Γιατί είναι τόσο σημαντικό το αξίωμα της Ιερωσύνης;
Άρχων (2599 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Γιατί είναι τόσο σημαντικό το αξίωμα της Ιερωσύνης;

Του Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή

Αδελφοί μου συμπρεσβύτεροι, ευλογημένοι μας Χριστιανοί.

Ένας πολύ μεγάλος Ρώσος συγγραφέας ο Ντοστογιέφσκι, είχε γράψει  μεταξύ άλλων και τούτο το σοφό. “ Το ξέρω πως δεν είναι καλό να μιλάει κανείς, το καλύτερο απ’ όλα είναι ένα παράδειγμα”. Αλλά η ταπεινότης μου σήμερα έχει υποχρέωση  να εκφράσει λόγο ευχαριστήριο και λόγο ευγνωμοσύνης, προς τον εν Τριάδι Θεόν.  Όμως οι λόγοι ενός Ιερέα δεν εκφράζουν ατομικές συγκινήσεις ή εκτιμήσεις προσωπικές. Αντλούν εξ’ ολοκλήρου το περιεχόμενό τους από το χάρισμα και το πλήρωμα της ζωής της Εκκλησίας, τη θεολογική πείρα και την πνευματική παράδοσή της. Ό,τι ομολογεί ή ό,τι εργάζεται ένας Ιερέας είναι πάθος και πόνος της Εκκλησίας για την Εκκλησία, τη μία σάρκα του Χριστού και τη μόνη σωτηρία του κόσμου.

Κατενόησα απολύτως, (αυτό που βιώνω με την Χάρι του Παναγάθου Θεού επί τεσσαράκοντα χρόνια σήμερα ακριβώς από την ημέρα  που έλαβα τον δεύτερο βαθμό της Ιερωσύνης), ότι σκοπός της υπάρξεώς μας ως Ιερέων και της διακονίας μας, είναι να κάνουμε τον Θεό την πρώτη και μεγαλύτερη  αγάπη των ανθρώπων, να εμπνέουμε  τον άγιο “φόβο” στις καρδιές τους, να πείθουμε ότι η εφαρμογή των θείων εντολών  Του στην ζωή τους είναι χαρά, υγεία, ψυχική και σωματική και σωτηρία αιώνιος. Να τους μάθουμε να βιώνουν την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας μας, που εξαγιάζει την ψυχή και το σώμα μας, μας κάνει μέλη Χριστού ζωντανά και χριστοποιεί την ύπαρξή μας.

Ένας από τους πνευματοφόρους Πατέρες, χάρη στους οποίους οι άνθρωποι μπόρεσαν να βρουν λόγια, να εκφραστούν μπροστά στο ανέκφραστο Μυστήριο των Μυστηρίων, τη Θεία Ευχαριστία, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος,  εγκωμιάζει το μέγα αξίωμα της Ιερωσύνης ως εξής: «Ώ θαύμα παράδοξον! Ώ δύναμις άῤῥητος! Ώ φρικτὸν μυστήριον τὸ τής ιερωσύνης·»

Γιατί είναι τόσο σημαντικό το αξίωμα της Ιερωσύνης; Επειδή είναι το Μυστήριον, που ανάγει αμέσως στο πιο αγαπητό πρόσωπο, προς στον Θεό Πατέρα, αλλά και προς το πλήρωμα της Εκκλησίας και της δημιουργίας, στον Κύριον ημών Ιησοῦν Χριστόν. Και γιατί τόσο μεγάλη καὶ υψηλή η ιερατική διακονία;(«το γαρ διακονείν σοι, Βασιλεύ της δόξης, μέγα καὶ φοβερὸν και αυταίς ταις αγγελικαίς δυνάμεσιν»). Γιατὶ ενώνει τά επίγεια με τα ουράνια, αποκαταλλάσσει τον άνθρωπο με τον Θεό, μεταμορφώνει τον κόσμο στο πρωτόκτιστο κάλλος.

Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, στον έβδομο εγκωμιαστικό λόγο του για την Ιερωσύνη, αναρωτιέται: «Θα είχαμε άραγε άφεση αμαρτιών, άν δεν είχαμε το Μυστήριο της Ιερωσύνης;» Πολύ ορθά ο Άγιος θέτει ως πρωταρχικό το θέμα της άφεσης των αμαρτιών, γιατί μόνο με την άφεση απελευθερώνεται ο άνθρωπος από τα δεσμά του Άδη και του θανάτου.

Μετά την Ανάστασή Του, ο Χριστός εμφανίστηκε στους Μαθητές Του και τους είπε: «Λάβετε Πνεύμα Άγιον· αν τινών αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, αν τινών κρατήτε, κεκράτηνται». Ο Αναστημένος Ιησούς, δίνοντας αυτή την εξουσία στους Μαθητές του, τους δίνει την Ιερωσύνη Του. Η Ιερωσύνη δίδεται στοὺς Μαθητὲς απὸ τον Αρχιερέα Χριστὸν γιὰ την άφεση των αμαρτιών και την ανακαίνιση του κόσμου. Όταν οι Άγιοι Απόστολοι λαμβάνουν το Πνεύμα το Άγιον την ημέρα της Πεντηκοστής, αποκτούν το πλήρωμα της Ιερωσύνης και ιδρύεται η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού στον κόσμο. Κατά την Αποστολική διαδοχή, οι Άγιοι Απόστολοι μεταδίδουν την Ιερωσύνη στους επισκόπους και οι επίσκοποι στους ιερείς και τους διακόνους. Επί της διαδοχής αυτής θεμελιώνεται η Εκκλησία του Χριστού και η ενότητα του λαού του Θεού. Ο ιερέας, λοιπόν, είναι ο αγωγός της αφέσεως, που παραχωρείται στον άνθρωπο από τον Χριστό. Τελεί τα Μυστήρια της Εκκλησίας και, ως ποιμήν καλός, οδηγεί τα πρόβατα εις την Βασιλεία των Ουρανών.

Για να πραγματοποιήσει και να εκπληρώσει την ιερωσύνη του ο ιερέας, θα πρέπει πρώτα να αξιωθεί διὰ τοῦ Βαπτίσματος νὰ βιώσει τη γενική Ιερωσύνη, το βασίλειον ιεράτευμα. Στην Αγία Γραφή υπάρχουν μερικά χωρία, που κάνουν λόγο για «ιεράτευμα άγιον», για «βασίλειον ιεράτευμα», για το ότι ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του μας έκανε «ιερείς τω Θεώ και πατρί αυτού», ότι όλοι οι Χριστιανοί είναι «βασιλείς και ιερείς». Βεβαίως, αυτά τα χωρία πρέπει να ερμηνευθούν ορθόδοξα, μέσα από τις πατερικές, ερμηνευτικές αναλύσεις. Τα περί της γενικής Ιερωσύνης εξηγεί ο Απόστολος Πέτρος σε χωρίο της Α´ επιστολής του, όταν κάνει λόγο γι᾽ αυτὸ το βασίλειο ιεράτευμα: «υμείς δε γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός εις περιποίησιν, όπως τας αρετάς εξαγγείλητε του εκ σκότους υμάς καλέσαντος εις το θαυμαστόν αυτού φως» (Α Πέ­τρ. β’, 9). Στο χωρίο αυτό το «βασίλειον ιεράτευμα» –βασιλικό και ιερατικό χάρισμα– που συνδέεται με το «γένος εκλεκτόν, έθνος άγιον» αναφέρεται στην εν Χριστώ ζωή, της οποίας μετέχουν όλοι οι Χριστιανοί, κληρικοὶ και λαϊκοί,και στις δυνατότητες, τις οποίες έχουν να περάσουν από το σκότος «εις το θαυμαστόν αυτού φως».

Πώς θα μπορέσει, για παράδειγμα, ο ιερέας, να αρθεί στο ύψος της θυσίας του υπέρ των προβάτων; Για να το κατορθώσει, πρέπει να αγαπά τον Χριστό με όλη την καρδιά και τη δύναμη του, δηλαδή να τηρεί τις εντολές του Χριστού. Διότι ο ίδιος ο Χριστός μάς λέει, πώς η αγάπη για το Πρόσωπό Του είναι η τήρηση των εντολών, που ο ίδιος παρέλαβε από τον Πατέρα Του, και εμπεριέχουν τη ζωή της Αγίας Τριάδος. Τήρηση των εντολών, σημαίνει φύλαξη των εντολών εν τη καρδία μας, όπως ακριβώς έκανε και η Παναγία, με μάρτυρα  τον ίδιο τον Χριστό, που λέει γι᾽  αυτήν, ερμηνεύοντας την αγιότητά της: «μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν». Η τήρηση των εντολών του Χριστού είναι, πρέπει να είναι, η πρωταρχική έγνοια των χριστιανών, λαϊκών, κληρικών και μοναχών, και πρώτιστα των ιερέων και αρχιερέων. Η αγάπη για τήρηση των εντολών του Χριστού, είναι αγάπη για τον ίδιο τον Χριστό, και προκαλεί στον πιστό την εγρήγορση του νου, ή, όπως λέει το Ευαγγέλιο και οι Πατέρες, την  τήρηση του νου. Γι αυτό, ο Χριστός αναφέρει την εγρήγορση πριν από την προσευχή, λέγοντας: «γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθετε εις πειρασμόν».

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, από τη στιγμή που ὁ κληρικός, όπως και γενικότερα ο πιστός, αντιλαμβάνεται και βιώνει την ανάγκη να συγχωρεί τους άλλους και να τους μνημονεύει ενώπιον του Θεού, αφού πρώτα ζητήσει την άφεση για τα δικά του χρέη, αρχίζει να βιώνει το μέγα μυστήριο της Ιερωσύνης.

Μέσα από τη συγχώρηση των πάντων και τη μνημόνευση των ονομάτων τους ενώπιον του Θεού, η καρδία και η συνείδηση είναι πια ιερατική, ο μετανοών γίνεται μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, πάντοτε προσευχόμενος, πρώτα «υπέρ των δικών του αμαρτημάτων« και, μετά, «υπέρ των του λαού αγνοημάτων.» Στη συνείδηση αυτή, Ναός είναι το σώμα του πιστού και θυσιαστήριο η καρδία του, η οποία φλέγεται από την επιθυμία να μετανοεί και να  συγχωρεί, για να ζεί μέσα στην αγάπη του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Η άφεση των αμαρτιών φέρει την Αιώνιο Ζωή, δηλαδή ο πιστός δοξάζεται, ζει την δόξα του Θεού, γιατί βιώνει την παρουσία της Αγίας Τριάδος και είναι έτοιμος να δοξάσει τον Θεό, ζώντας μέσα στην δόξα του Θεού, και λέγοντας : «Ότι σου εστίν η Βασιλεία και η δύναμις και η δόξα, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».

Όπως γνωρίζουμε, το κέντρο της μυστηριακής ζωής, αλλά και της ζωής της Εκκλησίας, είναι το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

Στη Θεία Ευχαριστία, ο ιερέας απευθύνεται στον Θεό Πατέρα, όχι ως άτομο, όχι μόνος του, αλλά ως προϊστάμενος της κοινότητας των πιστών, η οποία είναι παρούσα στη Λειτουργία, και χωρίς την παρουσία της δεν μπορεί να τελεστεί το Μυστήριο. Τα ρήματα, ποὺ χρησιμοποιούνται στὴ λειτουργικὴ γλώσσα, δεν τίθενται στην ονομαστικὴ του ενικού, αλλὰ του πληθυντικού, και αναφέρονται στο σύνολο των πιστών (δεόμεθα, ικετεύομεν, προσφέρομεν, ευχαριστούμεν, κ.λ.π.). Η βαθειὰ αυτὴ αλήθεια εκφράζεται ωραιότατα και στην ευχὴ του Τρίτου Αντιφώνου της θείας Λειτουργίας: «Ο τας κοινὰς ταύτας καὶ συμφώνους ημίν χαρισάμενος προσευχάς».

Κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας, ο ιερουργὸς είναι μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, είναι εις τύπον Χριστού. Είναι απαραίτητο, επομένως, να έχει επίγνωση του ύψους της διακονίας του και, ταυτόχρονα, του μεγέθους της αναξιότητας του και των αμαρτιών του, και να αγωνίζεται να ἔχει καθαρότητα ψυχής καὶ σώματος, και να προσέρχεται στο μυστήριο της θείας Κοινωνίας με συνειδητή μετάνοια.   Καθότι, «Ουδεὶς άξιος των συνδεδεμένων ταίς σαρκικαίς επιθυμίαις και ηδοναίς προσέρχεσθαι ή προσεγγίζειν ή λειτουργείν τω Βασιλεί της δόξης».

Στην μακρόχρονη Ιερατική μου διακονία, άν έχω να καυχηθώ για τα όσα ο Θεός μου αποκάλυψε, θα καυχηθώ μόνο για τα λάθη και τά πάθη μου, επειδή στην βαθιά αίσθησή τους, όχι μόνο δεν φέρουν προσκόμματα σ’ αυτήν, αλλά προσελκύουν πλούσιο το έλεος του Θεού γι’ αυτήν. Και σας λέγω τούτο, διότι το έλεος του Θεού είναι η Θύρα της Ιερωσύνης. Η Θεολογία της Εκκλησίας ερμηνεύει την Ιερωσύνη ως το θαύμα από τη συνάντηση της απέραντης αγάπης του σαρκωθέντος Χριστού με τον δριμύ πόθο του ελεηθέντος ανθρώπου. Βεβαίως δια της Ιερωσύνης, μας καλεί ο Θεός όχι σε μιά άλλη ή ανώτερη χριστιανική πίστη, αλλά σε μία κορυφαία ή διαφορετική αποστολή, που δεν μας κάνει αγιώτερους, αλλά απαιτεί να είμαστε σοφώτεροι, αφού υποτίθεται ότι είμαστε ικανώτεροι και καταλληλότεροι να πάσχουμε για τους άλλους, ή να διακονούμε τους άλλους.

Είναι αλήθεια ότι η δόξα και η τιμή της ιερατείας μας δεν οφείλεται στο πλήθος των δραστηριοτήτων και  κατορθωμάτων μας, αλλά στον πλούτο της ποικίλης και υπερβάλλουσας χάρης του Χριστού, η οποία μας δίδεται περισσώς, όταν μάλιστα “δεν επαισχυνόμαστε το μαρτύριόν Του, αλλά συγκακοπαθούμε τω Ευαγγελίω” ( Β΄ Τιμ. 1, 8).

Ευχηθείτε, να συνεχίσω, εάν μου το επιτρέψει  η Χάρις του Χριστού, τον δρόμον της Ιερατικής μου διακονίας, με τους ίδιους Ιερατικούς πόθους και πόνους, να βρίσκουν την εκπλήρωση και τελείωσή τους στην απόλυτη παράδοσή μου στον υπέρ ημών εκουσίως παραδοθέντα εις θάνατον Κύριον Ιησού. Τότε μόνο εμείς οι Ιερείς γινόμαστε μάρτυρες μιας όντως χριστιανικής Ιερωσύνης, που κύριο έργο της είναι η δόξα του Χριστού στον άνθρωπο και η δόξα του ανθρώπου στον Χριστό και που το τέλος της κανείς από εμάς δεν μπορεί και δεν χρειάζεται να γνωρίζει, κρυμμένο στις οδούς και στις βουλές του Θεού.

Εύχεσθε αδελφοί μου συμπρεσβύτεροι, ευλογημένοι μας χριστιανοί, να χαριτώνει ο Πανάγαθος Θεός τις προσπάθειές μου, να εξακολουθεί να ανέχεται την ανεπάρκειά μου,  να εξακολουθεί να ανέχεται την ανεπάρκειά μου, να εξακολουθεί να ρίχνει το άπειρο έλεός Του την άθλια ι ύπαρξή μου!