὸ ὅτι οἱ ἱεροὶ κανόνες, σὲ διαφορετικὲς ἱστορικὲς περιόδους θεσπισμένοι, ἀποτελοῦν ἔκφραση τῆς μιᾶς αἰώνιας ἀλήθειας, ἡ ἔκφραση ὅμως αὐτὴ δὲν εἶναι ἑνιαία στὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας ποικίλουσα κατὰ τὶς χρονικὲς συγκυρίες.
  • Οἱ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας εὑρισκόμενοι ἑτερόδοξοι ποικίλοντες ὡς πρὸς τὴ βαρύτητα τῆς ἀπόκλισης, ἀφοῦ καταστεῖ ἡ εὐχαριστιακὴ μαζί τους κοινωνία δυνατὴ μετὰ τὴν ἀποδοχὴ ἐκ μέρους των τῆς κοινῆς πίστεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, εἴτε σήμερα κεῖνται «ἐγγύς», εἴτε κεῖνται «μακράν»[58], ὅταν θὰ ὁμολογοῦν μαζί μας τὴν κοινὴ πίστη, θὰ ἀνήκουν στὴ μία καὶ καθολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς πάντα νὰ ἀπαιτηθεῖ οὔτε βάπτισμα, οὔτε χρίσμα.
  • Ἡ Ἐκκλησία ἐν συνόδῳ -αὐτὸ μᾶς ὑποδεικνύει καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Μ. Βασιλείου– καὶ μόνον αὐτὴ ἔχει τὴν ἀποκλειστικὴ ἐξουσία, τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἁρμοδιότητα ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς κανονικὲς ρυθμίσεις ποὺ ἄλλωστε δὲν ἀφοροῦν τοὺς σύγχρονους ἑτεροδόξους νὰ ἀναγνωρίσει ἢ μὴ τὸ ὑποστατὸ μυστηρίων συγκεκριμένων κατηγοριῶν ἑτεροδόξων καὶ πρίν ἀκόμα τὴν ὁμολογία τῆς κοινῆς πίστεως, ἐὰν αὐτὴ αὐτὸ κρίνει. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία καὶ ἐρείδεται -ἀναγκαία ἡ ἐπανάληψη- στὴν ἴδια τὴν πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ ἐρύθμισε τὶς σχέσεις της μὲ τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς.
  • Ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, χωρὶς φυσικὰ νὰ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει κανόνας ποὺ νὰ ἀναφέρεται στοὺς εἰκονομάχους, τοὺς ἔκανε δεκτοὺς χωρὶς βάπτισμα καὶ χρίσμα, μόνο μὲ τὴν ἀπόδοση ἐκ μέρους τους τῆς ὁμολογίας τῆς ὀρθῆς πίστεως. Ποίᾳ ἐξουσίᾳ ἐγένετο αὐτό;
  • Ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος –χωρὶς κανονικὸ ἔρεισμα- ἔκανε δεκτοὺς στὴν Ἐκκλησία εἰκονομάχους ἐπισκόπους χωρὶς νὰ ζητήσει τὴν ἐπανάληψη ὄχι μόνο τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ χρίσματος, ἀλλὰ οὔτε τῆς χειροτονίας. Ἔγιναν μάλιστα καὶ ἐπίσκοποι δεκτοὶ ποὺ εἶχαν χειροτονηθεῖ ἀπὸ ἐπισκόπους ποὺ δὲ διέθεταν ἀποστολικὴ διαδοχή, ἡ ὁποία -κατὰ τὴ γνώμη τῆς ἀποκλειστικῆς Ἐκκλησιολογίας- διακόπτεται σὲ ὅποιον εὑρίσκεται ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Πῶς δικαιολογεῖται ἡ εὑρεῖα χρήση τῆς Οἰκονομίας; Ποίᾳ ἐξουσίᾳ ἐγένετο αὐτό;
  • Ἡ Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὸν 8. κανόνα δὲν ἔκανε μόνο δεκτοὺς στὴν Ἐκκλησία χωρὶς βάπτισμα τοὺς καθαρούς, ἀλλὰ ἀναγνώρισε καὶ τὴ χειροτονία ποὺ εἶχαν λάβει οἱ κληρικοί τους, ὅταν εὑρίσκοντο στὴ σχισματικὴ ὁμάδα. Δικαιολογεῖται καὶ ἐδῶ ἡ ἀναγκαιότητα τῆς εὑρείας χρήσεως τῆς Οἰκονομίας;
  • Σύμφωνα μὲ τὸν ἴδιο 8. Κανόνα τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου οἱ ἐκ τῶν καθαρῶν προσερχόμενοι ἐπίσκοποι, γίνονται μὲν δεκτοὶ ὡς ἐπίσκοποι, ἀλλά, ἐὰν στὸν ἴδιο τόπο ὑπάρχει ἄλλος ἐπίσκοπος κανονικός, τότε, ἐὰν μὲν συμφωνεῖ ὁ τελευταῖος, ὁ προσερχόμενος στὴν Ἐκκλησία ἐπίσκοπος διατηρεῖ τὸ ἀξίωμα (τιμή) τοῦ Ἐπισκόπου, χωρὶς νὰ ἔχει διοικητικὴ ἐξουσία, ἐὰν ὅμως δὲ συμφωνεῖ, γίνεται δεκτὸς καὶ ὡς πρεσβύτερος[59]. Ποίᾳ ἐξουσίᾳ ἡ Ἐκκλησία καθιέρωσε αὐτὲς τὶς παράξενες ρυθμίσεις, ἐὰν δὲ τὸ ἔκανε ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ; Εἶναι δυνατὸν ἡ γνώμη ἑνὸς ἐπισκόπου νὰ καθορίζει τὸ ἐὰν κάποιος ἔχει τὴ χάρη τῆς ἱερωσύνης ἢ τῆς ἀρχιερωσύνης μὲ κριτήριο τὴ δική του διάθεση; Ποιὸ θεολογικὸ ὑπόβαθρο ἔχει καὶ ἡ τελευταία αὐτὴ ρύθμιση; Ἐὰν δὲν ἰσχύει τὸ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, τότε ἡ ρύθμιση εἶναι ἀδικαιολόγητη παντελῶς ἀκατανόητη, θεολογικὰ ἕωλη καὶ πολὺ ἁπλᾶ παράλογη. Εἶναι δυνατὸν ὁ βαθμὸς τῆς ἱερωσύνης ἑνὸς κληρικοῦ νὰ προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν προσωπικὴ κρίση ἑνός (τοῦ ἐπισκόπου);
  • Πλὴν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας, οἱ ὑπόλοιπες αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες τελοῦν μικτοὺς γάμους μὲ συγκεκριμένες ὁμάδες ἑτεροδόξων. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἄκαμπτης στάσης εἶναι τὸ θλιβερὸ γεγονός, οἱ γεωργιανοὶ πιστοὶ νὰ προσφεύγουν στὶς ἄλλες ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες -ἰδιαίτερα στὸ ἐξωτερικό- γιὰ νὰ τελέσουν θρησκευτικό γάμο. Εἶναι δυνατὸ νὰ γίνωνται χιλιάδες παρόμοιοι γάμοι ἀνὰ τὴν Οἰκουμένη καὶ νὰ μὴ γίνεται δεκτὸ τὸ βάπτισμα τοῦ ἑτεροδόξου ποὺ τελεῖ γάμο μὲ Ὀρθόδοξο; Ἐὰν συμβαίνει αὐτό, τότε πῶς μπορεῖ νὰ γίνεται αὐτὸς ὡς γάμος; Ἐὰν ὅμως γίνει δεκτὸ τὸ βάπτισμα, δὲ γίνεται δεκτὴ μιὰ ἄλλη Ἐκκλησία, ἐκτὸς τῆς Καθολικῆς, ὑπὸ τὴν ἔννοια ποὺ προαναφέρθη;

Σὲ τελευταία ἀνάλυση ἡ μέλλουσα Σύνοδος θὰ προσδώσει, ἐὰν αὐτὸ κρίνει, μείζονα κανονικότητα σὲ ἀποφάσεις τῶν κατὰ τόπους αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες μέχρι σήμερα τελοῦν μικτοὺς γάμους μὲ βάση κατάλογο ποὺ διαθέτει ἀπὸ μόνη της ἑκάστη ἐξ αὐτῶν, στὸν ὁποῖο ἀναγράφονται οἱ κατηγορίες τῶν ἑτεροδόξων, μὲ τοὺς ὁποίους εἶναι ἡ δυνατὴ ἡ σύναψη γάμου.

Αὐτὸ δὲ φαίνεται νὰ προκρίνει καὶ τὸ ἄλλο κείμενο ποὺ ὑποβάλλεται στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο πρὸς ἔγκριση, ὅπου κατ᾽ οἰκονομία ἐπιτρέπει τὸ γάμο μὲ ἑτεροδόξους, ἐὰν αὐτοὶ πρὸ τοῦ γάμου δηλώσουν ὅτι προτίθενται νὰ βαπτίσουν τὰ ἐκ τοῦ γάμου τέκνα τους ὀρθόδοξα, ἐνῶ σύμφωνα μὲ τὸν κανόνα 72 τῆς Πενθέκτης, στὸν ὁποῖο παραπέμπει, ἕνας τέτοιος γάμος κατ᾽ ἀκρίβεια ἀπαγορεύεται. Εἶναι δυνατὸ μιὰ τέτοια δήλωση ποὺ εὔλογα μπορεῖ νὰ ἀμφιβάλει κανείς, ἐὰν θὰ τηρηθεῖ στὴν πράξη, νὰ μεταβάλει τὸ βάπτισμα τοῦ ἑτεροδόξου ἀπὸ ἀνυπόστατο σὲ ὑποστατό, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ γίνει ὁ γάμος; Τὶ γίνεται στὶς περιπτώσεις, ὅπου εἴτε ἐκ φυσικῆς ἀδυναμίας ἢ ἐκ βουλήσεως τῶν συζύγων δὲν ὑπάρξουν τέκνα ἐκ τοῦ γάμου; Εἶναι ἀναγκαία καὶ χρήσιμη ἡ παραπομπὴ στὸν 72. κανόνα τῆς Πενθέκτης, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει χωρὶς διάκριση τὸ γάμο μὲ ὁποιοδήποτε ἐκτὸς Ἐκκλησίας αἱρετικό, ὅταν μάλιστα οἱ σημερινοὶ ἑτερόδοξοι δὲν ταυτίζονται μὲ τοὺς αἱρετικοὺς τῆς ἐποχῆς τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων;

Γιὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἡ ᾽Εκκλησία ἐν συνόδῳ καὶ ὄχι ἐν γηπέδῳ ἔχουσα τὴν πρὸς τοῦτο ἐξουσία ὀφείλει μὲ σαφήνεια νὰ προσδιορίσει τὶς συγκεκριμένες κατηγορίες ἑτεροδόξων, στὶς ὁποῖες ἀναγνωρίζει τὸ βάπτισμα, ἐὰν θεωρεῖ ὅτι πρέπει νὰ πράξει τοῦτο.

 

  1. 6. Θεολογικοὶ Διάλογοι – Συνοδικὸς Θεσμὸς καὶ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας

Ἕνα ἄλλο σημεῖο, τὸ ὁποῖο τελευταῖα ἐπικρίθηκε, τοῦ κειμένου εἶναι ἡ § 22, ἡ ὁποία καταδικάζει κάθε διάσπαση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ ἄτομα ἢ ὁμάδες μὲ τὴν πρόφαση τῆς προάσπισης τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας. Ἐπικρίνεται ἐντονότερα ἡ δεύτερη πρόταση τῆς ἰδίας παραγράφου ποὺ ἐπισημαίνει ὅτι ἡ διατήρηση τῆς γνήσιας ὀρθόδοξης πίστης διασφαλίζεται μόνο ἀπὸ τὸ συνοδικὸ σύστημα ποὺ ἀνέκαθεν στὴν Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὸν ἀρμόδιο, ἀλλὰ καὶ τὸν ἔσχατο κριτὴ περὶ τῶν θεμάτων τῆς πίστεως. Σχετικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀντίρρηση ὅτι στὴ σύνοδο μετέχει ἕνας περιορισμένος ἀριθμὸς ἐπισκόπων ἀπὸ κάθε Ἐκκλησία.

Ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν τελευταία ἔνσταση θὰ πρέπει κανεὶς νὰ τονίσει ὅτι θέμα οὐσίας καὶ μάλιστα θεμελιῶδες ἀποτελεῖ τὸ περιεχόμενο τῶν ἀποφάσεών της καὶ ὄχι ὁ ἀριθμὸς τῶν συνέδρων. Εἶναι σημαντικὸ στὴ σύνοδο αὐτή, γιὰ νὰ εἶναι Πανορθόδοξος, νὰ μετέχουν ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Στὴν περίπτωση ὅμως ποὺ κάποια ἀπουσιάζει ἢ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν μετέχουν ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας αὐτὸ δὲν ἀπομειώνει τὴν κανονικότητά της, οὔτε αἴρει τὴν δεσμευτικότητα τῶν ἀποφάσεών της. Δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖ κανεὶς ὅτι κατὰ τὴ Β´ Οἰκουμενικὴ ἀπουσίαζε ἐντελῶς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ἡ ὁποία οὔτε κἂν εἶχε κληθεῖ νὰ συμμετάσχει[60], ἡ δὲ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξάνδρειας ἔλαβε μέρος στὶς ἐργασίες της κατὰ τὰ δεύτερη φάση τῆς συνόδου[61], αὐτὸ ὅμως δὲν ἐμπόδισε τὴν καθιέρωση τῆς Οἰκουμενικότητας τῆς Συνόδου στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση.

Εἶναι σαφὲς ἀπὸ τὴν ἱστορία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὅτι οἱ πλείονες τῶν ἐπισκόπων προήρχοντο ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐνῶ παρίστατο ἕνας μικρὸς ἀριθμὸς ἐκπροσώπων ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα Πατριαρχεῖα, οἱ ὁποῖοι καὶ κατέθεταν τὴν ἄποψη τῶν Ἐκκλησιῶν τους. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, στὴν ὁποία ἐκλήθησαν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι[62], ὅταν ἀπὸ αὐτὴ εἰσήχθη τὸ Μητροπολιτικὸ σύστημα στὴ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, ἦταν παρόντες 3 ἐπίσκοποι ἀπὸ κάθε ἐπαρχία[63], ὅταν δὲ μὲ τὴν Δ´ Οἰκουμενικὴ καθιερώθη ὁ θεσμὸς τῆς Πενταρχίας ἦταν ἀναγκαία ἡ συμφωνία τῶν 5 Πατριαρχείων ὡς ἀπαραίτητος ὅρος κανονικῆς συγκλήσεως τῆς Συνόδου. Μέ τόν τρόπο αὐτό συνεκλήθη ἡ Ε´, ἡ ΣΤ´ καὶ ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ δὲν ἀναγνώρισε τὴ σύνοδο τῆς Ἱέρειας[64], γιατί μεταξύ ἄλλων δὲν εἶχε συγκληθεῖ κανονικά: «Πῶς δ᾽ αὖ μεγάλη καί οἰκουμενική, ἥν οὔτε ἐδέξαντο, οὔτε συνεφώνησαν οἱ τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν πρόεδροι, ἀλλ᾽ ἀναθέματι ταύτην παρέπεμψαν; οὐκ ἔσχε συνεργόν τὸν τηνικαῦτα τῆς Ρωμαίων πάπαν, ἢ τοὺς περὶ αὐτὸν ἱερεῖς, οὔτε διὰ τοποτηρητῶν αὐτοῦ, οὔτε δι᾽ ἐγκυκλίου ἐπιστολῆς, καθὼς νόμος ἐστὶ ἐπὶ ταῖς συνόδοις».

ἐνεργοποίηση τοῦ θεσμοῦ τῆς Πενταρχίας συνέβη καὶ κατὰ τὴν πολυπληθῆ σύνοδο τῶν ἐτῶν 879/80, ἡ ὁποία προβάλλεται ἀπὸ πολλοὺς καὶ εὔλογα ὡς ἡ ὀγδόη οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα καὶ ἀπὸ τοὺς ἐνθέρμους ὀπαδοὺς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀποκλειστικότητας. Στὴν προεδρευομένη ἀπὸ τὸν ἱερὸ Φώτιο αὐτὴ σύνοδο ἦσαν παρόντες ὁ «Παῦλος καὶ Εὐγένιος καὶ Πέτρος, οἱ ἁγιώτατοι τοποτηρηταὶ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης», ὁ «Βασίλειος ὁ θεοφιλέστατος μητροπολίτης Μαρτυρουπόλεως καὶ τοποτηρητὴς τῆς Ἀντιόχειας», ὁ «Κοσμᾶς ὁ θεοσεβέστατος πρεσβύτερος καὶ ἀποκρισιάριος ᾽Αλεξανδρείας» καὶ ὁ «Ἠλίας ὁ θεοσεβέστατος πρεσβύτερος καὶ τοποτηρητὴς Ἱεροσολύμων»[65]. Εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ ἀναγνώριση τοῦ Ἱ. Φωτίου σύμφωνα καὶ μὲ τὴ δήλωση τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης γίνεται σύμφωνα μὲ τή «συναίνεσιν τοῦ ἁγιωτάτου ἀποστολικοῦ καὶ οἰκουμενικοῦ ἡμῶν πάπα Ἰωάννου, καὶ συναινέσει τῆς ἁγίας Κωνσταντινοπολιτῶν Ἐκκλησίας καὶ συμφωνίᾳ τῶν τοποτηρητῶν τῶν ἑτέρων πατριαρχικῶν θρόνων, καὶ συνεπιψηφίσει τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς Συνόδου»[66]. Εἶναι προφανὲς ὅτι γιὰ τὴ λήψη τῆς ἀπόφασης ἦταν ἀναγκαία ἡ συναίνεση ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινου-πόλεως καὶ τῶν ἄλλων τεσσάρων Πατριαρχείων, τὰ ὁποῖα ἦσαν παρόντα διὰ τῶν «τοποτηρητῶν» τους.

Αὐτὰ ὁδηγοῦν στὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ θέση τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Συνόδου γιὰ συγκεκριμένο ἀριθμὸ ἐκπροσώπων ἀπὸ κάθε Ἐκκλησία στὴ Σύνοδο, ὅπως εἶναι ὀρθὴ καὶ ἡ ρύθμιση ὅτι κάθε Ἐκκλησία ἔχει μία καὶ μόνη ψῆφο, ὅπως αὐτὸ ξεκάθαρα προκύπτει ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους στὸ πλαίσιο τῆς Πενταρχίας. Μὲ ἄλλα λόγια μέσα στὸ πνεῦμα τῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ τῆς Πενταρχίας ἀποδίδεται καὶ σωστὰ ἰδιαίτερη σημασία στὴν ἀρχὴ τῆς ὁμοφωνίας, σήμερα μάλιστα ποὺ ὑπάρχουν ὄχι πέντε, ἀλλὰ 14 ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Οἱ ἐνδεχόμενες ἐσωτερικὲς διαφωνίες σὲ μιὰ κατὰ τόπους αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία, ὀφείλει νὰ ἐπιλυθεῖ στὸ ἐσωτερικὸ τοπικὸ ἐπίπεδο, ἡ ἄποψή της ὅμως ὀφείλει νὰ εἶναι ἐνιαία. Ἡ σύνοδος δὲ συγκαλεῖται γιὰ νὰ λύσει ἐσωτερικὲς διαφωνίες, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀποφασίσει ὁμόφωνα καὶ σὲ διορθόδοξο ἐπίπεδο, ὅ,τι ἤθελε ἀποφασίσει. Εἶναι δὲ προφανὲς ὅτι οἱ ἀποφάσεις της θὰ δεσμεύουν καὶ τοὺς διαφωνοῦντες εἴτε μετέχουν στὴ σύνοδο, εἴτε ὄχι, δεδομένου ὅτι δεσμεύεται σύμπασα ἡ Ὀρθοδοξία.

Ἐπειδὴ δὲ εἶναι αὐτονόητο ὅτι ὅλοι ἐνδιαφερόμαστε γιὰ τὴν ἀνόθευτη διατήρηση τῆς ὀρθόδοξης πίστης, κάτι ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ οἰκειοποιοῦνται κάποιοι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους, εἶναι ἀδιανόητος ὁ οἱοσδήποτε διαφωνῶν νὰ ἀποπειραθεῖ νὰ διασπάσει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα. Ὁ ἴδιος ὁ Ἅγ. Κυπριανὸς Καρθαγένης, ὁ ὁδηγηθεὶς στὸ μαρτύριο ὁμολογώντας τὴ χριστιανική του πίστη ἀπέναντι στὴν τότε κρατικὴ ἐξουσία, παρὰ τὶς θεμελιώδεις ἐκκλησιολογικές του διαφοροποιήσεις ἀπέναντι στὸ Ρώμης Στέφανο, δὲν ἀπέκοψε τὴν κοινωνία μὲ αὐτόν. Ἄλλωστε τὸ κύριο χαρακτηριστικὸ τῶν αἱρέσεων τῆς πρώτης χιλιετίας δὲν ἦταν μόνο ἡ κακοδοξία, ἀλλὰ ἡ ἀποκοπή τους ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ κριτήριο εἶναι πρωτίστως καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν ἐκκλησιολογικό[67]. Ἀντίθετα, στὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας ἔγιναν καὶ γίνονται ἀνεκτὲς κακοδοξίες εἴτε σὲ ἀτομικό, εἴτε σὲ συλλογικώτερο ἐπίπεδο, χωρὶς οὔτε ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀποκόψει τοὺς κακοδόξους ἀπὸ τὸ σῶμα της, οὔτε ἐκεῖνοι νὰ ἀποκοποῦν ἀπὸ αὐτό. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τὸ κείμενο ἀποφαίνεται ὅτι ἡ ὁποιαδήποτε διαφωνία δὲν ἀποτελεῖ λόγο διάσπασης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας.

Ἡ ἐνεργοποίηση τοῦ συνοδικοῦ συστήματος ἀνάγεται ἀκόμα καὶ προγενέστερα ἀπὸ τὴ σύγκληση τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία καθιέρωσε τὸ Μητροπολιτικὸ Σύστημα[68] καὶ θεσμοθέτησε τὴν ἐπαρχιακὴ σύνοδο μὲ συμμετοχὴ τῶν ἐπισκόπων τῆς ἐπαρχίας. «Μετεξέλιξη» αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ ἀπετέλεσαν ἡ μείζων Σύνοδος, ἡ τοπικὴ σύνοδος, ἡ Σύνοδος τῆς Διοικήσεως, στὸ πλαίσιο τοῦ Ἐξαρχικοῦ συστήματος ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης (Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος), ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος (στὰ πλαίσια τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἡ ἐνδημοῦσα σύνοδος), ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, καὶ οἱ Πανορθόδοξες Σύνοδοι κατὰ τὴ β´ χιλιετία. Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς μορφὲς Συνόδων συνεζητοῦντο θέματα δογματικά, διοικητικά, ἐνῶ ἐνίοτε ἀσκοῦντο καὶ δικαστικὲς ἁρμοδιότητες. Εἶναι δεδομένο ὅτι κατὰ τὴ συζήτηση δογματικῶν κυρίως θεμάτων ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνοδικὴ λειτουργία διεσφάλιζε τὴν αὐθεντικότητα τῆς πίστης, ὅταν στὴ συνέχεια οἱ ἀποφάσεις της ἐγίνοντο δεκτὲς ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα. Ὅταν ἡ διαχρονικὴ συλλογικὴ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ἀπέρριπτε τὶς ἀποφάσεις της, οἱ σύνοδοι ὡς ληστρικὲς (latrocinium) δὲν εἶχαν κανένα κῦρος. Αὐτὸ ὅμως ἀπαιτεῖ χρόνο καὶ δὲν εἶναι κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ συντρέχει ἢ νὰ μὴ συντρέχει τὸν Ἰούνιο τοῦ 2016 καὶ δὲν ἑστιάζεται σὲ μεμονωμένες προσωπικὲς ἀπόψεις. Ἔτσι ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση δὲν ἀπεδέχθη τὸ κῦρος τῆς συνόδου στὴν Ἔφεσο (449) ἀλλὰ αὐτῆς στὴ Χαλκηδόνα (451), δὲν ἀπεδέχθη τὸ κῦρος τῆς συνόδου τῶν ἐτῶν 869/70, ἀλλὰ αὐτῆς τοῦ 879/80, δὲν ἀπεδέχθη τὸ κῦρος τῆς συνόδου στὴν Ἰέρεια (754), ἀλλὰ αὐτῆς τῆς Νικαίας (787). Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ σύνοδος τῶν ἐτῶν 869/70 συνεκλήθη ὡς οἰκουμενικὴ καὶ αὐτεκατενοεῖτο ὡς οἰκουμενικὴ[69] δὲ σημαίνει ὅτι ἀναγνωρίστηκε ὡς οἰκουμενικὴ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση τῆς Ἀνατολῆς. (Γιὰ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς εἶναι ἡ 8η Οἰκουμενικὴ Σύνοδος). Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἅγ. Μάξιμος θεωρεῖ τὴ σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ στὴ Ρώμη ποὺ συνεκλήθη ὡς οἰκουμενικὴ[70] (649), παρὰ τὴν ὀρθοδοξία τῶν ἀποφάσεών της κατὰ τοῦ Μονοενεργητισμοῦ – Μονοθελητισμοῦ, δὲν κατέστησε τὴ σύνοδο αὐτὴ Οἰκουμενική. Οἰκουμενικὴ (ΣΤ´) κατὰ τῆς κακοδοξίας τοῦ Μονοενεργητισμοῦ – Μονοθελητισμοῦ εἶναι ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τὰ ἔτη 680-681. Ὅταν λοιπὸν τὸ κείμενο τονίζει τὴ σημασία τῆς λειτουργίας τοῦ συνοδικοῦ συστήματος στὴν Ἐκκλησία ὑπενθυμίζει κάτι τὸ θεμελιῶδες[71]. Ὅταν δὲ δὲν ἀναγράφει τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ἀποδοχῆς τῶν ἀποφάσεών της ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα ὀρθῶς τὸ πράττει, διότι ἡ ὁποιαδήποτε σύνοδος συνεκλήθη καὶ συγκαλεῖται, ὀφείλει αὐτονόητα νὰ ἐκφράζει τὸ ὅλο ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Καμιὰ σύνοδος δὲν συνεκλήθη στὴν Ἐκκλησία ἐκ προοιμίου ἀναφέροντας ὅτι τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεών της τελεῖ ὑπὸ τὴν αἴρεση τῆς ἀποδοχῆς τῶν ἀποφάσεών της ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα. Ἡ ἀποδοχὴ ἢ μὴ κρίνεται στὴν πορεία τοῦ χρόνου. Αὐτὸ φαίνεται νὰ τὸ ἔχουν ὑπ᾽ ὄψιν τους οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου ποὺ δὲν ἔχουν ἀσφαλῶς τὴν πρόθεση νὰ περιθωριοποιήσουν τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα, ἀλλὰ νὰ τὸ ἐκφράσουν. Ἐὰν στὴν § 11 ἐπισημαίνεται ἡ ἀνάγκη τῆς πληροφορήσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πλρώματος γιὰ τὴν πορεία τῶν θεολογικῶν διαλόγων καὶ ἐκ τῆς πληροφορήσεως κατ᾽ ἀνάγκη θὰ προκύψει μιὰ γόνιμη συζήτηση ποὺ ἀσφαλῶς θὰ ἐπηρεάσει τὴν πορεία τοῦ διαλόγου, εἶναι αὐτονόητο κατὰ μείζονα λόγο ὅτι οἱ ἀποφάσεις τῆς συνόδου θὰ καταστοῦν ἀντικείμενο μιᾶς παρόμοιας διαδικασίας καὶ ἡ ἀποδοχη τῶν ἀποφάσεών της θὰ γίνει, ἐὰν καὶ ἐπειδὴ ἐκφράζει στὴν πορεία τοῦ χρόνου τὴ συλλογικὴ συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος.

 

 

  1. Ἡ Ἐκκλησία τῶν 7 Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

 

Ἡ § 5 τοῦ κειμένου ἐπισημαίνει ὅτι σκοπὸς τῶν θεολογικῶν διαλόγων εἶναι ἡ ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πίστεως καὶ τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ εὐχαριστιακὴ κοινωνία μὲ τοὺς ἑτεροδόξους θὰ καταστεῖ δυνατή, ὅταν γίνει ἀποδεκτὴ ἡ πίστη καὶ ἡ παράδοση τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Ὡς ἀρχαία Ἐκκλησία ὁρίζεται ἡ περίοδος τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων ποὺ ἱστορικὰ καλύπτει τοὺς πρώτους 8 αἰῶνες τῆς Ἐκκλησίας. Κατὰ συνέπεια δὲν περιλαμβάνει μὲ μιὰ πρώτη θεώρηση τὴ Θεολογία τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, ὅπως αὐτὴ κατεγράφη στὶς συνόδους τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸν ΙΔ´ αἰῶνα κατὰ τὴν περίοδο τῶν ἀντιησυχαστικῶν ἐρίδων καὶ ἰδιαίτερα τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἔτους 1351. Εἶναι ὅμως κοινὸς τόπος γιὰ τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου περὶ διακρίσεως οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν στὸ Θεό, ἡ διδασκαλία περὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν, ἡ περὶ Χάριτος διδασκαλία καὶ ἡ διδασκαλία περὶ τῆς κατὰ χάριν θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς μετοχῆς του στὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ἀποτελοῦν τὴ ραχοκοκαλιὰ τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας ὁριοθετοῦσα καὶ προσδιορίζουσα τὴ μεταξὺ Θεολογίας καὶ Οἰκονομίας διάκριση στὴ δογματική της διδασκαλία. Ἡ ὁμολογία τῆς κοινῆς πίστης μὲ τοὺς ἑτεροδόξους δὲ θὰ εἶναι πλήρης, ὅταν παραθεωρηθεῖ ἡ διδασκαλία αὐτή. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μὲ τὶς λέξεις «Πίστη καὶ Παράδοση» τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συμπεριλαμβάνει καὶ τὴ διδασκαλία περὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν καὶ διακρίσεως οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν στὸ Θεό. Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση διατρέχει καὶ διαπερνᾶ τὴν ὅλη δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἄλλωστε ἡ διδασκαλία αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ «ἀνακάλυψη» τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου, διατρέχει τὴν πρὸ αὐτοῦ πατερικὴ σκέψη καὶ συνιστᾶ θεμελιῶδες στοιχεῖο τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Κατὰ συνέπεια στὴν ἔκφραση τοῦ κειμένου γιὰ τὴν ἀναζήτηση τῆς κοινῆς πίστεως «βάσει τῆς πίστεως καὶ τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων» ὀφείλει νὰ νοηθεῖ καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου συστηματικῶς ἐκτεθεῖσα πατερικὴ Θεολογία, παρότι αὐτὴ δὲν εἶναι καταγεγραμμένη στὶς δογματικὲς ἀποφάσεις τῶν 7 Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Πρὸς τοῦτο διευκολύνει ἡ § 2 τοῦ κειμένου γιὰ τὴν περὶ ἑνότητος ἀντίληψη στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πού «ἐκφράζεται διὰ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς καὶ τῆς πατερικῆς παραδόσεως καὶ βιοῦται μέχρι σήμερον ἐν αὐτῇ. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει τὴν ἀποστολὴ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ἵνα μεταδίδῃ καὶ κηρύττῃ πᾶσαν τὴν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ καὶ τῇ Ἱερᾷ Παραδόσει ἀλήθειαν, ἥτις καὶ προσδίδει τῇ Ἐκκλησίᾳ τὸν καθολικὸν αὐτῆς χαρακτῆρα». Καθολικότητα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ χωρὶς τὴν πατερικὴ παράδοση γιὰ τὴ μεταξὺ οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν στὸ Θεὸ διάκριση ποὺ συνιστᾶ ἀναπόσπαστο τμῆμα τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Κατὰ συνέπεια ἑνότητα στὴν πίστη μὲ τοὺς ἑτεροδόξους δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ χωρὶς νὰ γίνει δεκτὴ ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ ἡ πρὸ αὐτοῦ σχετικὴ πατερικὴ διδασκαλία[72].

 

  1. Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ τὸ Π.Σ.Ε

 

Τὸ Π.Σ.Ε. εἶναι ὁ μεγαλύτερος διαχριστιανικὸς ὀργανισμός, ὅπου τὰ μέλη του καλοῦνται νὰ συμβάλουν στὴν ὁρατὴ ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν μὲ μία κοινὴ πίστη καὶ μία Θ. Εὐχαριστία, νὰ προωθήσουν τὴν κοινή τους παρουσία στὴ διακονία τοῦ κοινωνικοῦ ἔργου, νὰ δώσουν κοινὴ μαρτυρία στὴν Ἱεραποστολὴ μὲ τὴν ὑπέρβαση τοῦ μεταξύ τους ἀνταγωνισμοῦ καὶ τοῦ προσηλυτισμοῦ, νὰ ἐργαστοῦν ἀπὸ κοινοῦ γιὰ τὴν προστασία τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, τὴ διαφύλαξη τῆς εἰρήνης καὶ τῆς δικαιοσύνης στὸν κόσμο. Τὸ πρὸς ἐπικύρωση παραπεμπόμενο κείμενο ἀντιλαμβάνεται τὴν παρουσία τῶν Ὀρθοδόξων στὴν Οἰκουμενικὴ κίνηση ὡς «μαρτυρίαν τῆς ἀληθείας», ἡ ὁποία δύναται αὐτὴ καί μόνη νὰ ὁδηγήσει στὴν ἑνότητα. Μετέχουσα ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία στὸ διεθνῆ αὐτὸ ὀργανισμό παραμένει πιστὴ στὴν ἐκκλησιολογική της αὐτοσυνειδησία καί «εἰς τὴν διδασκαλίαν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων» (§ 8). Ἡ συμμετοχή της στὸ Π.Σ.Ε. δὲ σημαίνει ὅτι ἀποδέχεται τὴν ἰδέα τῆς ἰσότητας τῶν Ὁμολογιῶν. Θεωρεῖ δηλ. ἑαυτὴν ὡς τὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, πρᾶγμα ποὺ δίνει τὴ δυνατότητα νὰ χαρακτηρίζει μέλη τοῦ Π.Σ.Ε., στὸ δικό της κείμενο, ὡς ὁμολογίες, μὲ τὶς ὁποῖες ἀσφαλῶς καὶ δὲν εὑρίσκεται ἐκκλησιολογικὰ στὸ ἴδιο ἐπίπεδο. Δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας «ὥς τινα διομολογιακὴν προσαρμογήν», ἀλλὰ ὡς ἑνότητα πίστεως ποὺ βιώνεται μέσα σ᾽ αὐτή (§8). Εἶναι προφανὲς ὅτι οἱ θέσεις αὐτὲς δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν σχέση οὔτε μὲ τὴ θεωρία τῶν κλάδων, οὔτε μὲ τὴ θεωρία τῆς περιεκτικότητας.

Ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ τὴ συμμετοχὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸ Π.Σ.Ε. τὰ μέλη του νὰ ὁμολογοῦν πίστη στὴν Τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀναγνωρίζουν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Σωτῆρα. Τὰ μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. χαρακτηρίζονται ὡς Ἐκκλησίες καὶ Ὁμολογίες. Εἶναι προφανὲς ὅτι τὸ κείμενο χαρακτηρίζει ὑπὸ τὰ ὀρθόδοξα κριτήρια ὡς Ἐκκλησία τὰ ὀλίγα ἐκεῖνα μέλη του, πάντοτε ὑπὸ τὴν ἔννοια ποὺ ἐξετέθη ἀνωτέρω, ἡ ὁποία δὲν αἴρει τὴν καθολικότητα τῆς Μίας (ὀρθόδοξης) Ἐκκλησίας, τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζει τὸ βάπτισμα καὶ μετὰ τῶν ὁποίων διεξάγει θεολογικὸ διάλογο. Οἱ ὑπόλοιπες χριστιανικὲς κοινότητες χαρακτηρίζονται ὡς Ὁμολογίες καὶ προφανῶς σ᾽ αὐτὲς δὲν ἀναγνωρίζεται ἐκκλησιαστικὸς χαρακτήρας.

Τὸ κείμενο παραπέμπει στὴ σύσταση μονίμου Ἐπιτροπῆς Συνεργασίας καὶ Συναινέσεως, οἱ ἀποφάσεις τῆς ὁποίας ἐντάχθηκαν στὸ Καταστατικὸ καὶ στὸν Κανονισμὸ λειτουργίας τοῦ Π.Σ.Ε., στὴ δήλωση τοῦ Toronto[73] (1950) καὶ ἀξιολογεῖ τὰ ὑπὸ τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπης «Πίστις καὶ Τάξις» ἐκδιδόμενα κείμενα.

  • Ὅταν μὲ τὴ Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Νέο Δελχί (1961) ἄλλαξε ἡ διαδικασία προετοιμασίας καὶ ἀποδοχῆς κοινῶν κειμένων καὶ καταργήθηκε ἡ δυνατότητα γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους νὰ ὑποβάλλουν χωριστὲς δηλώσεις γιὰ τὰ κείμενα αὐτά, εὔλογα προκλήθηκε ἀναταραχὴ στὸν ὀρθόδοξο κόσμο καὶ ἠγέρθησαν ἀντιδράσεις. Γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους δὲν ἀπέμενε ἔτσι ἄλλη δυνατότητα ἀπὸ τὸ νὰ υἱοθετήσουν τὴν ἀμφίσημη ἢ περιεκτικὴ γλῶσσα τῶν ἐκδιδομένων κειμένων, γι᾽ αὐτὸ συνέχιζαν νὰ καταθέτουν τὶς δικές τους Δηλώσεις γιὰ τὰ διάφορα θεολογικὰ θέματα, ἐνῶ ἤδη ἀπὸ τὸ 1981 (Σόφια) ζήτησαν τὴν ἀναθεώρηση τῶν σχέσεων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μὲ τὸ Π.Σ.Ε. Ἀπόλυτα ξεκάθαρη ἦταν ἡ ὀρθόδοξη στάση[74] στὸ κείμενο «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενικὴ κίνησις» τῆς Γ´ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1986) γιὰ τὸ θέμα: «Ἀποτελεῖ ὅμως γεγονὸς ὅτι μία οὐσιαστικὴ Ὀρθόδοξος μαρτυρία καὶ ἡ ἰδιαιτέρα αὐτῆς θεολογικὴ συμβολὴ θὰ ἀποδυναμωθοῦν, ἐὰν δὲν ἀνευρεθοῦν ἐντὸς τοῦ Π.Σ.Ε. αἱ ἀναγκαῖαι ἐκεῖναι προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ παράσχουν εἰς τὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας τὴ δυνατότητα νὰ ἐνεργήσουν ἰσοτίμως πρὸς τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐκκλησιολογικῆς ταυτότητος, τοῦθ᾽ ὅπερ δὲ συμβαίνει πάντοτε, λόγῳ τῆς τε δομῆς καὶ τῶν τὴν λειτουργίαν τοῦ Π.Σ.Ε. διεπουσῶν διαδικασιακῶν ἀρχῶν». Μὲ πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου συνῆλθε τὸ 1988 Διορθόδοξος Ἐπιτροπή[75], ἡ ὁποία ἀπεφάσισε τὴ μὴ συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων σὲ λατρευτικὲς ἐκδηλώσεις καὶ τὴν ἀποχὴ ἀπὸ τὶς ψηφοφορίες, ἐνῶ πρὶν τὴ Γ´ Συνέλευση στὸ Χαράρε (1999, Ζιμπάμπουε) ὑπεβλήθη τὸ αἴτημα γιὰ τὴν ἐπανεξέταση τῶν σχέσεων Ὀρθοδόξων καὶ Π.Σ.Ε. Συνέπεια αὐτῶν ἦταν νὰ συσταθεῖ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ (Special Commission) γιὰ νὰ ἐξετάσει τὰ ὀρθόδοξα αἰτήματα. Ἡ εἰδικὴ αὐτὴ ἐπιτροπὴ κατέληξε σὲ σημαντικὲς προτάσεις μεταξὺ τῶν ὁποίων, ἡ καθιέρωση αὐστηροτέρων κριτηρίων γιὰ τὴν ἀποδοχὴ νέων μελῶν στὸ Π.Σ.Ε., τὴν ἀποδοχὴ τῆς ἀρχῆς τῆς ὁμοφωνίας (consensus) κατὰ ἀποδοχὴ κειμένων, ἐνῶ ἐξασφαλίστηκε ἡ ὀρθόδοξη συμμετοχὴ κατὰ 25% σὲ ὅλα τὰ ὄργανα τοῦ ΠΣΕ. Οἱ προτάσεις αὐτὲς ἔγιναν δεκτὲς ἀπὸ τὴ Γ´ Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Porto Alegre (Βραζιλία, 2006) ἐνσωματώθηκαν στὸ καταστατικό του, ἐνῶ παράλληλα ἀποφασίστηκε ἡ Σύσταση «Μονίμου Ἐπιτροπῆς Συνεργασίας καὶ Συναινέσεως» (Permanent Committee of Collaboration and Consensus) ποὺ ἔχει ὡς κύριο ἔργο καταστατικά, διαδικαστικά, θέματα συμμετοχῆς καὶ ἐξέτασης νέων ὑποψηφιοτήτων, σύμφωνα μὲ τὶς πάγιες ἀπαιτήσεις τῶν Ὀρθοδόξων. Στὸ ἔργο αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς ποὺ μπορεῖ νὰ διασφαλίζει τὶς ἀπαιτήσεις τῶν Ὀρθοδόξων παραπέμπει τὸ κείμενο.
  • Ἡ Δήλωση τοῦ Toronto (1950), στὴν ὁποία ἐπίσης παραπέμπει τὸ κείμενο ἀποτιμώντας αὐτὸ θετικὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ 4 κεφάλαια: Τὸ πρῶτο περιλαμβάνει τὴν εἰσαγωγή, ὅπου περιέχεται ἡ ἀπόφασις τῆς Α´ Γενικῆς Συνελεύσεως στὸ Ἄμστερνταμ (1948) ποὺ ἀναφέρεται στὴ φύση τοῦ Π.Σ.Ε., τὸ δεύτερο ποὺ ἐξηγεῖ τὴν ἀναγκαιότητα μιᾶς νέας Δηλώσεως, τὸ τρίτο ὅπου ἀποσαφηνίζεται τό τί δὲν εἶναι τὸ Π.Σ.Ε. καὶ τὸ τέταρτο ποὺ περιέχει βασικὲς ἀρχὲς τοῦ Π.Σ.Ε. Τὸ Π.Σ.Ε. δὲν εἶναι καὶ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ γίνει Ὑπέρ – Ἐκκλησία. Δὲν διαπραγματεύεται ἑνώσεις μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν. Δὲν υἱοθετεῖ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ υἱοθετήσει τὶς ἐκκλησιολογικὲς ἀντιλήψεις κάποιου μέλους του. Δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ποτὲ τὸ ὄργανο μιᾶς συγκεκριμένης Ὁμολογίας. Ταυτόχρονα δὲν ἀξιώνει ἀπὸ μιὰ Ἐκκλησία νὰ ἐγκαταλείψει τὴ δική της ἐκκλησιολογικὴ θεώρηση. Τὸ νὰ ἀποτελεῖ μιὰ Ἐκκλησία – Ὁμολογία μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. δὲ συνεπάγεται ὅτι υἱοθετεῖ μιὰ συγκεκριμένη καὶ εἰδικὴ διδασκαλία γιὰ τὴ φύση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας. Κάθε Ἐκκλησία – Ὁμολογία μπορεῖ νὰ ἔχει τὴ δική της ἀντίληψη γιὰ τὶς προϋποθέσεις καὶ τὰ κριτήρια τῆς ὀντολογικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας[76]. Ἀντίθετα, τὸ Π.Σ.Ε. ἐπιδιώκει νὰ φέρει τὶς Ἐκκλησίες – Ὁμολογίες σὲ μιὰ ζῶσα ἐπαφὴ μεταξύ τους, ἀφοῦ ἀναγνωρίζουν ὡς κεφαλὴ τὸ Χριστό. Οἱ Ἐκκλησίες – μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἐπὶ τῇ βάσει τῆς Κ.Δ. θεωροῦν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι Μία. Ἐπειδὴ δὲ ἕκαστον μέλος -αὐτονόητα- πιστεύει ὅτι συνιστᾶ τὴ Μία Ἐκκλησία, τὸ Π.Σ.Ε. ζητᾶ ἀπὸ κάθε Ἐκκλησία «νὰ πράξῃ ὅ,τι δυνατόν, ἵνα ἡ Ἐκκλησία ἐκδηλωθῇ ἐν τῇ μοναδικότητί της».

Περιορίζεται ἡ ἀναφορά μας στὸ σημεῖο τῆς Δήλωσης ποὺ γίνεται ἀντικείμενο κριτικῆς, μιὰ κριτικὴ ποὺ γίνεται κατ᾽ ἐπέκταση καὶ στὸ κείμενο ποὺ προσάγεται ἀπὸ τὴν Ε´ Προσυνοδικὴ στὴν Πανορθόδοξο Σύνοδο πρὸς ἔγκριση καὶ ἐπικύρωση. Αὐτὸ εἶναι ἡ πρώτη παράγραφος τῆς τρίτης ἑνότητας τοῦ τετάρτου κεφαλαίου τῆς Δηλώσεως τοῦ Toronto[77]: «Αἱ Ἐκκλησίαι – μέλη ἀναγνωρίζουν ὅτι τὸ ἀποτελεῖν μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικώτερον (more inclusive) ἢ τὸ ἀποτελεῖν μέλος τῆς ἰδίας αὐτῶν Ἐκκλησίας. Ἐντεῦθεν καὶ ζητοῦν νὰ εἰσέλθουν εἰς ζῶσαν ἐπαφὴν μετὰ τῶν ἐκτὸς τῶν ἰδίων τάξεων αἵτινες ὁμολογοῦν τὴν κοινότητα τοῦ Χριστοῦ». Ἡ πρόταση αὐτὴ ἑρμηνεύεται ὅτι τὸ Π.Σ.Ε. ἀξιώνει νὰ ἐμπεριέχει τὴν κάθε Ἐκκλησία καὶ κατὰ συνέπεια καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ εἶναι τελείως ἐσφαλμένη προκύπτει κατ᾽ ἀρχὴν ἀπὸ τὴν πρώτη πρόταση τῆς α´ ἑνότητας τοῦ τρίτου κεφαλαίου, ὅπου ἐπισημαίνεται: «Τὸ Π.Σ.Ε. δὲν εἶναι ὁμοσπονδία Ἐκκλησιῶν», ἕνα τμῆμα τῆς ὁποίας θὰ ἦταν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ποὺ ἔχει τὴ δική της Ἐκκλησιολογία καὶ ἀσφαλῶς δικαιοῦται νὰ τὴν ἔχει καὶ νὰ τὴν ὁμολογεῖ. Αὐτὸ ἐπισημαίνει καὶ ἡ δ´ ἑνότητα τοῦ τρίτου κεφαλαίου ποὺ ἀναφέρει ὅτι ἡ συμμετοχὴ στὸ Π.Σ.Ε. δὲ σχετικοποιεῖ τὶς ἐκκλησιολογικὲς θεωρήσεις τῶν μελῶν του. Τὸ Π.Σ.Ε. δὲν ἀποδέχεται ὅτι «Τὸ ἀποτελεῖν μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. συνεπάγεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία τις θεωρεῖ τὴν ἰδίαν αὐτῆς περὶ Ἐκκλησίας ἀντίληψιν ὡς σχετικὴν ἁπλῶς». Ἡ δ´ ἑνότητα τοῦ τρίτου κεφαλαίου[78] ποὺ οἱ ἐπικριτὲς τοῦ κειμένου δὲ θέλουν νὰ διαβάσουν ἐπισημαίνει ὅτι: «… τὸ εἶναι μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. δὲν συνεπάγεται ὅτι ἑκάστη Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ θεωρῇ τὰς ἄλλας Ἐκκλησίας – μέλη ὡς Ἐκκλησίαν ἐν τῇ πλήρει καὶ ἀληθεῖ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως». Ἀφοῦ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν θεωρεῖ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ὡς Ἐκκλησίες «ἐν τῇ πλήρει καὶ ἀληθεῖ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως», πῶς μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ ἡ Ὑπέρ -Ἐκκλησία ἢ ἡ Ὁμοσπονδία τῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς ὁποίας ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θὰ ἦταν μέλος;

Τί σημαίνει λοιπὸν πραγματικὰ ἡ ἔκφραση ὅτι «τὸ ἀποτελεῖν μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικώτερον ἢ τὸ ἀποτελεῖν μέλος τῆς ἰδίας αὐτοῦ Ἐκκλησίας»; Τὸ ἐξηγεῖ τὸ ἴδιο τὸ κείμενο, ὅταν λέγει ὅτι ὑπάρχουν Χριστιανοὶ extra muros, δηλ. ἔξω ἀπὸ τὰ κανονικὰ ὅρια τῆς (Ὀρθοδόξου γιὰ μᾶς) Ἐκκλησίας. Εἶναι αὐτὸ λάθος; Ἐὰν εἶναι αὐτὸ λάθος, τότε εἶναι λάθος καὶ ἡ περὶ σπερματικοῦ λόγου διδασκαλία τοῦ Ἁγ. ᾽Ιουστίνου ποὺ μιλάει γιὰ τοὺς πρὸ Χριστοῦ Χριστιανούς. Μήπως ἔκανε λάθος καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ποὺ μιλάει γιὰ τούς «ἐκτὸς τῆς αὐλῆς», στὸ χωρίο ποὺ ἀνεφέρθη ἀνωτέρω στὴ δεύτερη ἑνότητα τοῦ κειμένου μας. Ἐκτιμᾶται ὅτι ὁ ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς ἐνεργὸς συντάκτης τοῦ ὅλου κειμένου τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Toronto π. Γ. Φλωρόφσκυ[79] θὰ πρέπει νὰ εἶχε ὑπ᾽ ὄψιν του αὐτὸ τὸ κείμενο τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου ἢ κάποιο ἀνάλογο πατερικὸ κείμενο. Γιατί διαμαρτυρόμαστε ὅταν οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ἑρμηνεύουν συσταλτικὰ καὶ περιοριστικὰ τὴν ἔκφραση τῆς Β´ Βατικανῆς καὶ τῆς Declaratio Dominus Jesus[80] (2000) ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ «subsistit in» (στή) Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία; Γενικώτερα, τὸ νὰ θέλει νὰ περιορίζει κάποιος τὴν πνοὴ τοῦ Πνεύματος ἀποτελεῖ Ὀρθοδοξία ἢ ἀφροσύνη;

  • Εἶναι σημαντικὸ νὰ ὑπογραμμιστεῖ ἡ ἀξιολόγηση τοῦ κειμένου στὸ θεολογικὸ ἔργο τῆς ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις» ἀπὸ τὴ συγχώνευση τῆς ὁποίας μὲ τὴ διαχριστιανικὴ κίνηση «Ζωὴ καὶ Ἐργασία», ἡ ὁποία ἠσχολεῖτο μὲ κοινωνικὰ θέματα, προέκυψε τὸ Π.Σ.Ε. Στὸ ἔργο τῆς ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις» ἐντάσσεται καὶ τὸ κείμενο «Ἡ Ἐκκλησία: πρὸς ἕνα κοινὸ ὅραμα» (The Church: toward a common vision), τὸ ὁποῖο ἔχει σταλεῖ πρὸς τὶς Ἐκκλησίες προκειμένου αὐτὲς νὰ ἐκφέρουν τὴ γνώμη τους γι᾽ αὐτό, νὰ τὸ υἱοθετήσουν ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψουν. Ἐξ ὅσων εἶναι δυνατὸ νὰ εἶναι γνωστό, μέχρι τώρα καμμιά ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἐκφέρει τὴ γνώμη της. Ἐκφέροντας μιὰ γενικὴ θεώρηση τῶν κειμένων τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις» οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες στὸ ὑπὸ ἐπικύρωση κείμενο ἀξιολογοῦν θετικὰ τὶς προσπάθειες τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ θεολογικό της ἔργο. Εἶναι ὅμως σημαντικὴ ἡ ἐπιφύλαξη ποὺ καταχωρεῖται στὴν 21. παράγραφο: «… ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διατηρεῖ ἐπιφυλάξεις διὰ κεφαλαιώδη ζητήματα πίστεως καὶ τάξεως». Ἡ λέξη «ἐπιφυλάξεις» εἶναι μιὰ εὐγενικὴ λέξη ποὺ ὑποδηλώνει τὴν ἀντίρρηση καὶ τὴ διαφωνία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας σὲ θεολογικὲς θέσεις ποὺ καταγράφονται στὰ κείμενα αὐτά. Τίθεται κατὰ συνέπεια εὔλογα τὸ ἐρώτημα, γιατί Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ὑπογράφουν τὰ κείμενα αὐτά, ἀφοῦ διατηροῦν τὶς ἐπιφυλάξεις τους; Τὸ βέβαιο σὲ κάθε περίπτωση εἶναι ὅτι τὰ κείμενα αὐτὰ δὲν ἔχουν δεσμευτικὸ χαρακτῆρα, δὲν ἔχουν συζητηθῆ στὶς συνόδους τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἐνῶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα τὰ ἀγνοεῖ παντελῶς. Ἡ μεθόδευση θὰ μποροῦσε ἀσφαλῶς νὰ εἶναι διαφορετική. Τὸ σοβαρὸ μειονέκτημα τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, αὐτὸ ποὺ συνιστᾶ τὴ σοβαρή της ἀδυναμία, εἶναι ὅτι διεξάγεται χωρὶς στὸν ὅλο προβληματισμό της νὰ μετέχει τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα. Μπορεῖ ἀκόμα νὰ πιθανολογεῖ κανεὶς μὲ βεβαιότητα ὅτι τὰ κείμενα αὐτὰ ἀγνοοῦνται ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὸ ἐπισκοπικὸ σῶμα στὴν πλειοψηφία του, ἀφεθέντα σὲ περιορισμένο κύκλο ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μὲ δική τους εὐθύνη ἢ εὐθύνη τῶν Ἐκκλησιῶν τους δὲν πληροφοροῦν γιὰ τὸ ἔργο τους καὶ δὲν τοὺς ζητεῖται νὰ παράσχουν τὴν πληροφορία τους.

Ἀνεξάρτητα ὅμως ἀπὸ αὐτὸ ἀξιολογώντας κανεὶς τὰ ὅσα ἀναφέρονται στὸ κείμενο γιὰ τὸ Π.Σ.Ε. καὶ τὴν Οἰκουμενικὴ κίνηση, ἐὰν μὲν εἶναι Ὀρθόδοξος, μπορεῖ στὶς γραμμὲς αὐτοῦ τοῦ κειμένου νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία του. Ἐὰν δὲν εἶναι ὀρθόδοξος θὰ παραμείνει ἀνικανοποίητος καὶ ἴσως ἐκφράσει μάλιστα μελλοντικὰ τὴν ἀπογοήτευσή του. Ἡ τελευταία αὐτὴ ἐπισήμανση ὑποδηλώνει ὅτι τὸ κείμενο ἐκφράζει τὴν ὀρθόδοξη συνείδηση.

 

  1. Συμπερασματικὲς Θεωρήσεις

 

Προβαίνοντας σὲ μιὰ γενικὴ ἀξιολόγηση τοῦ ὅλου κειμένου ποὺ παραπέμπεται πρὸς ἔγκριση ὑπὸ τὸν τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον» μπορεῖ κανεὶς νὰ καταλήξει στὰ ἑξῆς συμπεράσματα:

 

  1. Στὸ κείμενο ἐκφράζεται ἡ Ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.
  2. Ἡ περὶ ἀποκλειστικότητας τῆς Ἐκκλησίας διδασκαλία δὲν ἀποτελεῖ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ σχετικὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ Καρθαγένης στὴν ὁποία ἀποδίδεται τοπικὴ ἰσχὺ καὶ χαρακτηρίζεται ὡς ἔθος ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες μας καὶ ἀπὸ τὸν β´ κανόνα τῆς Πενθέκτης αὐτὸ ἀκριβῶς ὑποδηλοῖ. Ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κυπριανὸς Καρθαγένης παρὰ τὶς ἀποκλειστικὲς ἐκκλησιολογικές του θεωρήσεις δὲ διανοήθηκε νὰ διακόψει τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸ Ρώμης Στέφανο, ὁ ὁποῖος δὲν υἱοθετοῦσε τὶς ἀπόψεις του.
  3. Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία θεωρεῖ ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ πνέει καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ κανονικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὐτὸ εἶναι σύμφωνο μὲ τὴ βιβλικὴ καὶ πατερικὴ διδασκαλία.
  4. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν ἐξομοιώνει τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὶς ἄλλες χριστιανικὲς κοινότητες, στὶς ὁποῖες ἐλλείπει ἡ καθολικότητα τῆς πίστης. Οἱ χριστιανικὲς αὐτὲς κοινότητες, παρὰ τὸν ἐκκλησιαστικό τους χαρακτῆρα, δὲν ἀποτελοῦν τὴν «πλήρη» Ἐκκλησία, ὅπως ἐπισημαίνει καὶ ἡ δήλωση τοῦ Toronto. Κατὰ συνέπεια ἡ χρήση τοῦ ὅρου Ἐκκλησία γι᾽ αὐτὲς δὲν τὶς ἐξομοιώνει μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
  5. Οἱ ἱεροὶ κανόνες ποὺ ἀναφέρονται στὶς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς δὲν υἱοθετοῦν τὴν ἀποκλειστικότητα. Ἐὰν οἱ ἱεροί μας Πατέρες υἱοθετοῦσαν τὴν ἀποκλειστικότητα καὶ τὴ σχετικὴ δογματικὴ διδασκαλία, τότε δὲ θὰ μποροῦσαν κατ᾽ Οἰκονομία νὰ δεχθοῦν στὴν Ἐκκλησία αἱρετικοὺς χωρὶς βάπτισμα ἢ χωρὶς βάπτισμα καὶ Χρίσμα. Οὐδεμία Οἰκονομία χωρεῖ, ὄχι στὴν ἔκφραση, ἀλλὰ στὴν οὐσία καὶ τὸ περιεχόμενο τῶν δογμάτων τῆς (Ὀρθοδόξου) Ἐκκλησίας. Κατὰ συνέπεια ἡ ὑπὸ τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀσκηθεῖσα Οἰκονομία δὲν ἀφορᾶ στὴν παραβίαση τοῦ δόγματος, ἀλλὰ κυρίως στὸ γεγονὸς τῆς ἀποδοχῆς μεγάλων ὁμάδων αἱρετικῶν στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας χωρὶς τὴν ἐνδελεχῆ ἐξέταση κάθε ἀτομικῆς περίπτωσης ξεχωριστά (οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν”). Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ διευκολύνετο ἡ εἴσοδος στὴν Ἐκκλησία πλήθους αἱρετικῶν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν ἀσφαλῆ καὶ βεβαία ὁδὸ σωτηρίας.
  6. Οἱ ἱεροὶ κανόνες στὸ θέμα αὐτὸ δὲν παρουσιάζουν ἑνότητα περιεχομένου καὶ δὲν παρέχουν ἑνιαία θεώρηση γιὰ τὴ σχέση τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὶς ἐκτὸς τῶν κανονικῶν της ὁρίων χριστιανικὲς κοινότητες. Ἡ βαρύτητα τῆς κακοδοξίας δὲν ἀποτελεῖ τὸ ἀποκλειστικὸ κριτήριο γιὰ τὸν προσδιορισμὸ τῶν σχέσεων αὐτῶν, λαμβανομένων ὑπ᾽ ὄψιν καὶ ἄλλων παραγόντων. Ἔτσι δικαιολογεῖται ἡ μεγαλύτερη ἐπιείκεια ἀπέναντι σὲ αἱρετικὲς ὁμάδες μὲ βαρύτατες κακοδοξίες σὲ σχέση μὲ τὴν αὐστηρότητα ἀπέναντι σὲ ἁπλῶς σχισματικὲς ὁμάδες. Ἔτσι δικαιολογεῖται ἡ ἀποδοχὴ κατὰ τοὺς νεώτερους χρόνους τῶν Προχαλκηδονίων μὲ Χρίσμα, κατὰ παράβαση τοῦ 95. κανόνα τῆς Πενθέκτης ποὺ ἀπαιτεῖ μόνο τὴν ἀπόδοση λιβέλλου.
  7. Ἀποκλειστικῶς ἁρμοδία γιὰ νὰ καθορίσει καὶ νὰ προσδιορίσει τὴ σχέση της μὲ τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς, ὅπως ὑποδεικνύει καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Μ. Βασιλείου, εἶναι μόνον ἡ Ἐκκλησία λειτουργοῦσα ἐν συνόδῳ. Ἐὰν ἡ προσωπικὴ γνώμη τοῦ Μ. Βασιλείου δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ προσδιορίσει τὴν ποιότητα τῶν σχέσεων αὐτῶν, κατὰ πολὺ περισσότερο δὲν τὸ μπορεῖ ἡ ὁποιαδήποτε ἄλλη προσωπικὴ γνώμη. Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἀλλὰ καὶ οἱ πρὸ αὐτῆς Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι δὲν ἀπεδέχθησαν τὴν Ἐκκλησιολογία τοῦ ἱερομάρτυρος Κυπριανοῦ Καρθαγένης, τὸν ὁποῖο μάλιστα ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ ὡς Ἅγιο.
  8. Ὅπως καταδεικνύει καὶ τὸ παράδειγμα τῶν Πατέρων τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς συνόδου, οἱ ὁποῖοι μπροστὰ σὲ μιὰ νέα κακοδοξία μὴ δυναμένη ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ ἔχει ἀξιολογηθεῖ ἀπὸ προγενέστερες συνοδικὲς δογματικὲς καὶ κανονικὲς ἀποφάσεις δὲν ἐπανέλαβαν, ἀλλὰ ἀνεγνώρισαν τὸ ὑποστατὸ τῶν μυστηρίων τοῦ βαπτίσματος καὶ τῆς ἱερωσύνης τελεσθέντων στὴν αἱρετικὴ κοινότητα τῶν Εἰκονομάχων, ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὴν ἐξουσία νὰ ἀναγνωρίσει ἢ μή -κατὰ τὴν κρίση της- τὸν ἐκκλησιολογικὸ χαρακτήρα τῶν ἐκτὸς αὐτῆς κοινοτήτων τῶν σύγχρονων ἑτεροδόξων.
  9. Ἡ ἀναγνώριση τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνες σὲ ὁμάδες αἱρετικῶν προσερχομένων στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία ὑποδηλώνει καὶ τὴν ἐκτὸς Ἐκκλησίας πνοὴ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, τῆς ὀρθῆς πίστεως μὴ δυναμένης νὰ ἐντάξει ἀπὸ μόνη της κάποιον στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Ἡ ὀρθοδοξία δὲν ὁδηγεῖ αὐτόματα στὴν ἔνταξη στὴν Ἐκκλησία.
  10. Ἡ ἐνδεχόμενη ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος δὲ σημαίνει κατ᾽ ἀνάγκη ἀναγνώριση καὶ τῶν ἄλλων μυστηρίων. Ἁρμοδία γιὰ νὰ κρίνει περὶ αὐτοῦ εἶναι κάθε φορὰ ἡ Ἐκκλησία, λειτουργοῦσα ἐν συνόδῳ.
  11. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ προσδιορίσει, ποιές εἶναι οἱ χριστιανικὲς αὐτὲς κοινότητες, στὶς ὁποῖες ἀναγνωρίζει, ἐὰν ἀναγνωρίζει, ἐκκλησιαστικὸ χαρακτῆρα. Ἀσφαλῶς θὰ εἶναι ἐκεῖνες, στὶς ὁποῖες ἀναγνωρίζεται τὸ βάπτισμα, ὥστε τὰ μέλη αὐτῶν νὰ μποροῦν νὰ τελέσουν μικτὸ γάμο ἢ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐκεῖνες μὲ τὶς ὁποῖες εὑρίσκεται σὲ πανορθόδοξο θεολογικὸ διάλογο. Ὡς πρὸς τὸ κεντρικὸ αὐτὸ θέμα ἀπαιτεῖται ἀναγκαίως ἀκρίβεια καὶ σαφήνεια.
  12. Ἡ πολυχρόνια τέλεση μικτῶν γάμων ἀπὸ τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἀποτελεῖ ad hoc ἀναγνώριση τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται ὁ ἑτερόδοξος. Διαφορετικὰ ἡ σύναψη ἑνὸς τέτοιου γάμου δὲ θὰ ἦταν δυνατή. Ὁ θεσμὸς τῶν μικτῶν γάμων εἶναι ἀποδεκτὸς διαχρονικὰ ἀπὸ τὴ συλλογικὴ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση, ἀπὸ τὴ συνείδηση τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος, ἀπὸ τὸν ἔσχατο κριτὴ τῆς ἀληθείας.
  13. Ὁ σκοπὸς τῶν θεολογικῶν διαλόγων εἶναι ἡ ἀναζήτηση στὴν ἑνότητα τῆς πίστεως ποὺ προσδιορίζει ἡ Ἱερὰ Παράδοσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ διεξαγωγὴ θεολογικῶν διαλόγων ἀνήκει στὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
  14. Δυσκολώτερο ἀγώνισμα γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ συμμετοχή της στὴν Οἰκουμενικὴ κίνηση καὶ ἰδιαίτερα ἡ συμμετοχή της στὸ Π.Σ.Ε. Ἡ συμμετοχὴ αὐτὴ δὲν καταργεῖ τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κατανοεῖ τὴ συμμετοχή της στοὺς διεθνεῖς ὀργανισμοὺς ὡς δυνατότητα μαρτυρίας τῆς αὐθεντικότητας τῆς πίστης της.
  15. Ὅλες οἱ παραπάνω θέσεις ἀποτελοῦν ἀπόψεις τοῦ συντάκτη τοῦ κειμένου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος πρωτίστως ἐμπιστεύεται τὴν Ἐκκλησία, ὅπως ὑποδεικνύει ὁ Μ. Βασίλειος. Θὰ ἦταν ὀδυνηρὴ ἀστοχία νὰ ἐπιζητοῦμε νὰ ὑπερβοῦμε τὰ ὅριά μας, ἐμπιστευόμενοι τὴ δική μας ἀλαζονεία ποὺ ὁδηγεῖ μὲ βεβαιότητα στὴν πλάνη.

[1]. PG. 90, 993B (Περὶ ἀγάπης ἑκατοντὰς δευτέρα, λ´).

[2]. PG 120, 805C: «Καλὸν γὰρ πρὸς τὸ καλοθελὲς ὁρῶντας ἡμᾶς, καὶ μᾶλλον ἔνθα μὴ Θεὸς ἢ πίστις τὸ κινδυνευόμενον, νεύειν ἀεὶ πρὸς τὸ εἰρηνικόν τε καὶ φιλάδελφον. Ἀδελφοὶ γὰρ καὶ ἡμῶν οὗτοι, κἂν ἀγροικίας ἢ ἀμαθίας συμβαίνῃ τούτους πολλάκις ἐκπίπτειν τοῦ εἰκότος…». PG 120, 812B: «Καὶ παρακαλῶ καὶ ἱκετεύω καὶ νοερῶς τῶν σῶν ἁγίων ἐφάπτομαι ποδῶν, ἵνα τοῦ ἄγαν ἀκριβοῦς ἡ θεοειδὴς ἐνδοῦσα μακαριότης σου, συνέλθῃ τοῖς πράγμασιν». PG 120, 813A: «…ἵνα μή, τὸ πᾶν ἐκζητήσαντες, τὸ πᾶν ἀπολέσωμεν…».

[3]. Βλ., ἐνδεικτικά, Ἐπιστ. 69, Le Chanoine Bayard (ed.), Saint Cyprien. Correspondance, Paris 1925, 246: «…nec baptizare omnino eos posse qui non habeant Spiritum Sanctum».

[4]. Βλ., ἐνδεικτικά, Ἐπιστ. 69, Correspondance, 241: «Quod si una est ecclesia quae a Christo diligitur et lauacro eius sola purgatur, quomodo qui in ecclesia non est aut diligi a Christo aut ablui et purgari lauacro eius potest?». Ἐπιστ. 74, Correspondance, 283: «…manifestun est haeresin, quae sponsa Christi non sit nec purgari nec sanctificari lauacro eius possit, filios Deo generare non possit». Epist 75, Correspondance, 294.

[5]. Ἐπιστ. 55, Correspondance, 144: «Manente concordiae uniculo et perseuerante catholicae ecclesiae indiuiduo sacramento, actum suum disponit et dirigit unusquisque episcopus, rationem propositi sui Domino redditurus». Ἐπιστ. 72, Correspondance, 262: «Ceterum scimus quosdam quod semel inbiberint nolle deponere nec propositum suum facile mutare, sed saluo inter collegas pacis et concordiae uinculo quaedam propria que apud se semel sint usurpata retinere».

[6]. Ρ.Π. Β´, 309. (Σύνταγμα θείων καί ἱερῶν κανόνων, ᾽Αθήνησιν 1852, φωτ. Ἀνατύπωσις 1966).

[7]. PG 35, 992 B.

[8]. P. G 94, 812C (Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως 1, 8).

[9]. PG 7, 889B-890A: «Καὶ διὰ τοῦτο τέσσερις ἐδόθησαν καθολικαὶ διαθῆκαι τῇ ἀνθρωπότητι· μία μὲν τοῦ κατακλυσμοῦ τοῦ Νῶε, ἐπὶ τοῦ τόξου· δευτέρα δὲ τοῦ Ἀβραάμ, ἐπὶ τοῦ σημείου τῆς περιτομῆς· τρίτη δὲ ἡ νομοθεσία ἐπὶ τοῦ Μωϋσέως· τέταρτη δὲ ἡ τοῦ Εὐαγγελίου διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ».

[10]. PG 32, 528B (Ἐπιστ. ΡΙΔ´, Τοῖς ἐν Ταρσῷ περὶ Κυριακόν)

[11]. Mansi 13, 404 A.

[12]. Λίβελλος ὃν ἔδωκεν τῷ βασιλεῖ Ρωμαίων καὶ τῷ Πάπᾳ Λατίνων ὁ Ἅγιος Μᾶρκος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικὸς ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων.., Ὁ Μέγας Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔκδ. Ἐπισκ. Οἰνόης Ματθαίου (Λαγγῆ), τόμ. Β´, Ἀθῆναι 1994, 628.

[13]. Que supersunt Actorum Graecorum Concilii Florentini, ἔκδ. J. Gill (Concilium Florentinum Documenta et Scriptores. Editum Consilio et Impensis Pontificii Instituti Orientalium Studiorum, Series B, Rom 1953, 52: «…νῦν δὲ βουληθεῖσα ἡ ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία τὴν εἰρήνην ἀνακαλέσασθαι διὰ τῆς ἀγάπης ἤρξατο τοῦτο ποιεῖν, καὶ αὖθις ἡ ἡμετέρα ἐκκλησία μετὰ τῆς αὐτῆς ἀγάπης προσέδραμε πρὸς τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς…».

[14]. Mansi 13, 404A.

[15]. Mansi 12, 1118 E.

[16]. PG 99, 1052 D.

[17]. PG 99, 1063 AB.

[18]. Ρ. Π. Β´, 181: «Αἱρετικοὺς δὲ λέγομεν, τούς τε πάλαι τῆς ἐκκλησίας ἀποκηρυχθέντας καὶ τοὺς μετὰ ταῦτα ὑφ᾽ ἡμῶν ἀναθεματισθέντας· πρὸς δὲ τούτοις, καὶ τοὺς τὴν πίστιν μὲ ὑγιῆ προσποιουμένους ὁμολογεῖν, ἀποσχίσαντας δὲ καὶ ἀντισυνάγοντας τοῖς κανονικοῖς ἡμῶν ἐπισκόπους».

[19]. Βλ. τὸ β´ μέρος τοῦ κειμένου τοῦ Μονάχου (1982), ὅπου ἡ καθολικὴ Ἐκκλησία φανερώνεται διὰ τῆς Θείας Εὐαχαριστείας στὴ σύναξη τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, τὴν § 52 τοῦ κειμένου τοῦ Νέου Βάλαμο (1988), ὅπου ἡ Πενταρχία ἀναγνωρίζεται ὡς κανονικὰ καθιερωμένος θεσμός, ὁ δὲ ἐπίσκοπος Ρώμης ὡς ὁ πρῶτος τῇ τάξει πατριάρχης τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας καὶ τὸ κείμενο τῆς Ραβέννας (2007), ὅπου ἐπισημαίνεται ἡ λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ συστήματος στὸ πλαίσιο τῆς Πενταρχίας σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο (§ 42, 43, 44).

[20]. Ρ. Π. Δ´, 91 (Κανὼν 1., «…οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν… Ἐὰν μέντοι μέλλῃ τῇ καθόλου οἰκονομίᾳ ἐμπόδιον ἔσεσθαι τοῦτο, πάλιν τῷ ἔθει χρηστέον, καὶ τοῖς οἰκονομήσασι τὰ καθ᾽ ἡμᾶς Πατράσιν ἀκολουθητέον»). Ρ. Π. Δ´, 197 (Κανὼν 47, «…εἰ δὲ παρ᾽ ὑμῖν ἀπηγόρευται τὸ τοῦ ἀναβαπτισμοῦ, ὥσπερ οὖν καὶ παρὰ ῾Ρωμαίοις, οἰκονομίας τινὸς ἕνεκα…»).

[21]. Ρ.Π. Δ´ 91.

[22]. Ρ.Π. Δ´ 89.

[23]. PL 39, 1596. PL 33, 60. B. Sesboüé, Hors de l’Église pas de salut. Histoire d’une formule et problèmes d’interprétation, Paris 2004, 63-65.

[24]. PG 103, 953C.

[25]. PG 103, 956 C.

[26]. Ρ. Π. Δ´, 149: «Ἀνὴρ γυναικὶ συνοικῶν, ἐπειδὰν μὴ ἀρκεσθεὶς τῷ γάμῳ εἰς πορνείαν ἐκπέσῃ, πόρνον κρίνομεν τὸν τοιοῦτον…Οὐ μέντοι ἔχομεν κανόνα τῷ τῆς μοιχείας αὐτὸν ὑπαγαγεῖν ἐγκλήματι, ἐὰν εἰς ἐλευθέραν γάμου ἡ ἁμαρτία γένηται… τούτων δὲ ὁ λόγος οὐ ῥᾴδιος· ἡ δὲ συνήθεια οὕτω κεκράτηκεν».

[27]. Ρ. Π. Β´, 585.

[28]. Ρ. Π. Β´, 587.

[29]. Ρ. Π. Β´, 452.

[30]. Κανὼν 1. τῆς Ζ´ Οἰκ. Συνόδου (Ρ. -Π. Δ´, 556).

[31]. Κανὼν 2 τῆς Πενθέκτης (Ρ. -Π. Δ´, 308).

[32]. Mansi 13, 292 B.

[33]. Mansi 12, 1042 D.

[34]. Σωκράτης, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, Βιβλ. Β´, κεφ. μγ´ καὶ Ε´, ε´.

[35]. Σωκράτης, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, Βιβλ. Ε´, κεφ. η´. Σωζομενός, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, Βιβλ. Δ´ 25.

[36]. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας, Ἀλεξάνδρεια 1935, 433 ἑπ. Β. Στεφανίδης, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, Ἀθῆναι 1959, 228, 230. Μεθόδιος, Μητρ. Ἀξώμης, «Περὶ τήν ἐκκλησιαστικὴν Οἰκονομίαν. Ἀπάντησις εἰς καθηγητὰς τῆς Θεολογίας», Ἐκκλησιαστικὸς Φάρος ΝΖ (1975) 343.

[37]. Οἱ ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκόμενοι εἶναι γιὰ τὸν Ἅγ. Κυπριανὸ πνευματικὰ νεκροί. De Unitate 5,214. SC 500, 184-186. Ἐπιστολὲς 69, 73, 74  (Correspondance, 230-252, 262-279, 279-288). B. Sesboüé, ὅπ. παρ., 51-54.

[38]. Παν. Τρεμπέλας, Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Γ´, Ἀθῆναι 1961, 45-48.

[39]. Συναφῆ εἶναι ὅσα ἀναφέρει ὁ ἀείμνηστος Μητρ. Ἀξώμης Μεθόδιος, ὅπ. παρ., Ἐκκλησιαστικὸς Φάρος ΝΣΤ´ (1974) 24-25, ἀναγόμενος στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Ἰερώνυμο (Κοτσώνη): «Ἐνταῦθα δὲ ἀναφέρω τὴν δήλωσιν τὴν γενομένην τὸ 1937 ἐν Ἐδιμβούργῳ τὸ 1937 κατὰ τὸ συνελθὸν ἐκεὶ Συνέδριον Faith and Order, ἔνθα οἱ ἀντιπρόσωποι ἐννά Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν προέβησαν εἰς δήλωσιν, ἥτις μεταξὺ τῶν ἄλλων περιέχει σπουδαιοτάτην ἄποψιν περὶ τῆς θέσεως τῶν ἑτεροδόξων ἐν τῷ σώματι τῆς Ἐκκλησίας… Διὰ τῆς Δηλώσεως ταύτης, γράφει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰερώνυμος, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ἐννέα Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀνεγνώριζον τὰς ἑτεροδόξους Ἐκκλησίας ὡς μέλη τοῦ ἑνὸς σώματος τοῦ Χριστοῦ». (Ἡ κανονικὴ ἄποψις κ.λπ. σ. 47-48). Καταλήγει δὲ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰερώνυμος, (αὐτόθι σ. 132-135): «Ἐκ τῆς συντομωτάτης ταύτης ἀναδρομῆς εἰς τὰ ὑπὸ τῶν Ἱ. Κανόνων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου «κατ᾽ ἀκρίβειαν» ὁριζόμενα ἀποδεικνύεται, ὡς ἀπὸ κανονικῆς ἀπόψεως ὀρθὸν τὸ ὑποστηριχθέν, ὅτι ἡ διδασκαλία «περὶ τοῦ ἀκύρου παντὸς ἔξω τῆς Ἐκκλησίας Βαπτίσματος, λίαν ἐνωρὶς ἐγκατελείφθη ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις τῆς Ἀνατολῆς… Ἐπίσης δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἄποψις, ὅτι ὁσάκις ἀναγνωρίζεται οἱονδήποτε μυστήριον, τελεσθὲν ὑπὸ ἑτεροδόξων, τοῦτο γίνεται μόνον «κατ᾽ οἰκονομίαν, διότι ὑπὸ τῶν ἱερῶν κανόνων σαφῶς ὁρίζεται, ποίων ἑτεροδόξων τὸ βάπτισμα θεωρεῖται «καὶ ἀκρίβειαν» ὡς ἔγκυρον.

[40].  P. Π. Δ´, 199.

[41]. Ρ. Π. Δ´, 336. Ἡ ἀπόκριση εἶναι: «Ἐν τῇ θείᾳ ἀναφορᾷ ὁ διάκονος προφωνεῖ πρὸ τοῦ ἀσπασμοῦ· Οἱ ἀκοινώνητοι περιπατήσατε…». Μέχρι τότε δὲν ὑπάρχει συμπροσευχή;

[42]. Βλ. Φειδάς, Τὸ κῦρος τοῦ βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν καὶ τὸ ζήτημα τοῦ ἀναβαπτισμοῦ, Ὀρθοδοξία (Β´ Περίοδος) 11/2 (2004) 446 ἑπ.

[43]. Ἡ Β´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξος Διάσκεψη (1986) ἀποτίμησε τοὺς μέχρι τότε διεξαχθέντες διαλόγους μὲ τοὺς Ἀγγλικανούς, Παλαιοκαθολικούς, τὶς Ἀρχαῖες Ἀνατολικὲς Ἐκκλησίες, τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, τοὺς Λουθηρανούς, τοὺς Παλαιοκαθολικοὺς καὶ τοὺς Μετερρυθμισμένους.

[44]. Ρ. Π. Β´, 187-188 καὶ 529-531.

[45]. Ρ. Π. Β´, 133.

[46]. Ρ. Π. Β´, 158-159.

[47]. Ρ. Π. Γ´, 176-177.

[48]. Ρ. Π. Γ´, 177-178.

[49]. Ρ. Π. Γ´, 475.

[50]. Ρ. Π. Δ´, 89-92.

[51]. Βλ. ἑρμηνεία τοῦ Βαλσαμώνα στὸν  1. κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου, Ρ. Π. Δ´, 94: «Καὶ Ἐγκρατῖται μέν εἰσιν, οἱ τὸν γάμον ἀποβαλλόμενοι, καὶ λέγοντες εἶναι τοῦτον τὸν Σατανᾶ, καὶ ἀπαγορεύοντες πᾶσαν ἐμψυχοφαγίαν· Ναυατιανοί, οἱ καὶ Καθαροὶ λεγόμενοι, ἐκλήθησαν ἀπὸ Ναυάτου τινὸς Ρωμαίου, ἀποβαλλομένους τοὺς διγάμους καὶ μετάνοιαν μὴ δεχομένου. Ὑδροπαραστάται δὲ οἱ ἀντὶ οἴνου, ὕδωρ εἰς τὴν ἀναίμακτον θυσίαν προσφέροντες καὶ τὸν γάμον πορνείαν λέγοντες».

[52]. Ρ. Π. Δ´, 197-198.

[53]. Ρ. Π. Β´, 187-188.

[54].  Ρ. Π. Β´, 529-531.

[55]. Ρ. Π. Δ´, 95: «Παρασυνάγωγοι δέ εἰσιν, οἱ κατακριθέντες ἐπί τισιν πταίσμασιν ἐπίσκοποι, ἢ πρεσβύτεροι, καὶ μετακινηθέντες τῆς λειτουργίας, καὶ μὴ ὑποκύψαντες τοῖς κανόσι, ἀλλ᾽ ἑαυτοὺς αὐθεντικῶς ἐκδικήσαντες τὴν προεδρίαν, καὶ τὴν λειτουργίαν, καὶ θυσιαστήριον πηξάμενοι ἕτερον, καὶ τῆς γνώσεως αὐτῶν γενέσθαι τινὰς παραπείσαντες, ὥστε συνακολουθῆσαι αὐτοῖς, καὶ τὴν καθολικὴν καταλιπεῖν ἐκκλησίαν».

[56]. P. G. 91, 12 CD: «Θέλημά φασιν εἶναι φυσικόν, ἤγουν θέλησιν, δύναμιν τοῦ κατὰ φύσιν ὄντος ὀρεικτικήν· καὶ τῶν οὐσιωδῶς τῇ φύσει προσόντων συνεκτικὴν πάντων ἰδιωμάτων. Τούτῳ γὰρ συνεχομένη φυσικῶς ἡ οὐσία, τοῦ τε εἶναι καὶ ζῆν καὶ κινεῖσθαι κατ᾽ αἴσθησίν τε καὶ νοῦν ὀρέγεται, τῆς οἰκείας ἐφιεμένης φυσικῆς καὶ πλήρους ὀντότητος» (Πρὸς Μαρῖνον τὸν ὁσιώτατον Πρεσβύτερον) P. G 91, 289 BC: «…δύο δὲ αὐτοῦ αἱ φύσεις· δύο αὐτοῦ πάντως καὶ τὰ φυσικὰ θελήματα…οὕτω καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν οὐσιωδῶς προσόντων ταῖς αὐτοῦ φύσεσι θελημάτων καὶ ἐνεργειῶν». P. G 91, 300CD: «Εἰ γὰρ τὰ φυσικῶς προσόντα ταῖς φύσεσι τοῦ Χριστοῦ, ἰδιώματα αὐτῶν εἶναι λέγετε, φυσικῶς δὲ ἑκατέρᾳ αὐτοῦ φύσει τὸ θέλειν ἐμπέφυκεν, ἄρα μετὰ τῶν ἄλλων φυσικῶν ἰδιωμάτων, καὶ τὰ θελήματα ταῖς φύσεσι συνομολογεῖν ἀναγκασθήσεσθε». P. G 91, 301D: «…ὅτι κατάλληλα πάντως τὰ φυσικὰ θελήματα ταῖς φύσεσιν».

[57]. Βλ. Enchiridion Symbolorum Definitionum et Declarationum de Rebus Fidei et Morum, ed H. Denzinger-P. Hünerman, Herder Barcelona 1999, 1350-1353, ἀρ. 1351: «Firmiter credit, profitetur et praedicat, nullos extra catholicam Ecclesiam exsistentes, non solum paganos, sed nec Iudaeos aut haereticos atque schismaticos, aeternae vitae fieri posse participes, sed in ignem aeternum ituros, ”qui paratus est diabolo et angelis eius” [Mt 25, 41]…» (Σύνοδος Φλωρεντίας/Βούλα Contante Domino τῆς 4.2.1442).

[58]. P. G 103, 953-956 (Φωτίου Βιβλιοθήκη σκζ´). Μεθόδιος, Μητρ. Ἀξώμης, Περὶ τήν «Ἐκκλησιαστικὴν Οἰκονομίαν», Ἐκκλησιαστικὸς Φάρος 56/ Ι-ΙΙ (1974) 23.

[59].  Ρ. Π. Β´, 133: «…Εἰ δὲ τοῦ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐπισκόπου, ἢ πρεσβυτέου ὄντος, προσέρχονται τινες,  πρόδηλον, ὡς ὁ μὲν ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας ἕξει τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐπισκόπου· ὁ δὲ ὀνομαζόμενος παρὰ τοῖς λεγομένοις Καθαροῖς ἐπίσκοπος, τὴν τοῦ ἐπισκόπου τιμὴν ἕξει· πλὴν εἰ μὴ ἄρα δοκοίη τῷ ἐπισκόπῳ, τῆς τιμῆς τοῦ ὀνόματος αὐτὸν μετέχειν. Εἰ δὲ τοῦτο αὐτῷ μὴ ἀρέσκοι, ἐπινοήσει τόπον ἢ χωρεπισκόπου ἢ πρεσβυτέρου, ὑπὲρ τοῦ ἐν τῷ κλήρῳ ὅλως δοκεῖν εἶναι· ἵνα μὴ ἐν τῇ πόλει δύο ἐπίσκοποι ὦσιν».

[60]. Χρυσόστομος, Μητρ. Μύρων (Γέρων Ἐφέσου), Αἱ ἱστορικο-δογματικαί προϋποθέσεις τῆς Ἁγίας Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Μνήμη Συνόδου Ἁγίας Β´ Οἰκουμενικῆς (Ἐν Κωνσταντινουπόλει 381), τόμος Α´, Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1983, 132.

[61]. Βλ. Φειδᾶς, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία Α´, Ἀθῆναι 1992, 523.

[62] . PG 20, 1060C: «Ὡς οὖν ἐφοίτα πανταχοῦ τό παράγγελμα, οἷά τινος ἀπὸ νύσσης οἱ πάντες ἔθεον σὺν προθυμίᾳ πάσῃ· … Ἐπειδὴ οὖν συνῆλθον οἱ πάντες, ἔργον ἤδη Θεοῦ τὸ πραττόμενον ἐθεωρεῖτο». (Εὐσεβίου Καισαρείας, De Vita Constantini).

[63]. E. Schwartz, ACO I, 1, 5, 126: «δύο (ἐνν. ἐπισκόπους) ἑκάστῳ μητροπολίτῃ συνεῖναι…». Ἡ ἐπιλογὴ τῶν ἐπισκόπων θὰ ἔπρεπε νὰ γίνει ἀνάμεσα στοὺς «ἐκκρίτους καὶ δυναμένους τὰ τοιαῦτα εἰδέναι ζητήματα» καί τοὺς «ἐπιτηδείους», οἱ ὁποῖοι δὲ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀπόντες. (E. Schwartz, ACO I, 1, 1, 115 καὶ I, 1, 5, 14).

[64]. Mansi 13, 208D.

[65]. Mansi 17a, 489E-492A, 380A.

[66]. Mansi 17a, 508B.

[67]. Γ. Μαρτζέλος, Ἡ ἰδεολογικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ διάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας: Ἡ ἐπικαιρότητα μιᾶς παραδοσιακῆς διάκρισης, στό: Ὀρθόδοξο Δόγμα καὶ θεολογικὸς προβληματισμός. Μελετήματα δογματικῆς Θεολογίας Δ´, Θεσσαλονίκη 2011, 373-393.

[68]. Κανὼν στ´ τῆς Α´ Οἰκ. Συνόδου,  Ρ-Π. Β´, 128.

[69]. Mansi 16, 37E: «sanctam hunc et universalem synodum».

[70]. PG 91, 137D: «καθὼς αἱ θεόληπτοι καὶ θεσπέσιοι εἰλικρινῶς καὶ πανευσεβῶς ἐξέθεντο ἓξ σύνοδοι, ἐκφαντερικώτατα φάσκοντες τὸ σύμβολον τῆς πίστεως». Fr. Winkelmann, Den monenergetisch-monothelitische Streit, Frankfurt 2001, Nr. 113, 130: «Maximos erweist sich als Vetreter der kirchenpolitischen und theologischen Ansprüche der römischen Kirche. Er nennt in diesem Brief die Lateransynode als VI. Ökumenische Konzil».

[71]. Ὁ Π. Τρεμπέλας, Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Β´, Ἀθῆναι 1959, 401-402, ἐπισημαίνει θεωρώντας τὶς συνόδους ὡς τὴν ἀνώτατη στὴν ἐκκλησία ἀρχή (Κεφ. Γ´, 9): «Οὐδεὶς λοιπὸν ἐπὶ μέρους ἐπίσκοπος δύναται νὰ εῖναι ἀποκλειστικῶς φορεὺς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας καὶ νὰ προβάλλῃ ἑαυτὸν ὡς τὴν ἀνωτάτην ἀρχήν. Ἀνωτέρα ἀρχὴ ἐν πάσῃ κατὰ τόπους Ἐκκλησία εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ συνόλου τῶν ἐπισκόπων αὐτῆς συγκροτουμένη σύνοδος. Ἀνωτάτη δ᾽ ἀρχὴ τῆς καθόλου Ἐκκλησίας εἶναι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος…».

[72]. Αὐτονόητα, ἡ σύγκλιση μὲ τοὺς ἑτεροδόξους συμπεριλαμβάνει τὴν ἀποδοχὴ τῆς ἐπὶ ἱ. Φωτίου συγκληθείσης συνόδου (879/80) ποὺ ἀπαγορεύει τὴν οἱαδήποτε προσθήκη στὸ σύμβολο τῆς Πίστεως. Εἶναι χαρακτηριστικὰ ὅσα ἀναφέρει ὁ Γρ. Λαρεντζάκης, Τὸ Καθῆκον τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ Καταλλαγὴ καὶ ἑνότητα. Ἐξελίξεις καὶ Προοπτικὲς σὲ μεγάλα θέματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ διαλόγου, Θεσσαλονίκη 2014, 177: «Συνεπὲς καὶ ἀκόλουθο βῆμα θὰ ἦταν ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησίας, ἴσως καὶ εὐαγγελικὲς καὶ ἄλλες Ἐκκλησίες, ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἀνακηρύξουν τὴ Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 879/880 ὡς τὴν 8η Οἰκουμενικὴ τῆς καθόλου Ἐκκλησίας, μὲ τὸ κύρος καὶ τὶς συνέπειες τὶς ὁποῖες εἶχαν ἀναγνωρίσει τότε οἱ Ἐκκλησίες Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως».

[73]. Στ. Τσομπανίδης, «Ὑπὲρ τῆς οἰκουμενης». Μελέτες γιὰ τὴν οἰκουμενικὴ κίνηση καὶ τὴν ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας στὸ σημερινὸ κόσμο, Θεσσαλονίκη 2014, 637-646. (Ἡ Δήλωση τοῦ Τορόντο (1950). «Ἡ Ἐκκλησία, αἱ Ἐκκλησίαι καὶ τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν».). Ὀρθοδοξία 25 (1950) 323-332.  

[74]. Στ. Τσομπανίδης, ὅπ. παρ. 661 (§ 11 τοῦ κειμένου).

[75]. Βλ. Φειδᾶς, Τὸ ζήτημα τῆς συμπροσευχῆς μετὰ τῶν ἑτεροδόξων κατὰ τοὺς ἱεροὺς κανόνας, στό: Ἡ συμπροσευχὴ μὲ τοὺς ἑτεροδόξους κατὰ τὴν ὀρθόδοξη θεολογικὴ παράδοση (Γρ. Λαρεντζάκης, Κ. Σκουτέρης, Βλ. Φειδᾶς), Θεσσαλονίκη 2011, 112.

[76].  Στ. Τσομπανίδης, ὅπ.παρ., 640 (Κεφ. 3, ε´: «Τὸ ἀποτελεῖν μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. δὲν συνεπάγεται τὴν ἀποδοχὴν εἰδικῆς διδασκαλίας, ἀφορώσης τὴν φύσιν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος).

[77]. Στ. Τσομπανίδης, ὅπ.παρ., 642.

[78].  Στ. Τσομπανίδης, ὅπ.παρ., 643.

[79].  Στ. Τσομπανίδης, ὅπ.παρ., 57: «Στή διατύπωσή της, ἰδίως ὅσον ἀφορᾶ στὸ πρῶτο μέρος τῆς Δήλωσης γιὰ τὸ τί δὲν εἶναι τὸ Π.Σ.Ε., συνέβαλε ἀποφασιστικὰ ἀπὸ ὀρθόδοξη πλευρὰ μὲ τὶς παρεμβάσεις του ὁ π. Γεώργιος Florovsky».

[80]. Congegatio pro doctrina fidei. Declaratio Dominus Iesus de Iesu Christi atque ecclesiae unicitate et universalitate salvific, G. L. Müller (Hg.), Die Heilsuniversalität Christi und der Kirche. Originaltexte und studien der römischen Glaubenskongregation zur Erklärung “Dominus Jesus”, München 2003, 61:

  • § 16: «Verbis “subsistit in” Concilium Vaticanum duas voluit doctrinales affirmationes invicem componere: altera ex parte, Christi Ecclesiam non obstantibus christianorum divisionibus, solummodo in Ecclesia Catholica plene existere pergere; ex altera vero inveniri “extra eius compaginem elementa plura santificationis et veritatis”, videlicat in Ecclesiis et Communitatibus ecclesialibus nondum in plena communione cum Ecclesia Catholica».
  • § 17. «Unica ergo est Christi Ecclesia, subsistens in Ecclesia Catholica, cuius moderatio spectat ad Petri Successorem et ad Episcopos in communione cum eο».