Ομιλία του Μητροπολίτη Ρεθύμνης κ. Ευγενίου
Ο Άρχων (1155 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Ομιλία του Μητροπολίτη Ρεθύμνης κ. Ευγενίου

«Ευφραίνου εν Κυρίω η πόλις Ηρακλείου, τέρπου και αγάλλου η Κρήτη πίστει λαμπροφορούσα, Μηνάν τον πανένδοξον αθλητήν εν κόλποις κατέχουσα ως θησαυρόν, απόλαυε των θαυμάτων την πληθύν και ευχαρίστως τω Σωτήρι βόησον· Κύριε δόξα σοι».

 

Με τους λόγους αυτούς της ιερής υμνολογίας καλεί η Αγία μας Εκκλησία τους φιλομάρτυρες και φιλάγιους πιστούς Της, της θαλασσοφίλητης αυτής πόλεως και νήσου, τους κατοίκους του Κάστρου και της Κρήτης ολόκληρης των Αποστόλων Παύλου και Τίτου, των Αγίων, των Οσίων και των Μαρτύρων, σε δοξολογία του Τρισαγίου Θεού για τον μεγάλο και ατίμητο θησαυρό, τον Άγιο Μεγαλομάρτυρα και Θαυματουργό Μηνά, τον Καβαλάρη, τον «κοντοσγουρογένη, ηλιοκαμένο, αγριομάτη Καπετάν Μηνά», που για τους Καστρινούς δεν είναι μόνο άγιος. Είναι ο προστάτης «αλάκερης της πολιτείας, που είναι ένα φρούριο, όπως η κάθε ψυχή που την κατοικεί είναι κι αυτή ένα φρούριο αιώνια πολιορκούμενο».

 

Σεβασμιώτατε Αρχιεπίσκοπε Κρήτης κ.κ. Ειρηναίε,

Σεπτή των Ιεραρχών χορεία,

Σεβαστοί πατέρες και αδελφοί,

Εντιμότατοι Άρχοντες,

Αγαπητά παιδιά της εύγονης αυτής Αποστολικής Εκκλησίας,

Ο Άγιος Μηνάς είναι Άγιος του τρίτου μετά Χριστόν αιώνα και ταυτόχρονα διαχρονικός. Χάνεται στα βάθη της Ιστορίας, αλλά και διαρκώς βρίσκεται παρών ανάμεσά μας. Ήταν Αιγυπτιώτης στην καταγωγή μα πολιτογραφήθηκε Κρητικός και ήταν στρατιωτικός στο επάγγελμα. Επί βασιλείας Μαξιμιανού, στο Κοτυάειο της Φρυγίας έλαβε χώρα το μαρτύριο του. Και εδώ στον τόπο μας, στην αντίπερα όχθη, καταγράφηκε στις ψυχές μας προστάτης και πολιούχος και έγινε ίσως το πιο αγαπημένο πρόσωπο των φιλάγιων κατοίκων του ιστορικού Χάνδακα.

Σ᾿ αυτόν τον Άγιο η ευσέβεια των καλών μας προγόνων αφιέρωσε τον μικρό Ναό, τον Μικρό Άγιο Μηνά, όπως τον λέει ο λαός μας, μνημείο διαχρονικής θυσιαστικής προσφοράς αλλά και αυτόν τον μεγαλύτερο Ναό της Κρήτης, ένα εκ των σπουδαιοτέρων εκκλησιαστικών μνημείων, τον οποίον οικοδόμησε η πίστη και η ευλάβεια, η ευγνωμοσύνη και η ενότητα των πατέρων μας, εις μαρτύριον της θαυματουργικής διασώσεως της πόλεως από τον Άγιο. Αυτός ο Ναός αποτελεί καθημερινό προσκύνημα και κέντρο της  πνευματικής αναστροφής του λαού μας.

Αιγυπτιώτης λοιπόν ο Άγιος Μηνάς, και για εμάς Καστρινός και Κρητικός, μα πάνω απ’ όλα οικουμενικός. Γιατί οι Άγιοι δεν ανήκουν σε ένα τόπο και σε μια εποχή, είναι οικουμενικοί και διαχρονικοί. Οι Άγιοι ανήκουν στην Εκκλησία, που δε γνωρίζει και δεν εκφράζει φυλετικές και εθνικιστικές διακρίσεις, αλλά και δεν παγιδεύεται στα σχήματα των καιρών του παρόντος κόσμου.

Από την ίδια αυτή θέση μεγάλος Ιεράρχης της Εκκλησίας Κρήτης τόνιζε χαρακτηριστικά: «Ο Άγιος Μηνάς μας μηνά πάντοτε να παραμένουμε οικουμενικοί στην πίστη και στο φρόνημά μας και ευγνώμονες στη Μητέρα Εκκλησία μας, που είναι η καλλιέλαιος,  εγγύηση της ευστάθειας, του αγιασμού, της εν Χριστώ ενότητος και σωτηρίας μας.

Ο Άγιος Μηνάς μας μηνά πως δεν πρέπει να φοβούμαστε κανένα κίνδυνο, καμμιά απειλή, απ’ ὅπου κι ἄν προέρχεται, καί νά μή χάνομε ποτέ τήν ἐλπίδα μας. Στά ἀδιέξοδα τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου ὑπάρχει ἡ διέξοδος τοῦ θαύματος τοῦ Θεοῦ,.

 Ὅταν τό Πάσχα τοῦ 1826, 18 Ἀπριλίου, οἱ χριστιανοί συνάχθηκαν γιά νά γιορτάσουν τήν Ἀνάσταση ἐδῶ, ἐνῶ τά πάντα γύρω τα ᾿σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά, παρουσιάστηκε έφιππος ο στρατηλάτης Άγιος Μηνάς και κατήσχυνε λαμπρώς τας ορδάς των ασεβών συντρίψας τούτων τα τόξα.

Αυτήν την Ανάσταση της πίστεως και την ανάσταση του γένους, από την ταφή της απιστίας και της μισαλλοδοξίας εκφράζει αυτός ο Ναός».

Μαζί με τον Άγιο Μηνά, η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης και ολόκληρη η Εκκλησία μας αποφάσισε να τιμήσει εφέτος, με την συμπλήρωση δεκαετίας όλης από την εκδημία του στον ουρανό, τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Κρήτης Τιμόθεο. Να του εκφράσει για μία ακόμη φορά την ευγνωμοσύνη και το βαθύτατο σεβασμό Της, την αγάπη και την ευχαριστία Της για το ορθόδοξο ήθος, τον ένθεο ζήλο και την πολυσχιδή προσφορά του στην Εκκλησία και το Γένος.

Αδύναμος προσωπικά να εξιστορήσω η έστω και να σκιαγραφήσω την μεγάλη αυτή εκκλησιαστική μορφή σε συνάρτηση με την Εορτή του Πολιούχου, με τον οποίο είχε μια ιδιαίτερη σχέση ο μακαριστός, προέκρινα και πάλι σήμερα εκείνον να ακουσθεί εδώ μέσα, κάτω από τους θόλους του Ιερού αυτού Μητροπολιτικού Ναού, επιλέγοντας όσα στην Εορτή του Αγίου Μηνά, το έτος 2005, την τελευταία φορά που πανηγύριζε μαζί μας, έγραφε σε μια Εγκύκλιό του, την οποία εκείνος που ομιλεί αυτήν την στιγμή είχε την τιμή και την ευλογία να τη διαβάζει τότε από την ίδια θέση:

«Έφθασε για μία ακόμη φορά στην ιστορία αυτού του τόπου, αυτής της πόλης και στην προσωπική ιστορία του καθενός από εμάς, η μεγάλη εορτή του πολιούχου και προστάτου μας, του Αγίου Mεγαλομάρτυρος και θαυματουργού Μηνά.

Τον βλέπομε με τα μάτια της πίστεως να είναι παρών, να μας ευλογεί, να σηκώνει ικετευτικά τα χέρια του στον Θεο, να μας σκεπάζει και να κηρύττει σε όλους μας πως η πίστη μας, η πίστη της Αγίας Εκκλησίας μας, αιώνες τώρα, συνεχίζει το έργο του Χριστού, προσλαμβάνει και θεραπεύει, αγιάζει και θεώνει, χαριτώνει και ζωοποιεί τα μέλη της, και πολιτογραφεί πολίτες του ουρανού. (…)

Ας αποθέσομε στο χαριτόβρυτο λείψανο του Αγίου Μηνά και στο ιερό εικόνισμα του την αγάπη και την ευγνωμοσύνη μας, τις ελπίδες και τις προσδοκίες μας αλλά και τις αγωνίες και το άγχος, τούς προβληματισμούς και τις ανησυχίες μας, και ας επικαλεσθούμε για μία ακόμη φορά την αντίληψή Του για την ευημερία του τόπου μας, για την ευστάθεια της Εκκλησίας μας και για την ειρήνη του κόσμου».

Αυτούς τους λόγους λοιπόν του μακαριστού Πρωθιεράρχου της Εκκλησίας της Κρήτης θελήσαμε να επαναλάβομε σήμερα που τον τιμούμε και μνημονεύομε την έκβαση της αναστροφής του, κατά τον Απόστολο Παύλο, δέκα χρόνια μετά την προς Κύριον εκδημία του.

Σαν να ήταν χθες που ακούγαμε την γλυκύτατη φωνή του, που δεχόμασταν τις πατρικές συμβουλές, τις στοργικές θωπείες του, τα χεύματα αναρίθμητων ευεργεσιών από τα τίμια χέρια του. Σφράγισε την πνευματική πορεία πολλών από εμάς η ευεργετική παρουσία του στη ζωή μας.

Σαν να ήταν χθες που τον ακούγαμε με ύφος παραινετικό, και ούτε για μια στιγμή προστακτικό, να εντέλλεται στους συνεργάτες της Εκκλησίας: «Όπου σταθείς να ανάβεις φως». Και με αγία απλότητα να προτρέπει: «Πρέπει να μοιάσομε στους Αγίους… Ο Θεός μας ζητά την κάθε στιγμή να την εξαγοράζομε με την εργασία, τους κόπους μας, με την προσευχή μας, τα δάκρυα και την πνευματική μας αγρύπνια. Μέχρι την τελευταία μας στιγμή να κάνομε αυτό που μας ζητά ο Θεός».

Σαν να ήταν χθες που τον βλέπαμε να μοιράζει στα δυό το φαγητό του, όπως είχε μάθει να πράττει πάντοτε, κάνοντας πράξη τις ευαγγελικές επιταγές.

Σαν να ήταν χθες που τον αντικρύζαμε εδώ μέσα, στον Πάνσεπτο Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά, να λειτουργεί απλά, ταπεινά, ανεπιτήδευτα, να απαιτεί προσήλωση σε όσα φρικτά τελεσιουργούνταν, να κηρύττει μετάνοια και αγάπη, να ζητά έλεος και έλαιον για τους αναγκεμένους αδελφούς, τους ελάχιστους αδελφούς του Χριστού, στους οποίους αφιέρωσε ολόκληρη την ζωή του, γνωρίζοντας βαθειά μέσα του το «εφ᾿ όσον εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε».

Σαν να ήταν χθες που η μεγάλη καρδιά του έπαψε να κτυπά και τα μάτια του τα χοϊκά σφράγιζαν για πάντα στη γη για να ανοίξουν εκεί όπου η Ζωή της ζωής του, το Φως του φωτός του, Εκείνος, στον Οποίο οδηγούσε η πεμπτουσία του ιεραποστολικού του ζήλου και του γνήσιου εκκλησιαστικού του φρονήματος. Η εκδημία του μπορεί να μας στέρησε τη φυσική πατρική παρουσία του, μας άφησε όμως τη βεβαιότητα ότι αποκτήσαμε ένα ακόμη πρεσβευτή στον ουρανό για το πλήρωμα της Κρητικής Εκκλησίας, για την Ιεραρχία μας που τον είχε πρώτο, για τον Ιερό Κλήρο που τόσο πολύ στήριξε, για τις Μοναχικές Αδελφότητες που τόσο πολύ αγάπησε, για τους πτωχούς και ανήμπορους που παντοιοτρόπως ευεργέτησε.

Για όλους τελικά ο Κρήτης Τιμόθεος υπήρξε αυτό που τόσο αβίαστα και φυσικά του αποδόθηκε ως χαρακτηρισμός, η ακόμη καλύτερα ως προσδιορισμός: Πατέρας. Πατέρας πνευματικός, άοκνος, αδαπάνητος, ακούραστος, παιδαγωγός εις Χριστόν. Άνθρωπος πίστεως, ελπίδος, αγάπης.  Ελεήμων και φιλάνθρωπος, συγχωρητικός και ανεκτικός, υπομονετικός και φίλεργος, προικισμένος με πολλά χαρίσματα από τον Θεό, που τα αξιοποίησε για την Εκκλησία με τους κατάλληλους συνεργούς και συνεκδήμους του, τους οποίους είλκυε με την σαγήνη του Πνεύματος. Άνθρωπος με πολύπτυχο, πολυδιάστατο και πολύπλευρο εκκλησιαστικό έργο, ενάρετος, οραματιστής, οδηγός και ταυτόχρονα συνοδοιπόρος σε κάθε ανήφορο του καθενός από εμάς χωριστά και όλων μαζί των αγαπημένων παιδιών του.

Είμαι ίσως το τελευταίο από αυτά τα παιδιά, που δικαιούμαι να ομιλώ και αν σήμερα το πράττω είναι μόνο από υπακοή στην Ιερά Επαρχιακή Σύνοδό μας, η Οποία μου ανέθεσε αυτήν την υψηλή διακονία.

Γι᾿ αυτό και δεν θα συνεχίσω με δικούς μου λόγους, αλλά με δικούς του, όπως λίγο πριν, για να παιδαγωγηθώ και εγώ μαζί σας για μία ακόμη φορά, για να τον αισθανθώ να μας διδάσκει, να μας οδηγεί, να μας κρατά από το χέρι, να μας δείχνει τον δρόμο του προσωπικού μας αγιασμού, να βαδίζει πρώτος στα ίχνη του Χριστού, των Αποστόλων, των Οσίων, των Μαρτύρων, του Αγίου Τίτου, του Αγίου Μηνά, του Οσίου Μεθοδίου, του Οσίου Χαραλάμπους, και να μας καλεί να τον ακολουθήσομε.

Μας άφησε ιερές συγγραφές από τις οποίες αντλούμε «ύδωρ ζωηρόν», για να κορέσομε την πνευματική μας δίψα. Μας κατέλιπε ιερές παρακαταθήκες, «ρήματα ζωής αιωνίου». Θα σταχυολογήσομε λίγα τούτην την ώρα λοιπόν, για να εισέλθομε, έστω για λίγο, στο «απόθετον κάλλος» της Θεολογίας του φωτισμένου πνεύματός του, στον παράδεισο της αγαπώσης καρδιάς του που έβρισκε νόημα ζωής στην μέριμνα για τον αδελφό. Μας άφησε έργα αγάπης στην εικόνα του Θεού, τον πονεμένο και τραυματισμένο αδελφό, στα οποία δυσεξαρίθμητοι άνθρωποι βρήκαν και θα βρίσκουν πάντοτε πνευματικό επιστηριγμό. Έχουν γραφεί κατά καιρούς, λόγοι γλυκείς, λόγοι τιμής, λόγοι αληθινοί χωρίς καμμία έξαρση και υπερβολή, οι οποίοι μαρτυρούν αυτό που είδαν, αυτό που άκουσαν, αυτό που ψηλάφησαν, αυτό που θαύμασαν, αυτό που άλλαξε την ζωή εκείνων που βρήκαν καταφυγή στην αγκαλιά του, αυτό που τους οδήγησε στον Χριστό, αυτό που τους έκανε υγιή και εύρωστα κλήματα της αμπέλου Του.

Αυτός ήταν λοιπόν ο Πατέρας, ο Αρχιεπίσκοπος Τιμόθεος. Εκείνος που μας δίδαξε με το χάρισμα της ποιήσεως ανεπανάληπτα:

Δεν είναι νίκη κι αν μπορείς

όλο τον κόσμο να προστάζεις.

Μια νίκη υπάρχει αληθινή:

Όταν οι άλλοι σε σταυρώνουν

να συγχωρείς και ν᾿ αγαπάς.

(Από το βιβλίο «Λυτρωτική Φλογέρα», Β΄ εκδ. 1995, σ. 39)

Αυτό άλλωστε έκανε πράξη σε όλη του την ζωή.

Αυτός ήταν ο Πατέρας, ο Αρχιεπίσκοπος Τιμόθεος. Εκείνος που ζούσε για τους άλλους, για τον κόσμο ολόκληρο και τα βάσανά του, για τα προβλήματα και τους προβληματισμούς του, που ενδιαφερόταν για όσα πονούσαν τον άνθρωπο και μάλιστα με υπαιτιότητά του και αναζητούσε τη ρίζα του κακού για να το θεραπεύσει, αναλύοντας πάντα πρώτα μέσα του και έπειτα στους γύρω του την πνευματική διάσταση για να επιτευχθεί η λύση.

Αυτός ήταν ο Πατέρας, ο Αρχιεπίσκοπος Τιμόθεος. Εκείνος που μιλούσε πάντα για το υπέροχο εκείνο δώρο του Θεού στον άνθρωπο, τη φωνή της συνειδήσεώς του, που γίνεται τροχοπέδη στον κατήφορό του, που αναστέλλει τα παραληρήματά του, που τον ανιστά από τα παραστρατήματα και τις πτώσεις του. «Κάθε τύψη στη συνείδηση είναι μια αναστάσιμη καμπάνα, που μηνά τη σωτηρία μας. Είναι η απτή παρουσία του Θεού στα βάθη μας. Είναι ο γλυκύτερος επισκέπτης του εσωτερικού μας κόσμου, με το λυτρωτικό μήνυμα της αγάπης του Θεού…», έγραφε στο βιβλίο του «Νιάτα και πίστη», όπου έκδηλα φανερώνεται η αγάπη και η αγωνία του ιδιαίτερα για τα νέα παιδιά, τους βλαστούς και το μέλλον της Εκκλησίας, όπως έλεγε συχνά.

Αυτός ήταν ο Πατέρας, ο Αρχιεπίσκοπος Τιμόθεος. Εκείνος που γνώριζε τις ανθρώπινες αδυναμίες και αναφερόμενος λειτουργικά στο Θεό ζητούσε αδιάλειπτα τη Χάρη, τους οικτιρμούς και την φιλανθρωπία Του. Πόσο όμορφα σε ένα ποίημά του με τίτλο «Προσμένω» προσευχόταν·

Κύριε,

Των οικτιρμών Σου τις πηγές,

φλέβες αστείρευτες προσμένω,

της ψυχής μου ν  ἀρδεύσουν το χωράφι,

κι ευωδιαστά λουλούδια να φυτρώσουν,

στον επιτάφιο στολίδια ταπεινά

και στην Ανάσταση ροδόσταμο χαράς.

(Από την ποιητική συλλογή «Λυτρωτική Φλογέρα»).

Αυτός ήταν ο Πατέρας, ο Αρχιεπίσκοπος Τιμόθεος. Εκείνος που παντού εδώ μέσα στον Άγιο Μηνά, εδώ δίπλα στην Αρχιεπισκοπή, εκεί στο Ησυχαστήριό του την Αγία Φωτεινή, στους Ναούς, στα Μοναστήρια, στα ταμιεία των καρδιακών χώρων μας διέβλεπε τη συνάντησή μας με τον Χριστό ωσάν αυτήν με την Σαμαρείτιδα. Μια σαμαρείτιδα ψυχή, η ψυχή του καθενός μας, που ζητά «ύδωρ αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον». Και αυτό το γνώριζε καλά και έσπευδε να αναψύξει τους κοπιώντες και πεφορτισμένους με ύδωρ αθανασίας ο όντως αξιομακάριστος.

Αυτός ήταν ο Πατέρας, ο Αρχιεπίσκοπος Τιμόθεος. Εκείνος που με αγωνία, με όλη την δύναμη της ψυχής του φώναζε αφυπνιστικά· «Η εποχή μας, εποχή των μεγάλων συμφορών, για τα πνευματικά και υλικά παραστρατήματα του αξιοθρήνητου πολιτισμού μας, ένα βασικό καθήκον επιβάλλει. Επιστροφή στις αγνές πηγές της αγίας μας πίστεως». (Από το βιβλίο «Εφαρμοσμένος Χριστιανισμός»).

Αυτός ήταν ο Πατέρας, ο Αρχιεπίσκοπος Τιμόθεος. Εκείνος για τον οποίο πολλοί, «επώνυμοι» και «ανώνυμοι» όσο ζούσε και μετά την κοίμησή του, ιδιαίτερα δε αυτές τις ημέρες με τις εκδηλώσεις που έγιναν από τον διάδοχό του στην πρώτη του αγάπη, στην Μητρόπολη Γορτύνης και Αρκαδίας, μίλησαν και έγραψαν για την κυριολεκτικά «δοσμένη τω Κυρίω ζωή του και φώτισαν, με τον δικό του τρόπο καθένας, το ήθος, την προσφορά και την πορεία μιας εκκλησιαστικής προσωπικότητας, που αγωνίστηκε με απαράμιλλο σθένος και ηρωισμό, να δώσει «το παρών του Θεού» σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του ανθρώπου». (Από το βιβλίο της Αικατερίνης Μοναχής, «Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΗΤΗΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ (Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΑΣ), εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου «ΑΓΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΣ», Ηράκλειον 2010).

Αυτός ήταν ο Κρήτης Τιμόθεος, ο όντως «Τιμόθεος» κατά την κλήση του. Δόξα τω Θεώ.

Με ένα απόσπασμα από Σεπτό Γράμμα του Πατρός και Πατριάρχου μας θα κλείσομε αυτήν την απλοϊκή μας σύνθεση για τον Πατέρα.

«Ο από Γορτύνης και Αρκαδίας αοίδιμος Αρχιεπίσκοπος Κρήτης κυρός Τιμόθεος υπήρξε τω όντι οσίαθλος και ιεροθαλής Ιεράρχης, πράος και άκακος ποιμήν της λογικής ποίμνης του Κυρίου, «ανήρ επιθυμιών» πλήρης των χαρισμάτων του Παρακλήτου Πνεύματος, «γνήσιος δούλος και πιστός θεράπων Χριστού», αληθώς «σκεύος εκλογής», αναζωγραφήσας εν εαυτώ αγίων Ιεραρχών την πίστιν και τον ζήλον, τιμήσας δε φερωνύμως τον Θεόν δια της εναρέτου αυτού πολιτείας και της πεντηκονταετούς αρχιερατικής εν τη Εκκλησία διακονίας». (Απόσπασμα από το Γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ που προτάσσεται στο βιβλίο της Αικατερίνης Μοναχής, «Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΗΤΗΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ (Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΑΣ), εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου «ΑΓΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΣ», Ηράκλειον 2010).

 

Σεβασμιώτατοι, Εντιμότατοι άρχοντες,

Αγαπητοί Πατέρες και αδελφοί,

Ποιός από εμάς δεν ενθυμείται τους φλογερούς του λόγους, τις ιερές ενατενίσεις του, τις υψηλοκηρυκτικές κλήσεις της σοφίας του, τους ήχους που εξέπεμπε η λυτρωτική φλογέρα του καλού Ποιμένα στα ίδια πρόβατα. Ποιός δεν έχει κατανοήσει δέκα χρόνια μετά, πως ο Κρήτης Τιμόθεος ήταν μια ευλογία του Θεού στην Κρήτη και την Εκκλησία της, ένας άξιος διάδοχος ενός μεγάλου εκκλησιαστικού άνδρα, του Αρχιεπισκόπου Ευγενίου, που σφράγισε με το πέρασμά του ανεξίτηλα τούτο τον τόπο, την Εκκλησία και την Ιστορία της.

Σήμερα η Εκκλησία της Κρήτης, όλοι εμείς που την συναποτελούμε, αποδίδομε στον Αρχιεπίσκοπο Τιμόθεο το βαθύτατο σεβασμό και, για μία ακόμη φορά, αισθανόμαστε ότι του φιλούμε το χέρι και ότι εκείνος στοργικά χαμογελώντας μας από τ’ ουρανού τα παραθύρια, μας ενισχύει με την ευχή του. Του λέμε ότι δεν τον λησμονούμε, ότι του οφείλομε πολλά, ότι τον αισθανόμαστε ευεργετικό ποδηγέτη μας και γι  αὐτό θελήσαμε να σμιλευθεί η αγία μορφή του στην προτομή που μετά από λίγο ο σεπτός διάδοχός του και οι συναποτελούντες την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Κρήτης θα αποκαλύψομε δίπλα σε εκείνην του Αρχιεπισκόπου Ευγενίου, όπως και σε εκείνην του Κρήτης Τιμοθέου Καστρινογιαννάκη, του Κτήτορος του Ιερού αυτού Μητροπολιτικού Ναού, για να τους θεωρούμε, για να τους μακαρίζομε, για να τους ευχαριστούμε, για να τους ζητούμε τις πρεσβείες τους στο Θρόνο της Χάριτος του Θεού, πιστεύοντας ακράδαντα ότι εκεί παρίστανται και εύχονται για την δική μας κατά Θεόν προκοπή.

Από αυτήν την θέση πλέον θα τον αισθανόμαστε να ευλογεί καθημερινά τους αμέτρητους διαβάτες και περάτες, τους προσκυνητές του Αγίου Μηνά, τους Καστρινούς, τους Κρητικούς και όσους ξενίζονται στον τόπο μας. Από αυτήν την θέση θα τον ατενίζομε να ευλογεί τη ζωή, τις εργασίες, τις αγαθές βουλές μας, τις ιερές αναστροφές μας. θα τον αισθανόμαστε παρόντα στις Συνοδικές μας εργασίες και στα Συλλείτουργά μας, θα τον βλέπομε να μετέχει στις χαρές της Εκκλησίας, στις λιτανείες της Εορτής του Αγίου Μηνά και της Μεγάλης Παρασκευής, της Δεύτερης Ανάστασης και της ανάμνησης του Θαύματος του Πολιούχου. Θα τον αισθανόμαστε τέλος μέσα από αυτό το εκμαγείο της πέτρας να έχει γίνει αυτό που ήθελε, αυτό που αγωνιζόταν μια ολόκληρη, αφιερωμένη στον Θεό θυσιαστικά, ζωή· ένα «του ουρανού πετράδι», όπως με τόση γλαφυρότητα ιερογραφούσε, χωρίς ίσως ποτέ να το έχει φαντασθεί, στο «Κοντάκιο» της ζωής του.

 

Είδα το κύμα που έτρεχε μια θερινή βραδιά

με στρογγυλά πολύχρωμα πετράδια φορτωμένο·

τ  ἀπόθεσεν ευλαβικά στην ήσυχη αμμουδιά

και με θλιμμένο βογγητό ξεψύχησε αφρισμένο.

 

Τράβα με κύμα της ζωής. Δεν θα σε φοβηθώ.

Θα μου σμιλέψεις την ψυχή ως το στερνό μου βράδυ

κι από του πόνου τον σκληρό και σκοτεινό βυθό

βγάλε με ομορφοστρόγγυλο του ουρανού πετράδι…

(Από την ποιητική συλλογή «Μυστικά σήμαντρα»).

 

Αυτό να αξιωθούμε και εμείς να γίνομε, με τις πρεσβείες του Αγίου Καπετάν Μηνά και τις ευχές του Πατέρα, Κρήτης Τιμοθέου· του ουρανού πετράδια στην αιωνιότητα όταν θα παύσουν να μας κτυπούν της ζωής τα κύματα.

 

Ι. Μ. Ρεθύμνης