Δημητριάδος Ιγνάτιος: «Ο λαός μας απαιτεί συναίνεση και ενότητα»
Άρχων (2582 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Δημητριάδος Ιγνάτιος: «Ο λαός μας απαιτεί συναίνεση και ενότητα»

Εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη του Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου στην εφημερίδα «Αυγή της Κυριακής», 13/8/2016

Έχουν περάσει έξι χρόνια που ξέσπασε η οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Είναι αυτή μια περίοδος που έχει επηρεάσει τη σχέση των Ελλήνων με την Ορθοδοξία;

Όταν οι οικονομικοί δείκτες ευημερούν, έστω και επίπλαστα, όπως συνέβη στη δική μας περίπτωση μέχρι το 2010, οι άνθρωποι έχουν την τάση να τοποθετούν σε δεύτερη μοίρα όλους εκείνους τους χώρους, που τους καλούν να ασχοληθούν με το βαθύτερο νόημα της ζωής και να καλλιεργήσουν τις διαχρονικές ανθρωπιστικές και πνευματικές αξίες. Ένας από τους χώρους αυτούς είναι η ορθόδοξη Εκκλησία, με την οποίαν ένα μεγάλο μέρος του λαού μας θέλησε, κατά την εξαετία της κρίσης, να ενεργοποιήσει πιο ουσιαστικούς δεσμούς, στηριγμένους σε μια ουσιαστικότερη προσέγγιση της αλήθειας της και σε μια βαθύτερη πνευματικότητα. Νομίζω λοιπόν πως οι πρωτόγνωρες δυσκολίες αυτής της περιόδου έγιναν αφορμή, ώστε η Ορθοδοξία να αναδειχθεί ως πυλώνας ενδυνάμωσης, νοηματοδότησης της καθημερινότητας, αλλά και διαμόρφωσης ενός οράματος για το μέλλον της πατρίδας μας, στηριγμένου σε βασικές πνευματικές και ανθρωπιστικές αξίες, όπως η δικαιοσύνη και η αλληλεγγύη. Παράλληλα, στη συνείδηση του λαού μας, η Ορθόδοξη Ελληνική εκκλησία αναδεικνύεται καθημερινά ως ένας φορέας αλληλεγγύης και έμπρακτου ανθρωπισμού, μέσω των συσσιτίων αλλά και πολλών ακόμη δράσεων υποστήριξης αδύναμων κοινωνικών ομάδων.

 

Πώς αποτιμάτε τον ρόλο της Εκκλησίας της Ελλάδας στα χρόνια της κρίσης;

Είναι γεγονός, πως η εκκλησία της Ελλάδος αιφνιδιάστηκε με την κρίση, όπως άλλωστε όλο το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, αν και οι δομές ανθρωπιστικής υποστήριξης είχαν ήδη καταγράψει διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες και πριν το 2010. Παρ΄ όλα αυτά, τα αντανακλαστικά της λειτουργήσαν ταχύτατα. Αρκεί να σας πω, πως ιερές Μητροπόλεις, ενορίες και ιερές Μονές διέκοψαν μεγάλο μέρος των έργων τους, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες ανθρωπιστικές ανάγκες. Παράλληλα θα έλεγα πως η Εκκλησία δεν υπέκυψε στον πειρασμό να νοσταλγήσει τις μέρες των «παχέων αγελάδων», γι’  αυτό και δεν περιορίστηκε σε μια στείρα μεμψιμοιρία για την τρέχουσα κατάσταση. Αντίθετα, επεσήμανε ελλείψεις, παραλείψεις, υπερβολές κατά το παρελθόν και αναζήτησε αίτια σε ηθικό, πνευματικό αλλά και πρακτικό επίπεδο, με σκοπό να διαμορφώσει μια πρόταση για το μέλλον, στηριγμένη σε υγιέστερες βάσεις και προοπτικές.

Πώς θα χαρακτηρίζατε τις πρόσφατες επιθέσεις που δέχτηκαν χώροι της Εκκλησίας σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα;

Θα ήθελα κατ΄ αρχάς να πω πως οι χριστιανοί δεν τρομοκρατούν, ούτε όμως μπορεί κανείς να τους τρομοκρατήσει. Η Ορθόδοξη παράδοσή μας εξελίχθηκε εν μέσω απίστευτων δεινών, πιέσεων και τρομοκράτησης. Γι’  αυτό και θεωρώ θλιβερό, σε καιρούς, όπου καυχιόμαστε πως διαμορφώσαμε μια κοινωνία δημοκρατίας και συνεννόησης, να επιστρατεύονται πρακτικές από τις πιο απεχθείς περιόδους τα ιστορίας μας. Πάντως είμαι πεπεισμένος, πως τέτοιες ενέργειες δεν μπορούν να επηρεάσουν την συμπόρευση εκκλησίας και Κράτους μέσα σε πνεύμα συνεργασίας και αλληλοσεβασμού. Το σημερινό πολιτικό σύστημα τις έχει καταδικάσει, κυρίως όμως τις έχει καταδικάσει η ελληνική κοινωνία.

Συμφωνείτε με αυτούς που πιστεύουν ότι θα έπρεπε να είναι εντονότερη η παρουσία της Εκκλησίας στις πολίτικες εξελίξεις;

Δεν συμφωνώ. Οι πολιτικές εξελίξεις αποτελούν καθήκον του πολιτικού κόσμου και των πολιτικών κομμάτων. Η Εκκλησία ανήκει στις κοινωνικές εκείνες δυνάμεις, οι οποίες έχουν ως καθήκον να διακονούν τον σύγχρονο άνθρωπο αδιακρίτως. Σημειώστε δε, πως στην μακρόχρονη εκκλησιαστική ιστορία, η ίδια η εκκλησία ανέπτυξε δικλείδες ασφαλείας, ώστε οι λειτουργοί της να μην αναμιγνύονται στις εξελίξεις αυτές. Ποτέ ένας πατριάρχης δεν έγινε αυτοκράτορας. Γι’  αυτό και όποτε σημειώθηκαν παρεκβάσεις στον τομέα αυτό, σύντομα διορθώθηκαν, έστω και με επώδυνο τρόπο γι’  αυτήν. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως η Εκκλησία δεν ενδιαφέρεται για κοινωνικά ζητήματα. Σκοπό της όμως δεν είναι να ταυτιστεί με πολιτικές θέσεις, αλλά να θεραπεύσει κοινωνικές ανισότητες και να διατηρήσει ζωντανές βασικές ανθρωπιστικές και κοινωνικές αξίες, όπως η ζωή, η υγεία της οικογένειας, η ισόρροπη ανάπτυξη του ανθρώπου σε οικονομικό, αλλά και πνευματικό επίπεδο. Η Εκκλησία αισθάνεται μάνα που δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ των παιδιών της.

Εδώ και ενάμιση χρόνο η Ελλάδα έχει την πρώτη αριστερή κυβέρνηση στην ιστορία της. Δεδομένου ότι οι σχέσεις Εκκλησίας και Αριστεράς χαρακτηρίζονταν, σε  γραμμές από κάποια επιφυλακτικότητα κι από τις δύο πλευρές, πως βλέπετε τη μέχρι τώρα «συγκατοίκηση»;

Κατ΄ αρχάς, επιτρέψτε μου να παρατηρήσω πω ο όρος «συγκατοίκηση» οδηγεί σε σύγχυση. Η εκκλησία δεν αποσκοπεί σε πολιτική εξουσία, συνεπώς δεν διεκδικεί από την οποιαδήποτε κυβέρνηση μερίδιο κοσμικής εξουσίας. Η επιφυλακτικότητα, στην οποίαν αναφέρεστε, έχει τις ρίζες της στην πρόσφατη ιστορία μας, κατά την οποίαν, σύνθετα γεγονότα απλοποιήθηκαν εκατέρωθεν, προκειμένου να ικανοποιηθούν απλοϊκές προσεγγίσεις και ιδεολογήματα, που δεν νομίζω πως άντεξαν στον χρόνο. Αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση όσο και η Εκκλησία βρίσκονται μπροστά σε μια πρόκληση: Το ξεπέρασμα δύσκολων περιστάσεων, αλλά και νεών παγκόσμιων προκλήσεων. Αυτό επιβάλλει λύσεις με τη μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση και την μέγιστη δυνατή ενότητα. Αυτό περιμένει, απαιτεί θα έλεγα, ο λαός μας. Με αυτά τα δεδομένα, τόσο για την κυβέρνηση, όσο και για την Αριστερά, οι συνθήκες ευνοούν μια βαθύτερη αλληλογνωριμία και μια αμοιβαία υπέρβαση στερεοτύπων, που οι καιροί άλλωστε τα έχουν ήδη ξεπεράσει.

 

Το επόμενο διάστημα ανοίγει η συζήτηση για την συνταγματική αναθεώρηση. Πιστεύετε ότι χρειάζεται ένας εκ νέου προσδιορισμός στις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους;

Οι σχέσεις Πολιτείας -Εκκλησίας δεν είναι στατικές. Το Σύνταγμα με έναν πολύ σοφό τρόπο θέτει το περίγραμμα και αφήνει τεράστιες δυνατότητες περεταίρω ρύθμισης από τον κοινό νομοθέτη, ακριβώς επειδή ο συνταγματικός νομοθέτης αντιλαμβάνεται την δυναμικότητα των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας. Αν θέλουμε να είμαστε ουσιαστικοί, ειλικρινείς και αποτελεσματικοί, πρέπει να αφήσουμε τις γενικές διατυπώσεις του Συντάγματος οι οποίες έχουν δοκιμαστεί επιτυχώς και να πάμε σε συγκεκριμένα θέματα που πρέπει και μπορεί να λύσει ο κοινός νομοθέτης. Να σας δώσω ένα παράδειγμα: Με το ίδιο Σύνταγμα ο κοινός νομοθέτης δεν προσέφερε τη δυνατότητα στις θρησκευτικές κοινότητες της χώρας μας να έχουν τη νομική προσωπικότητα που ταιριάζει σε  μια θρησκευτική κοινότητα και με το ίδιο σύνταγμα ο κοινός νομοθέτης τελικά την έδωσε τη δυνατότητα αυτή. Και αξίζει να υπενθυμίσω ότι η Εκκλησία της Ελλάδος στήριξε πλήρως αυτή την προσπάθεια.

 

Η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο της προσφυγικής κρίσης. Υπάρχουν περιθώρια περεταίρω συνεργασίας της Εκκλησίάς με την κυβέρνηση για την καλύτερη διαχείριση τους.

Όπως γνωρίζετε, η εκκλησία από την πρώτη στιγμή ενίσχυσε με κάθε τρόπο την ανακούφιση των προσφύγων αδιακρίτως. Παράλληλα θέλησε με κάθε τρόπο να «θωρακίσει» ηθικά και πνευματικά την ενίσχυση αυτή. Απέρριψε με απόλυτο τρόπο κάθε απόπειρα ξενοφοβικής και ρατσιστικής αντίδρασης και πήρε ξεκάθαρη στάση απέναντι σε θεωρίες αποκλεισμού και σφραγίσματος  συνόρων. Όλα αυτά, πάντοτε μέσα σε πλαίσιο απόλυτης συνεργασίας με την πολιτεία, με την οποίαν επιθυμεί να συνεργαστεί στενότερα και στο μέλλον, καθώς οι εξελίξεις επιβάλλουν εγρήγορση, αλλά κι λήψη μέτρων εν όψει νεών εξελίξεων. Από την άλλη, θα ήθελα να συμπορευθώ με την θέση του Αρχιεπισκόπου, πως κάθε μέτρο αποσκοπεί σε μια προσωρινή ανακούφιση. Απώτερος στόχος είναι η επιστροφή των ανθρώπων αυτών στις εστίες τους. Η πατρίδα μας δεν είναι σε θέση να επωμιστεί μόνιμη εγκατάσταση τόσων εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων, και μάλιστα με το δεδομένο των διαφορών μας σε πολιτιστικό και πνευματικό επίπεδο. Η οποιαδήποτε απόπειρα αφομοίωσης θα οδηγήσει σε βαθύτατη κοινωνική κρίση, από την οποίαν, ακόμη και ισχυρότερες κοινωνίες από μας σε επίπεδο δομών και μέσων δεν φαίνεται να καταφέρνουν να εξέλθουν.

 

Υπάρχει μια συγκεκριμένη μερίδα Ελλήνων πολιτών που αντιμετωπίζει με επιφύλαξη -αν όχι με απόλυτη άρνηση- την παροχή βοήθειας στους πρόσφυγες. Τι θα τους λέγατε.

Προσωπικά δεν μπορώ να δεχτώ κάποιον που αρνείται την προσφορά σε πρόσφυγες και μετανάστες. Για μένα αυτός δεν είναι ούτε Έλληνας ούτε ορθόδοξες. Κάθε τέτοια συμπεριφορά αμφισβητεί ευθέως θεμελιώδεις αξίες της ιστορίας και της πίστης μας. Αν σε κάτι διαφοροποιείται ο Χριστιανισμός ΚΑΙ ιδιαίτερα η Ορθοδοξία από κάθε άλλη θρησκεία, είναι η ταύτιση του αδικημένου, του πεινασμένου, του διψασμένου, του φτωχού και του κατατρεγμένου με τον ίδιο τον Χριστό. Το Ευαγγέλιο χαρακτηρίζει απερίφραστα ως ψεύτη εκείνον που διαχωρίζει την αγάπη προς τον θεό και την αγάπη προς τους ανθρώπους. Θα ήθελα μάλιστα να τονίσω, πως οι αξίες αυτές αποτελούν τον παράγοντα επιβίωσης του Ελληνισμού δια μέσου των αιώνων. Εμείς δεν στηριχτήκαμε μέσα στην ιστορία τόσο στην στρατιωτική πυγμή ή την υψηλή διπλωματία, όσο στην ιδιοπροσωπεία του πολιτισμού μας. Κατά συνέπιαν, απεμπόληση των αρχών αυτών ισοδυναμεί, πέραν των άλλων και με εθνική απειλή.

 

Ποια είναι η άποψή σας για τις επιθέσεις που έχει δεχθεί η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας από Μητροπολίτες;

Κατ΄ αρχάς πρέπει να προβούμε στο αυτονόητο: Να διαχωρίσουμε την έκφραση διαφορετικής άποψης και την άσκησης κριτικής επί συλλογικών αποφάσεων από την προσωπική επίθεση. Ο σημερινός υπουργός Παιδείας Μου έχει δώσει την εντύπωση ανθρώπου με ξεχωριστές ευαισθησίες και ενημέρωση για θέματα για τα οποία η εκκλησίας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, χωρίς παράλληλα να αρνείται την κριτική και τον διάλογο. Θεωρώ δεδομένο πως έχει μια ξεκάθαρη ιδεολογική και πολιτική ταυτότητα, γι’  αυτό και προηγουμένως ανέφερα, πως οι καιροί επιβάλλουν διάλογο ουσίας και απαντήσεις στις προκλήσεις με την μεγαλύτερή δυνατή συναίνεση. Συνεπώς οι προσωπικές επιθέσεις με ακραίες εκφράσεις περισσότερο δυσκολεύον την επικοινωνία, αλλά και οξύνουν  τις αντιπαραθέσεις μέσα στην κοινωνία μας. Δεν μπορώ όμως να μην αναφερθώ και στην ανάγκη σεβασμού των οικογενειών και ιδιαίτερα των παιδιών εκείνων, προς του οποίους απευθύνουμε προσωπική επίθεση, γεγονός που επιβάλλει να σκεφτόμαστε δυο φορές πριν αρθρώσουμε δημόσιο λόγο και μάλιστα οξύ. Ο λαός μας από τα δημόσια πρόσωπα περιμένει να αντλήσει πρότυπα ευπρέπειας και τεκμηριωμένης επιχειρηματολογίας.

 

Αν ήσασταν βουλευτής θα ψηφίζατε το άρθρο για τη δημιουργία ισλαμικού τεμένους στην Αθήνα;

Δεν επιθυμώ να μπω στη θέση ενός βουλευτή. Επέλεξα να αφιερώσω την ζωή μου σε μια αποστολή, η οποία στηρίζεται στη διδασκαλία και το παράδειγμα του Χριστού. Από αυτήν ακριβώς την επιλογή μου πηγάζει και ο βαθύτατος σεβασμός μου προς την θεόσδοτη ελευθερία του ανθρώπου. Την ελευθερία αυτή άλλωστε ο ίδιος ο λαός μας την κατοχύρωσε στο σύνταγμα του, ακολουθώντας τις επιταγές της ιστορίας και του πολιτισμού του. Γι’  αυτό και θεώ αδιανόητο σε μια ελεύθερη και δημοκρατική χώρα σαν την δική μας να συζητάμε σχετικά με το εάν θα επιτραπεί η λειτουργία ενός χώρου προσευχής για μια θρησκευτική κοινότητα, εφόσον αυτή σέβεται τους νόμους του κράτους. Αποτελεί όμως καθήκον της πολιτείας να διασφαλίσει τον αμιγώς θρησκευτικό χαρακτήρα ενός τέτοιου χώρου, καθώς τα στοιχεία από πολλές Ευρωπαϊκές χώρες προειδοποιούν για τον κίνδυνο διασποράς επικίνδυνων ιδεών και εκκόλαψης εξίσου επικίνδυνων πρακτικών σε τέτοιους χώρους. Απαιτείται λοιπόν αυξημένη επαγρύπνηση για προάσπιση θεμελιωδών αρχών και αξιών του Ελληνικού και κατ΄ επέκτασιν του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, μεταξύ των οποίων σαφέστατα περιλαμβάνεται ο σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας.

Ι. Μ. Δημητριάδος