Πανηγυρικός Εσπερινός στην Ι. Μονή της Ελώνης Λεωνιδίου Κυνουρίας (ΦΩΤΟ)
Ο Άρχων (1155 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Πανηγυρικός Εσπερινός στην Ι. Μονή της Ελώνης Λεωνιδίου Κυνουρίας (ΦΩΤΟ)

Ὁ μῆνας Αὔγουστος εἶναι, ἀναμφίβολα, ὁ μῆνας ὁ ἀφιερωμένος στό πάνσεπτο πρόσωπο τῆς Παναγίας μας, μέ κεντρικό γεγονός τήν Κοίμησή της.

 Ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τήν Παναγία μας μέ τρόπο μοναδικό. Ἐκείνην, ἡ ὁποία «ἀνεδείχθη ἱερωτέρα τῶν θυσιῶν, τιμιωτέρα τῶν θυσιαστηρίων πρός τόν Θεόν· ἁγιωτέρα τῶν Δικαίων, τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἱερέων».

Ὁλόκληρος ὁ Ὀρθόδοξος κόσμος χαίρει καί ἀγάλλεται στήν ἑορτή τῆς Παναγίας μας. Οἱ Πιστοί ἀκολουθοῦν τήν δεκαπενθήμερο θεσπισμένη νηστεία, ψάλλουν τούς Παρακλητικούς Κανόνες πρός τήν Θεοτόκο καί ἑτοιμάζονται πνευματικά γιά νά ὑποδεχθοῦν τό «Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ» καί τήν ἑορτή τῶν ἑορτῶν, ἐπιτυγχάνοντας ἔτσι νά γίνουν ἄξιοι ἀποδέκτες τῆς μητρικῆς ἀγάπης τῆς Παναγίας μας.

 Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας κ.κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ὅπως κάθε χρόνο, τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς, Κυριακή 14η Αὐγούστου 2016, προεξῆρχε στόν πανηγυρικό Ἑσπερινό καί τήν ἱερά Παράκληση εἰς τήν Ἱεράν Μονήν τῆς Ἑλώνης Λεωνιδίου τῆς Κυνουρίας, ὅπου ἀνήμερα τέλεσε καί τήν Θεία Λειτουργία στήν ὡς ἄνω ἑορτάζουσα ἱερά Μονή.

Στίς ἱερές Ἀκολουθίες στή Μονή Ἑλώνης μετεῖχε πλῆθος Κληρικῶν, χιλιάδες Πιστῶν καί εὐλαβῶν προσκυνητῶν ἀπό ὅλες τίς περιοχές τῆς Ἑλλάδος, ἄνθρωποι εὐλαβεῖς, πού κατέφτασαν γιά νά ζητήσουν τήν παρηγοριά καί τήν ἐνίσχυση τῆς Θεοτόκου.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Σήμερα, λοιπόν, γιορτάζουμε ἀπ’ ἄκρη σέ ἄκρη τῆς γῆς, τήν ἁγία Μετάσταση τῆς Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας. Εἶναι ἡ στιγμή, πού ὁ Χριστός μας ἐπέλεξε νά παραλάβει κοντά Του πλέον τή Μητέρα Του, γνωστοποιώντας της τή Μετάστασή της ἀπό τή γῆ μέ Ἄγγελο τρεῖς μέρες νωρίτερα καί λέγοντας· «Ἔφτασε ὁ καιρός, ἐσένα τή Μητέρα μου, νά σέ πάρω κοντά μου. Νά μή θορυβηθεῖς, λοιπόν, καθόλου γι’ αὐτό, ἀλλά χαρούμενη νά δεχτεῖς τήν εἴδηση, γιατί μεταβαίνεις στήν αἰώνιο ζωή».

Ὅταν τό ἔμαθε αὐτό ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Χριστοῦ μας, χάρηκε. Ἀμέσως, λοιπόν, ὁδεύει στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν μέ ζῆλο γιά νά προσευχηθεῖ. Μετά τήν προσευχή της, ἐπιστρέφει σπίτι της καί ἀμέσως συγκεντρώνει τούς συγγενεῖς καί τούς γείτονές της, καθαρίζει τό σπίτι, ἑτοιμάζει τό νεκρικό κρεβάτι της καί ὅ,τι ἄλλο χρειάζεται γιά τήν ταφή της, ἀποκαλύπτει στούς γύρω της τά λόγια, πού τῆς εἶπε ὁ Ἄγγελος γιά τή Μετάστασή της στόν οὐρανό.

Οἱ γυναῖκες, πού εἶχαν συγκεντρωθεῖ στήν οἰκία της, ὅταν ἄκουσαν αὐτά τά λόγια ἀπό τήν Παναγία, ξέσπασαν σέ θρήνους καί ὀδύρονταν γοερά. Ὅταν, ὅμως, σταμάτησαν τό κλάμα, τήν παρακαλοῦσαν νά μήν τίς ἀφήσει ὀρφανές. Ἡ Παναγία Μητέρα μας διαβεβαίωσε ὄχι μόνον αὐτές, ἀλλά καί ὅλον τόν κόσμο, ὅτι μετά τή Μετάστασή της θά περιφρουρεῖ καί θά ἐπιβλέπει τούς πάντας.

Ἐνῶ στό σπίτι τῆς Θεομήτορος διαδραματίζονται ὅλα ὅσα ἀναφέρουμε πιό πάνω, ξαφνικά ἀκούγεται ἕνας ἰσχυρός θόρυβος καί οἱ Μαθητές τοῦ Χριστοῦ μέ θαυμαστό τρόπο, φθάνουν ὅλοι μαζί στό σπίτι τῆς Θεομήτορος. Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς βρίσκονται ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ Ἱερόθεος καί μαζί του ὁ Τιμόθεος, οἱ πεπληρωμένοι μέ Ἅγιο Πνεῦμα Ἱεράρχες, πού μέ νέφη μεταφέρθηκαν ἀπό μακριά καί αὐτοί στήν οἰκία της. Ὅλοι, ὅταν ἔμαθαν τήν αἰτία τῆς συγκεντρώσεώς τους, τῆς ἔλεγαν τά ἕξης· «Ἐσένα, Δέσποινα, ὅταν παρέμενες στόν κόσμο σέ βλέπαμε σάν νά βλέπαμε τόν ἴδιο τόν Δεσπότη καί Δάσκαλό μας καί γι’ αὐτό παρηγοριόμασταν· τώρα, ὅμως, ὅπως βλέπεις, γεμίσαμε ἀπό λύπη καί δάκρυα, ἐξαιτίας τῆς Μεταστάσεώς σου. Ἐπειδή, ὅμως, πηγαίνεις στά ὑπερκόσμια, χαιρόμαστε, πού ἔτσι ἀποφάσισε ὁ Θεός γιά σένα». Ἐνῶ τά ἔλεγαν αὐτά, ἡ Παναγία τούς ἀπαντοῦσε· «Μή, φίλοι καί Μαθητές τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ μου, μή μετατρέπετε τή χαρά μου σέ πένθος, ἀλλά τό σῶμα μου νά τό κηδεύσετε, ὅπως θά τό τακτοποιήσω ἐγώ πάνω στήν κλίνη μου».

Ἀφοῦ διαδραματιζόντουσαν ὅλα αὐτά, φθάνει καί ὁ θεσπέσιος Παῦλος, ὁ ὁποῖος πέφτει στά πόδια τῆς Θεοτόκου, τήν προσκυνᾶ καί ἀρχίζει νά τῆς λέει πολλά ἐγκώμια· «Σέ χαιρετῶ, Μητέρα τῆς Ζωῆς καί θεμέλιο τοῦ κηρύγματός μου. Ἄν καί δέν εἶδα τόν Χριστό, βλέποντας ἐσένα, νόμιζα ὅτι ἔβλεπα Ἐκεῖνον».

Ἔπειτα τούς ἀποχαιρετᾶ ὅλους ἡ Παρθένος, ξαπλώνει στό κρεβάτι της, τακτοποιεῖ τό ἄχραντο σῶμα της ὅπως ἤθελε, δέεται γιά τήν εὐρυθμία τοῦ κόσμου καί γιά εἰρηνική συμπεριφορά τῶν ἀνθρώπων, δίδει τήν εὐχή της σέ ὅλους καί ἔτσι, τέλος, παραδίδει τό πνεῦμα της στά χέρια τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της.

Μετά ἀπ’ αὐτά, ὁ Πέτρος ἀρχίζει νά ψάλλει νεκρικά τροπάρια, ἐνῶ μέρος τοῦ ἀποστολικοῦ χοροῦ σηκώνει τό νεκρικό φορεῖο κι ἄλλοι μέ λαμπάδες καί ὕμνους προχωροῦν καί συνοδεύουν τό θεοδόχο σῶμα στό μνῆμα. Τότε λοιπόν ἀκριβῶς, ἀκούγονταν Ἄγγελοι νά ὑμνολογοῦν καί φωνές ἀπό τίς ὑπερκόσμιες τάξεις τῶν Ἀγγέλων νά γεμίζουν τόν ἀέρα. Ἐκείνη τή στιγμή, οἱ ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων παρακίνησαν μερικούς ἀπό τόν ὄχλο καί τούς πείθουν νά δοκιμάσουν νά ἀνατρέψουν τό φορεῖο, ὅπου εἶχε τοποθετηθεῖ τό ζωαρχικό σῶμα, καί νά τό ρίξουν κάτω. Ὅμως, ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, προφταίνει καί τιμωρεῖ μέ τύφλωση ὅλους τούς αὐθάδεις. Ἑνός ἀπ’ αὐτούς τοῦ στερεῖ καί τά δύο χέρια, κόβοντάς τα στούς καρπούς, ἐπειδή μέ μεγαλύτερη μανία ὅρμησε καί ἄγγιξε τό ἱερό ἐκεῖνο φορεῖο. Αὐτός δίπλα στό φορεῖο μέ κομμένα τά μιαρά χέρια του ἀπό τό ξίφος τῆς δικαιοσύνης καί κρεμασμένα στό κενό, ἔμεινε ἐκεῖ, ἐλεεινό θέαμα, μέχρις ὅτου πίστεψε μ’ ὅλη του τή ψυχή καί θεραπεύτηκε καί ἔγινε πάλι ὑγιής, ὅπως ἦταν καί προηγουμένως. Μάλιστα δέ, θέλοντας μέ κάθε τρόπο νά σώσει τούς τυφλούς, παίρνοντας ἕνα κομμάτι κλαδί φοινικιᾶς ἀπό τό φορεῖο καί ἀγγίζοντας μέ αὐτό τούς παθόντες, τούς γιάτρεψε, ἐπειδή πίστεψαν κι αὐτοί.

Οἱ Ἀπόστολοι, ὅταν ἔφτασαν στό χωριό, πού λεγόταν Γεθσημανή, καί ἀπόθεσαν στόν τάφο τό σῶμα, πού ὑπῆρξε ἡ πηγή τῆς Ζωῆς, παρέμειναν ἐκεῖ τρεῖς μέρες, ἀκούγοντας μόνον αὐτοί τίς ἀγγελικές φωνές, οἱ ὁποῖες δέν σταμάτησαν καθόλου. Ἡ παράδοση μάλιστα λέει ὅτι, σύμφωνα μέ θεία οἰκονομία, ἕνας ἀπό τούς Ἀποστόλους, ὁ Θωμάς, δέν παρευρίσκετο τήν ὥρα τῆς κηδείας τοῦ σώματος, πού ἦταν ἡ πηγή τῆς Ζωῆς, γιατί ἔφτασε τήν τρίτη μέρα. Τό ἔφερε δέ αὐτό βαρέως καί στενοχωριόταν, πού δέν ἀξιώθηκε κι αὐτός νά πάρει μέρος στήν τελετή, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι συναπόστολοι. Ἔτσι ἀποφάσισαν, γιά χάρη τοῦ Ἀποστόλου πού δέν πρόφτασε, νά ἀνοίξουν τόν τάφο γιά νά προσκυνήσει κι αὐτός, ἀλλά αὐτό πού εἶδαν τούς ἄφησε ἄναυδους. Βρῆκαν τόν τάφο ἄδειο ἀπό τό ἅγιο σῶμα. Τί θαῦμα! Καί μόνον τό σάβανο ἦταν ἐκεῖ, παρηγοριά γιά ὅλους, ὅσοι στό μέλλον θά γνώριζαν λύπη καί πόνους καί θάνατο, ἀλλά καί ἀδιάψευστη ἀπόδειξη γιά τή Μετάστασή της. Μέχρι σήμερα, βέβαια, φαίνεται ὁ λαξεμένος στήν πέτρα τάφος, κενός ἀπό τό σῶμα τῆς Θεοτόκου, ἀλλά πλήρης ἀπό τήν εὐλογία καί τήν χάρι, μέ τήν ὁποία τόν περιέβαλλε ὁ Υἱός καί Θεός της.

I. M. Μαντινείας