Τα εγκαίνια του Παλαιού Μητροπολιτικού Ι. Ναού Βεροίας (ΦΩΤΟ)
Άρχων (2583 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Τα εγκαίνια του Παλαιού Μητροπολιτικού Ι. Ναού Βεροίας (ΦΩΤΟ)

Με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια και λαμπρότητα και με την παρουσία εκπροσώπων των ορθοδόξων Πατριαρχείων και Αυτοκεφάλων Εκκλησιών τελέστηκαν την Κυριακή 5 Ιουνίου τα εγκαίνια του παλαιού μητροπολιτικού ιερού Ναού Βεροίας των αγίων πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Παύλου και Πέτρου από τον σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βεροίας κ. Παντελεήμονα, ο οποίος από την πρώτη στιγμή της καταστάσεώς του στην Ιερά Μητρόπολη Βεροίας (1994) κατέβαλε πολλές προσπάθειες για την ωρίμανση της ιδέας, την προώθησή της στις αρμόδιες υπηρεσίες και Υπουργεία, την εκπόνηση των μελετών από την Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Ημαθίας και την υλοποίηση του έργου αυτού.

Με μεγάλη συγκίνηση κλήρου, αρχών και πιστών ο Ναός αυτός, που αποτελεί ένα κόσμημα με μοναδικές τοιχογραφίες πολλών και διαφορετικών εποχών, λειτούργησε και πάλι μετά από περισσότερο από 400 χρόνια. Το εσπέρας του Σαββάτου τελέστηκε στον ενοριακό μητροπολιτικό Ναό ο Εσπερινός των εγκαινίων χοιροστατούντος του σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ατλάντας κ. Αλεξίου, ενώ νωρίτερα ο σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας μετέφερε τα ιερά λείψανα των εγκαινίων για την καθιερωμένη προετοιμασία. Την Κυριακή το πρωί ο όρθος τελέστηκε στον ενοριακό μητοπολιτικό ναό και ακολολούθησε λιτανευτική πομπή προς την Παλαιά Μητρόπολη και στη συνέχεια η τελετή των εγκαινίων και πολυαρχιερατικό συλλείτουργο προεξάρχοντος του σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Βεροίας κ. Παντελεήμονος.

Έλαβαν μέρος :
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ: ο Σεβ. Μητροπολίτης Ἀτλάντας κ. ΑΛΕΞΙΟΣ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ: ο Σεβ. Μητροπολίτης Εἰρηνουπόλεως κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ: ο Σεβ. Μητροπολίτης Βόστρων κ. ΤΙΜΟΘΕΟΣ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΡΩΣΣΙΑΣ: ο Θεοφ. Ἐπίσκοπος Σάχτας καί Μιλέροβο κ. ΣΙΜΩΝ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΣΕΡΒΙΑΣ: ο Θεοφ. Ἐπίσκοπος Τοπλίτσης κ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ: ο Σεβ. Ἀρχιεπίσκοπος Κάτω Δουνάβεως κ. ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ: ο Σεβ. Μητροπολίτης Πλόβδιβ (Φιλιππουπόλεως) κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ και Θεοφ. Ἐπίσκοπος Ζνεπόλεως κ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ
ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ: ο Θεοφ. Ἐπίσκοπος Μεσσαορίας κ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ: ο Σεβ. Μητροπολίτης Κϊτρους κ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ
ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΩΝΙΑΣ: ο Θεοφ. Ἐπίσκοπος Σούπραζλ κ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
κατά τον εσπερινό έλαβε μέρος και ο Σεβ. Μητροπολίτης Κοζάνης κ. Παύλος, ενώ ο εκπρόσωπος από το Πατριαρχείο ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ Θεοφ. Ἐπίσκοπος Χρυσουπόλεως κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ δεν έλαβε μέρος στις λατρευτικές εκδηλώσεις.

Η ομιλία του σεβασμιωτάτου στον Εσπερινό των Εγκαινίων

«Καί εἰσήγαγέ με κατά τήν ὁδόν τῆς πύλης τῶν Ἁγίων … καί εἶδον καί ἰδού πλήρης ὁ οἶκος Κυρίου».

Προφητικός ὁ λόγος πού ἀκού­σα­με πρίν ἀπό λίγο στήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ τῶν ἐγκαινίων. Προ­φη­τι­κός ὁ λόγος τοῦ Ἰεζεκιήλ, ἤ μᾶλ­λον ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁ­ποῖος μπορεῖ νά ἀναφέρεται σέ μία ἄλλη ἐποχή, μπορεῖ νά ἀκού­σθηκε πρίν ἀπό 2700 περίπου χρό­νια, ἰσχύει ὅμως ἀπολύτως καί γιά τόν ἱερό ναό τῶν ἁγίων πρω­τοκο­ρυ­φαίων ἀποστόλων Παύλου καί Πέ­τρου, γιά τόν παλαιό Μη­τρο­πο­λι­­τικό ναό τῆς βυζαντινῆς Βεροί­ας, ὁ ὁποῖος μετά ἀπό 600 περίπου χρό­νια, μετά ἀπό περιπέ­τειες πο­λυ­­­ώδυνες, μετά ἀπό κατα­στρο­φές καί βεβη­λώ­σεις, μετά ἀπό βαν­δα­λι­σμούς καί κακοποιήσεις, ἀποδί­δε­­ται πλέον ἀνα­και­νισμέ­νος, ἀ­γλα­­ός, λαμπρός καί πλήρης δό­ξης στή λατρεία τοῦ ἀλη­θινοῦ Θεοῦ, ἀπο­δί­δεται στήν τιμή τοῦ πρωτο­κο­­ρυ­φαίου ἀπο­στό­λου τῶν Ἐθνῶν καί ἱδρυτοῦ τῆς τοπικῆς Ἐκκλη­σίας, μεγίστου ἐν ἀποστό­λοις Παύ­λου καί τοῦ ἰσοστασίου αὐτοῦ ἁγίου ἐνδόξου ἀποστόλου Πέτρου.

Ναός μεγαλοπρεπής καί ἐντυπω­σια­κός, στόν τύπο τῆς τρικλίτου βασιλικῆς μέ ἐγκάρσιο κλίτος καί νάρθηκα, ἀνιδρύθηκε συμφώνως πρός τά νεώτερα στοιχεῖα τῆς ἀρ­χαιο­λο­γικῆς ἐρεύνης μεταξύ τοῦ 7ου καί τοῦ 8ου αἰῶνος καί ἀνα­καινί­σθηκε κατά τό τελευταῖο πιθα­νόν τέ­ταρ­το τοῦ 11ου αἰῶνος ἀπό τόν ἐπίσκοπο Βεροίας Νικήτα.

Ὁ ἰσχυρός σεισμός ὁ ὁποῖος ἔπλη­­­ξε τή Βέροια λίγο μετά τό 1206 προκάλεσε πιθανόν κατα­στρο­­­φές καί στόν ἱερό αὐτό ναό, καταστροφές οἱ ὁποῖες ὁδήγησαν τόν Δεσπότη τῆς Ἠπείρου Θεόδω­ρο Ἄγγελο Κομνηνό Δούκα, τόν ἀπε­λευ­θερωτή τῆς Βέροιας ἀπό τούς Λατίνους, νά ἀνακαινίσει ἐκ νέου τόν ναό καί νά τόν διακο­σμή­σει μέ ἕνα λαμπρό εἰκονογρα­φικό πρόγραμμα τό ὁποῖο ἀνα­πτύσ­σε­ται στό κεντρικό κλίτος καί προοιωνίζει τήν ἄνθιση τῆς βυζα­ντι­νῆς τέχνης πού ἐπρόκειτο νά ἀκολουθήσει τήν ἐποχή τῆς Πα­λαι­ο­λόγων, ἐποχή κατά τήν ὁποία ἡ εἰκονογράφηση τοῦ ναοῦ θά συμ­πληρωθεῖ μέ τοιχογραφίες ὑψηλῆς καλλιτεχνικῆς ἀξίας καί ἀνυπέρβλητης αἰσθητικῆς.

Ἡ κατάληψη τῆς πόλεως ἀπό τούς Τούρκους φαίνεται νά ἄφησε γιά μερικές δεκαετίες ἀνέπαφο τόν ναό. Στή συνέχεια ὅμως μετε­τράπη καί αὐτός σέ τέμενος καί ὑπέστη ἀλλοιώσεις, φθορές καί κατα­στρο­φές, μεταξύ τῶν ὁποίων σημα­ντικότερη εἶναι ἡ κατάρρευ­ση τοῦ νοτίου κλίτους.

Στούς ἑπόμενους αἰῶνες ἡ κατά­σταση τοῦ ναοῦ ἐπιδει­νώ­θηκε καί μετά τήν ἀπελευθέρωση τῆς πό­λεως, τό 1912, τό ἄλλοτε καύχημα τῆς Βεροίας, ὁ μητροπολιτικός της ναός, ὁ ὁποῖος εἶχε ὑποκατασταθεῖ μετά τήν μετατροπή του σέ τέμε­νος ἀπό τόν νεώτερο αὐτό ναό τῶν ἁγίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύ­­λου, παρέμεινε ἕνα ἐρείπιο.

Ὅταν τόν Ἰούλιο τοῦ ἔτους 1994 κα­­τεστάθην χάριτι Θεοῦ Μητρο­πο­­­λίτης τῆς ἀποστολικῆς αὐτῆς Ἐκ­κλησίας, ἔθεσα ὡς πρώτιστη προ­τεραιότητά μου τήν ἀποκατά­σταση τοῦ παλαιοῦ Μητροπολι­τι­κοῦ ναοῦ, ὁ ὁποῖος καί μετά τήν ἀπελευθέρωση τῆς πόλεώς μας πα­ρέμενε ὑπόδουλος.

Χρειάστηκαν πολλές προσπά­θει­ες, πολλοί κόποι, πολλές ἀγωνίες, πολλοί ἄνθρωποι, πολλές ἀπογοη­τεύ­σεις, ἀκόμη καί μέχρι τήν τε­λευ­ταία στιγμή, γιά νά φθάσου­με μετά ἀπό εἰκοσιδύο ἔτη στό αἴσιο τέλος αὐτῆς τῆς μακρᾶς δια­δρο­μῆς, στήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἐπιπό­νου ἔργου τῆς ἀποκαταστάσεως καί ἀνακαινίσεως τοῦ παλαιοῦ Μη­­τροπολιτικοῦ ναοῦ τῶν ἁγίων πρω­τοκορυφαίων ἀποστόλων Παύ­­­­λου καί Πέτρου.

Δοξάζουμε καί μεγαλύνουμε τόν Θεό ὁ ὁποῖος μᾶς ἀξίωσε νά δοῦμε τό ὅραμά μας νά γίνεται πραγμα­τι­κό­της. Ὑμνοῦμε καί εὐλογοῦμε τόν ἱδρυτή τῆς τοπικῆς μας Ἐκ­κλη­σίας, μέγιστο ἀπόστολο Παῦ­λο, καί πρωτοκορυφαῖο ἀπόστολο Πέτρο, γιατί μᾶς ἀξιώνουν νά δοῦ­με ἐκπλη­ρού­μενο τόν διακαῆ πόθο τῆς ἐπι­σκο­πικῆς μας καρ­δίας.

Ἐκφράζουμε τίς θερμότατες εὐ­χα­ριστίες μας πρός ὅλους ὅσους κα­τά τή διάρκεια τῶν εἰκοσιδύο αὐ­τῶν ἐτῶν συνέβαλαν ποικιλο­τρό­πως στήν προσπάθειά μας γιά τήν ἀποκατάσταση τοῦ ἱστορικοῦ βυζαντινοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ τῆς πόλεώς μας.

Αὐτή τήν ὥρα αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά εὐχαριστήσω δημοσίως τούς ἑκάστοτε ὑπουργούς Πολιτι­σμοῦ, στή δικαιοδοσία τῶν ὁποίων ὑπάγεται ἡ ἀποκατάσταση τοῦ ση­μαντικοῦ αὐτοῦ βυζαντινοῦ μνη­μείου τῆς Βεροίας, ἀπό τόν κ. Θά­νο Μικρούτσικο μέχρι τόν κ. Ἀντώ­νιο Σαμαρᾶ καί τόν κ. Παῦλο Γερουλάνο, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε τήν ἔνταξη τοῦ ἔργου τῆς ἀποκα­ταστάσεως τοῦ μνημείου εἰς τό ΕΣΠΑ·

τούς προϊστα­μένους τῆς Ἐφορεί­ας Βυζαντινῶν Ἀρχαιοτήτων, ἀπό τόν μακαριστό Σωτήριο Κίσσα, μέ τόν ὁποῖο γιά πρώτη φορά ἐπι­σκέ­φθηκα τήν Παλαιά Μητρόπολη, τόν κ. Ἀντώνιο Πέτκο μέχρι καί τήν κ. Ἀγγελική Κοτ­ταρίδη, ἡ ὁποία μέ πολύ ἐνδιαφέρον καί ζῆλο ὑλοποίησε τό σπουδαῖο αὐτό ἔργο, ἀλλά καί ὅλους τούς ἐκλε­κτούς συνερ­γάτες τους, οἱ ὁποῖοι σχεδίασαν καί ὑλο­ποίησαν τό δύ­σκολο καί ἀπαιτη­τικό ἔργο τῆς ἀναστηλώσεως καί ἀποκαταστά­σεως τῆς Παλαιᾶς Μη­τροπόλεως.

Εὐχαριστῶ ἀπό καρ­δί­ας τήν Κί­νηση Πολιτῶν πού ὑπο­στήριξε μέ ἐνθουσιασμό τήν ὑλοποίηση τοῦ ἔρ­γου, συγκεντρώ­νοντας ὑπογρα­φές καί προωθώντας τή φωνή τῆς πό­λεως μέχρι τά ὑπουργικά γρα­φεῖα καί τά κυβερνητικά ἕδρανα, καί μαζί τους εὐχαριστῶ καί ὅλους τούς συνεργάτες μου, κληρικούς καί λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι στήριξαν μέ κάθε τρόπο καί μέ ὅλες τους τίς δυ­νά­μεις αὐτή τήν προσπάθεια.

«Νῦν ἐπέστη ὁ καιρός». Λίγες ὧρες μόλις μᾶς χωρίζουν ἀπό τή στιγμή κατά τήν ὁποία θά εἰσέλ­θουμε λιτα­νευ­τικά ἀλλά συγχρό­νως καί θρι­αμ­βευτικά μέ τά μαρ­τυρικά ἅγια λεί­ψανα στόν παλαιό Μητροπολιτικό ναό τῆς Βεροίας γιά νά τελέσουμε τήν Ἀκολουθία τῶν ἱερῶν ἐγκαι­νίων, μέ τήν ὁποία θά καθαγια­σθεῖ καί πάλι ὁ ἱερός ναός καί θά ἀποδοθεῖ στή θεία Λατρεία μέ τήν πο­λυαρ­χιε­ρατική θεία Λειτουρ­γία.

Λίγες μόνο ὧρες μᾶς χωρίζουν γιά νά ἐπαναλάβουμε κι ἐμεῖς τόν λόγο τοῦ προφήτου: «Καί εἰσήγα­γέ με κατά τήν ὁδόν τῆς πύλης τῶν Ἁγίων … καί εἶδον καί ἰδού πλή­ρης ὁ οἶκος Κυρίου», καθώς θά εἰσερχόμεθα στόν ἱερό ναό τῶν ἁγί­ων ἐνδόξων καί πρωτοκορυ­φαί­­­ων ἀποστόλων Παύλου καί Πέ­τρου. Γιατί ὁ Θεός εἶναι αὐτός πού θά εἰσαγάγει καί ἐμᾶς «κατά τήν ὁδόν τῆς πύλης τῶν Ἁγίων»· θά μᾶς εἰσαγάγει ἀπό τήν ὁδό τῆς πύ­λης τῶν Ἁγίων, τήν ὁδό ἔξω ἀπό τόν μητροπολιτικό ναό, ὅπου κρέ­μασαν οἱ Τοῦρκοι τόν ἱερο­μάρ­τυ­ρα ἐπίσκοπο Βε­ροί­ας ἅγιο Ἀρσέ­νιο, ὁ ὁποῖος λειτουρ­γοῦσε στόν ναό, ὅταν ἐκεῖνοι εἰσῆλθαν στήν πόλη. Θά μᾶς εἰσαγάγει γιά νά δοῦμε καί ἐμεῖς τόν οἶκο Κυρίου, πλήρη μετά ἀπό τόσα χρόνια ἐγ­κα­ταλείψεως καί ἐρημώσεως καί νά δο­ξάσουμε τό παντευλό­γητο καί προσκυνητό ὄνομά του.
Η ομιλία του σεβασμιωτάτου μετά τον εγκαινιασμό της Παλαιάς Μητροπόλεως.

«’Εγκαινίζου, ἐγκαινίζου ἡ νέα Ἱερουσαλήμ, ἥκει γάρ σου τό φῶς, καί ἡ δόξα Κυρίου ἐπί σέ ἀνα­τέ­ταλκε».

Τήν χαράν καί τόν ἐνθουσιασμόν τόν ὁποῖον ἐκφράζει ὁ θεοκίνητος κάλαμος τοῦ ἱεροῦ ὑμνογράφου διά τοῦ στίχου αὐτοῦ τῆς Ἀκολου­θίας τῶν ἐγκαινίων τοῦ πανιέρου ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου τῶν Ἱεροσολύμων, συμμεριζόμεθα καί ἡμεῖς ἀπολύτως σήμερον, κατά τήν ἡμέραν τῶν ἐγκαινίων τοῦ πανσέπτου ναοῦ τῶν ἁγίων πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων Παύ­λου καί Πέτρου τῆς Βεροίας, τῆς ἐπονομαζομένης καί «μικρᾶς Ἱερουσαλήμ».

«’Εγκαινίζου, ἐγκαινίζου ἡ νέα Ἱερουσαλήμ, ἥκει γάρ σου τό φῶς».

Καί ὄντως τό φῶς τῆς πόλεώς μας, τό φῶς τῆς ἰδικῆς μας Ἱε­ρουσαλήμ ἦλθε σήμερον, καθώς ὁ περικαλλής καί περίπυστος αὐτός μητροπολιτικός ναός τῆς Βεροίας, τό καύχημα καί τό σέμνωμα τῶν εὐγενῶν Βεροιέων, ἐφωτίσθη διά τῆς ἁγιαστικῆς τῆς ὑπερουσίου Τριάδος ἐνεργείας. Τό σκότος ἀπέ­δρα, ἡ ἀχλύς ἐδιώχθη. Καί ἰδού ὁ ἱερός οὗτος ναός λάμπει καί ἀκτινοβολεῖ τό κάλλος τῆς μορφῆς του, τήν αἴ­γλην τῆς ἱστορίας του, τήν λαμ­πρό­τητα τοῦ ἀριστοτεχνικοῦ δια­κό­σμου αὐτοῦ εἰς σύμπασαν τήν πόλιν, εἰς τά πρόσωπα τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ της καί πάντων τῶν παρεπιδημούντων καί συμπανη­γυ­ρι­ζόντων τήν μεγάλην αὐτήν διά τήν πόλιν ἡμέραν.

«’Εγκαινίζου, ἐγκαινίζου ἡ νέα Ἱερουσαλήμ, ἥκει γάρ σου τό φῶς, καί ἡ δόξα Κυρίου ἐπί σέ ἀνα­τέταλκε».

Ὁ ναός αὐτός τῶν πρωτοκορυ­φαίων ἀποστόλων, ὁ ὁποῖος ἐπί αἰ­ῶνας παρέμενε βεβηλωμένος, κατεστραμμένος, ἐρειπωμένος καί σιωπηλός, ἀτενίζει σήμερον καί πάλιν τήν δόξαν τοῦ Κυρίου καί πλη­ροῦται ὕμνων δοξολογίας ἀναπε­μ­πομένων πρός τήν θείαν μεγα­λω­σύνην καί ἀνερχομένων μετά τοῦ εὐώδους θυμιάτος τῆς λα­τρείας καί τῶν προσευχῶν τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ εἰς τόν ἐπουράνιον θρό­νον τῆς δόξης τοῦ Κυρίου Σαβ­βαώθ.

«’Εγκαινίζου, ἐγκαινίζου ἡ νέα Ἱερουσαλήμ, ἥκει γάρ σου τό φῶς, καί ἡ δόξα Κυρίου ἐπί σέ ἀνα­τέταλκε».

Αἱ ψυχαί τῶν ἀοιδίμων κτιτόρων καί τῶν ἀνά τούς αἰῶνας ἀνακαι­νιστῶν τοῦ πανιέρου τούτου ναοῦ, προεξάρχοντος τοῦ ἐπισκόπου Βε­ροίας Νικήτα, ἀοράτως ὑπερίπτα­νται χαίρουσαι καί ἀγαλλόμεναι μεθ᾽ ἡμῶν, διότι βλέπουν τό ἔργον των νά ἀποδίδεται καί πάλιν εἰς τήν λατρείαν τοῦ Θεοῦ καί εἰς τήν τιμήν τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων, ἐκ­πληροῦν τοιουτοτρόπως καί πά­λιν, μετά διακοπήν αἰώνων, τόν σκοπόν διά τόν ὁποῖον ἐκεῖνοι ἀτρύ­τοις κόποις τόν ἀνήγειραν.

Μετ᾽ αὐτῶν καί ἡ ἱερά χορεία τῶν ἐπισκόπων καί τό νέφος τῶν ἁγίων τῆς πόλεώς μας, μέ πρῶτον τόν ἱδρυτήν της, τόν οὐρανο­βά­μονα καί οὐρανοπολίτην ἀπόστο­λον Παῦλον, καί τήν πέτραν τῆς Ἐκκλησίας, τόν ἀπόστολον Πέ­τρον, συνεπικουρούμενοι ὑπό τοῦ ἐνταῦθα μαρτυρήσαντος μητροπο­λίτου Βεροίας, ἁγίου Ἀρσενίου, καί τῶν ἁγίων: ἀποστόλων Παύ­λου καί Βαρ­νάβα, μεγαλομάρτυ­ρος Δημη­τρίου, μεγαλομάρτυρος Εὐφημίας, μάρτυρος Ἀειθαλᾶ διακόνου, μάρ­τυρος Θεοδώρου τοῦ ἐν Πέργῃ τῆς Παμφυλίας, ὁσιομάρτυρος Γεδεών, νέου ὁσιομάρτυρος Ἰσιδώρου τοῦ Κρητός καί ἱερομάρτυρος Φιλου­μέ­νου, τῶν ὁποίων τά ἱερά λεί­ψανα πρό ὀλίγου κατετέθησαν ἐν τῇ ἁγίᾳ Τραπέζῃ διά τόν καθα­για­σμόν αὐτῆς, ἐπαναλαμβάνει εὐ­γνω­μόνως καί δοξολογικῶς μεθ᾽ ἡμῶν πρός τόν καταξιώσαντα ἡμᾶς Θεόν ὅπως ἴδωμεν τήν ἀνα­στήλωσιν καί ἀνακαίνισιν τοῦ παν­σέπτου τούτου ναοῦ περαιου­μένην, τούς λόγους τοῦ ἱεροῦ ὑμνο­γράφου: «ὡς τοῦ ἄνω στε­ρεώ­ματος τήν εὐπρέπειαν, καί τήν κάτω συναπέδειξας ὡραιότητα, τοῦ ἁγίου σκηνώματος τῆς δόξης σου Κύριε».

Θαυμάζοντες καί ἡμεῖς, ἀδελφοί μου, σήμερον τήν λαμπρότητα καί τό κάλλος τοῦ ἀνακαινισθέντος ἱεροῦ μητρο­πολιτικοῦ ναοῦ, θαυμάζομεν τήν ἔμπνευσιν τοῦ καλλιτέχνου ὁ ὁποῖος ἐτοποθέτησε εἰς περίοπτον, ἄν καί ἀσυνήθη θέσιν, ἄνωθεν τῶν συλλειτουργούντων ἱεραρ­χῶν εἰς τήν κόγχην τοῦ ἱεροῦ Βή­ματος, τάς ἱεράς μορφάς τῶν ἁγίων ἀποστόλων εἰς χρυσοῦν φόντον, φερούσας πορφυρά φωτο­στέ­φανα, ἐν τῷ μέσῳ δέ αὐτῶν τούς πρωτοκορυφαίους τῶν ἀπο­στόλων Παῦλον καί Πέτρον ἐπί πορφυροῦ φόντου καί φέροντας χρυσά φωτοστέφανα.

Ἡ ἐντυπωσιακή αὕτη ἐπιλογή δέν εἶναι ἀσφαλῶς τυχαία, ἀλλ᾽ ἀποτελεῖ μία ἐκ τῶν ἀπαντήσεων εἰς τήν προσφάτως δημοσιευ­θεῖ­σαν ἄποψιν, ὅτι ὁ ναός οὗτος ἦτο ἀφιερωμένος εἰς τήν Κυρίαν Θεοτόκον, ἐπειδή ἀπεκαλύφθη τμῆμα παρα­στά­σεως τῆς Θεοτόκου ἐνθρόνου εἰς τό ὑπέρθυρον τῆς βορείας εἰσό­δου.

Ἡ ἀπεικόνισις ὅμως τῶν ἀποστό­λων εἰς τήν περίοπτον ταύτην θέ­σιν, ὡς προανεφέρθη, ὁμιλεῖ εὐ­γλώττως διά τήν τιμήν τῶν πρω­το­κορυφαίων εἰς τόν Μητροπο­λι­τικόν τοῦτον ναόν τῆς πόλεώς μας καί ἀποδεικνύει περιτράνως τήν τῶν πραγμάτων ἀλήθειαν, χωρίς βεβαίως νά ἀποκλείεται καί ἡ τιμή εἰς τήν Κυρίαν Θεοτό­κον.

Τήν ἀφιέρωσιν τοῦ ναοῦ εἰς τούς πρωτοκορυφαίους ἀποστόλους, ὑπο­δεικνύει καί ἑτέρα παράστασις εἰς τόν πεσσόν, πλησίον τοῦ ἱεροῦ βήματος, εἰς τήν ὁποίαν ἀπεικο­νί­ζεται ἄνω ὁ Χριστός εὐλογῶν, κά­τωθεν δέ αὐτοῦ δεξιά οἱ πρω­τοκο­ρυ­φαῖοι ἀπόστολοι Παῦλος καί Πέτρος, καί ἀριστερά ἡ ἁγία Ἱε­ρουσαλήμ, ἡ πάλαι ποτέ πολιοῦχος τῆς πόλεως, γεγονός τό ὁποῖον ἐνισχύει τήν ἄποψιν ὅτι ὁ ναός ἦτο ἀφιερωμένος εἰς τούς ἀπο­στό­λους Παῦλον καί Πέτρον.

Τά δύο ταῦτα ἀρχαιολογικά δε­δο­­­μένα ὑποστη­ρίζουν ἀκραδά­ντως τήν ἀφιέρωσιν τοῦ μητρο­πολιτικοῦ ναοῦ τῆς Βε­ροίας εἰς τούς πρωτοκορυ­φαί­ους τῶν ἀπο­στόλων, χωρίς, ἐπαναλαμβάνω, νά ἀπο­κλείεται καί ἡ ἐκ παραλλήλου τιμή πρός τήν Κυρίαν Θεοτόκον. Αὕτη ἐνισχύ­ε­ται ἐπίσης καί ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ νέος μητρο­πο­λιτικός ναός τῆς πό­λεως, τόν ὁποῖον λειτουργοῦμε καί ὁ ὁποῖος ἐλειτούργησε ὡς μη­­τρο­πολιτικός μετά τήν μετα­τρο­πήν τοῦ βυζαντι­νοῦ αὐτοῦ ναοῦ εἰς τέμενος, ἐνῶ ἦτο πρό­τε­ρον ἀφιε­ρωμένος εἰς τόν Εὐαγγε­λι­σμόν τῆς Θεοτόκου, ὅτε ἐγένετο μητροπολι­τικός ναός, μετωνομάσθη εἰς ναόν τῶν ἁγίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου.

Θαυμάζοντες, λοιπόν, καί ἡμεῖς σήμερον τόν ἀνακαινισθέντα τοῦ­τον παλαιόν μητροπολιτικόν ναόν τῆς Βεροίας, τόν τιμώμενον ἐπ᾽ ὀνό­ματι τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύ­­λου καί τῆς Κυρίας Θεοτόκου, καί ἀναπο­λοῦ­ντες νοερῶς τάς ἡμέρας τῆς δόξης ἀλλά καί τάς ἡμέρας τῆς ὀδύνης καί τῆς αἰχμαλωσίας αὐ­τοῦ, εὐλογοῦμεν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, δοξάζομεν τόν κλητόν αὐ­τοῦ ἀπόστολον, τόν μέγα Παῦλον, μνημονεύομεν τῶν ἀειμνήστων κτιτόρων καί ἀνακαινιστῶν του, μνημονεύομεν τῶν εὐλαβῶς ἀρχι­ε­ρατευσάντων καί ἱερατευσάντων πατέρων καί ἀδελφῶν ἡμῶν, μνη­μονεύομεν τῶν ἐπ᾽ ἐλπίδι ἀναστά­σεως ζωῆς αἰωνίου κεκοιμημένων εὐλαβῶν προσκυνητῶν τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου, καί ἐκφράζομεν τήν βαθυτάτην εὐγνωμοσύνην ἡμῶν πρός ἅπαντας τούς ἐν εὐλαβείᾳ καί πίστει κοπιάσαντας διά τήν ἀναστήλωσιν καί ἀνακαίνισιν τοῦ πανσέπτου αὐτοῦ ναοῦ καί τούς ἐργασθέντας μετά ζήλου καί ἀγά­πης διά τήν ἀποκατάστασιν τῆς παλαιᾶς αἴγλης τοῦ μεγαλοπρε­ποῦς αὐτοῦ ἱεροῦ ναοῦ, ἔτι δέ καί εἰς τούς παντοιοτρόπως συμβαλό­ντας εἰς τήν ὑλοποίησιν τοῦ ἔργου τούτου, τό ὁποῖον ἀποδίδει εἰς τήν πόλιν τῆς Βεροίας ἕν ἐκ τῶν λαμ­προτέρων ἱστορικῶν μνη­μείων της, καί ἡ ὁποία ἐπανακτᾶ τοιου­το­τρόπως τό μνημειακόν αὐτῆς κέντρον.

Ὅλως ἰδιαιτέρως ἐπιθυμῶμεν νά εὐχαριστήσωμεν κατά τήν ἐπίση­μον αὐτήν ἡμέραν τούς κατά τήν διαρρεύσασαν εἰκοσαετίαν ὑπευ­θύ­νους διά τό ἔργον ὑπουργούς Πολιτισμοῦ, ἐπί τῶν ἡμερῶν μου, ἀπό τόν κ. Θάνον Μι­κρούτσικον μέχρι τόν κ. Ἀντώ­νιον Σαμαρᾶν καί τόν κ. Παῦλον Γε­ρουλάνον, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε τήν ἔνταξιν τοῦ ἔργου τῆς ἀναστηλώ­σεως καί ἀποκαταστάσεως τοῦ βυζαντινοῦ αὐτοῦ ναοῦ εἰς τά προ­γράμματα τοῦ ΕΣΠΑ, ἀλλά καί τούς προϊσταμένους τῆς Ἐφορείας Βυζαντινῶν Ἀρχαιοτήτων τῆς Βε­ροίας, ἀπό τόν κ. Ἀντώνιο Πέτ­κο μέχρι τήν κ. Ἀγγελική Κοττα­ρίδη, ἡ ὁποία διά πολλῶν κόπων ὑλο­ποίησε τό ἔργον τῆς ἀποκατα­στά­σεως τοῦ ναοῦ καί ἐπέτυχε τήν ἀνύψωση τοῦ τοίχου τοῦ νοτίου κλίτους καί τή συντήρηση τῶν λαμ­­πρῶν τοιχογραφιῶν ὅλων τῶν ἐποχῶν, συνεπικουρούμενη ἀπό τούς λαμπρούς συνεργάτας των, τόν Γεώργιον, τήν Μαρίαν, τόν Κωνσταντίνον, καί πολλούς τῶν ὁποίων τά ὀνόματα ἴσως δέν ἐνθυμοῦμαο, τούς λαμπρούς ἀρχαιολόγους, ἀρχιτέκτονας, μηχανικούς, τεχνικούς, συντηρη­τάς καί τεχνίτας, ἀλλά καί τόν μα­καριστό ἀρχαιολόγο Σωτήριο Κίσ­σα, ὁ ὁποῖος ὅταν ἦρθα πρίν ἀπό 22 χρόνια ἐκεῖνος μέ εἰσήγαγε εἰς αὐτόν τόν ναόν καί μοῦ εἶπε – γνώριζε τήν ἀγάπη μου γιά τόν ἀπόστολο Παῦλο – Σεβασμιώτατε, μαζί θά τόν ἀνακαινίσουμε, τόν ναόν ὅμως ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τόν Παῦλον καί τόν Πέτρον.

Εὐχαριστῶ τούς πρώην δημάρχους, τούς πρώην νομάρχας, ἀντιπεριφεριάρχας, ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατά καιρούς μέ τόν λόγον, μέ τήν συμπαράστασίν των μέ ἐβοήθησαν διά νά φθάσωμεν εἰς τήν εὐχάριστον αὐτήν στιγμήν.

Εὐχαριστῶ ἐπίσης ἀπό καρ­δί­ας τήν Κίνηση Πολιτῶν ἡ ὁποία ὑπε­στήριξε μετά ζήλου καί ἀποφα­σι­στικότητος τήν ὑλοποίησιν τοῦ ἔρ­γου, διά τῆς συγκεντρώσεως ὑπογρα­φῶν καί τῆς ἀσκήσεως πιέ­σεων πρός ὅλας τάς κατευθύν­σεις, πρός βουλευτάς καί ὑπουρ­γούς, πρός ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ· καί, βεβαίως, εὐχαριστῶ καί ὅ­λους τούς συνεργάτας μου, κλη­ρικούς καί λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι ἐστή­ριξαν μέ κάθε τρόπον καί μέ ὅλας των τάς δυνά­μεις αὐτήν τήν μεγάλην προσπάθεια.

Ἐκ βάθους καρδίας ἐκφράζομεν τήν εὐγνωμοσύνην μας πρός τόν Παναγιώτατον Οἰκουμενικόν Πατριάρχην, διότι δέν πρέπει νά παραλείψω ὅτι ἀπό τότε πού ἦρθα μέ ἐνίσχυσε μέ ἐπιστολές του πρός τούς ἑκάστε ὑπουργούς πολιτισμοῦ. Εὐγνωμόνως εὐχαριστοῦμεν καί τόν ἐκπρόσωπόν του, Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Ἀτλάντας κύριον Ἀλέξιον, καθώς ἐπίσης καί τούς ἐκπροσώ­πους τῶν Μακαριωτάτων Πατρι­αρ­χῶν τῶν λοιπῶν πρεσβυγενῶν καί νεωτέρων πατριαρχείων καί τῶν Ἀρχιεπισκόπων, προέδρων τῶν κατά τόπους αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖοι ἐλάμπρυναν μέ τήν παρουσίαν των τήν ἱστο­ρικήν αὐτήν ἡμέραν ὄχι μόνον διά τήν πόλιν τῆς Βεροίας καί τήν Ἱεράν Μητρόπολίν της, ἀλλά καί δι᾽ ὅλην τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλη­σί­αν.

Ἔμπλεοι ἀγαλλιάσεως καί ἀνε­κλαλήτου χαρᾶς ἀναφωνῶμεν καί ἡμεῖς: «τοῦτον τόν οἶκον ὁ Πατήρ ᾠκοδόμησε, τοῦτον τόν οἶκον ὁ Υἱός ἐστερέωσε, τοῦτον τόν οἶκον τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἀνεκαίνισε» καί ὑψοῦμεν χεῖρας ἱκέτιδας πρός τόν Δεσπότην Χριστόν δεόμενοι: «Κραταίωσον αὐτόν εἰς αἰῶνα αἰῶνος καί πρόσδεξαι ἡμῶν τάς ἐν αὐτῷ ἀπαύστως προσαγομένας σοι δεήσεις, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου» καί τῶν πρωτοκορυφαίων σου ἀποστόλων. Ἀμήν.

Θά ἤθελα ὅμως νά εὐχαριστήσω ἰδιαιτέρως τόν λαόν τοῦ Θεοῦ, ὅλους ἐκείνους τούς γνωστούς καί ἀγνώστους, ἀφανεῖς καί ἐμφανεῖς, οἱ ὁποῖοι, ὁ καθένας μέ τόν δικόν του τρόπον περίμεναν τό ἔργον αὐτόν νά τεθῇ σέ λειτουργίαν καί δοξάζομεν τόν ἐν Τριάδι Θεόν «ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις καί ᾠδαῖς πνευματικαῖς» μέ τούς ἁγίους ἱεροψάλτας μας ἀλλά καί μέ τή συμπροσευχήν ὅλων σας νά τελέσωμεν τήν πρώτην λειτουργίαν τῶν ἑγκαινίων τοῦ ἱστορικοῦ τούτου ναοῦ.

Χριστός Ἀνέστη!

Ι. Μ. Βεροίας