H εισήγηση του Αρχιεπισκόπου στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος
Άρχων (2581 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

H εισήγηση του Αρχιεπισκόπου στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος

Σεβασμιώτατοι, άγιοι Αδελφοί

Η Ιεραρχία της Εκκλησίας μας συνερχομένη εις το μέσον μιας ταραχώδους και κρίσιμης εποχής για τον τόπο, την κοινωνία και την ανθρωπότητα γενικώτερα δεν είναι δυνατόν να αντιπαρέλθει και να μην λάβει υπ’ όψιν της μικρά και μεγάλα θέματα του καθημερινού δημόσιου λόγου και ιδιαίτερα τα «μυθεύματα» και τις ανώριμες σκέψεις η αν θέλετε τις ιδεοληψίες και τα παράγωγά τους εις βάρος της Εκκλησίας μας, που θέλουν να μας γυρίσουν εικοσαετίες πίσω.

Την ίδια ώρα που ο ίδιος ο Πρωθυπουργός της Χώρας μας κάνει λόγο για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις και αλλαγές, στο Κοινοβούλιο γίνονται ατέρμονες μονομαχίες για ουσιαστικά της ζωής θέματα, στον ημερήσιο Τύπο και τα Μ.Μ.Ε. υπεύθυνοι η ανεύθυνοι μας βομβαρδίζουν με δημοσιεύματα και ξύλινους λόγους στηριγμένοι σε μυθεύματα και μυθοπλασίες που τους ανέθρεψαν κατά το παρελθόν, πιστεύω, ότι και το σώμα της Ιεραρχίας της Εκκλησίας μας έχει χρέος να εκφράσει τις θέσεις της σε θέματα ουσίας, να εκζητήσει αυτά που της ανήκουν και της πρέπουν, όχι σήμερα αλλά από αιώνες.

Σε ένα καινούργιο κύκλο μιας εποχής που ήδη έχει ανοίξει μπροστά μας τι είναι αυτό που ζητάμε, πως θα εργασθούμε, ποιά είναι τα μέσα και τα μέτρα που θα εφοδιάσουν την ψυχή μας, τον νου μας, τα χέρια μας, την διακονία μας για μία διακονία του λαού μας κάθετη και οριζόντια. Δηλαδή του δρόμου του Ουρανού και εκείνου της ανθρώπινης και πονεμένης κοινωνίας.

Και τούτο με την συναίσθηση, ότι δεν είμαστε η Εκκλησία των αλαθήτων ή των τελείων. Είμαστε η Εκκλησία των μετανοούντων. Και φανέρωση της πραγματικής μετάνοιας δεν είναι να αναμηρυκάζει κανείς το παρελθόν και να μεμψιμοιρεί, αλλά να κοιτά μπροστά κατά το: «όπισθεν επιλανθανόμενοι, έμπροσθεν επεκτεινόμενοι».

Όλοι οι προβληματισμοί που με καλή προαίρεση και πραγματική αγωνία τέθηκαν μπροστά μας, δεν αναιρούν την δική μας υποχρέωση για αυτοκριτική, για αναστοχασμό και για επαναπροσδιορισμό των κινήσεων μας.

Όλα αυτά με παρεκίνησαν να ζητήσω από την Δ.Ι.Σ. της Εκκλησίας μας να είμαι Εισηγητής στην παρούσα σύναξη της Ιεραρχίας μας. Ευχαριστώ τους αδελφούς που το δέχθηκαν.

Το θέμα που θα αναπτύξω είναι:

«ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

ΧΘΕΣ-ΣΗΜΕΡΑ-ΑΥΡΙΟ»


  1. Εκκλησιαστικοί Προβληματισμοί.

Χθες, Σήμερα, Αύριο

 

Οι προβληματισμοί μας, το ενδιαφέρον μας για τα προβλήματα των συναθρώπων μας, οι παρεμβάσεις, οι διαμαρτυρίες, τα παράπονα, ακόμη και οι απαντήσεις μας πολλές φορές δεν γίνονται κατανοητά ή παρεξηγούνται από διάφορους φορείς της δημόσιας ζωής, ακόμη και από θεσμικούς παράγοντες της Πολιτείας, αλλά και ενίοτε οίκοθεν, από ανθρώπους του εκκλησιαστικού χώρου, διότι είτε λόγω παρανοήσεων είτε και λόγω δικών μας εκτροπών του παρελθόντος ή του παρόντος, λησμονείται ότι ο λόγος της Εκκλησίας μας δεν είναι λόγος ενός ιδεολογικού φορέα, δεν είναι ένας άσαρκος φιλοσοφικός στοχασμός, δεν είναι ένα κομματικό μανιφέστο, δεν είναι λόγος διχαστικός και εριστικός, αλλά Λόγος Χριστού, λόγος θεολογικός και βαθύτατα εκκλησιαστικός, και ως εκ τούτου μία ζωντανή και εναργής υπεριστορική μαρτυρία εντός της ιστορίας.

Γι’ αυτό πριν από ο,τιδήποτε άλλο κρίνω απαραίτητο να θέσω το θεολογικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο εδράζονται και μπορούν να γίνουν κατανοητοί όλοι οι περαιτέρω ειδικότεροι προβληματισμοί, που θα σας εκθέσω.


  1. Αποστολή της Εκκλησίας

Για να προχωρήσει κανείς στην διατύπωση καίριων πρακτικών εκκλησιαστικών προβληματισμών οφείλει να τολμήσει να θέσει το πρωταρχικό ερώτημα «τι είναι Εκκλησία» και κατ᾽ επέκταση ποιός είναι ο σκοπός και ποιά η αποστολή της Εκκλησίας μέσα στην ιστορία και πέρα από αυτήν.

Διότι η Εκκλησία πάνω απ᾽ όλα είναι ζωή και η ζωή δεν ορίζεται, αλλά βιώνεται. Βιώνεται μέσα από τον διάλογο, που ο ίδιος ο Κύριος μας ανοίγει με τον άνθρωπο κάθε εποχής προκειμένου να απαντήσει στα μεγάλα υπαρξιακά του προβλήματα και ερωτήματα.

Έρχεται ο Χριστός μέσα στην καρδιά της ανθρώπινης περιπέτειας και αναζήτησης και προκαλεί την ανθρώπινη ελευθερία δίνοντας τους όρους και τα όρια, για να μπορέσει ο άνθρωπος να ζήσει την όντως ζωή: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου. αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. δευτέρα δε ομοία αυτή· αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται».

Όλο το νόημα της ζωής, άρα και η φύση της Εκκλησίας, βρίσκεται σε αυτήν την προοπτική ζωής. Στην αγαπητική κοινωνικότητα και κινητικότητα τόσο στην κάθετη όσο και στην οριζόντια διάστασή της. Ένας κόσμος που μπορεί να στρέψει την ελευθερία του στην αγάπη προς τον Θεό και στην αγάπη προς τον άλλον ανθρωπο είναι η Εκκλησία.

Η Εκκλησία δηλαδή είναι ο κόσμος όπως τον θέλει ο Θεός έως την εσχατολογική ακεραίωσή του. Η Εκκλησία δεν είναι η Βασιλεία αλλά εικόνα Της. Παραπέμπει σε αυτή προληπτικά, προσ-καλεί στην ενθαδική μετοχή της από του νυν και έως του αιώνος. Τα συστατικά στοιχεία αυτής της κοινότητας των εσχάτων διαφοροποιούν ουσιωδώς την Εκκλησία από οποιοδήποτε άλλο θεσμό του κόσμου τούτου, γι᾽ αυτό και πολλές φορές είναι δύσκολο να μας καταλάβουν και να μας κατανοήσουν, και συγχρόνως πολύ εύκολο να μας παρεξηγήσουν, να μας δουν με επιφυλακτικότητα, να μας αντιμετωπίσουν με καχυποψία.

Ασφαλώς εμείς δεν παρεξηγούμε αυτούς που δεν μπορούν να μας καταλάβουν και να μας αποδεχθούν. Δεν είναι εύκολο κανείς να κατανοήσει ότι μπορεί να υπάρχει ένας θεσμός που ενώ τόσο πολύ μπορεί και οφείλει να ομοιάζει εξωτερικά με όλους τους άλλους θεσμούς – να έχει συγκεκριμένη θέση στο πολιτειακό status, να έχει (αυτο)διοίκηση, εσωτερικό δίκαιο και κανονιστική νομοθεσία, δομή και οργάνωση, οικονομική αυτοτέλεια και τεχνογνωσία, κατηρτισμένο προσωπικό και εξειδικευμένα στελέχη – και συγχρόνως μπορεί και οφείλει να διαφέρει τόσο πολύ από όλους τους άλλους θεσμούς, διότι ασκεί μία και μοναδική εξουσία: την εξουσία να αγαπά. Να αγαπά ολοκληρωτικά τον Θεό και απροϋπόθετα τον άνθρωπο.

Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και ως τέτοια ούτε μάχεται ούτε λησμονεί τους υλικούς και ιστορικούς όρους της ιστορίας. Η Εκκλησία προσλαμβάνει, θεραπεύει και αναφέρει στον θρόνο του Θεού τον κόσμο, τις συστατικές προϋποθέσεις και τη λειτουργία τους.

Αυτή η αγαπητική πρόσληψη του κόσμου από την Εκκλησία δεν χωράει διακρίσεις ούτε υπόκειται σε κανενός είδους περιορισμό.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο Κύριος μας στον διάλογό του με τον ανήσυχο άνθρωπο που αναζητάει την αιώνια, την αληθινή δηλαδή ζωή, εξειδικεύει και ερμηνεύει το νόημα της πραγματικής αγάπης μέσα από την παραβολή του καλού σαμαρείτη[1] και απαντά τόσο τολμηρά και ρηξικέλευθα στην πάντοτε επίκαιρη ερώτηση: «τις εστί μου πλησίον».

«Πλησίον» δεν είναι ο ομοεθνής, δεν είναι ο ομόθρησκος, δεν είναι ο ομόγλωσσος, δεν είναι ο ομοϊδεάτης, δεν είναι ο συστρατευμένος σε μία κοινή πεποίθηση η ιδεολογία. «Πλησίον» είναι «ο ποιήσας το έλεος». Όρος και προϋπόθεση της αληθινής ζωής είναι η ευσπλαχνία, η αγάπη η θυσιαστική, αυτή η αγάπη που υπερβαίνει κάθε εγωιστική αγκίστρωση, κάθε προκατάληψη, κάθε εμπόδιο. Ο αλλοεθνής σαμαρείτης γίνεται τύπος και τόπος του Χριστού, για να φανερώσει ότι η Εκκλησία είναι το «πανδοχείον» της αγάπης, αφού δέχεται τους πάντες και τα πάντα, προσλαμβάνει και θεραπεύει τους πάντες και τα πάντα: «το γαρ απρόσληπτον και αθεράπευτον, ο δε ήνωται τω Θεώ τούτο και σώζεται» κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεόλογο.

Συνεπώς η προοπτική αυτή της Εκκλησίας αφορά ανεξαιρέτως στον κάθε τραυματισμένο άνθρωπο κάθε εποχής, τον οποίο σπλαχνίζεται και δένει τα τραύματά του «επιχέων έλαιον και οίνον».

Η Εκκλησία ούτε συσχηματίζεται με την ιστορία καθιστάμενη άθυρμά της, ούτε δραπετεύει από αυτήν· την προσλαμβάνει, «επιβιβάσας αυτήν εις το ίδιον κτήνος», και τη μεταμορφώνει. Μεταμόρφωση σημαίνει την ανακαινιστική διάρρηξη του παρόντος από το μέλλον. Γιατί η Εκκλησία λαμβάνει ταυτότητα από τα έσχατα.

Αυτή η εσχατολογική πραγματικότητα ξεκαθαρίζει με απόλυτη σαφήνεια και κατηγορηματικότητα ότι αιώνια ζωή υπάρχει μόνο στην αληθινή αγάπη: «επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός, και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με»[1].

Η Εκκλησία είναι η αληθινή ζωή στον βαθμό που βιώνει μέσα στην τραγικότητα της ιστορίας αυτήν την εσχατολογική πραγματικότητα. Όταν δηλαδή υπάρχει για τον άνθρωπο και όχι όταν υπάρχει ο άνθρωπος γι᾽ αυτήν. Όταν υπάρχει για τον αναγκεμένο και πονεμένο άνθρωπο κάθε εποχής. Και όταν τον διακονεί αγαπητικά, γιατί στο πρόσωπο του κάθε ελαχίστου αδελφού είναι ο ίδιος ο Χριστός: «εφ᾽ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε»[1].

Ως πυρηνικό στοιχείο κατανόησης το παραπάνω, προσανατολίζει την Εκκλησία στο ραγδαία μεταβαλλόμενο περιβάλλον της παρούσης εποχής. Εκκοσμίκευση, φονταμενταλισμοί, εθνικισμοί, οικολογική κρίση, φτώχεια, πόλεμοι, προσφυγιά, άσκηση κάθε μορφής βίας, οικονομικοί ανταγωνισμοί, σύγκρουση συμφερόντων, μηδενιστική σχετικοκρατία, δικαιωματοκεντρισμός είναι μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά του σπαρασσόμενου κόσμου μας.

Θυμίζει η εποχή μας και ο κόσμος μας αυτόν τον φιλόδοξο νέο, που απομακρύνθηκε από τις ρίζες της πραγματικής ζωής, αυτονομήθηκε από την ασφάλεια και σιγουριά της παραδόσεώς του, και «απεδήμησεν εις χώραν μακράν, και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως»[1].

Η Εκκλησία παραμένει αυτή η ανοιχτή ευσπλαχνική αγκαλιά, που προσμένει τον άνθρωπο να έλθει «εις εαυτόν», να βρει την δύναμη να πει «αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου»[1], να μετανοήσει δηλαδή, να αλλάξει νου, τρόπο σκέψης, νοοτροπίας και ζωής, και από αυτοκαταστροφική θεότητα να μεταμορφωθεί σε κατά χάριν Θεό.

Η Εκκλησία στον σύγχρονο κόσμο της διαρκούς ρευστότητας διαθέτει το ακίνητο – αμετάβλητο (δόγμα) στοιχείο της Αποκάλυψης και το κινητό – μεταβαλλόμενο (ποιμαντική πράξη) στοιχείο της προκειμένου να φανερώνει το είναι Της. Δεν αποτελεί υποχρέωση «προοδευτικότητας» η συνεχής ποιμαντική μέριμνα προσαρμογής στα σύγχρονα δεδομένα αλλά όρο επαλήθευσης της φύσης της Εκκλησίας. Και η εκκοσμίκευση και η απολίθωση είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, που φανερώνουν απουσία του μυστηρίου της Πεντηκοστής: αγιοπνευματική ενότητα εν ετερότητι.

Το ζητούμενο αυτό της ενότητας το διαζωγραφίζουν τα λόγια του Οσίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου ως εξής: «ο Χριστός προσεύχεται στον Πατέρα Του λέγοντας «ίνα ώσιν εν.» Το λέει και το ξαναλέει κι οι απόστολοι παντού το τονίζουν. Αυτό είναι το μεγαλύτερο βάθος, η μεγαλύτερη έννοια που έχει η Εκκλησία. Εκεί βρίσκεται το μυστήριο· να ενωθούν όλοι σαν ένας άνθρωπος εν Θεώ. […] Είμαστε ένα ακόμη και με τους ανθρώπους που δεν είναι κοντά στην Εκκλησία»[1].

Μέσα ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο κινείται και πορεύεται η Εκκλησία του Χριστού, όπου γης, εδώ και είκοσι και πλέον αιώνες. Όποιες και αν είναι οι ιστορικές συνθήκες παρουσίας της Εκκλησίας, όποιο και εάν είναι το πολιτιστικό περιβάλλον κάθε εποχής, όποιες και να είναι οικονομικές περιστάσεις, όπως και αν διαμορφώνονται κατά περίοδο οι ιστορικοί και γεωπολιτικοί συσχετισμοί, η Εκκλησία ακολουθεί αταλάντευτα την πορεία της μέσα στον κόσμο πάνω ακριβώς στο σταθερό θεμέλιο της αγάπης προς τον Θεό και της αγάπης προς τον άνθρωπο.

Η αδιάψευστη εμπειρία της ιστορίας όλης της οικουμένης έχει αποδείξει ότι η Εκκλησία πορεύεται «εν τω κόσμω», αλλά δεν είναι «εκ του κόσμου τούτου». Διότι είναι η Εκκλησία του Χριστού, και ως εκ τούτου «ουκ ήλθε διακονηθήναι», αλλά «διακονήσαι».[1]

Η υπερδισχιλιετής παρουσία της Εκκλησίας μέσα στην οικουμένη δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία διακονία αγάπης εν Χριστώ Ιησού.

Αυτή η διακονία της αληθινής αγάπης και θυσιαστικής προσφοράς, με όλες τις επιμέρους μορφές και εκφράσεις της, δημιούργησε και την λεγόμενη εκκλησιαστική περιουσία, το απαραίτητο υλικό μέσο για την ευόδωση των σκοπών της Εκκλησίας, καθώς η αγάπη της Εκκλησίας δεν είναι ένας άγευστος συναισθηματισμός, μία ανούσια αγαπολογία, αλλά αγάπη σαρκωμένη, αγάπη που σαρκώνεται στα προβλήματα και στον πόνο των ανθρώπων κάθε εποχής.

Σε πολύ λίγα χρόνια συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και την με πολλούς αγώνες δημιουργία του ελληνικού κράτους.

Η Εκκλησία της Ελλάδος με πολλή φρόνηση και σύνεση συγκρότησε ειδική επιτροπή, απηρτισμένη από αξιόλογα στελέχη της, Κληρικούς και λαϊκούς. Επιλογή τους ήταν με σύμφωνη γνώμη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου να πραγματοποιείται κατ᾽ έτος σχετικό με το θέμα συνέδριο, να εκδίδεται κατ᾽ έτος σχετικός τόμος με τις ανακοινώσεις των συνεδρίων, με στόχο το έτος 2021 να έχουν εκδοθεί δέκα τόμοι που θα αναφέρονται στο μεγάλο αυτό γεγονός και σε ο,τι συνδέεται με αυτό.

Η Ελληνική Επανάσταση και η πορεία αυτών των διακοσίων περίπου ετών μέχρι σήμερα αποτελεί μία πολύτιμη εμπειρία, που φανερώνει το πώς η αγάπη της Εκκλησίας σαρκώνεται μέσα στην ιστορία, αλλά και το πώς οι πειρασμοί της ιστορίας στέκονται απέναντι στην Εκκλησία και την προσφορά της, τότε αλλά και κυρίως σήμερα…

Η ελευθερία αυτού του έθνους ποτίστηκε από το αίμα και την ψυχή των ποιμένων της Εκκλησίας, η οποία ενέπνευσε και τους υπόδουλους Έλληνες.

«Εβδομήντα τρεις Αρχιερείς έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα, σαράντα δύο αρχιερείς υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους, βασανιστήρια, εξορίες κλπ. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες (Γρηγόριος ο Ε´και Κύριλλος ο ΣΤ´) και σαράντα πέντε Αρχιερείς (Μητροπολίτες) εκτελέσθηκαν ή έπεσαν σε μάχες.

Κατά τον Γάλλο Πρόξενο Πουκεβίλ οι κληρικοί θύματα του Αγώνα ανέρχονται συνολικά σε έξι χιλιάδες».

Κατά τον τούρκο Μώραλη Μελίκ Μπέη «τον λαόν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν οι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετά τούτων οι έμποροι, οι πρόκριτοι, και κυρίως οι Μητροπολίται και γενικώς οι ανήκοντες εις τον κλήρον, δηλαδή οι πραγματικοί ηγέται του Έθνους».

Ο δε Ζανί Ζαντέ σημειώνει «τα σχέδια ετηρούντο μυστικά μεταξύ του Πατριάρχου, των Μητροπολιτών, των Παπάδων, των Δημογερόντων».

Δεν θα πρέπει επίσης να λησμονείται ότι το νέο ελληνικό κράτος δεν θα μπορούσε να έχει υπόσταση και να κάνει όχι μόνο τα πρώτα, όπως αποδεικνύεται από τα ιστορικά στοιχεία, αλλά και τα επόμενα βήματά του, αν δεν υπήρχε η τεράστια προσφορά της Εκκλησίας και της περιουσίας της.

Αυτό τουλάχιστον βεβαιώνουν και αποδεικνύουν ιστορικά κείμενα, γεγονότα και πηγές.

 

  1. Συνεργασία Εκκλησίας – Πολιτείας

 

Με την υποταγή της Βυζαντινής στην Οθωμανική αυτοκρατορία η τύχη των υπόδουλων Ελλήνων αφέθη στα χέρια του Οικουμενικού Πατριάρχου, υπευθύνου πλέον για την διοίκηση, την καθοδήγηση και την φροντίδα των προβλημάτων του.

Οι κοινότητες των υποδούλων που άρχισαν αργότερα σιγά-σιγά να δημιουργούνται, σχημάτισαν την φύτρα δημιουργίας φορέων συνεργασίας και συναλληλίας για την ανάπτυξή τους.

Μέσα από αυτές τις δομές θα καλλιεργηθεί ο έρωτας για την ελευθερία, η σιωπηλά αναδυόμενη προεπαναστατική περίοδος, το ξέσπασμα της Επαναστάσεως, η απόκτησις της Ελευθερίας. Κυρίαρχο σύνθημα του αγώνος ήταν το «Για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία».

 

Ο Ανδρούσης Ιωσήφ.

Ήταν από τους πολύ λίγους επισκόπους που σώθηκε από τις τουρκικές φυλακές της Τριπολιτσάς αλλά και ο θεμελιωτής της ιδέας της αγνής συνεργασίας (συναλληλίας) Πολιτείας και Εκκλησίας για το καλό και την πρόοδο του γένους.

Ως μινίστρος (Υπουργός) της Θρησκείας γράφει στις 15 Μαρτίου 1828: «Προς τον εκλαμπρότατον του Εκκλησιαστικού».

« . . . Επειδή το έθνος ει μεν έχει τώρα παρά ποτέ την μεγίστην ανάγκην και δείται χρημάτων όσων εις απάντησιν των δεινών και δεν υπάρχουν άλλοθεν δανεισταί, κρίνω συμφέρον και αναγκαίον  και όσιον το να εξαργυρωθώσιν εκ των ιερών σκευών μερικά, δια τα οποία να δώση το Γένος εις τους πατέρας εθνικάς ομολογίας και να λάβη τούτα τα αργυρά σκεύη οίον κανδήλας αργυράς, θυμιατήρια, ζώνας, δίσκους, θήκας ιερών λειψάνων και άλλα όμοια, επειδή ταύτα, αν, ο μη γένοιτο, αποτύχη το Γενός, θέλουσι μείνει των τυχόντων, ευδοκιμήσαι όμως, δύναται να αναπληρώση συν τόκω το δάνειον . . . ».

Τη 15 Μαρτίου (1852) εν Κορίνθω

Ο Μινίστρος της Θρησκείας Ανδρούσης Ιωσήφ

Η πρότασις του Μινίστρου της Θρησκείας έγινε αποδεκτή και έτσι η:

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΤΟ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΝ ΣΩΜΑ ΕΘΕΣΠΙΣΑΤΟ:

 

Επειδή νέος στόλος εχθρικός, εκπλεύσας από τον Ελλήσποντον, διευθύνεται καθ’ ημών˙

Επειδή ο άσπονδος ημών εχθρός, καίτοι επιμένει νικηθείς από τα όπλα μας, επιμένει μεταχειριζόμενος όλα τα δυνατά μέσα, δια να εκπληρώση τους εκδικητικούς αυτού σκοπούς εναντίον της πατρίδος και της ιεράς ημών θρησκείας.

Επειδή, εφ’ όσον φαίνεται μεγαλυτέρα η επιμονή του εχθρού προς κατόρθωσιν των αδίκων και ανοσίων σκοπών του, επί τοσούτον και ημείς, θαρρούντες εις την θείαν αντίληψιν, εις το δίκαιον του επιχειρήματος και εις τας προτητέρας μας τύχας, να διπλασιάσωμεν την προθυμίαν μας, και να δείξωμεν εις τον εχθρόν και εις όλον τον κόσμον, ότι απεφασίσαμεν να θυσιάσωμεν το παν, δια να υπερασπισθώμεν την πίστιν, πατρίδα, ελευθερίαν, τιμήν, τα υπάρχοντα και την ιδίαν μας ύπαρξιν.

Επειδή, ομολογουμένως, το αρμοδιώτερον μέσον εις ματαίωσιν των σκοπών του εχθρού είναι η ταχίστη έκπλευσις του εθνικού στόλου, η δε στέρησις των χρημάτων είναι το μόνον εμπόδιον του αναγκαίου τούτου επιχειρήματος, και επομένως μας αναγκάζει να προσδράμωμεν εις αμέσους πηγάς, όσον ειμπορούν να μας δώσωσιν εκ του προχείρου την απαιτουμένην χρηματικήν ποσότητα˙ επειδή μόναι άμεσοι πηγαί, οπού πρέπει να κατεφύγωμεν εις τοιαύτην κατεπείγουσαν χρείαν, είναι ο χρυσός και ο άργυρος των Μοναστηρίων και Εκκλησιών, μέταλλα, τα οποία γινόμενα νομίσματα, προσφέρουσι το ετοιμότατον μέσον δια να πλουτήση το εθνικόν ταμείον, και ούτω να κατασταθή επιτήδειον εις το να παρέξη τας απαιτουμένας δαπάνας προς υπεράσπισιν της πατρίδος˙ η δε αφαίρεσις αύτη του χρυσού και του αργύρου, απλών κοσμημάτων και έργων πολυτελείας θεωρουμένων, δεν αντιβαίνει ποσώς εις το προς την αγίαν Εκκλησίαν οφειλόμενον σέβας, της οποίας ο θεμελιωτής και νυμφίος ηγάπησε την απλότητα, ταπείνωσιν και πτωχείαν.

Επειδή το συμφέρον και η σωτηρία της πατρίδος είναι σφικτά ενωμένα με την ύπαρξιν και λαμπρότητα της θρησκείας, και εάν εκείνη χαθή, αύτη βεβαίως καθυβρίζεται και καταπιέζεται, ώστε και μόνος αυτός ο ισχυρός και αναντίρρητος λόγος δικαιώνει ικανώς τα προς σωτηρίαν της Πατρίδος λαμβανόμενα μέτρα:

α: Όλα τα χρυσά και αργυρά σκεύη των Μοναστηρίων και Εκκλησιών, των κατά πάσαν την ελληνικήν επικράτειαν, να δοθώσιν εις το εθνικόν ταμείον.

β: Τα αυτά σκεύη η το αντίτιμον αυτών εξ εθνικών κτημάτων να αφιερωθώσι πάλιν εις τα Μοναστήρια και Εκκλησίας, αφ’ ων ελήφθησαν, μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων της Πατρίδος.

γ: Εξαιρούνται από τον αριθμόν των ειρημένων σκευών αι εικόνες, τα ιερά δισκοπότηρα και αι λαβίδες.

…………………………………………………………………………………………………..

Η πρωτοβουλία και σωτήρια αυτή ενέργεια του Ιωσήφ Ανδρούσης απέφερε οκτακόσιες (800) οκάδες χρυσού και αργύρου, που ετέθησαν στην διάθεση του Εθνικού Ταμείου «ώστε αυτό, κατά τον σκοπόν, να κατασταθή επιτήδειον εις το να παρέξη τας απαιτουμένας δαπάνας προς υπεράσπισιν της πατρίδος».

Αναφερόμενος ο ιστορικός (Κωνσταντίνος Οικονόμου) στο συγκλονιστικό αυτό γεγονός το περιγράφει απλά:

«Και συνεισέφερον προθύμως αι κατά τόπους Εκκλησίαι και Μοναί: λυχνίας αργυράς, και κηροπήγια και ει τι των εντός της Θείας Τραπέζης καθιερωμένων χρυσών και αργυρών, επαρκούσαι προς διατροφήν των αγωνιζομένων πενήτων, και κουφίζεσθαι το δυνατόν τας φοβεράς ανάγκας του πολέμου. Συνήχθησαν δε περίπου λίτραι δισχίλιαι τετρακόσιαι (ή 800 οκάδες) αργύρου και χρυσού και νόμισμα από τούτων ήθελον κόπτειν».


  1. Η Δ Ἐθνοσυνέλευσις των Ελλήνων στο Άργος

(11 Ιουλίου 1829)

 

Στις εργασίες αυτής της Εθνοσυνέλευσης, στην οποία συμμετείχαν και αρκετοί Αρχιερείς, φαίνεται η επικράτηση του πνεύματος συνεργασίας Εκκλησίας και Πολιτείας όπως το εξέφρασε ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ και αποδεικνύεται περίτρανα από τις αποφάσεις της. Εκεί διαβαζουμε:

« …πολλά περί πολλών εψηφίσθησαν προς επανόρθωσιν της πατρίδος· εξετασθέντος δε και του προβλήματος πόθεν αν έχοι η Κυβέρνησις ασφαλή και διαρκή τον πόρον εις βελτίωσιν της παρούσης καταστάσεως των Εκκλησιών και της Παιδείας» απεφάσισε:

«Γ’  Ἡ Κυβέρνησις θέλει συστήσει Γαζοφυλάκιον υπό την ιδίαν την άμεσον διεύθυνσιν, εις το οποίον θέλει αποτίθεσθαι τα επί των κληροδοσιών και τα από των ιερών καταστημάτων (Μοναστηριών, Εκκλησιών) συλλεγόμενα χρήματα προσδιωρισμένα εξηρημένως εις βελτίωσιν του Ιερατείου, εις προικισμόν του Ορφανοτροφείου, εις υποστήριξιν των Αλληλοδιδακτικών σχολείων, Σχολείων τυπικών, Σχολείον δια τους εκκλησιαστικούς, πολιτικούς κ. ά.»

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας που ήλθε στην Ελλάδα στις 5 Ιανουαρίου 1828, απηύθυνε στις 8 Οκτωβρίου 1829 εγκύκλιον «Προς τους ιερωτάτους Μητροπολίτας, Θεοφιλεστάτους Επισκόπους και Εκκλησιαστικούς Τοποτηρητάς στην οποίαν μεταξύ των άλλων λέγει:

« . . . Το υπ’ αριθ. ΙΑ ψήφισμα της εις το Άργος Δ  Εθνικής των Ελλήνων συνελεύσεως σκοπόν έχει την βελτίωσιν της καταστάσεως της Εκκλησίας και του Κλήρου.

Προθυμούμενος να ενεργήσωμεν όσον τάχιστα το ψήφισμα τούτο, κατεστήσαμεν δια του ΛΔ  ψηφίσματος την επί των Εκκλησιαστικών πραγμάτων και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείαν, θεωρούντες τας δύο ταύτας υπηρεσίας αχωρίστους, ως μίαν έχουσαν αρχήν, τον πατέρα των φώτων, και προς ένα συντρεχούσας σκοπόν, την ηθικήν των πολιτών διαμόρφωσιν, ήτις είναι η βάσις της κοινωνικής και πολιτικής του έθνους επανορθώσεως».

. . . . . . . .

«Προσκαλείσθε και ημείς σεβάσμιοι Ιεράρχαι, να διευθύνησθε προς την Κυβέρνησιν δια της Υπηρεσίας ταύτης καθ’ όσον ανάγεται εις την σφαίραν των καθηκόντων της, χορηγούντες όλας τας πληροφορίας, δι’ ων θέλει δυνηθή να συντελέση εις τον σκοπόν του Έθνους και της Κυβερνήσεως, όστις είναι η βελτίωσις των αναγκαίων εις τους λειτουργούς του Θεού, ίνα σχολάζοντες των βιοτικών μεριμνών ενασχολώνται επιμελέστερον περί την υπηρεσίαν των θείων και την των ψυχών παιδαγωγίαν και προστασίαν».


  1. Το Νέο Πνεύμα

 

Μετά τη δολοφονία του πρώτου Κυβερνήτου της χώρας μη φαντασθήτε, ότι αφέθη η πρωτοβουλία στους Έλληνες να επιλέξουν την διαδοχή του.

Ο ιστορικός Charles A. Frazee με το εξαίρετο βιβλίο του «Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος» φανερώνει με πηγές από τα αρχεία των πρεσβειών Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας τις δραστηριότητες και πρωτοβουλίες για την πλήρωση της κενωθείσης θέσεως του νέου Κυβερνήτου της Ελλάδος.

Το χειμώνα του 1831 οι αντιπρόσωποι των μεγάλων δυνάμεων (ερήμην των Ελλήνων) διαβουλεύονταν με σκοπό να επιβάλλουν τον μελλοντικό Κυβερνήτη της χώρας μας. Μετά την άρνηση του πρίγκιπος Λεοπόλδου σκέφθηκαν τον δευτερότοκο γιο του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου, ο οποίος δέχθηκε την πρότασιν των πρεσβευτών υπό τον όρον ότι ο γιος του Όθωνας θα συνοδευόταν αφ’ ενός μεν από Αντιβασιλεία, γιατί ήταν μόνο δεκαέξ χρόνων και αφ’ ετέρου από ένα βοηθητικό σώμα Βαυαρών στρατιωτών. Οι ίδιες ξένες δυνάμεις κατά τα συμφέροντά τους φρόντισαν να επιλεγούν ως Αντιβασιλείς άνθρωποι ευνοούμενοι των Κυβερνήσεών των. Αυτοί ήσαν ο συνταγματάρχης Εϋδεκ, ο Μάουρερ, μέχρι τότε κυβερνητικός αξιωματούχος στο Μόναχο και ο κόμης Ιωσήφ Άρμανσπεργκ.

Επιλεγμένοι στόχοι της Αντιβασιλείας ήσαν α) η αποκοπή της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, β) το κλείσιμο των Ορθοδόξων  Μοναστηριών και δήμευση της περιουσίας των, γ) ο ασφυκτικός διοικητικός έλεγχος της Εκκλησίας εν παντί. Γι’ αυτό και ωμολόγησε τα εξής: «Και όσο για μένα, πείστηκα ότι αυτό το παγκοσμίου σημασίας ιστορικό κείμενο θα σφραγίση την αρχή μιας νέας εποχής και όχι μόνο την Ελληνική Εκκλησία».

Ο πρωταρχικός αρχιτέκτονας της εκκλησιαστικής διαμόρφωσης στην Ελλάδα ήταν ο αντιβασιλέας Georg Μάουρερ, ένας Γερμανός Προτεστάντης με νομική κατάρτιση, που την απέκτησε στη Γαλλία του Ναπολέοντα. Στο επιστημονικό του πεδίο ήταν μεγαλοφυΐα. Σε διάστημα μικρότερο από χρόνο, είχε συντάξει όχι μόνο το καταστατικό της Εκκλησίας αλλά και έναν αστικό κώδικα που η αξία του απεδείχθη μεγάλη για πολλά χρόνια.

Τώρα που δημοσιεύθηκαν τα αρχεία της περιόδου εκείνης αποκαλύπτονται το έργον των ξένων δυνάμεων και ο σημαντικός ρόλος των πρεσβευτών τους στην τραγική πορεία των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Πρώτη επιδίωξη του Μάουρερ ήταν η αποκοπή  της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Και τούτο γιατί σύμφωνα με τη γνώμη του, ήταν φανερό σε όλους, ότι η Ρωσία είχε επεκτατικά ενδιαφέροντα σε βάρος των Οθωμανών και ότι αυτή η χώρα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τους Ορθοδόξους πληθυσμούς των Βαλκανίων για να επιτύχει τον σκοπό της. Πολλοί Έλληνες κληρικοί ήταν αφοσιωμένοι στη Ρωσία και θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τις φιλοδοξίες των Ρώσων σ’ αυτή την περιοχή. Ο Μάουρερ υποστήριζε ότι ο τσάρος θα μπορούσε εύκολα να χρησιμοποιήσει τον διορισμό του Πατριάρχη ως μέσο για να ελέγχει την Ελληνική Εκκλησία, έτσι ώστε ο μόνος τρόπος που υπήρχε για το καινούργιο κράτος της Ελλάδος να αποκρούσει αυτήν την πίεση θα ήταν μία Σύνοδος ανεξάρτητη από την Κωνσταντινούπολη. Ο Μάουρερ, ως προτεστάντης έβλεπε την Εκκλησία ως υπηρεσία και υφιστάμενο του Κράτους. Ο δε Γάλλος υπουργός εσχολίασε ως εξής το θέμα: «ο χωρισμός της Ελληνικής Εκκλησίας από την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, πράγμα στο οποίο η Αντιβασιλεία είχε προσδώσει τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα, ο πρωταρχικός σκοπός του οποίου είναι εμφανώς να μετακινήσει τους μελλοντικούς ισχυρούς τρόπους επιρροής της Ρωσσίας». Στο έργο αυτό συνεργάστηκαν άριστα οι πρεσβευτές της Αγγλίας και της Γαλλίας. Για τους λόγους αυτούς προώθησαν την «Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας που δημοσιεύθη στις 23 Ιουλίου (4 Αυγούστου) 1833.

Στο άρθρο 1: Η ορθόδοξος Ανατολική Αποστολική Εκκλησία του Βασιλείου της Ελλάδος εν πνεύματι μεν αναγνωρίζει ως κεφαλήν τον Κύριον και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν, κατά δε το διοικητικόν μέρος έχει αρχηγόν τον Βασιλέα της Ελλάδος . . .».

Κατά το 2 άρθρο: Η υπέρτατη Εκκλησιαστική εξουσία εναπόκειται υπό την του Βασιλέως κυριαρχίαν εις χείρας Συνόδου διαρκούς, φερούσης το όνομα «Ιερά Σύνοδος του Βασιλείου της Ελλάδος».

Στα άρθρα 6 και 7: Γίνεται λόγος για τον Βασιλικόν Επίτροπον, ο οποίος προεδρεύει εις όλας τας συνεδριάσεις της Συνόδου και αντιπροσωπεύει παρ’ αυτήν την Κυβέρνησιν. Κάθε πράξις γενομένη εν απουσία του είναι άκυρος.

Συνολικά υπήρχαν είκοσι πέντε άρθρα που το καθένα απ’ αυτά υποδούλωνε όλο και πιο πολύ την Εκκλησία στην Πολιτεία. Αν υπήρξε ποτέ μια Εκκλησία χωρίς κύρος και σε πλήρη εξάρτηση από την Πολιτεία, αυτό έγινε στην Εκκλησία της Ελλάδος με το καταστατικό του Μάουρερ.

Για να μην σας καταπονήσω δεν θα σταθώ στα του Συνοδικού Τόμου παρά μόνον εις όσα αναφέρονται εις τα περί διοικήσεως της Εκκλησίας ημών. « . . . η εν τω Βασιλείω της Ελλάδος Ορθόδοξος Εκκλησία αρχηγόν έχουσα και κεφαλήν, ως και πάσα η καθολική και Ορθόδοξος Εκκλησία, τον Κύριον και Θεόν και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν, υπάρχη του λοιπού κανονικώς αυτοκέφαλος υπερτάτην Εκκλησιαστικήν αρχήν γνωρίζουσα Σύνοδον διαρκή, συνισταμένην εξ Αρχιερέων προσκαλουμένων αλληλοδιαδόχως κατά τα πρεσβεία της χειροτονίας, πρόεδρον έχουσαν τον κατά καιρόν ιερώτατον Μητροπολίτην Αθηνών, και διοικούσαν τα της Εκκλησίας κατά τους θείους και ιερούς Κανόνας ελευθέρως και ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως». . .

Οι όροι που έθετε ο Τόμος δεν ήταν αρεστοί στον βασιλιά Όθωνα, όμως δεν ήθελε να τους απορρίψει στα φανερά γιατί θα προκαλούσε θύελλα διαμαρτυριών στην Ελλάδα. Κατέφυγε στη μέθοδο της καθυστέρησης. Τώρα που η Εκκλησία είχε αναγνωριστεί, η κυβέρνηση θα μπορούσε να προχωρήσει με νόμους τις εσωτερικές αλλαγές μ’ ένα βραδύ ρυθμό. Δεν ήταν υπέρ του Όθωνα το γεγονός ότι ανατράπηκε τελείως το Καταστατικό του Μάουρερ του 1833.

Λίγες μέρες μετά τη λήξη των συνεδριάσεων ο Όθωνας αναχώρησε για το εξωτερικό και η βασίλισσα Αμαλία ανέλαβε τις βασιλικές ευθύνες.

Ενώ αναμενόταν η επιστροφή των απεσταλμένων από την Κωνσταντινούπολη στην Αθήνα με τα έγγραφα, ο Sir Thomas Ουάϊς έγραφε στο Λονδίνο, πως οι προφορικές αναφορές για τον Τόμο και το περιεχόμενό του είχαν προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στην Αθήνα, επειδή οι οδηγίες που είχαν δοθεί στους διαπραγματευτές ήταν πως η αναγνώριση, έπρεπε να παραχωρηθεί «χωρίς οποιοδήποτε όρο και συνθήκη» και σύμφωνα με το δεύτερο άρθρο του Συντάγματος που απαγόρευε στην Εκκλησία να τεθεί υπό ξένην εκκλησιαστική εξουσία. Τώρα, όπως έγραφε, η ελληνική κυβέρνηση ακούγοντας το αποτέλεσμα, θεωρούσε ότι η αναγνώριση, αν και είχε επιτευχθεί, ήταν «κατά κάποιο τρόπο το αντίθετο απ’ αυτό που σκόπευε και προσδοκούσε η Μεγαλειότης Του». Η συνέπεια των διαδικασιών αυτών ήταν ότι «οι υπουργοί και η αυλή είχαν πέσει στη μεγαλύτερη σύγχυση. Ο Αιών και τα ρωσικά όργανα και οι πράκτορες είναι γεμάτοι αγαλλίαση ενώ η συνταγματική μερίδα (αγγλική), διαιρεμένη ως προς τις γνώμες για τις αιτίες και τις συνέπειες, φαίνεται ως προς το μεγαλύτερο μέρος της αδρανής, μέχρι να έρθουν οι επίσημες πληροφορίες και η κυβέρνηση να αναλάβει δράση για να ανακτήσει τον έλεγχο της κατάστασης». Πολλοί είδαν σ’ αυτό ένα στρατήγημα της ρωσικής πολιτικής για να σύρει την Εκκλησία και μέσω της Εκκλησίας το Έθνος, υπό τον έλεγχό της.

Κυβερνητικοί αξιωματούχοι είπαν στον Ουάϊς, ότι πρότειναν να καθυστερήσουν την άφιξη των εγγράφων και των διαπραγματευτών μέχρις ότου τοποθετηθεί μία καινούργια Σύνοδος. Αυτό θα έδινε χρόνο στην Κυβέρνηση να επεξεργαστεί την περαιτέρω πολιτική της. Ο Βρετανός πρεσβευτής δεν μπορούσε να εξηγήσει το γιατί ο απεσταλμένος της ίδιας κυβέρνησης θα έπρεπε να αποδεχθεί τους όρους του Τόμου. «Η συμπεριφορά, γράφει, του Δεληγιάννη θεωρείται πολύ ανεξήγητη. Μερικοί πιστεύουν πως έχει απατηθεί, άλλοι ότι έχουν απατηθεί οι συνάδελφοί του και η κυβέρνηση από την ρωσική διπλωματία και από συνωμοσίες». Πιστεύει ότι ο Όθωνας θα ακολουθήσει «τη συνηθισμένη του πολιτική της χρονοτριβής . . . Αν έτσι γίνουν τα πράγματα, τότε τα δύο λάθη θα διαπραχθούν, η θεληματική συναίνεση στην πρόταση και η τόσο καθυστερημένη συμφωνία που δεν μπορεί να δώσει κανένα ευεργέτημα στον ίδιο και στη χώρα».[1]

Ο Γάλλος πρεσβευτής Σαμπατιέ με την αναφορά του που έστειλε στο Παρίσι, φαίνεται ότι η άποψή του ήταν παρόμοια με εκείνη των Βρετανών. Γράφει: «Είναι βέβαιο ότι ο Μ. de Titov, ήταν ο μεγάλος υποκινητής όλης αυτής της υπόθεσης στην Κωνσταντινούπολη και ότι η ρωσική επιρροή έχει υπαγορεύσει το πατριαρχικό διάταγμα. Ο Δεληγιάννης απομωράθηκε ή αποπλανήθηκε. Η ελληνική κυβέρνηση, πιεσμένη από τις περιστάσεις έχει αποδεχθεί τα πάντα για να κερδίσει χρόνο, αλλά η διαδικασία δεν έχει τελειώσει και πρέπει να κριθεί ως το τελευταίο σημείο στην επόμενη συνέλευση». Ο Σαμπατιέ πίστευε ότι οι Ρώσοι πιθανώς να εξασκούσαν ισχυρή επιρροή στην Ελλάδα μόλις τοποθετείτο η Σύνοδος σύμφωνα με τους όρους του Τόμου.

Ο Αρχιμ. Μισαήλ Αποστολίδης και ο Δεληγιάννης έφθασαν στον Πειραιά στις 16 Ιουλίου φέρνοντας τον Τόμο και τα άλλα έγγραφα. Ο Όθωνας συζήτησε με το Δεληγιάννη πάνω από δύο ώρες για όσα συνέβησαν στο Φανάρι και κατόπιν, προς κατάπληξη όλων, τους ανήγγειλε ότι επρόκειτο να λείψει για δύο μήνες από την Ελλάδα και ότι τη θέση του αντιβασιλέα θα την ανελάμβανε η βασίλισσα Αμαλία.

Ο Όθωνας επέστρεψε στην Ελλάδα από το ταξίδι του στη Δύση μετά τον Μάϊο του 1851, χωρίς όμως διάθεση να κινήσει διαδικασίες για την απαραίτητη νομοθεσία για τον Τόμο.  Ο Αιών κατάλαβε την πολιτική του Όθωνα και διακήρυξε την καταγγελία του: «τα Εκκλησιαστικά νομοσχέδια κοιμώνται εις τον συνήθη βαρύν ύπνον ουδέποτε εξυπνήσοντα. Ποίος δε, και α λίγον συλλογιζόμενος άνθρωπος, ήλπισε ποτέ να ίδη αυτά επιψηφιζόμενα και εφαρμοζόμενα»[1].

Ο Βαυαρός απεσταλμένος Maximilian Pergler von Perglas κατάλαβε επίσης την πολιτική του Όθωνα και ειδοποίησε σχετικά τον Λουδοβίκο ΙΙ: «…θα είναι καταστροφικό για την Ελλάδα, αν αναγκαστεί να εφαρμόσει τον Τόμο κατά γράμμα, όπως θέλει το κόμμα των Ναπαίων, το όργανο των Ρώσων».

Ο Ουάις, ο βρετανός πρεσβευτής και ο Forth Ρενάν ο Γάλλος πρεσβευτής παρακινούσαν τον Όθωνα και τους φιλελευθέρους του υπουργικού σώματος να τροποποιήσουν τα του τόμου.  Ο Ουάϊς συμβούλευε: «τα πνευματικά όπλα δεν είναι εύκολο να συγκριθούν με τα κοσμικά και άπαξ ξεφύγουν από τα χέρια της εξουσίας, είναι δύσκολο να τα ξανακερδίσουν». Τελικά επεκράτησεν η άποψις των πρεσβειών και ο Νόμος ΣΑ (201) παρέλειπε κάθε αναφορά στον Τόμο.

Τελικά μετά πολλές παλινωδίες εψηφίσθη στις 9 Ιουνίου 1852 ο νόμος χωρίς ουσιαστικά σεβασμό του Πατριαρχικού τόμου πλην μερικών ανώδυνων λεπτομερειών.

Απόδειξις τούτου το άρθρο Ϛ  πού έχει ως εξής:

«Παρά τη ιερά Συνόδω διορίζεται υπό του Βασιλέως Βασιλικός επίτροπος, όστις, πριν ή αναλάβη τα καθήκοντά του, δίδει ενώπιον του Βασιλέως τον νενομισμένον όρκον του δημοσίου υπαλλήλου.

Επειδή δε εις την υπερτάτην Βασιλικήν εξουσίαν, εις ην εναπόκειται η Κυριαρχία του Κράτους, ανήκει και η εποπτεία εφ’ όλων των εντός του Βασιλείου γινομένων, ο Βασιλικός Επίτροπος έχει το καθήκον να παρευρίσκεται, άνευ ψήφου, εις όλας εν γένει τας συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου, και να προσυπογράφεται εις όλα τα πρωτότυπα των παρά της Ιεράς Συνόδου εκδιδομένων αποφάσεων και πράξεων, αναγομένων είτε εις τα εσωτερικά είτε εις τα εξωτερικά αυτής καθήκοντα.  Πάσα δε απόφασις η πράξις της Ιεράς Συνόδου γινομένη εν απουσία του Βασιλικού Επιτρόπου, η μη φέρουσα την προσυπογραφήν αυτού, είναι άκυρος».  Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος θα σημειώσει: «Κατά ταύτα λοιπόν οι μεν θείοι της Εκκλησίας θεσμοί εφιμώθησαν» στην πράξη επανελήφθη ο καταστατικός χάρτης του Μάουρερ που υποστήριζε ότι πολλές δραστηριότητες της Εκκλησίας έχουν διπλή όψη, θρησκευτική και κοσμική.  Γι’ αυτό όλες αυτές οι ενέργειες πρέπει να υπόκεινται στον έλεγχο της πολιτείας και αν αποδειχθούν επιζήμιες για το δημόσιο συμφέρον να μπορεί  η πολιτεία να θέσει βέτο. Σ’ ένα σχετικό κατάλογο, που προκαλεί έκπληξη, σ’ αυτές τις δραστηριότητες συμπεριλαμβάνονται «διάταξις περί της εξωτερικής λατρείας, περί του καιρού αυτής, του τόπου εις ον, του αριθμού κ.λ.π., τη σύσταση μοναστηριών, τις χειροτονίες, την τέλεση λιτανειών, την εκπαίδευση των κληρικών, …..απαγορεύτηκε στους κληρικούς η αλληλογραφία και κάθε άμεση επαφή «με εξωτερικάς κοσμικάς η Εκκλησιαστικάς Αρχάς». Και το σπουδαιότερο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σύναξις των Αρχιερέων χωρίς έκδοση σχετικού βασιλικού η προεδρικού διατάγματος».

Συνολικά υπήρχαν στον Καταστατικό Χάρτη είκοσι πέντε άρθρα που το καθένα απ’ αυτά υποδούλωνε όλο και πιο πολύ την Εκκλησία στην πολιτεία.  Αν υπήρξε ποτέ μία Εκκλησία χωρίς κανένα κύρος και σε πλήρη εξάρτηση από την πολιτεία, αυτό έγινε στην Εκκλησία της Ελλάδος με το καταστατικό του Μάουρερ. Αυτή η βαβυλώνειος αιχμαλωσία η ιδιότυπη πατρωνία της διήρκεσε μέχρι το 1910 που ο Ελευθέριος Βενιζέλος απευθυνόμενος προς το λαό της Αθήνας είχε προσδιορίσει τους βασικούς άξονες της Εκκλησιαστικής πολιτικής της παρατάξεώς του λέγοντας «….Εκκλησία εστερημένη εσωτερικής ζωής περιορισμένη εις ξερούς τύπους και της οποίας ο ενοριακός ιδία κλήρος κατατρυχόμενος υπό πενίας και αμαθείας είναι εντελώς ανίκανος όπως εξυπηρετή την υψηλή αυτής αποστολήν». Η φιλοβενιζελική εφημερίδα «Πατρίς» σε πρωτοσέλιδο άρθρο της με τίτλο «το Γουδί της Εκκλησίας» έγραφε: «Μετά το Γουδί της Πολιτείας όπερ έφερεν στη σημερινή ανόρθωση, ήτο επιβεβλημένο ανάλογο κίνημα προς ανόρθωση της Εκκλησίας, ήτις πρέπει εν πάση στιγμή να συμβαδίζη μετά του Κράτους εις την οδόν του μεγαλείου …. διότι είναι καιρός να ανορθωθώσι και να εξυγιανθώσι τα της Εκκλησίας συμφώνως με τας υγιείς αντιλήψεις.  Δεν πρέπει να λησμονώμεν ποτέ, ότι η θρησκεία υπήρξε δια την ελληνική φυλή ο ακρογωνιαίος λίθος της αντοχής της εις τας δοκιμασίας και του σθένους της δια την πρόοδον.  Και σήμερον υπέρποτε το ελληνικόν έθνος έχει ανάγκην Εκκλησίας κύρους και περιωπής, δια να συνεχίση τον αγώνα της επικρατήσεως, τον οποίον υπό τόσους αισίους οίωνούς ήρχισε».

Αφού επετεύχθη ο πρώτος στόχος της αντιβασιλείας που ήταν η αποκοπή της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ετέθη εις ενέργεια ο δεύτερος στόχος, που ήταν το κλείσιμο των ορθόδοξων μοναστηριών και η δήμευση της περιουσίας των, κινητής και ακινήτου, με ληστρικό μάλιστα τρόπο.  Ο συνολικός αριθμός των μοναστηριών που διαλύθηκαν από την κυβέρνηση με το διάταγμα της 25 Σεπτεμβρίου 1833 ήσαν 412.  Στις αρχές του 1834 άρχισαν οι δημεύσεις. Όλων τούτων των προϊόντων (έσοδα εκποιήσεων και φόρων) η είσπραξις θέλει αφεθή καταλλήλως εις τους Νομάρχας, δι’ ων θέλουν αποστέλλεσθαι εις το Ταμείον της Επικρατείας, το οποίον θέλει κρατείν περί τούτων ιδιαίτερον λογαριασμόν. Η διαχείρισις των προς βελτίωσιν των Εκκλησιαστικών και των σχολείων προσδιωρισμένων τούτων εισοδημάτων ανήκει αποκλειστικώς εις την ημετέραν επί των Εκκλησιαστικών και της παιδείας Γραμματείαν. Εν Ναυπλίω τη 25 Σεπτεμβρίου (7 Οκτωβρίου) 1833.[1]

Τα μέτρα κατά την Σύνοδον θα γίνουν σύμφωνα προς το άρθρον γ του ΙΑ ψηφίσματος της εν Άργει Εθνικής Συνελεύσεως.

Κατά την παράγραφον 3 (τρία) των Πρακτικών της εβδόμης συνεδρίας (26 Απριλίου 1833) «εκρίθη επάναγκες, οι μεν επίσκοποι να μισθοδοτώνται αυτάρκως και αναλόγως του χαρακτήρος των κατ  εὐθείαν παρά της Κυβερνήσεως από των επί τούτω προσδιορισθησομένων πόρων (έσοδα Μοναστηριακής Περιουσίας) οι δε πρεσβύτεροι, διάκονοι και λοιποί υπηρέται των Εκκλησιών κυρίως μεν παρά των κοινοτήτων, αφού η περιουσία των ενοριών, των επισκοπών και η όλη ενορία περιήλθε στην διοίκηση και κυριότητα του Δήμου η της Κοινότητος·όταν δε οι πόροι της Κοινότητοςδεν εξαρκούν, η Κυβέρνησις να αναπληροί το ελλείπον από των προειρημένων πόρων».

Στα πρακτικά της Η  συνεδρίας της Επιτροπής (27 Απριλίου 1833) διαβάζουμε: «Ελήφθη υπ’ όψιν το περί μισθοδοσίας του κλήρου, κατά τον τρίτον παράγραφον των πρακτικών της χθεσινής συνεδριάσεως και απεφασίσθη, ότι πρέπει να συστηθή εις εκάστην κοινότητα Εκκλησιαστικόν Ταμείον, διοικούμενον παρά των επί τούτω κατ  έτος εκλεγομένων υπό των ενοριτών επιτρόπων.  Εις το ταμείον τούτο θέλουν σύγκεισθαι: τα εκ των ανηκόντων εις τας Εκκλησίας κτημάτων εισοδήματα (έσοδα εκκλησιαστικής η ενοριακής περιουσίας). Από το ταμείο τούτο (το δεύτερο) θέλει διατηρείσθαι, επισκευάζεσθαι και καλλωπίζεσθαι ο ναός, θέλουν μισθοδοτείσθαι οι εν αυτώ υπηρετούντες και ει μεν περισσεύουσιν οι πόροι, θέλουσιν εξοικονομείσθαι εξ αυτών οι πτωχοί της ενορίας, ει δε ελλείπουσι θέλουν αναπληρούσθαι παρά της Κυβερνήσεως κατά τον Γ  παράγραφον της χθεσινής συνεδριάσεως (εκ του πρώτου ταμείου δηλαδή εκείνου της μοναστηριακής περιουσίας).»

Στα πρακτικά της Θ  συνεδρίας της Επιτροπής (28 Απριλίου 1833) «Το Ταμείον τούτο (μοναστηριακής περιουσίας) θέλει επαρκέσει προς μισθοδοσίαν των Επισκόπων, προς αναπλήρωσιν των δι’ εκάστην κοινότητα απαιτουμένων διά το Εκκλησιαστικόν εξόδων, προς εκπαίδευσιν του κλήρου, προς οικοδομήν Εκκλησιών, προς σύστασιν φιλανθρωπικών και κοινωφελών καταστημάτων, προς περίθαλψιν και διατροφήν πτωχών και απόρων, και απλώς εις παν ό,τι θεοφιλές και φιλάνθρωπον».

Στις 12 Οκτωβρίου 1833 η Ιερά Σύνοδος με εγκύκλιόν της ενημέρωνε τους Αρχιερείς, τον κλήρον και τον λαόν γράφοντας τα εξής: «Τα έρημα και ερειπωμένα Μοναστήρια οποιασδήποτε τάξεως και καταστάσεως, καθώς και τα έχοντα ολιγωτέρους των εξ μοναχών, μεθ’ όλων των εις αυτά ανηκόντων κινητών και ακινήτων κτημάτων, παραλαμβάνονται παρά της Κυβερνήσεως εις λογαριασμόν του συνιστωμένου ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ, εξ ου θέλουσι μισθοδοτείσθαι οι Επίσκοποι της Επικρατείας και οι άλλοι κληρικοί, καθώς και οι διδάσκαλοι των σχολείων και θέλει συνιστάσθαι και διατηρείσθαι παν ο,τι ανάγεται εις την Εκκλησίαν και την παιδείαν θεοφιλές και θεάρεστον».

Το Εκκλησιαστικόν Ταμείον συνεστήθη υπό της Αντιβασιλείας εν ονόματι του Βασιλέως Όθωνος στις 13 Δεκεμβρίου 1834.

Με τα 25 άρθρα του καθορίζει με λεπτομέρειες τις διαδικαστικές λειτουργίες υπογραμμίζοντας στο άρθρο 10 τα εξής: «Η σύστασις του Εκκλησιαστικού Ταμείου δια τα εκκλησιαστικά και την εκπαίδευσιν σκοπόν έχει να καταστήσει καθαρώς και ασφαλώς καταφανή την διάκρισιν του κλάδου τούτου της υπηρεσίας, και την ιδιαιτέραν  διαχείρισιν των δι’ αυτόν προσδιωρισμένων ποσοτήτων, τον σκοπόν τούτο πρέπει να έχει το ταμείον αδιακόπως και εις όλας τας εργασίας του υπ’ όψιν».

Στις 1(13) Ιανουαρίου 1838 νέο Διάταγμα αναφέρεται εις το Εκκλησιαστικόν Ταμείον. «Θεωρούντες», γράφει το κείμενον, «αναγκαίον να εισαχθεί εις την δημόσιαν διοίκησιν η άκρα, όσο το δυνατόν οικονομία των εξόδων, αναλογιζομένων δε ότι δεν αναγκαιοί πολυμελής επιτροπή προς διαχείρισιν της περιουσίας του εκκλησιαστικού ταμείου και ότι αι εργασίαι αύται, ανατιθέμεναι εις την Γραμματείαν των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείας υπ’ αρθ. 18879 απεφασίσαμεν και διατάττομεν:

α.  Η μέχρι τούδε δυνάμει του Ημετέρου Διατάγματος της 1/13 Δεκεμβρίου 1834 υπάρχουσα επιτροπή του εκκλησιαστικού ταμείου διαλύεται.

β. Τα έργα, τα οποία δια του ειρημένου διατάγματος της 1/13 Δεκεμβρίου 1834 ήσαν ανατεθειμένα εις την διαληφθείσαν επιτροπήν ανατίθενται διά του παρόντος εις την ημετέραν επί την εκκλησιαστικήν Γραμματείαν θέλουσι δε ενεργείσθαι, υπό την άμεσον διεύθυνσιν του Γραμματέως της Επικρατείας, από τον υπουργικόν σύμβουλον εις τας εκκλησιαστικάς υποθέσεις παρ  αυτή εισηγούμενον.

Η ημετέρα επί των Εκκλησιαστικών Γραμματεία της Επικρατείας επιφορτίζεται την εκτέλεσιν και δημοσίευσιν του παρόντος.

Εν Αθήναις τη 1/13 Ιανουαρίου 1838

ΟΘΩΝ

ο επί των Εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαιδεύσεως Γραμματεύς της Επικρατείας

Γ. ΓΛΑΡΑΚΗΣ»

Μετά μίαν περίπου πενταετίαν ο Βασιλεύς Όθων θα ασχοληθεί και πάλι με το ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ δικαιολογώντας την πράξιν του αυτήν ως εξής:

«Θεωρούντες ότι ο σκοπός, τον οποίον δια του από 25 Σεπτεμβρίου (7 Οκτωβρίου) 1833 ημετέρου διατάγματος προεθέμεθα ανατιθέντες εις την επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκαπιδεύσεως Γραμματείαν την διαχείρισιν των Εκκλησιαστικών εισοδημάτων ήτον η ακριβής των προσόδων τούτων από τας λοιπάς του Κράτους προσόδους διαχώρισις, ως προσδιωρισμένων να χρησιμεύσωσιν αποκλειστικώς εις την βελτίωσιν του ιερού κλήρου και την εκπαίδευσιν της νεολαίας. Σκεπτόμενοι ότι επιτυγχανομένου σκοπού τούτου εντελώς δια της εις ιδιαίτερα βιβλία των Εκκλησιαστικών κτημάτων και εξ αυτών προσόδου εγγραφής η διαχείρισις αυτών παρά της επί των οικονομικών Γραμματείας της Επικρατείας αποβαίνει τοσούτω μάλλον κατάλληλος καθόσον, η της υπηρεσίας ταύτης ειδικότης εγγυάται πληρεστέραν εις αυτήν επιτυχίαν. Λαβόντες υπ’ όψιν, γράφει, και το ημέτερον από 23 Δεκεμβρίου 1834 περί συστάσεως του γενικού λογιστηρίου διάταγμα, δι’ ου διετάχθη η κράτησις ιδιαιτέρας εις τα εθνικά κατάστιχα μερίδος της εκ των Εκκλησιαστικών και δημοσίας εκπαιδεύσεως και επί των οικονομικών γραμματείων της επικρατείας αποφασίζομεν και διατάττομεν:

  1. Η περί των κτημάτων των διαλελυμένων μοναστηρίων και η περί του δευτέρου δεκάτου των διατηρουμένων φροντίς, ωσαύτως δε και η ενώπιον των δικαστηρίων αντιπροσώπευσις της περιουσίας ταύτης θέλει μεταβεί, εις την ημετέραν επί των Οικονομικών Γραμματείαν της Επικρατείας, φροντίζουσαν και περί της καταλληλοτέρας διαθέσεως των κτημάτων διατάξεις· αλλά και καμία απαλλοτρίωσις των κτημάτων τούτων δεν δύναται να γίνει, αν ακουσθέντος του συμβουλίου της επικρατείας προηγουμένως δεν αναγνωρισθή δι’ ειδικού νόμου, ότι τούτο συμφέρει ως προς τον σκοπόν εις ον είναι αφιερωμένη η εκκλησιαστική περιουσία.
  2. Τόσον τα κτήματα ταύτα, καθώς και η εκ τούτων και του δευτέρου δεκάτου των διατηρουμένων μοναστηρίων πρόσοδος, θέλουν εξακολουθήσει εγγραφόμενα εις βιβλία ιδιαίτερα μηδαμώς συγχεόμενα με τα λοιπά του κράτους κτήματα.
  3. Αι δια τα εκκλησιαστικά και την δημοσίαν εκπαίδευσιν δαπάναι, υστερούσαι μεν του ποσού των ρηθεισών εκκλησιαστικών προσόδων, θέλουσι αναπληρούσθαι από τα λοιπά δημόσια εισοδήματα, ουδέποτε δε εν περιπτώσει περισσεύματος των προσόδων αυτών, του περισσεύματος τούτου θέλει γενεί χρήσις άλλη μη αποβλέπουσαν την βελτίωσιν του ιερού κλήρου και την κοινήν εκπαίδευσιν επιφυλάττεται δια ταύτα εις το Ημέτερον επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας εκπαιδεύσεως γραμματείαν της επικρατείας το δικαίωμα να λαμβάνη γνώσιν της καταστάσεως των προσόδων τούτων και να προτείνη τα δέοντα συνεννοούμενη μετά της επί των Οικονομικώγν Γραμματείας επιφορτίζονται την δημοσίευσιν και την εκτέλεσιν του παρόντος διατάγματος.

Εν Αθήναις τη 29 Απριλίου 1843

ΟΘΩΝ

ο επί των Εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαιδεύσεως Γραμματεύς

Ι. ΡΙΖΟΣ

ο επί των Οικονομικών Γραμματεύς

Γ. ΓΛΑΡΑΚΗΣ»

Αυτό ήταν και το τέλος του πρώτου Εκκλησιαστικού Ταμείου.  Όλα τα οικονομικά του έπεσαν στον δημόσιο κορβανά και έκτοτε επηκολούθησε πλήρης σιωπή.

Το θέμα της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας, της τύχης του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου και τις υποχρεώσεις του Κράτους έναντι της Εκκλησίας, επανέφερε ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης.

Με υπόμνημα του 1920 που ζητούσε και τα ιδιαίτερα βιβλία των Εκκλησιαστικών κτημάτων και της εξ αυτών προσόδου εγγραφής η διαχείρισις αυτών παρά της επί των οικονομικών Γραμματείας της Επικρατείας παρατηρεί ο Αρχιεπίσκοπος Μελέτιος.

«Είναι αδύνατον να δεχθή τις, ότι ο αρχικός σκοπός της υπό της Κυβερνήσεως οριστικής καταλήψεως των ¾ περίπτου της Μοναστηριακής περιουσίας και της φορολογίας των άλλων Μοναστηρίων δεν ήτο πράγματι η βελτίωσις του κλήρου και εφ’ όσον εκ του πρώτου τούτου μέρους θα επερίσσευον χρήματα και η βοήθεια της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως, όπως όμως εξετελέσθη η σχετική της Εθνοσυνελεύσεως απόφασις, επί του Ελληνικού Κράτους βαρύνει η ευθύνη αποδόσεως εις την Εκκλησίαν της εκκλησιαστικής περιουσίας, εν ω μέρος αι αναληφθείσαι υποχρεώσεις δεν εξεπληρώθησαν.  Επιβάλλεται δηλονότι να εξακριβωθή οποία υπήρξε της περιουσίας ταύτης η πρόσοδος κατά τα διαρρεύσαντα 85 έτη, οποία εξ αυτής πραγματική δια την Εκκλησίαν δαπάνη και το υπόλοιπον μετά των σωζομένων κτημάτων και κεφαλαίων να επιστραφή τη Εκκλησία»

Η απάντησις της Κυβερνήσεως στον Αρχιεπίσκοπο Μελέτιο Μεταξάκη ήταν η εξής:

«…….Προσφάτως ότι ουδέ τα βιβλία, κτηματολόγια, και λογιστικά της υπηρεσίας ταύτης υφίστανται πλέον, καέντα εις πρόσφατον εν τοις Γραφείοις του Υπουργείου πυρκαϊάς»

Ο τρίτος στόχος της Αντιβασιλείας δηλαδή η πλήρης διοικητική υποταγή της Εκκλησίας στον Κυβερνήτη ή το Κράτος, μετά τα όσα προηγήθηκαν και έχουν ήδη διατυπωθεί, ήταν εύκολος δρόμος.

Ο νεαρός Όθων γράφει προς τον πατέρα του βασιλιά Λουδοβίκο στις 13 Μαΐου 1832: «…. η πνευματική αρχή του κλήρου της χώρας θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνη για τον κοσμικό άρχοντα, αν ο ανώτερος Κλήρος συνιστούσε μια ομάδα, καθόσον ολόκληρος ο κλήρος κατόπιν θα έπαιρνε το λαό με το μέρος του εναντίον του άρχοντα.  Νομίζω ότι θα μπορούσαμε να υπερβούμε όλες αυτές τις δυσκολίες αν δημιουργούσαμε μια σύνοδο υπό την διεύθυνση κάποιου μητροπολίτη που θα ήταν κάτι σαν τους προέδρους των δικών μας επιτροπών και ουσιαστικά δεν θα είχε εξουσία.  Σε ορισμένα χρονικά διαστήματα ο άρχοντας θα μπορεί να διαλέξει τα μέλη αυτής της συνόδου….»[1].

Το πνεύμα αυτό της φιμώσεως και αιχμαλωσίας θα επικρατήσει περίπου εβδομήνα χρόνια.

 

  1. Το νέο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο (ΦΕΚ 270/Α /19-9-1909) και η Ίδρυση του ΟΔΕΠ (ΦΕΚ 150/Α /10-5-1930). Οι Μεγάλες απαλλοτριώσεις

 

Η Ιερά Σύνοδος της περιόδου 1919-1920 έγραφε προς το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών «Το Ταμείο τούτο υπό την πνοή του ανορθωτικού την υπόστασή του λαβόν μέχρι μεν της στιγμής αυτής καταβάλλει τους μισθούς των Αρχιερέων, των τοποτηρητών, της Παλαιάς και Νέας Ελλάδος, όλων των Ιεροκηρύκων, όλων των καθηγητών των ιερών μαθημάτων, τις υποτροφίες υπέρ τεσσαράκοντα υποτρόφων Εκκλησιαστικών και Θεολογικών σπουδών και τα γενικά έξοδα της εκκλησιαστικής διοικήσεως˙ επιπλέον τα προς συντήρησιν του ιερατικού φροντιστηρίου και την χορηγίαν υπέρ της δημοτικής εκπαιδεύσεως, τα οποία κατά την λήξασαν εννιαετίαν ανήλθαν εις 1.000.000 δρχ. ετησίως κατά μέσον όρον.

Από του προσεχούς δε έτους να συνεισφέρη σημαντικώς και δια την λύσιν του ζητήματος της αξιοπρεπούς συντηρήσεως  και μορφώσεως του κλήρου»[1].

Η αλλαγή όμως της Βενιζελικής πολιτικής οφειλομένη και στην διχαστική τακτική της Εκκλησίας με την διάκριση των Ιεραρχών σε Βενιζελικούς – Κωνσταντινικούς και ιδιαίτερα το περίφημο βενιζελικό ανάθεμα αντέστρεψε όλο το δημιουργημένο αισιόδοξο εκκλησιαστικό κλίμα.

Ακολούθησε το νομοθετικό διάταγμα «περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως αγροτικών ακινήτων» σύμφωνα με το οποίο «κτήματα ανήκοντα εις μονάς ή άλλα συναφή ιδρύματα απαλλοτριώνονταν εν τω συνόλω επί σκοπώ εγκαταστάσεως ακτημόνων γεωργών η ομογενών προσφύγων».

Το Γενικόν Εκκλησιαστικό Ταμείο παρά το δημιουργικό του έργον καταργείται και στην θέση του δημιουργείται ο ΟΔΕΠ (Οργανισμός Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας) με τους αυτούς σκοπούς.

Με το ίδιο ιδρυτικό διάταγμα (ΦΕΚ 150 Α/10-5-1930) η εκκλησιαστική περιουσία διακρίνεται εις την Διατηρητέα, εκείνην δηλαδή που ήταν απαραίτητη για την συντήρηση και την επιβίωσή της και την ρευστοποιητέα, εκείνην που θα μπορούσε να εκποιηθή προς όφελος της Εκκλησίας.

Κατά το σκεπτικό τα έσοδα εκ των απαλλοτριώσεων των κτημάτων θα κατετίθεντο στο Ταμείον του ΟΔΕΠ προς συνέχιση του έργου του καταργηθέντος Β  Γενικοῦ Εκκλησιαστικού Ταμείου της Εκκλησίας. Ο Μητροπολίτης Λαρίσης και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρός Δωρόθεος γράφει: «. . . αρχίζει η απαλλοτρίωσις τσιφλικίων και μεγάλων συμπαγών κτημάτων των Ιερών Μονών δια την αγροτικήν αποκατάστασιν και διενεργούνται ούτως οι αφαιρέσεις της εκκλησιαστικής περιουσίας αξίας πολλών δισεκατομυρίων, χωρίς η Εκκλησία να εκφράσει παράπονον, και έναντι των οποίων εχορηγήθησαν εις ταύτην 46 μόνο εκατομμύρια δραχμών και έναντι των ως αποζημίωσις εις ομολογίας διά του νόμου 18/44 τα οποία εξανεμίσθησαν.

Εάν προσθέσωμεν και την δια του νόμου «περί αποσβέσεως αγροτικών χρεών» δηλαδή της απαλλαγής των αγροτών εκ της υποχρεώσεως να καταβάλλουν το ποσοστό του τμήματος της απαλλοτριώσεως που τους αναλογούσε και εκείνου του «περί δραχμοποιήσεως» είναι δυνατόν να γίνη αντιληπτός ο οικονομικός σεισμός, όστις, προστιθέμενης και της κατάστασης της εποχής, έφερε την Εκκλησία εις την οικονομικήν θέσιν, ώστε να επαιτή τούτ’ αυτό και να αναγκάζεται να προστρέχει εις το Κράτος ζητούσα παρ’ αυτού μετά τα ανωτέρω δάνειον προς αντιμετώπισιν των τρεχουσών αναγκών».


  1. Σύμβασις Εκκλησίας – Πολιτείας

 

Δεν άργησε να έρθει και το τρίτο καταστροφικό πλήγμα κατά της υπολειφθείσης πλέον περιουσίας με το Ν.Δ. 2185/1952 «Περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων» και το Β. Διάταγμα «Περί κυρώσεως της από 18 Σεπτεμβρίου 1952 Συμβάσεως μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος (ΟΔΕΠ) και Δημοσίου (ΦΕΚ 289/8 Οκτ. 1952)».

Μεταβιβάζονται εις το Δημόσιον α) το σύνολον των καλλιεργησίμων αγρών εκ της ρευστοποιητέας περιουσίας του ΟΔΕΠ (141.333) στρ. β) βοσκότοποι και λειβάδια (601.544) στρ. δηλαδή συνολικά επτακόσιες σαράντα χιλιάδες οκτακόσια εβδομήντα επτά (742,877 στρ.), γ) αγροληπτικά και εμφυτευτικά 32.043 στρ.

Οι διαπραγματεύσεις για τον σκοπό κράτησαν περίπου μια πενταετία. Βάσις των συζητήσεων ήταν η τακτοποίησις του θέματος της μισθοδοσίας του Κλήρου. Αξίζει να διαβάσουμε κομμάτι από τα πρακτικά: «Ο Μακαριώτατος εσημείωσε δια μακρών ότι κατά τας μέχρι τούδε γενομένας συζητήσεις επεδείχθη ενδιαφέρον δια την λύσιν του ζητήματος της μισθοδοσίας των εφημερίων, τους οποίους ετόνισεν δεν επιθυμεί δημοσίους υπαλλήλους, αλλά είναι εκ των σπουδαίων ζητημάτων, διότι πολύ θα τον βοηθήσει εις την ανάδειξιν του Κλήρου και συνεπώς της Εκκλησίας. . . .» ακόμη «Εζήτησεν επί πλέον η Εκκλησία, Κύριε Πρόεδρε, και τούτο δείγμα της απεριορίστου συμπαθείας Αυτής προς τους εκ των τέκνων της ακτήμονας, όπως διαμοιράση Αύτη εις έκαστον τούτων, επί τη βάσει επισήμου πίνακος περί της ακτημοσύνης του, το ανήκον εκ της ούτω παραχωρουμένης εκκλησιαστικής περιουσίας τούτο δε, διότι είναι δι’ Αυτήν πικρά η εκ του παρελθόντος πείρα, δεδομένου ότι, εις πάσας τας ενεργηθείσας παραχωρήσεις, ως επί το πολύ, γαίαι και αστικά κτήματα μοναστηριακά παρεχωρήθησαν υπό του Κράτους ουχί εις ακτήμονας, χάριν και μόνον των οποίων εδόθησαν, αλλ’ εις πλουσίους και κτηματίας, και εις επισήμους ακόμη αλλά και προς τους πολιτικούς φίλων των τότε κυβερνώντων, χαρακτηρισθέντας ως ακτήμονας, οίτινες επώλησαν μετά ταύτα τις εκτάσεις αυτάς καταστάντες πλουσιώτεροι εν ονόματι της φιλανθρωπίας και αναλώμασι των πτωχών, αναπήρων και ακτημόνων».

Ο κ. Πιπέρος, Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου παρεμβαίνων υπέδειξεν ότι κατά την γνώμην του ευκολωτέρα θα ήτο η λύσις δια μικράς αυξήσεως των τιμών των ειδών των μονοπωλείων ήτοι του άλατος, των πυρείων και του φωτιστικού πετρελαίου ως και των παιγνιοχάρτων . . .

Ο κ. Πρόεδρος της Κυβερνήσεως μετά ανάλυσιν ην έκαμε του ζητήματος εκηρύχθη υπέρ της προτάσεως του κ. Πιπέρου, συνεφώνησαν δε ο κ. Υπουργός επί των Οικονομικών και ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος. Ανετέθη είτα εις τον κ. Πιπέρον να καταρτήση λεπτομερή πίνακα των εισπράξεων, να τον μεταφράση εις την Αγγλικήν και παραδώση εις τον κ. Πρόεδρον, όστις ανέλαβε να συνεννοηθή μετά των Αμερικανών προς τούτο. Επίσης προτάσει του κ. Υπουργού επί των Θρησκευμάτων απεφασίσθη, όπως ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως αναγγείλη την ημέραν της εφαρμογής της αποφάσεως».

Στα κείμενα των Εκθέσεων φαίνεται ο αγώνας και η αγωνία του Αρχιεπισκόπου προκειμένου να αντιμετωπισθεί και η νέα ληστρική διαρπαγή μεγάλου τμήματος της Εκκλησιαστικής Περιουσίας.

Εκ της συμβάσεως Εκκλησίας – Πολιτείας παραμένουν ακόμη οι εξής εκκρεμότητες:

α. Η προβλεπομένη υπό του άρθρου 4.

«Τα όρια των παραχωρουμένων προς το Δημόσιον εκκλησιστικών κτημάτων να καθορισθώσιν οποτεδήποτε δια πράξεως Υπουργού της Γεωργίας η του παρ’ αυτού εξουσιοδοτουμένου οργάνου».

β. Να εκδοθή το πόρισμα της Επιτροπής της συσταθείσης διά της υπ’ αριθμ. 312/9-3-1972 κοινής αποφάσεως των Υφυπουργών Εθνικής Οικονομίας επί θεμάτων Γεωργίας, Οικονομικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, προκειμένου να εξετάσει τις διαφορές που δημιουργήθηκαν μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας (ΟΔΕΠ) και του Δημοσίου κατά την εφαρμογήν της από 18-9-1952 Συμβάσεως.


  1. Σήμερα

 

Η παράθεση όλων αυτών των ιστορικών στοιχείων και τεκμηρίων, τα οποία αποτελούν μέρος μόνο ενός τεράστιου υλικού, το οποίο είναι αναγκαίο να μελετηθεί σε βάθος και να μην διαγραφεί από την ιστορική μνήμη μέσα στην προοπτική «να ξαναγραφεί» η ιστορία, μπορεί να αποτελέσει ασφαλή πηγή ιστορικής αυτογνωσίας, απαραίτητη σε όλους μας όχι ως ξερή γνώση, αλλά πρώτιστα ως βάση των προβληματισμών μας για το μέλλον.

Το ότι καταφεύγουμε στην εμπειρία της ιστορίας και στην αδιάψευστη μαρτυρία της δεν σημαίνει ότι είμαστε περιχαρακωμένοι σε έναν άγονο ιστορισμό ούτε ότι διαβάζουμε τις ιστορικές πηγές με τον μεγεθυντικό φακό ενός απολογητικού ναρκισσισμού η μιας επιθετικής αυταρέσκειας.

Έχουμε πλήρη επίγνωση ότι ο Κύριος «εξέδοτο γεωργοίς»[1] τον «αμπελώνα του» και εμείς ως τέτοιοι γεωργοί φέρουμε στους ασθενείς μας ώμους την μεγάλη ευθύνη να «αποδώσουμε καρπούς εν τοις καιροίς ημών». Και φυσικά μας συνέχει η αγωνία να μην επιτρέψει η αδέκαστη ιστορία να έχουμε την τύχη εκείνων των κακών γεωργών, τους οποίους «κακώς απολέσει αυτούς» ο Κύριος.

Μελετούμε την ιστορική αλήθεια, διότι αυτή μας έχει διδάξει και για δικά μας λάθη, για δικές μας αστοχίες, για όσα έχει παραχωρήσει και ανεχτεί το έλεος του Πανοικτίρμονος Κυρίου ένεκα των αμαρτιών μας. Η ιστορική πορεία της Εκκλησίας μας είναι μία «στενή και τεθλιμμένη οδός» με πολλές μεταβολές και ενίοτε παραμορφώσεις μέσα στο χρόνο. Ιστορικές αρχέγονες Εκκλησίες σήμερα δείχνουν να έχουν χαθεί, μεγάλα μοναστικά κέντρα των πρώτων αιώνων του μοναχισμού έχουν σβήσει, σημαντικές ανακατατάξεις επισυμβαίνουν στον ορθόδοξο κόσμο πολλές φορές μέσα από σχίσματα, διαιρέσεις, συγκρούσεις, συμφέροντα, αγκυλώσεις διαφόρων αποχρώσεων.

Παράλληλα δεν έχουν εκλείψει ούτε σήμερα οι διωγμοί των χριστιανών, η πολεμική κατά της Εκκλησίας, συστηματικές και οργανωμένες προσπάθειες να μας θέσουν στο περιθώριο της ιστορίας και της σύγχρονης ζωής.

Όσο οι άνθρωποι κλείνουν τα μάτια τους στα διδάγματα της ιστορίας, τόσο η τραγικότητά της θα ανακυκλώνεται.

Και όσο θα υπάρχουν δυνάμεις που θα φαντασιώνονται τον «θάνατο του Θεού», τόσο θα συνεχίσει να θανατώνεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ιερότητα της ζωής με τις πανανθρώπινες οικουμενικές της αξίες.

Και το ερώτημα του Ιερού Πατρός της Εκκλησίας μας, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο και αφοπλιστικό: «Πόσοι επολέμησαν την Εκκλησίαν, και οι πολεμήσαντες απώλοντο;»[1].

Η ιστορική αλήθεια είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, για κάθε καλοπροαίρετο ερευνητή, για να δώσει απάντηση σε αυτό το ερώτημα.

Το μέλλον δεν μας φοβίζει, διότι η γνώση απομακρύνει τον φόβο. Ο λόγος του Ιερού Χρυσοστόμου δεν είναι ένα ρομαντικό ευχολόγιο, αλλά απόσταγμα εμπειρίας, πολύτιμο για την δική μας αυτοσυνειδησία: «Τοιούτον έχει μέγεθος η Εκκλησία· πολεμουμένη νικά· επιβουλευομένη περιγίνεται· υβριζομένη, λαμπροτέρα καθίσταται· δέχεται τραύματα, και ου καταπίπτει υπό των ελκών· κλυδωνίζεται, αλλ’ ου καταποντίζεται· χειμάζεται, αλλά ναυάγιον ουχ υπομένει· παλαίει, αλλ’ ουχ ηττάται· πυκτεύει, αλλ’ ου νικάται»[1].

Μέσα από αυτό το πρίσμα απευθύνομαι σήμερα σε σας, τους αγίους αδελφούς μου, στο Ιερό Σώμα της Ιεραρχίας της Εκκλησίας μας, για να δώσω ερεθίσματα γόνιμου προβληματισμού και δυνατότητα ουσιαστικού μεταξύ μας διαλόγου όχι σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά στην πράξη του σήμερα με το βλέμμα μας στο αύριο.

Τι πολίτευμα θα θέλαμε; Ασφαλώς όχι αυτό που ζήσαμε στη νεώτερη Ελλάδα μέχρι σήμερα. Εννοώ αυτό της φρικτής καταπίεσης, εκείνο της «σιωπής» ή της καλώς ονομασθείσης «Βαβυλώνειας αιχμαλωσίας και πολιτικής πατρωνίας μας» η εκείνο των δικτατοριών και πολιτικών ανωμαλιών.

 

Θα ήθελα να σας υπογραμμίσω:

  1. Οποιαδήποτε πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 110 παρ. 2) απόκειται στην πρωτοβουλία της Βουλής. Επομένως η οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από το θέμα αυτό θα γίνει με διακομματική Επιτροπή των Κοινοβουλευτικών Κομμάτων και όχι με εκπροσώπους της Κυβέρνησης.

α) Επειδή μόνη η Βουλή έχει την αναθεωρητική αρμοδιότητα, β) επειδή τα θέματα σχέσεων Ορθόδοξης Εκκλησίας και Ελληνικού Κράτους έχουν σημασία δομική και ιστορική για την πορεία του ελληνικού Έθνους και δεν μπορούν να επιλυθούν χωρίς συζήτηση με το σύνολο των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, που εκπροσωπούν τον Ελληνικό λαό.

Θα ήθελα να τονισθεί, ότι όλες αυτές οι αναθεωρητικές επιδιώξεις, καμία σχέση δεν έχουν με τις νομικές υποχρεώσεις της Ελλάδος, που προκύπτουν από την συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως μας βομβαρδίζουν η εκφοβίζουν οι εδώ παράγοντες, καθώς είναι ζήτημα που δεν αφορά τους πυλώνες της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας. Χαρακτηριστικά τα κράτη μέλη της Ε.Ε. τόνισαν στην κοινή Δήλωση με αρθ. 11 της Συνθήκης του Άμστερνταμ ότι: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση σέβεται και δεν προδικάζει το σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο καθεστώς των εκκλησιών και των θρησκευτικών ενώσεων η κοινοτήτων στα κράτη μέλη. Η Ε.Ε. σέβεται με τον ίδιο τρόπο το καθεστώς των φιλοσοφικών και ομολογιακών ενώσεων».

 

  1. Χωρισμός Εκκλησίας – Πολιτείας

 

Για το κεφάλαιο αυτό θα δανεισθώ τις σκέψεις του αγαπητού αδελφού, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ «Το πρόταγμα του λεγομένου χωρισμού επαναλαμβάνεται από προφανώς αμοίρους Νομικής παιδείας, οι οποίοι με εφαλτήριο το λεγόμενο   θράσος αγνοίας τους   θέτουν προς κατεδάφιση ο,τι συνιστά το κράτος δικαίου που επί διακόσια χρόνια σχεδόν πύργωσε ο λαός μας με αίμα και ιδρώτα.

Τα κόμματα της αριστεράς με τη γνωστή φιλοσοφικοκοινωνική βιοκοσμοθεωρία του κομμουνιστικού κοσμοειδώλου, όπως γνώρισε τον χωρισμό αυτό ο καταρρεύσας υπαρκτός σοσιαλισμός στο ανατολικό μπλοκ που στην ουσία ήταν διωγμός της θρησκευτικής πίστεως, ελαύνονται από αποτυχημένα αθεϊστικά ιδεολογήματα και συναντώται με τα υπόλοιπα κόμματα του νεοφιλελεύθερου χώρου κάτω από τις ντιρεκτίβες της Νέας Εποχής και της Νέας Τάξεως….

Μιλούν για χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, διάβαζε Έθνους επικαλούμενοι δήθεν προοδευτικά συνθήματα. Οι αντιλήψεις όμως περί χωρισμού είναι του περασμένου αιώνα που γεννήθηκαν κάτω από μισαλλόδοξο αντιθρησκευτικό και αντικληρικαλιστικό λαϊκιστικό πνεύμα, που δεν συμβιβάζεται με τις σημερινές κοινωνικές, πολιτειακές και θρησκευτικές αντιλήψεις».

Ο χωρισμός χωρίς να ληφθούν υπ’ όψιν η συλλειτουργία των κοινωνικών θεσμών, η ιδιομορφία του πολιτιστικού και Εθνικού παρελθόντος, οι αντιλήψεις και η ιδιοσυγκρασία του Ελληνικού λαού είναι μία αφελής συνθηματολογία που περιέχει μόνο άγνοια και προκατάληψη».

Η προσωπική μου άποψη είναι, ότι η Πολιτεία ούτε θέλει, αλλ’ ούτε μπορεί πράγματι να χωρισθή από την Εκκλησία με όρους κοινωνίας, όπως δεν μπορεί να χωρισθή από οποιαδήποτε «γνωστή θρησκεία».

Προφανώς μπορεί η Πολιτεία να επιβάλλει με ιδεολογικά κριτήρια τον χωρισμό της Εκκλησίας από τις θεσμικές λειτουργίες του Κράτους, αλλά δεν μπορεί να επιβάλλει και τον χωρισμό της Εκκλησίας από την Κοινωνία, αφ’ ενός μεν γιατί ο όρος χωρισμός δεν υπάρχει στην πνευματική αποστολή της Εκκλησίας, η οποία συνάπτει και τα διεστώτα, αφ  ἑτέρου δε γιατί η εντυπωσιακή ιστορική αντοχή της πνευματικής σχέσεώς της με τον λαό παραμένει αλώβητη η και ενισχύεται από τις ιδεολογικές προκλήσεις, όπως αποδείχθηκε επίσης από την ιστορική αντοχή των Ορθοδόξων Εκκλησιών της Ανατολής στην καταπιεστική των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Η Εκκλησία, η οποία οφείλει να ορίζει τις σχέσεις της προς την Πολιτεία με όρους κοινωνίας και όχι με όρους ιδεολογίας, δεν γνωρίζει τον όρο «χωρισμός» στην πνευματική της αποστολή, αφού δεν μπορεί να τον εφαρμόσει στην κοινωνία, έστω και αν επιβληθή μονομερώς από την Πολιτεία με ιδεολογικούς όρους, γι’ αυτό την οριστική απάντηση στο ζήτημα αυτό τη δίνει πάντοτε, «θάττον η βράδιον» ο ίδιος ο ευλαβής ελληνικός λαός.

Η Εκκλησία κατά την άποψή μου δεν πρέπει να ζητήσει ποτέ τον χωρισμό από το λαό της, γιατί αυτό επιδιώκεται. Εκεί αποβλέπει το εγχείρημα. Η Εκκλησία υπήρξε, είναι και θα υπάρχει μάνα αυτού του λαού με ο,τι αυτό σημαίνει. Η Πολιτεία αν το θελήσει και έχει την συγκατάθεση αυτού του λαού ας το επιχειρήσει τηρώντας βεβαίως  τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει απέναντι της Εκκλησίας και τις σχετικές συμβάσεις.

Το ζήτημα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας υπήρξε πάντοτε μείζον θέμα για δύο ολόκληρες χιλιετίες και προκάλεσε πάντοτε απρόβλεπτες πολιτικές, εκκλησιαστικές και κοινωνικές εντάσεις, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίσθηκε από τις δύο πλευρές με δογματική ιδεολογική ή εκκλησιαστική εσωστρέφεια. Οι σοβαρότερες κρίσεις σχέσεως Εκκλησίας και Πολιτείας πάντοτε κατέληξαν σε συμβατικές ρυθμίσεις μετά από οξύτατες και αλυσιτελείς αντιπαραθέσεις, οι οποίες υπήρξαν πάντοτε οδυνηρές για τους χριστιανικούς λαούς τόσο της Ανατολής όσο και της Δύσης και με σύγχρονες προοπτικές.

Η σύνδεση της προτάσεως για την αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος με την ιδεολογική πρότασή του για χωρισμό Εκκλησίας και Πολιτείας υπερβαίνει τα όρια αρμοδιοτήτων όχι μόνον της Επιτροπής της Βουλής. Άλλωστε οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας ούτε είναι, ούτε μπορεί να είναι μια προσωπική η ιδεολογική υπόθεση εργασίας, αφού είναι υπόθεση ενός λαού και μάλιστα όχι μόνο με μεγάλο ιστορικό βάθος. Όλη αυτή η επιδίωξις είναι ρήξις ιδεών.


  1. Διακριτοί Ρόλοι

Οι διακριτοί ρόλοι ήδη υπάρχουν, όπως αναφέρει ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο βιβλίο του «Η αναθεώρηση του Συντάγματος. Υπό το πρίσμα της κοινοβουλευτικής εμπειρίας». Κατ’ αυτόν «οι διακριτοί ρόλοι προκύπτουν από τη συγκρότηση του περιγράμματος του Κράτους δικαίου δηλ. από την συνταγματική και έννομη τάξη και ευρίσκονται στα όρια εκκοσμικεύσεως των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας υφισταμένου του πολυθρύλητου διαχωρισμού».

Οι συμβατικές αυτές ρυθμίσεις καθόρισαν πάντοτε τα όρια των «διακριτών ρόλων» της πολιτικής και της εκκλησιαστικής ηγεσίας στο ενιαίο σώμα των χριστιανικών λαών για να προλαμβάνονται ή να περιορίζονται ανεπιθύμητες συγχύσεις ή αυθαίρετες υπερβάσεις των θεσμικών ορίων, οι οποίες ζημιώνουν δυστυχώς όχι μόνον τις διμερείς σχέσεις τους, αλλά και την ιδιαίτερη αναφορά τους στους χριστιανούς πολίτες του κράτους.

Η έννοια και το περιεχόμενο των συμβατικών ρυθμίσεων διαμορφώθηκαν με διαφορετικά πολιτικά, εκκλησιαστικά, εθνικιστικά ή ιδεολογικά κριτήρια δύο συναπτών χιλιετιών, γι’ αυτό προσαρμόσθηκαν στα αντίστοιχα κριτήρια κάθε εποχής και καθόρισαν με διαφορετικούς τρόπους τόσο την έννοια, όσο και το περιεχόμενο κάθε συγκεκριμένης συμβατικής ρυθμίσεως ήτοι από την αντιθετική η και εχθρική σχέση μέχρι την αρμονική συζυγία στη θεσμική του λειτουργία. Έτσι, άλλη ήταν η θέση της Εκκλησίας στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, με την εχθρική στάση της κρατικής ηγεσίας έναντι των χριστιανών κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, άλλη ήταν η θέση της Εκκλησίας στη βυζαντινή αυτοκρατορία, με την αρμονική αλληλέγγυα συζυγία των θεσμικών λειτουργιών της κρατικής και της εκκλησιαστικής ηγεσίας, και άλλη η θέση της Εκκλησίας η της Θρησκείας γενικότερα μετά τους νεώτερους χρόνους, με την προβολή ή και την επιβολή των εθνικιστικών ή των ιδεολογικών κριτηρίων της εκκοσμικευμένης πολιτικής θεωρίας στις δομές και στις λειτουργίες του σύγχρονου κράτους.

Υπό την έννοια αυτή οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στο νεώτερο Ελληνικό κράτος δοκιμάσθηκαν σε όλα τα επίπεδα του νομοθετικού πολιτειοκρατικού συνδρόμου της κρατικής εξουσίας για τις σχέσεις της με την Εκκλησία, το οποίο προκάλεσε επικίνδυνες συγχύσεις όχι μόνο στους διακριτούς ρόλους τους, αλλά και στη συνείδηση του ευλαβούς ελληνικού λαού. Οι συγχύσεις αυτές προέβαλλαν πάντοτε τα ιδεολογικά κριτήρια του νεώτερου νομικού πολιτισμού για να αμφισβητήσουν ή για να περιορίσουν τον παραδοσιακό θεσμικό ρόλο της Εκκλησίας στην ιστορική πορεία του Ελληνισμού, αλλά το ιστορικό βάθος της πνευματικής σχέσεώς του με την Ορθοδοξία αποδυνάμωσε ή και ακύρωσε με όρους κοινωνίας ό,τι επιβαλλόταν με όρους ιδεολογίας.

Εν τούτοις, οι απρόβλεπτες αυτές δοκιμασίες της Εκκλησίας και από τις Ορθόδοξες Κυβερνήσεις απειλούσαν και τον εσώτατο σκληρό πυρήνα της εκκλησιαστικής συνειδήσεως, γιατί απειλούσαν την απρόσκοπτη λειτουργία της παραδοσιακής πνευματικής της σχέσεως με το εκκλησιαστικό της σώμα.

Η κοινή όμως αναφορά της Πολιτείας και της Εκκλησίας στο ίδιο σώμα, δηλαδή τον λαό, δεν καταργεί και την ιδιαιτερότητα της αποστολής τους.

Αποστολής που προσδιορίζει και την ειδοποιό διαφορά της σχέσεως προς το κοινό τους σώμα δηλαδή το λαό. Ποιά είναι η ειδοποιός διαφορά; Η Πολιτεία γεννιέται από τους πολίτες της, ενώ η Εκκλησία γεννάει τα μέλη της. Συνεπώς, ενώ η σχέση της πολιτικής εξουσίας με τους πολίτες είναι συμβατική, αντιθέτως η σχέση της Εκκλησίας με τα μέλη της είναι μητρική, γι’ αυτό οι ρόλοι τους είναι όχι μόνο διακριτοί, αλλά και διαφορετικοί, αφού η οποιαδήποτε σύγχυση ρόλων απειλεί την ταυτότητα και των δύο θεσμικών εκφράσεων μιας συντεταγμένης πολιτείας.

Όλοι γνωρίζουμε ότι οι επικίνδυνες συγχύσεις της περιόδου της πρόσφατης δικτατορίας στην χώρα μας κατέστησαν αισθητότερη την ανάγκη συμβατικής ρυθμίσεως σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, με ιδιαίτερη μάλιστα έμφαση στη συνταγματική κατοχύρωση των διακριτών ρόλων τους στη σύγχρονη κοινωνία των πολιτών. Η προετοιμασία λοιπόν ενός συγχρόνου σχεδίου Συντάγματος για τον εκσυγχρονισμό του κράτους αποφασίσθηκε από την Κυβέρνηση εθνικής ενότητας, γι’ αυτό χαρακτηρίσθηκε Συντακτική  η Βουλή, η οποία προέκυπτε από τις εκλογές του 1974, ενώ ζητήθηκε από τα κόμματα η υποβολή σχετικών προτάσεων. Στο πλαίσια αυτά εντάχθηκαν και οι προτάσεις για την προσαρμογή των παραδοσιακών σχέσεων στις αρχές του νομικού πολιτισμού για τις σχέσεις της κρατικής εξουσίας με τη θρησκεία, με γνώμονα μάλιστα την πλήρη κατοχύρωση τόσο της θεμελιώδους αρχής της θρησκευτικής ελευθερίας, όσο και των αρχών της Οικουμενικής Διακηρύξεως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Υπό την έννοια αυτή, η προκύψασα από τις εκλογές του 1974 Βουλή ήταν Συντακτική και έδωσε απόλυτη προτεραιότητα στην επεξεργασία του κυβερνητικού σχεδίου Συντάγματος, η οποία ανατέθηκε σε μια πολυμελή Κοινοβουλευτική Επιτροπή, με την αποστολή μάλιστα να αξιοποιήσει όλες τις προτάσεις των κομμάτων και για τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας.

Βεβαίως, οι σχετικές προτάσεις της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής δεν αποσυνδέθηκαν αρχικώς από το πολιτειοκρατικό σύνδρομο των προηγουμένων συνταγμάτων, αλλά συμπληρώθηκαν με προσθήκες και διευκρινίσεις του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων στα περί θρησκείας άρθρα του Συντάγματος (3, 13, 16, 18, 105, 119 κ. α.), οι οποίες υποστηρίχθηκαν από τον καθηγητή Παν. Ζέπο, ως υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, και έγιναν δεκτές από την συντριπτική πλειονοψηφία της Βουλής.

Έτσι, διαμορφώθηκε το νέο συνταγματικό πλαίσιο για την πληρέστερη αποσαφήνιση των «διακριτών ρόλων» της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ως της «Επικρατούσας Θρησκείας» και της Πολιτείας στις θεσμικές λειτουργίες του κράτους.

Από την εμπειρία τεσσάρων περίπου δεκαετιών από την ψήφισή του είναι κοινή και θεμελιωμένη η έγκριτη γνώμη διαπρεπών συνταγματολόγων ότι οι νέες διατάξεις στα σχετικά με τη θρησκεία άρθρα εισήγαγαν με διακριτικό τρόπο μια συμβατική ρύθμιση των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, η οποία καθορίζει με σαφήνεια τα όρια των διακριτών ρόλων τους στη λειτουργία του κράτους. Οι σημαντικότερες λοιπόν προσθήκες και διευκρινίσεις επικεντρώθηκαν κυρίως στο ακροτελεύτιο εδάφιο 3 παράγρ.1, το οποίο αναφέρεται απλώς στα καθιερωμένα κανονικά όργανα διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος, ήτοι της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και την Διαρκή Σύνοδο, αφού όλες οι τριβές στις σχέσεις της Εκκλησίας με την Πολιτεία προέκυπταν πάντοτε από τις μονομερείς ή και αυθαίρετες επεμβάσεις των εκάστοτε κυβερνήσεων στην εσωτερική διοίκηση και λειτουργία της Εκκλησίας. Συνεπώς το άρθρο 3 στο σύνολό του αναφέρεται ειδικότερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τονίζει ότι είναι η «επικρατούσα» θρησκεία του Ελληνικού λαού, ήτοι όπως σε όλα τα μετά την Ελληνική επανάσταση (1821) συντάγματα, με σαφώς ουδέτερο η απλώς διαπιστωτικό χαρακτήρα, ήτοι χωρίς καμμία προνομιακή διάκριση.

Όσο για την ουδετερότητα της Πολιτείας έναντι όλων των νομίμως υφισταμένων στο ελληνικό κράτος «γνωστών θρησκειών» και για την ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων όλων των «γνωστών θρησκειών» έναντι της Πολιτείας, αυτά ρυθμίζονται με το άρθρο 13 του Συντάγματος.

Επομένως η σαφής συνταγματική οριοθέτηση των διακριτών ρόλων προσφέρει ένα σύγχρονο συνταγματικό πλαίσιο, με γνώμονα μάλιστα την επιτακτική ανάγκη νομικής προστασίας της θεμελιώδους αρχής της θρησκευτικής ελευθερίας τόσο για την «επικρατούσα θρησκεία» όσο και τις νομίμως υφιστάμενες στην Ελλάδα άλλες «γνωστές θρησκείες».

Υπό την έννοια αυτή, ο πρύτανις των νεωτέρων συνταγματολόγων Αριστόβουλος Μάνεσης με τον επίσης έγκριτο καθηγητή Βαβούσκο, σε εκτενή αξιολόγηση του νέου συνταγματικού πλαισίου για τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας (1975) κατέληξαν στο αυτονόητο συμπέρασμα, ότι ο συντακτικός νομοθέτης έθεσε ως αφετηρία την παραδοσιακή αρχή της συναλληλίας ή της συνεργασίας των δύο αυτών θεσμικών εκφράσεων του ελληνικού κράτους, αλλά με τις νέες διατάξεις εισήγαγε τη σταδιακή αποσύνδεσή τους στις εσωτερικές τους λειτουργίες. Η αποσύνδεση λοιπόν αυτή οδήγησε τελικώς σε ένα ιδιότυπο διοικητικό διαχωρισμό της Εκκλησίας από το Κράτος, τα όρια του οποίου καθορίζονται με συμβατική νομοθετική ρύθμιση, ήτοι κατά το «σύστημα της ομοταξίας».

Η συντακτική Βουλή, η οποία ψήφισε το ισχύον Σύνταγμα, με τη συντριπτική μάλιστα πλειοψηφία των 2/3 περίπου της Ολομελείας της, ψήφισε με την ίδια πλειοψηφία και τον προβλεπόμενο από το άρθρο 3 παράγρ. 1, του Συντάγματος, εκτελεστικό νόμο 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος», ο οποίος εφαρμόζει τις επιταγές των άρθρων 3 και 13 του Συντάγματος για «τους διακριτούς ρόλους» με εντυπωσιακή μάλιστα πιστότητα στο βούλευμα του συντακτικού νομοθέτη. Οι επιταγές του άρθρου 3 του Συντάγματος για την εσωτερική αυτοτέλεια της διοικητικής οργανώσεως της Εκκλησίας, ήτοι στη συγκρότηση, τη λειτουργία, τις αρμοδιότητες και τις υποχρεώσεις όλων των θεσμικών διοικητικών της οργάνων αναπτύσσονται εκτενώς και λεπτομερώς στα άρθρα 1-36 του Καταστατικού Χάρτη, ενώ οι επιταγές του άρθρου 13 για την «ίση προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας όλων των γνωστών θρησκειών», ήτοι και της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προβάλλονται με περιεκτικό τρόπο στα επόμενα άρθρα του Καταστατικού Χάρτη, για να προσδιορισθή προφανώς η «εξουσιοδότηση για την άσκηση από τα αρμόδια Συνοδικά όργανα της νομοθετικής εξουσίας σε όλα τα εσωτερικά ζητήματα πίστεως, λατρείας και ζωής του εκκλησιαστικού σώματος (Sacra interna corporis)».

Είναι λοιπόν προφανές ότι, όπως ο συντακτικός νομοθέτης κατοχύρωσε το εσωτερικό δίκαιο της «επικρατούσας θρησκείας» και των άλλων «γνωστών θρησκειών» έτσι και ο κοινός νομοθέτης αναγνώρισε με τις σχετικές διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη αφ’ ενός μεν όλους τους διοικητικούς θεσμούς της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφ’ ετέρου δε το δικαίωμα ασκήσεως νομοθετικής εξουσίας σε αμιγώς εσωτερικά ζητήματα της Εκκλησίας. Η νομοθετική αυτή περιγραφή των ορίων των «διακριτών ρόλων» κατά την επιταγή του ισχύοντος Συντάγματος, έχει σαφώς τον χαρακτήρα μιας «Συμβατικής ρυθμίσεως» των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, κατά τον τύπο των «Κογκορδάτων» του χριστιανικού κόσμου της Δύσεως, αφού διακηρύσσει τόσο τον σεβασμό του εσωτερικού δικαίου της Εκκλησίας, όσο και την βούληση για εποικοδομητική συνεργασία προς το συμφέρον του λαού.

Υπό το πνεύμα αυτό, η Εισηγητική έκθεση του Υπουργού ΥΠΕΠΘ για τον Καταστατικό Χάρτη εισάγεται με τη χαρακτηριστική δήλωση, ότι ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας είναι το εσωτερικό της δίκαιο, ήτοι οι ιεροί Κανόνες, αλλά για τις σχέσεις με την Πολιτεία είναι αναγκαία η νομοθετική κατοχύρωση μιας «συμβατικής ρυθμίσεως», ήτοι η οριοθέτηση των «διακριτών ρόλων». Τα όρια λοιπόν αυτά καθορίζονται ρητώς στο άρθρο 2 του Καταστατικού Χάρτη, όπου ορίζονται οι βασικοί τομείς κοινού ενδιαφέροντος, για τους οποίους είναι αναγκαία η οφειλετική, η κοινή συνεργασία, ήτοι για ζητήματα: α) αγωγής των νέων, β) γάμου και διαζυγίου, γ) θρησκευτικής υπηρεσίας στρατού, δ) προστασίας της θρησκευτικής πολιτιστικής κληρονομιάς και ε) φιλανθρωπικής διακονίας.

Συνεπώς οι «διακριτοί ρόλοι» όπως αυτοί ορίζονται στα άρθρα 3 και 13 του Συντάγματος, είναι σαφώς καθορισμένοι στον Καταστατικό Χάρτη ως μία επίσημη «συμβατική ρύθμιση», η οποία αποδείχθηκε λειτουργική, αλλά είναι συναινετική, επειδή είναι αυτονόητη τόσο με όρους ιδεολογίας, όσο και με όρους κοινωνίας.


  1. Νομοθετικές λύσεις σε εκκλησιαστικά θέματα.

(Φεβρουάριος 2008 – Σεπτέμβριος 2016)

 

  1. Σύσταση ενός διαρκούς οργάνου διαλόγου και διαβουλεύσεως μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας. Πρόκειται για την «Επιτροπή για τη μελέτη και επίλυση θεμάτων που απασχολούν την Εκκλησία της Ελλάδος» (συστήθηκε με την Απόφαση Πρωθυπουργού Υ 332/23.5.2011, ΦΕΚ Β 963/24.5.2011).
  2. Oι αποσπώμενοι στο εξωτερικό ιερείς συνεχίζουν να αμείβονται από την οργανική θέση, που κατέχουν ως εφημέριοι, και όχι την εκκλησιαστική αρχή της αλλοδαπής. Αποτελεί σημαντικό μέτρο ενίσχυσης σε ανθρώπινο δυναμικό των Πατριαρχείων και των Μητροπόλεων της ομογένειας στο εξωτερικό (άρθρο 25 εδάφ. 3 του νόμου 4024/2011, ΦΕΚ Α 226/27.10.2011).
  3. Καταργήθηκε η υποχρεωτική άδεια Υπουργού Γεωργίας (άρθρο 2 Ν. 3250/1924, Α 324) για την εκποίηση εκκλησιαστικών ακινήτων ως προς την έκταση πέραν των 250 τ.μ. (καταργήθηκε με το άρθρο 37 παρ. 1 περ. α του Νόμου 4061/2012 (ΦΕΚ Α 66/22.3.2012).
  4. Με το Προεδρικό Διάταγμα 53/2012 διατηρήθηκε σε ισχύ το ειδικό σύστημα αξιολόγησης των κληρικών της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, αναγνωρίζοντας έτσι η Πολιτεία την μη ένταξη των ιερέων στην τάξη των δημοσίων υπαλλήλων (ΦΕΚ Α 105/30.4.2012).
  5. Λύθηκε μία δημοσιονομική εκκρεμότητα της μισθοδοσίας του Κλήρου διότι ο εκτός κρατικού προϋπολογισμού λογαριασμός με τίτλο «Κεφάλαιο προς πληρωμή μισθού εφημεριακού κλήρου» εντάχθηκε πλέον στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και οι αποδοχές του μέχρι τότε αμειβόμενου από το Κράτος κληρικού και λαϊκού προσωπικού των Ι. Μητροπόλεων εντάσσονται στην Ενιαία Αρχή Πληρωμής (άρθρο 13 παρ. 5 του νόμου 4111/2013, ΦΕΚ Α 18/25.1.2013).
  6. Αναγνωρίσθηκαν αναδρομικά από την Πολιτεία ως αρμοδίως εκδοθείσες όλες οι οικοδομικές άδειες της Ναοδομίας της Εκκλησίας της Ελλάδος από της καταργήσεως του Ο.Δ.Ε.Π. (13.10.1988) έως την έναρξη ισχύος του νόμου (άρθρο 25 του νόμου 4122/2013, ΦΕΚ Α 42/19.2.2013). Έτσι επιλύθηκε μία αμφιβολία που είχε δημιουργηθεί στην νομολογία των δικαστηρίων.
  7. Τα ακίνητα των νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος μπορούν να υπαχθούν πλέον στην νομοθεσία για «στρατηγικές επενδύσεις» ιδιωτών (άρθρο 5 παρ. 4 του νόμου 4146/2013, ΦΕΚ Α 90/18.4.2013), αλλά και να γίνει πολεοδομική ωρίμανσή τους και να αποκτήσουν χρήση γης, εάν δεν έχουν (άρθρο 69 του νόμου 4170/2013, ΦΕΚ Α 163/12.7.2013 = άρθρο 17Β Ν. 3986/2011).
  8. Εξαιρέθηκαν της κατεδαφίσεως οι λατρευτικοί χώροι των γνωστών θρησκειών η Βακουφίων Δυτ. Θράκης και μπορούν να τακτοποιούνται χωρίς την καταβολή παραβόλου και ειδικού προστίμου (άρθρο 16) και ιδρύθηκε Υπηρεσία Δομήσεως (Υ.ΔΟΜ.) στην Εκκλησία της Ελλάδος και Κεντρικό Συμβούλιο Εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής (άρθρο 53 νόμου 4178/2013, ΦΕΚ Α 178/8.8.2013). Ομοίως εξαιρέθηκαν και οι βοηθητικοί υποστηρικτικοί χώροι των λατρευτικών χώρων Ν.Π.Δ.Δ. των γνωστών θρησκειών η Βακουφίων Δυτ. Θράκης χωρίς την καταβολή παραβόλου και ειδικού προστίμου (άρθρο 10 νόμου 4237/2014 (ΦΕΚ Α 36/12.2.2014) = άρθρο 16 παρ. 1 περ. δ Ν. 4178/2013). Ομοίως εξαιρέθηκαν και οι χώροι λατρείας των εκκλησιαστικών Ν.Π.Ι.Δ. του Ν. 590/1977 (Ιδρύματα, Μουσεία κ.λπ.) με τους βοηθητικούς τους χώρους εξαιρούνται από την κατεδάφιση χωρίς παράβολο και ειδικό πρόστιμο (άρθρο 46 ν. 4301/2014).
  9. Επίσης, ο νομοθέτης επέτρεψε την σύνταξη συμβολαιογραφικών πράξεων τακτοποιήσεως της κυριότητας για (στερούμενα τίτλων ιδιοκτησίας) εκκλησιαστικά ακίνητα (επεκτείνοντάς τις ρητώς και υπέρ των Μονών) και μάλιστα από τον ίδιο τον νόμιμο εκπρόσωπό τους κατά άρθρα 8 Ν. 3800/1957, 88 Α.Ν. 2200/1940, 62 Ν. 590/1977, προκειμένου να εκδοθεί οικοδομική άδεια από τον νόμιμο εκπρόσωπο του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου (άρθρο 53 ν. 4178/2011, ΦΕΚ Α 178/8.8.2013 = άρθρο 2 παρ. 2 ν. 4030/2011).
  10. Συστάθηκε ανώνυμη εταιρεία με την συμμετοχή Δημοσίου και Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών (Ανώνυμη Εταιρεία Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Ακίνητης Περιουσίας-Ε.Α.Ε.Α.Π.) για την αξιοποίηση ακινήτων της τελευταίας η και άλλων Μητροπόλεων με εξ ημισείας απόληψη εσόδων των δύο εταίρων (άρθρο 83 νόμου 4182/2013, ΦΕΚ Α 185/10.9.2013).
  11. Με τον νόμο 4235/2014 (ΦΕΚ Α 32/11.2.2014):

α. Δόθηκε ενιαύσια προθεσμία για δημοσίευση μη δημοσιευθεισών στο Φ.Ε.Κ. πράξεων διορισμών (που εκδόθηκαν έως το 2010) υπηρετούντων κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος, Εκκλησίας της Κρήτης, Ι. Μητροπόλεων Δωδεκανήσου, με αναδρομική ισχύ (άρθρο 68 παρ. 1 υποπαρ. 1). Η προθεσμία καταργήθηκε και πλέον επιτρέπεται χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό η δημοσίευση με αναδρομική δύναμη πράξεων διορισμών κληρικών, που εκ παραδρομής δεν είχαν δημοσιευθεί (55 παρ. 2 του ν. 4386/2016, ΦΕΚ Α  83/11.5.2016), όπως ακριβώς επιτρέπεται και για τους δημοσίους υπαλλήλους.

β. Εξαίρεση από Δημόσιο Τομέα: τα Ν.Π.Δ.Δ. – Ν.Π.Ι.Δ. της Εκκλησίας της Ελλάδος, της Κρήτης, Ι.Μ. Δωδεκανήσου, οι Ισραηλιτικές Κοινότητες, ο Οργανισμός Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος, οι Πατριαρχικές Μονές, το Π.Ι.Ι.Ε.Τ. εξαιρούνται από τις διατάξεις για το Δημόσιο Τομέα και τη Γενική Κυβέρνηση ως προς την οργάνωση, διοίκηση, εν γένει περιουσιακή και λογιστική διαχείρισή τους, εκτός εάν ειδική διάταξη προβλέπει την υπαγωγή τους (άρθρο 68 παρ. 1 υποπαρ. 3). Η εξαίρεση αυτή κατοχυρώνει περισσότερο την θρησκευτική αυτονομία και αυτοδιοίκηση των εσωτερικών υποθέσεών τους.

γ. Τα εκκλησιαστικά Ν.Π.Δ.Δ. μπορούν να ιδρύουν εταιρείες για κοινωφελείς και θρησκευτικούς σκοπούς, χωρίς άδεια του Κράτους.

δ. Για την ικανοποίηση φιλανθρωπικών η μορφωτικών σκοπών επιτρέπεται η δωρεά εκκλησιαστικών ακινήτων, ακινήτων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. η Ο.Τ.Α., η δωρεά ακινήτου για την ανέγερση η λειτουργία Μονής, Ναού ή Επισκοπείου η μεταξύ εκκλησιαστικών νομικών προσώπων και απαλλάσσονται των τελών μεταγραφής (άρθρο 68 παρ. 1 υποπαρ. 8.α). Δίδεται μία διέξοδος για την τακτοποίηση της ιδιοκτησίας εν όψει της από πολλών ετών ανέγερσης παλαιών Ναών, Επισκοπείων η Μονών επί δημοτικών και δημοσίων ακινήτων.

ε. Καθιερώνεται οιονεί καθολική διαδοχή επί της περιουσίας προϋπαρχόντων εκκλησιαστικών νομικών προσώπων ή Ορθοδόξων Χριστιανικών Κοινοτήτων από τις Ι. Μητροπόλεις και Ενορίες, που εδρεύουν στην ίδια εδαφική περιφέρεια, η περιουσία τους καταγράφεται ατελώς σε μονομερή συμβολαιογραφική πράξη («έκθεση απογραφής»), η οποία μπορεί να συντάσσεται και για περιουσίες διαλελυμένων Μονών, Ναών (άρθρο 68 παρ. 1 υποπαρ. 8.β). Οι Μητροπόλεις δηλαδή αποκτούν ρητώς την περιουσία των προκατόχων τους Επισκοπών ή των εκκλησιαστικών περιουσιών των καταργημένων Ορθοδόξων Χριστιανικών Κοινοτήτων, όπως και την περιουσία των διαλελυμένων Μονών. Το ίδιο ισχύει για τις σημερινές Ενορίες σε σχέση με την περιουσία τυχόν προϋπαρχουσών Ενοριών στην ίδια εδαφική περιφέρεια.

στ. Το Δημόσιο αναγνωρίζει ότι δεν διεκδικεί κυριότητα σε αγροτικά ακίνητα του ν. 4061/2012, στα οποία έχουν ανεγερθεί χώροι θρησκευτικής λατρείας και για όσο χρόνο διαρκεί αυτή, τα ακίνητα περιέρχονται στο οικείο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο μαζί με τον αναγκαίο αύλειο χώρο (άρθρο 37 παρ. 9 ν. 4235/2014 = 22 παρ. 7 ν. 4601/2012).

  1. Με τον Νόμο 4301/2014 (ΦΕΚ Α 223/7.10.2014):

α. Επιτρέπεται η μετάταξη θεολόγων εκπαιδευτικών σε Ι. Μητροπόλεις (άρθρο 24).

β. Ο Πρόεδρος του Π.Ι.Ι.Ε.Τ. αποκτά δικαίωμα ψήφου κατά την επιλογή του Αντιπροέδρου και Γενικού Γραμματέα μεταξύ των μελών της Διοικούσας Επιτροπής· το Π.Ι.Ι.Ε.Τ. παύει να εξαιρείται από τις διατάξεις περί εκκλ. Ιδρυμάτων και Προσκυνημάτων του Ν. 590/1977, χωρίς να καταργείται ο Ν. 349/1976 (άρθρα 26, 51 παρ. 6).

γ. Οι πέντε κενές προσωποπαγείς Μητροπόλεις του άρθρου 12 του Ν. 1951/1991 καταργούνται και μονιμοποιείται η Μητρόπολη Γουμενίσσης (άρθρο 44).

δ. Η Δ.Ι.Σ. έχει αρμοδιότητα καθορισμού της συγκροτήσεως των Μητροπολιτικών Συμβουλίων με Κανονισμό της (άρθρο 51 παρ. 1).

ε. Εκτός από τους Ναούς, και οι περιουσίες των διαλελυμένων η διαλυόμενων Μονών αναγνωρίζονται ότι ανήκουν στις Ι. Μητροπόλεις (άρθρο 51 παρ. 2).

στ. Τα διατάγματα διαχωρισμού μοναστηριακής περιουσίας του ΟΔΕΠ σε εκτέλεση του Ν. 4684/1930 και οι Πίνακες καταγραφής περιουσίας της από 26.9.1952 Συμβάσεως μεταξύ Δημοσίου και Εκκλησίας αποτελούν «τίτλους ιδιοκτησίας» εκ του νόμου (άρθρο 51 παρ. 7).

ζ. Μετέχει άνευ ψήφου εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος στο Πολυμελές Συμβούλιο της Ριζαρείου Σχολής (άρθρο 52 παρ.2).

  1. Με τον νόμο 4386/2016 μονιμοποιήθηκε η Ι. Μητρόπολη Σταγών και Μετεώρων (άρθρο 55, ΦΕΚ Α 83/11.5.2016).
  2. Στελέχωση της Εκκλησίας

 

Από τα συγκεντρούμενα χρήματα στο «Γαζοφυλάκιο» της Δ  Ἐθνικῆς των Ελλήνων Συνελεύσεως στο Άργος στις 11 Ιουλίου 1829, μέρος προοριζόταν για την ίδρυση και λειτουργία εκκλησιαστικών  σχολείων «εις βελτίωσιν του Ιερατείου».

Μάταια όμως ο τότε Μητροπολίτης Μαντινείας Διονύσιος επανέφερε το θέμα της ιδρύσεως Εκκλησιαστικών σχολών για την προετοιμασία των κληρικών.

Το έτος 1858 εδέησε η Βασίλισσα Αμαλία, ως αντιβασιλεύς να υπογράψει τον νόμο για την δημιουργία της πρώτης ιερατικής σχολής. Έκτοτε θα δημιουργούνται περιστασιακά εκκλησιαστικές σχολές σε διάφορες Μητροπόλεις.

Σοβαρή προσπάθεια για το θέμα αυτό υπήρξε εκείνη των αδελφών Ριζάρη που ίδρυσαν την Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή και το Εκκλησιαστικό Φροντιστήριο που ίδρυσε ο Αρχιεπίσκοπος Γερμανός Καλλιγάς.

Και τα δύο κέντρα κατέρρευσαν. Το μεν πρώτον αφού γνώρισε πολλές επιτυχίες σήμερα έχει καταντήσει ένα κατάλοιπο αλλοτριωμένο. Το δεύτερο δεν μπόρεσε να λειτουργήσει, γιατί πολεμικές συρράξεις το χρησιμοποίησαν για στέγαση στρατιωτικών αναγκών.

Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα δυστυχώς δεν λειτουργεί υγιώς η προετοιμασία των υποψηφίων Κληρικών. Οι ευθύνες βαρύνουν και τον χώρο της Εκκλησίας και εκείνο της Πολιτείας.

Ασφαλώς το βάρος πίπτει περισσότερο στην Εκκλησία και λιγότερο στην Πολιτεία. Χρειάζεται επανεξέτασις του όλου θέματος. Η εσωτερική λειτουργία των σχολείων αυτών, οι θεματικές ενότητες των σπουδών, η ποιμαντική προετοιμασία είναι θέμα της Εκκλησίας και όχι της Πολιτείας.

Άλλως είναι σαν η Εκκλησία να επιδιώκει να έχει τον πρώτο λόγο σε άλλα σχολεία παραγωγικής μορφής.

Στο κεφάλαιο αυτό έχουν αναφορά όλα τα εκκλησιαστικά σχολεία για τα οποία θα πρέπει να φροντίσουμε εξ αρχής και αυτά είναι:

Τα Εκκλησιαστικά Λύκεια.

Τα ετοιμαζόμενα Μεταλυκειακά Προγράμματα.

Οι ανώτατες Εκκλησιαστικές Σχολές.

Το μάθημα των Θρησκευτικών λειτουργεί πράγματι προβληματικά. Το βάρος ευθύνης πέφτει στην Εκκλησία, στην Πολιτεία και εν πολλοίς στα πρόσωπα που καλούνται να διακονήσουν στον Τομέα αυτό.

Υπήρξα από τους πρώτους που υπεστήριξα ότι πρέπει να γίνουν αλλαγές στο μάθημα αυτό. Και μάλιστα κατακρίθηκα από μερικούς.

Ο τρόπος με τον οποίο πρωτοστάτησε η Πολιτεία, τα καινούργια προγράμματα τα οποία μελέτησα, με έπεισαν ότι δεν πρόκειται για Θρησκευτικά, αλλά για μια επιχείρηση αλλοιώσεως της πίστεώς μας.

Για το θέμα αυτό παραπέμπω στην πολυσέλιδη επιστολή την οποία απηύθυνα στον Πρωθυπουργό και τους Αρχηγούς των Κομμάτων και την οποία προ ολίγων ημερών σας κοινοποίησα.

Πρότασίς μου: Εξ αρχής αντιμετώπιση κάθε αναγκαίας αλλαγής σε συνεργασία πραγματική Εκκλησίας και Πολιτείας όπως προβλέπει το Σύνταγμα και ο Καταστατικός μας Χάρτης.


  1. Εκκλησιαστική Περιουσία και αξιοποίηση αυτής

 

Ποιά είναι επί τέλους αυτή η μυθώδης ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας για την οποία γίνεται τόσο θόρυβος και εξάπτονται φαντασίες; Όση και όποια είναι η θρυλουμένη αυτή περιουσία δεν μπορεί να αξιοποιηθή ούτε ένα τετραγωνικό μέτρο γης αν δεν συναινέσει η Πολιτεία.

Έχουν επιβληθεί σε αυτή τόσα βάρη και τόσες δεσμεύσεις που πιστεύω, αν δεν βρεθή τρόπος Εκκλησία και Πολιτεία να συνεργαστούν ειλικρινά και με αποφασιστικότητα δεν γίνεται τίποτε. Αν επιτευχθή αυτή η συνεργασία τότε το όφελος της λειτουργίας της Εκκλησίας, οι δυνατότητες ωφέλειας της Πολιτείας και κυρίως η ανακούφιση των πτωχών και αναγκεμένων ανθρώπων θα επιτευχθούν.

Ποιά είναι επί τέλους αυτή η περιουσία:

  1. Δεν γίνεται ασφαλώς λόγος για εκείνην που παρέλαβε με νόμο και σύμβαση το Κράτος και ανέλαβε την μισθοδοσία του Κλήρου και την λειτουργία των Εκκλησιαστικών Σχολών. Ασφαλώς ούτε για την άλλη τεράστια περιουσία που διέθεσε η Εκκλησία στην Πολιτεία και τους Δήμους για Σχολεία, Νοσοκομεία και κάθε είδους ιδρύματα σε όλα τα μέρη της πατρίδος μας.
  2. Είναι η εν εκκρεμότητι τεράστια περιουσία της Εκκλησίας των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων που ακόμη δεν κατεβλήθησαν οι αποζημιώσεις.
  3. Είναι η εν εκκρεμότητι περιουσία της συμβάσεως Εκκλησίας και Πολιτείας του Ν.Δ. 2185/1952, ΦΕΚ. 289/8 Οκτ. 1952.

Για τις εκκρεμότητες αυτές συστάθηκε Επιτροπή δια της υπ’ αριθμ. 312/9-3-1972 κοινής αποφάσεως των Υφυπουργών Εθνικής Οικονομίας επί θεμάτων Γεωργίας, Οικονομικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, προκειμένου να εξετάσει τις διαφορές που δημιουργήθηκαν μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας (ΟΔΕΠ) και του Δημοσίου κατά την εφαρμογήν της από 18-9-1952 Συμβάσεως.

  1. Είναι η εν εκκρεμότητι περιουσία των Ν. 1700/1987, 1811/1998 και όπως εκείνη διαμορφώθηκε με την υπ’ αριθμ. 10/1993/405/483-484 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με την οποία «παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και από τους προβλεπομένους υπό του Νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου».

Ως Αρχιεπίσκοπος δηλώνω από τη θέση αυτή ότι με βάση τον υπάρχοντα νόμον 4182/2013 (άρθρα 83 επ.)-(ΦΕΚ 185/Α/13-9-2013) προσκαλώ την Πολιτείαν από αύριο το πρωΐ, η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών και τα Μοναστήρια Πεντέλης και Πετράκη να αρχίσουμε την διαδικασία αξιοποιήσεως τουλάχιστον του πρώτου ακινήτου της Εκκλησίας.

Για τα υπόλοιπα ακίνητα να αρχίσει η εκκαθάριση, η τακτοποίηση και η καταγραφή.

Θα είμεθα όμως ανεδαφικοί αν δεν υπολογίσουμε Κράτος και Εκκλησία τις παρενέργειες και επιπτώσεις των δικαστικών αποφάσεων και το βάρος της κρατούσης γραφειοκρατικής συμπεριφοράς προκειμένου να αντιμετωπισθούν τέτοιες υποθέσεις.

Για να φθάσουμε στο επιθυμητό σημείο αυτής της συνεργασίας πρέπει να υπολογίσουμε και τα εμπόδια που παρεμβάλλονται και ιδιαίτερα εκείνα που προέρχονται από τον χώρο της γραφειοκρατικής λειτουργίας της Δικαιοσύνης.

Από τα στοιχεία που έχω στα χέρια μου υπογραμμίζω τα εξής:

  1. Ο πρώην ΟΔΕΠ ήγειρε την από 7/11/1961 διεκδικητικήν αγωγήν κυριότητος δι’ έκτασιν 60 στρ. επί της οδού Μεσογείων, όπου κείται το Υπουργείο Μεταφορών. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η 7207/1978 οριστική απόφασις δεχθείσα την αγωγήν μας. Επί ασκηθείσης εφέσεως του Δημοσίου εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 9266/1981 Απόφασις του Εφετείου Αθηνών τάξασα εμμαρτύρους αποδείξεις. Διεξαχθεισών των ως άνω αποδείξεων κατετέθη υπό του ΟΔΕΠ κλήσις δια την επαναφοράν της υποθέσεως προς συζήτησιν η οποία προσδιωρίσθη δια την 17-11-1987. Η εν λόγω έκτασις εδηλώθη ως εκκλησιαστική εις το Εθνικόν Κτηματολόγιον εν έτει 2008 και αναμένομεν την ανάρτησιν των προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων (1961-2016=55 χρόνια).
  2. Ο πρ. ΟΔΕΠ κατέθεσε την από 31-7-1969 διεκδικητικήν αγωγήν κυριότητος 4.858 στρ. εις την θέσιν «Άσπρο Λιθάρι» εντός του εκκλησιαστικού κτήματος Λεγραινών Σουνίου. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 1830/1981 οριστική απόφασις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δια της οποίας ανεγνωρίσθη η Ι. Μ. Πεντέλης ως κυρία της εκτάσεως των 4.858 στρ.

Κατά της αποφάσεως αυτής ησκήθη έφεσις υπό του Δημοσίου η οποία απερρίφθη δια της υπ’ αριθμ. 219/1984 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ησκήθη αίτησις αναιρέσεως υπό του Δημοσίου, η οποία ουδέποτε συνεζητήθη λόγω του Ν. 1811/1988. Η εν λόγω έκτασις 4.858 στρ. εις το Άσπρο Λιθάρι εδηλώθη ως εκκλησιαστική εις το Εθνικόν Κτηματολόγιον, ομού μετά του υπολοίπου κτήματος, συνολικού εμβαδού 15.000 στρ. περίπου και αναμένομεν την ανάρτησιν των κτηματολογικών στοιχείων (1969-2016=47 χρόνια).

  1. Ο πρ. ΟΔΕΠ κατέθεσε την 7-12-1963 διεκδικητικήν αγωγήν κυριότητος δια δύο εκτάσεις συνολικού εμβαδού 66.400 τ. μ. εις την θέσιν «Κόκκινα Χώματα» Αμπελοκήπων, αι οποίαι κατέχονται παρανόμως υπό της Χωροφυλακής. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 10293/1965 προδικαστική απόφασις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που διέταξε αποδείξεις. Εις το αρχείον της υπηρεσίας δεν ευρέθη άλλη απόφασις επί της ανωτέρω αγωγής. Ωστόσο, από την υπ’ αριθμ. 7206/1978 οριστικήν απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναφορικώς με ετέραν έκτασιν 425 μ. εγγύς της Σχολής Χωροφυλακής, η οποία εξεδόθη επί αγωγής του ΟΔΕΠ κατά του Ελληνικού Δημοσίου, προκύπτει ότι μέχρι το έτος 1978 δεν είχε εκδοθεί οριστική απόφασις επί της ανωτέρω αγωγής αναφορικώς προς τας ως άνω εκτάσεις συνολικού εμβαδού 66.400 μ.

Μόλις ολοκληρωθή η έρευνα υπό του Γραφείου Νομικών Υποθέσεων και του Τμήματος Κτηματολογίου της ΕΚΥΟ θα δηλωθή η εν λόγω έκτασις εις το Εθνικόν Κτηματολόγιον.

Δηλαδή μία υπόθεσις που αρχίζει στις 7-12-1963 και που μέχρι σήμερα κλείνει 53 χρόνια υπογραμμίζουμε: μόλις ολοκληρωθή η έρευνα του Γραφείου Νομικών Υποθέσεων και του Τμήματος Κτηματολογίου της ΕΚΥΟ θα δηλωθή η εν λόγω έκτασις εις το Εθνικόν Κτηματολόγιον (!!!).

Δεν θα σας καταπονήσω με πάμπολλες άλλες όμοιες περιπτώσεις. Είναι ανάγκη όμως να σταθώ σε δύο τρεις κραυγάζουσες.

α) Παραπήγματα-Βάρη.

Παραπήγματα είναι η έκτασις 207 στρεμ. από την Ιερά Μονή Πετράκη μέχρι την πλατεία Μαβίλη. Με το Π.Δ. 14/22-9-1931 (ΦΕΚ 328/Α /22-9-1931) διαχωρισμού της εκκλησιαστικής περιουσίας περιέρχεται ως προς την διαχείριση στον ΟΔΕΠ.

Λόγω πολεμικών αναγκών της χώρας το Υπουργείον Στρατιωτικών ενοικίασε την έκταση αυτή και σύμφωνα με τα υπάρχοντα γραπτά στοιχεία στα αρχεία της Ιεράς Μονής Πετράκη εισέπραττε ενοίκιον μέχρι της 11/7/1903. Στην έκταση αυτή ανήγειρε το κράτος νοσοκομειακές εγκαταστάσεις για τις ανάγκες του πολέμου του 1897, παραπήγματα των Στρατώνων του Πεζικού και άλλα στρατιωτικά κτίρια.

Η μη κοινοβουλευτική Κυβέρνηση του στρατηγού Γεωργίου Κονδύλη με πολιτειακή πράξη και συγκεκριμένα δυνάμει της ΙΔ  Συντακτικῆς Πράξης της 21-11-1935 (ΦΕΚ 590/Α /21-11-1935) απαλλοτρίωσε αναγκαστικά τον χώρο των Παραπηγμάτων υπέρ του Ταμείου Εθνικής Αμύνης (Τ.ΕΘ.Α.) και καθορίστηκε αποζημίωση 5.000.000 (πέντε εκατομμυρίων) δραχμών, τα οποία θα καταβάλλονταν από το Ταμείο Εθνικής Αμύνης στον Οργανισμό Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ) ατόκως σε δύο ίσες άτοκες δόσεις. Το ποσόν ουδέποτε κατεβλήθη.

Με την ανωτέρω Συντακτική Πράξη ορίστηκε, κατά παράβαση του ισχύοντος τότε Συντάγματος του 1911, ότι η νομή και η κυριότητα του απαλλοτριωθέντος κτήματος των Παραπηγμάτων θα περιερχόταν στο ΤΕΘΑ, από της δημοσιεύσεως της Συντακτικής Πράξης, ήτοι από της 21-11-1935, και προ της καταβολής της αποζημίωσης. [Περί απαλλοτριώσεως γηπέδου του ΟΔΕΠ εις θέσιν Παραπήγματα υπέρ του Ταμείου Εθνικής Αμύνης, ΦΕΚ 590/Α /21-11-1935].

Επειδή όμως δεν κατεβλήθη η ορισθείσα αποζημίωση, το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εκτάσεως των Παραπηγμάτων ρυθμίστηκε εκ νέου, την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας, με την από 12 Μαρτίου του 1939 σύμβαση, που συνήφθη μεταξύ του Υπουργού Οικονομικών, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, του Υπουργού Συγκοινωνίας, ενεργούντος για λογαριασμό του Ειδικού Ταμείου Μονίμων Οδοστρωμάτων Αθηνών (Ε.Τ.Μ.Ο.Α), του Υφυπουργού Στρατιωτικών, ενεργούντος για λογαριασμό του Οργανισμού του Ταμείου Εθνικής Αμύνης, του Γενικού Διευθυντού του ΟΔΕΠ, ενεργούντος για λογαριασμό του Οργανισμού αυτού και του Γενικού Διευθυντού του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Με την εν λόγω σύμβαση, η οποία κυρώθηκε με τον Αναγκαστικό Νόμο 1706/1939 (ΦΕΚ 158/Α /1939) συμφωνήθηκαν τα εξής:

………………..

β. Ο ΟΔΕΠ να παραιτηθεί οιασδήποτε αξιώσεως κυριότητος αποζημιώσεως υπό του Δημοσίου για την μέχρι την υπογραφή της Συμβάσεως χρήση της ανωτέρω εκτάσεως υπό τον όρο ο ΕΤΜΟΑ να καταβάλλει στον οργανισμό το ποσό των 63.000.000 δραχμών.

………………..

Η ανωτέρω σύμβαση παρέμεινε ανεκτέλεστη. Δεν πραγματοποιήθηκε κανένας όρος της. Το μεγαλύτερο μέρος της εκτάσεως παρέμεινε κάτω από την διαχείριση του ΤΕΘΑ. Ο δε πόλεμος που πλησίαζε και σε λίγο έφτασε απέτρεψε κάθε σκέψη κατεδαφίσεως στρατιωτικών εγκαταστάσεων και κυρίως του νοσοκομειακού συγκροτήματος.

Μετά την χρονιά της απελευθερώσεως (1944) το Δημόσιον μη σεβόμενον την σύμβαση του 1939 άρχισε την διάθεση των εκτάσεων αυτών κατά την κρίση του.

Κατόπιν διαμαρτυριών της ιδιοκτήτριας Ιεράς Μονής Πετράκη, ο ΟΔΕΠ κατέθεσε την από 23-1-1959 αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών και δικάσιμος ωρίσθη η 6 Μαρτίου 1959. Δυστυχώς με την μέθοδον των συνεχών αναβολών η τελευταία συζήτηση ορίσθηκε για τις 20-2-1967, παραμονές του πραξικοπήματος του 1967, κατά την οποία δόθηκε και άλλη αναβολή.

Ακολούθησε η δικτατορία του 1967 και η καινούργια Εκκλησιαστική Διοίκηση ακολούθησε άλλην τακτική. Απεφάσισε δηλαδή να αγοράσει την δική της ιδιοκτησία με δύο συμβολαιογραφικές πράξεις.

α. Με την πρώτη, αρθ. 2358/26 Ιουλίου 1971 του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικ. Ανασ. Παπαντωνίου, τμήμα του εναπομείναντος οικοπέδου εκτάσεως 4954,72 τ.μ. ανταλλάχθηκε με έκταση της Μονής Πετράκη 2689,706 τ.μ. από το μεγαλύτερο κομμάτι της Βάρης για την δημιουργία της Σχολής Ευελπίδων. Ο τότε υπουργός Γεωργίας δεν συγκατετέθη εις τον αποχαρακτηρισμόν της εν λόγω εκτάσεως διότι υπεστήριζε ότι έπρεπε η όλη εκεί έκτασις της Εκκλησίας να αποχαρακτηρισθεί και όχι μόνον η παραχωρουμένη εις το Δημόσιον. Εν τούτοις το Συμβόλαιο υπεγράφη.

β. Με το υπ’ αριθμ. 17619/20 Ιουλίου 1973 συμβόλαιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Πραξιτέλους Δημ. Φραντζεσκάκη ο ΟΔΕΠ αγόρασε και το υπόλοιπον εκκλησιαστικόν κτήμα της οδού Δεινοκράτους εκτάσεως έξι χιλιάδων πεντακοσίων δέκα και είκοσι οκτώ (6.510,28) μ2 αντί του ποσού των εκατόν ογδόντα δύο εκατομμυρίων, διακοσίων ογδοήκοντα επτά χιλιάδων και οκτακοσίων σαράντα (182.287,840) δραχμών.

Το λυπηρόν στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι ο ΟΔΕΠ υπογράφει εις το συμβόλαιον και τα εξής:

«Συμφωνείται ειδικώτερον ότι ο Οργανισμός Διοικήσεως και Διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΔΕΠ) παραιτείται ρητώς του δικογράφου και του δικαιώματος της από 12-1-1959 αγωγής του κατά 1) του Ειδικού Ταμείου Μονίμων Οδοστρωμάτων Αθηνών ανακοινωθήσης δε εις α) το Ελληνικόν Δημόσιον, β) το Ταμείον Εθνικής Αμύνης και γ) Το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, ήτις αγωγή εγερθείσα ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών έλαβεν αριθμόν πράξεως καταθέσεως 965/23 Ιανουαρίου 1959. Συναινεί δε ρητώς ο αφ’ ετέρου συμβαλλόμενος ΟΔΕΠ όπως διαγραφή η ειρημένη αγωγή εκ των Βιβλίων Διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, παραγγέλων τον αρμόδιον Υποθηκοφύλακα όπως διαγράψη ταύτην».

Οι δύο αυτές συμβολαιογραφικές πράξεις είναι άκυρες, δια πολλούς λόγους κυρίως όμως διότι η Συντακτική Πράξη της 21ης-11-1935 ήταν άκυρη ως αντισυνταγματική και τα Δικαστήρια όφειλαν να προβούν σε αυτεπάγγελτο έλεγχο της συνταγματικότητάς της, παρά το γεγονός ότι ο ΟΔΕΠ δεν πρόβαλε ισχυρισμό περί αντισυνταγματικότητας αυτής και κυρίως διότι ο συμβαλλόμενος από πλευράς Εκκλησίας δεν ήταν η ιδιοκτήτρια της εκτάσεως, αλλά ο ΟΔΕΠ δηλ. ο διαχειριστής αυτής, ενεργών εν προκειμένω ερήμην της ιδιοκτήτριας Μονής.

β) Νέα Νοσηλευτική Μονάδα.

Η Ιερά Μονή Πετράκη με το υπ’ αρθ. 11615/2-3-1916 δωρητήριο συμβόλαιο εδώρισε κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή στο Θεραπευτήριο «ΣΩΤΗΡΙΑ» έκταση 215,512 στρ. υπό τους εξής όρους:

1) να υφίσταται το θεραπευτήριο «ΣΩΤΗΡΙΑ» αυτοτελώς, μη διαλυόμενο ή συγχωνευόμενο με άλλο Ίδρυμα η Νομικό Πρόσωπο και να εκπληροί τον προορισμό του χρησιμοποιώντας την δωρούμενη έκταση προς νοσηλεία φυματιώντων αποκλειομένης πάσης άλλης χρήσεως. 2) Να βρίσκονται στη διάθεση της Ιεράς Μονής πέντε (5) κλίνες προς δωρεάν νοσηλεία ασθενούντων από φυματίωση, οι οποίοι θα υποδεικνύονται κάθε φορά από το Ηγουμενοσυμβούλιο της Ιεράς Μονής. 3) Το Θεραπευτήριο ΣΩΤΗΡΙΑ θα στερείται του δικαιώματος της απαλλοτριώσεως ή υποθηκεύσεως της δωρουμένης εκτάσεως. 4) Σε περίπτωση μη εκπληρώσεως των ανωτέρω όρων από το Νοσοκομείο η εν λόγω δωρεά θα ανεκαλείτο αυτοδικαίως.

Με το υπ’ αριθμ. 31184/1-4-1978 συμβόλαιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Παπαχρήστου πάλιν η Ιερά Μονή Πετράκη δωρίζει προς το Δημόσιο 319 στρ. συνεχομένης εκτάσεως για την ανέγερση Νέας Νοσοκομειακής Μονάδας της Ανατολικής Αττικής. Μεταξύ των όρων που ετέθησαν ήταν και ο εξής:

«η σύμβαση να τελεί υπό την διαλυτική αίρεση, ότι σε περίπτωση μη πραγματοποιήσεως του σκοπού της ανεγέρσεως της Νέας Νοσηλευτικής Μονάδας εντός δεκαετίας από της συγγραφής του συμβολαίου, θα ελύετο αυτοδικαίως με μονομερή δήλωση του δωρητού, συντασσομένης ενώπιον Συμβολαιογράφου σχετικής πράξεως μεταγραφησομένης νομίμως. 5) Η αποδοχή και η έγκριση υπό του δωρεοδόχου Δημοσίου να γίνει με άλλη πράξη αποδοχής, η οποία θα μετεγράφετο νομίμως άνευ οιασδήποτε επιφυλάξεως και η οποία αποδοχή θα έπρεπε να γίνει εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υπογραφής του συμβολαίου δωρεάς».

Η δωρεά αυτή έγινε αποδεκτή από το Υπουργείο Οικονομικών με την υπ’ αριθμ. 6498/1655/3 Αυγ. 1978 απόφαση και με την ένδειξη «περί αποδοχής προτάσεως δωρεάν παραχωρήσεως ακινήτου υπό των ΟΔΕΠ και Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη προς το Ελληνικόν Δημόσιον υπό όρον».

Δυστυχώς όμως με την από 20-7-1993 Σύμβαση  μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, που κυρώθηκε δια του άρθρου 29 του Ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137/24-8-1993 τ. Α) το Δημόσιο αναγνώρισε ότι δεν εξεπλήρωσε την υποχρέωσή του για ανέγερση εντός δεκαετίας της Νέας Νοσηλευτικής Μονάδας του Πανεπιστημίου Αθηνών, δηλαδή μέχρι την 18-5-1989.

Δοθέντος ότι η Νέα Νοσηλευτική Μονάδα δεν ανεγέρθηκε υπό του Πανεπιστημίου μέχρι την 18-5-1989 πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση τόσο του υπ’ αριθμ. 256790/1979 συμβολαίου ανταλλαγής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Καβαλέκα, όσο και της δια του υπ’ αριθμ. 31184/12-7-1978 πράξης του ιδίου Συμβολαιογράφου και έγινε δεκτή από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει της υπ’ αριθμ. Π 6498/1655/3-8-1978 του Υπουργού Οικονομικών. Κατά συνέπεια, από της παρελεύσεως απράκτου δεκαετίας από της υπογραφής του υπ’ αριθμ. 256790/1979 συμβολαίου ανταλλαγής η Ιερά Μονή Πετράκη επανέκτησε αυτοδικαίως την κυριότητα της εκτάσεως των 319 στρεμμάτων.

Οι συμβάσεις που υπεγράφησαν εν συνεχεία μεταξύ του Δημοσίου και του Πανεπιστημίου είναι απολύτως άκυρες, διότι τόσο ο ΟΔΕΠ, όσο και η Ιερά Μονή Πετράκη δεν συμβλήθηκαν σ’ αυτές, το δε Δημόσιον δεν είχε εξουσία διάθεσης του δικαιώματος της κυριότητος επί τμημάτων της εκτάσεως των 319 στρεμμάτων, χωρίς την συναίνεση της Ι. Μονής Πετράκη και της Εκκλησίας της Ελλάδος και ακόμη λόγω της οριστικής πλέον αποφάσεως του Δημοσίου να μην προχωρήσει στην κατασκευή νέας νοσηλευτικής μονάδας στην έκταση των 319 στρεμμάτων, όπως αυτή προκύπτει από την 15-12-2000 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2892/2001, πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση του ανωτέρω δωρητηρίου συμβολαίου και συνεπώς η κυριότητα της ως άνω εκτάσεως επανήλθε αυτοδικαίως στην Ιερά Μονή Ασωμάτων (Πετράκη) από της 15-12-2000.

Η Εκκλησία κατέθεσε αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου και επ’ αυτής εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 573/2015 απόφασις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά την απόφασιν «η κρινομένη αγωγή απαραδέκτως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεδομένου ότι δεν προσκομίσθηκε από το ενάγον Ν.Π.Δ.Δ. πιστοποιητικό του αρμόδιου Προϊσταμένου Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας με το οποίο θα πιστοποιείται ότι το ακίνητο έχει δηλωθεί στη δήλωση ΕΝΦΙΑ, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 51Α παρ. 5 του Ν. 4134/2013 σχετικά με τις εμπράγματες αγωγές . . . ».

Δυστυχώς ο χρόνος και ο κόπος σας δεν επιτρέπουν να επεκταθώ σε άλλα θέματα όπως: η λειτουργία των Ναών-Μνημείων, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στο Νόμο περί Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης, η απονομή χάριτος στους Κληρικούς κ. ά. Πιστεύω ότι θα δοθεί ευκαιρία προς αντιμετώπιση και αυτών.


  1. Τα οικονομικά μας

Η οικονομική ασφυξία που έχει πλήξει την χώρα μας ήταν φυσικό να πλήξει και τον οικονομικό οργανισμό της Εκκλησίας μας τον ΟΔΕΠ.

Τα οικονομικά του έτους 2015 έχουν ως εξής:

Έσοδα: 8.007.667,42 Ευρώ.

Έξοδα: 10.010.807,30 Ευρώ.

Χρέος:          2.003.139,88 Ευρώ.

Φόροι:          3.050.590,98 Ευρώ.

Ευχή όλων μας είναι η κατάστασις να μην οδηγήσει εις απόλυση υπαλλήλων από τους εκκλησιαστικούς οργανισμούς. Είναι όμως ανάγκη συγκρότησης μόνιμης Επιτροπής για ενασχόληση με το θέμα αυτό.

Φιλανθρωπικό-Κοινωνικό Έργο

Η φιλανθρωπία και η κοινωνική πρόνοια της Εκκλησίας παρουσιάζει την εξής εικόνα σε όλη την χώρα:

Σύνολο Μονάδων:          3.738 μονάδες.

Σύνολο Επωφελουμένων Ατόμων: 1.267.147 άτομα.

Το 2015 δαπανήθηκε για το επιτελούμενο έργο συνολικό ποσό 126.041.801,73 Ευρώ, ενώ τη δεκαετία 2005-2015, την περίοδο δηλαδή της κρίσεως, το συνολικό ποσό ανήλθε στο 1.130.422.739,83 Ευρώ.

Η βαρειά φορολογία οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο κλείσιμο πολλών από αυτά τα ιδρύματα. Απαιτείται συγκρότηση μόνιμης Επιτροπής για συζήτηση με την Πολιτεία για το έργο αυτής της διακονίας.


  1. Τι συμβαίνει στη Γερμανία

 

Πολλές φορές στον δημόσιο διάλογο ακούγεται το επιχείρημα ότι οι προωθούμενες αλλαγές στην προοπτική της εκκοσμικεύσεως του Κράτους απορρέει από το Ευρωπαϊκό δίκαιο και ότι τρόπον τινά αποτελεί τρόπο εναρμονίσεως της εγχώριας νομοθεσίας με την Ευρωπαϊκή.

Αν μελετήσει κανείς όμως σχετικά ισχύοντα νομοθετικά κείμενα άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα καταλήξει σε άλλα συμπεράσματα.

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, βασικός και ισχυρός πυλώνας της Ένωσης, καταβάλλει ετησίως διόλου ευκαταφρόνητα ποσά ως αποζημίωση για την αρπαγή της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Σύμφωνα με τα δικά τους δεδομένα για τον λόγο αυτό οι κρατικές παροχές για το έτος 2013 ήταν περίπου 470 εκ. Ευρώ.

Τα έσοδα από την εκκλησιαστική φορολογία υπολογίζονται περίπου στο εικοσαπλάσιο.

Η εκπαίδευση αποτελεί, βάσει του άρθρου 7 του Γερμανικού Συντάγματος ευθύνη του Κράτους, η οποία όμως δεν παραγνωρίζει ούτε το ρόλο των κηδεμόνων-γονέων των παιδιών ούτε των θρησκευτικών κοινοτήτων.

Η παράγραφος 3 είναι χαρακτηριστική:

«3. Η διδασκαλία των Θρησκευτικών στα δημόσια σχολεία με εξαίρεση τα ελεύθερα ομολογίας σχολεία (ειδική κατηγορία σχολείων) είναι κανονική διδακτική κατεύθυνση. Χωρίς να παραβλάπτεται το δικαίωμα ευθύνης του Κράτους η διδασκαλία των Θρησκευτικών γίνεται σε απόλυτη συμφωνία με τις αρχές των θρησκευτικών κοινοτήτων. Κανένας εκπαιδευτικός δεν επιτρέπεται να υποχρεώνεται να διδάξει Θρησκευτικά ενάντια στη θέλησή του».

Το μάθημα, λοιπόν, των Θρησκευτικών γίνεται σε σχέση κάι συμφωνία με τις θεμελιώδεις αρχές της εκάστοτε θρησκευτικής οντότητας διατηρουμένου του δικαιώματος της κρατικής επίβλεψης.

Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι στα δημόσια σχολεία κανονικό, τακτικό μάθημα, και έτσι εξασφαλίζεται ως θεσμός, που έχει την αρχή του στο ίδιο το δημόσιο-κρατικό δίκαιο. Επιβάλλεται λοιπόν εκ του Συντάγματος της χώρας να υπάρχει το μάθημα των Θρησκευτικών και δεν επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε νομοθέτη να το επιτρέψη η όχι. Με αυτον τον τρόπο το μάθημα των Θρησκευτικών είναι συστατικό μέρος του σχολείου γενικότερα, ακριβώς όπως όλα τα υπόλοιπα υποχρεωτικά μαθήματα, με τα οποία απολαμβάνει την ίδια περιοπή. Το εκάστοτε κρατικό συμβόλαιο, αναλαμβάνοντας την ευθύνη του μορφωτικού καθιδρύματος-οντότητος, στην ευθύνη παροχής του μορφωτικού αγαθού, συμπεριλαμβάνει και την ευθύνη για το μάθημα των Θρησκευτικών.

Στο πλαίσιο του άρθρου 7 που αναφέρθηκε γίνεται ξεκάθαρο ότι, στους μαθητές, στους κηδεμόνες, στις θρησκευτικές οντότητες, αναγνωρίζεται το δικαίωμα για απαίτηση του μαθήματος των Θρησκευτικών. Αυτό έχει και το νόημα ότι, το μάθημα των Θρησκευτικών οφείλει να γίνεται σύμφωνα με τις αρχές της εκάστοτε θρησκευτικής οντότητος.

Αξίζει επίσης να επισημάνουμε τα εξής, τα οποία είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα για την νομική μεταχείριση του μαθήματος των Θρησκευτικών.

α) Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό με εξασφαλισμένη από το Σύνταγμα δυνατότητα προσωπικής άρσης της υποχρεωτικότητας με δήλωση των κηδεμόνων των μαθητών. Το δικαίωμα όμως αυτό της μερικής απαλλαγής δεν βασίζεται σε καμία περίπτωση στον αν επιθυμεί κάποιος η όχι να μετέχει στο μάθημα, αλλά στην θεμελιώδη αναγνώριση της ελευθερίας της συνειδήσεως και της πίστεως. Άρα αναιτιολόγητη δυνατότητα απαλλαγής δεν υφίσταται στο γερμανικό δίκαιο.

β) Υπάρχει μόνο η δυνατότητα της ομολογιακά η θρησκειακά συνδεδεμένης διδασκαλίας των Θρησκευτικών. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στο μάθημα των Θρησκευτικών να γίνονται δεκτά και παιδιά άλλων ομολογιών που αποτελούν μειονότητα, εάν υπάρχει η συγκατάθεση των γονέων η κηδεμόνων.

Με αυτόν τον τρόπο δίδεται και η δυνατότητα γνώσης των άλλων θρησκειών παρά τον σαφή ομολογιακό χαρακτήρα του μαθήματος.

γ) Οι θεολόγοι δάσκαλοι και καθηγητές του μαθήματος προκειμένου να διδάξουν το μάθημα χρειάζονται τη σχετική άδεια από τον οικείο επίσκοπο της Ρωμαιοκαθολικής η της εκάστοτε Προτεσταντικής Εκκλησίας. Οι ορθόδοξοι δάσκαλοι Θρησκευτικών σε γερμανικά σχολεία οφείλουν να έχουν τη σχετική άδεια από τον εκάστοτε Μητροπολίτη Γερμανίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ασχέτως εθνικότητας και προέλευσης.

δ) Όταν δεν συμπληρώνεται ο ελάχιστος απαιτούμενος αριθμός μαθητών  (π.χ. στη Βάδη-Βυρτεμβέργη 8) για τον διορισμό από το Κράτος καθηγητού Θρησκευτικών, τότε υπάρχει η δυνατότητα να γίνει μάθημα με ευθύνη της θρησκευτικής κοινότητας χωρίς να υπάρχει αμοιβή από το Κράτος για το δάσκαλο των Θρησκευτικών.

Κατά συνέπεια ο ομολογιακός χαρακτήρας του μαθήματος δεν θίγει τα δικαιώματα των μειονοτήτων.


  1. Προτάσεις μου:
  2. Δεν θα ήθελα να συνεχισθή αυτός ο τρόπος λειτουργίας Εκκλησίας και Πολιτείας, εκείνης δηλαδή από το έτος 1834 μέχρι σήμερα. Της καταπιέσεως, της αναγκαστικής σιωπής, της «Βαβυλώνιας αιχμαλωσίας» η της «υπό πατρωνίαν» διαβιώσεως.
  3. Ο χωρισμός Εκκλησίας και Πολιτείας δεν είναι χαρακτηριστικό της εκκλησιαστικής ποιμαντικής διακονίας. Η Εκκλησία «δεν χωρίζεται από τα παιδιά της». Όποιος θέλει αποχωρεί. Όποιος θέλει επιστρέφει.
  4. Να καθιερωθή ο τρόπος «των Διακριτών Ρόλων» που εν μέρει λειτουργεί σήμερα, αλλά των «Καθαρών Διακριτών Ρόλων» με τάση συνεργασίας, όταν το χρειάζεται ο λαός μας.
  5. Τρόπος Στελέχωσης της Εκκλησίας.
  6. Αξιοποίησις της εναπομεινάσης εκκλησιαστικής περιουσίας σε συνεργασία με την Πολιτεία.
  7. Αντιμετώπισις των παρενεργειών των αποφάσεων της Κοσμικής Δικαιοσύνης.
  8. Υλοποίηση της ληφθείσης αποφάσεως στη Βουλή την Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016 σύμφωνα με την οποία θα συνεχισθή η συνεργασία μέσα από αμοιβαίο διάλογο από μηδενική βάση Εκκλησίας – Πολιτείας για το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών.

 

  1. Η Αποστολή της Εκκλησίας μας είναι καθωρισμένη. Αυτήν θα ακολουθήσουμε σταθερά κάτω από οποιεσδήποτε κοσμικές συνθήκες. Πυλώνες μας θα συνεχίσουν να είναι:
    α) «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη διανοία σου», β) «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» και γ) «ουκ ήλθον διακονηθήναι αλλά διακονήσαι».

 

Ευχαριστώ.