Χριστουπόλεως Μακάριος: «Αιωνία σου η μνήμη αδελφέ Ιερώνυμε»
Ο Άρχων (1207 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Χριστουπόλεως Μακάριος: «Αιωνία σου η μνήμη αδελφέ Ιερώνυμε»

του Χριστουπόλεως Μακάριου

Με θλίψη και κατ’ άνθρωπο οδύνη ακούσαμε όλοι μας για την αναχώρηση «πρός τάς αἰωνίους μονάς» του εκλεκτού αδελφού Επισκόπου Έγγρας κυρού Ιερωνύμου, νέου Ιεράρχου της Σερβικής Εκκλησίας, ελληνομαθούς και ελληνοφρονούντος, με ικανή θεολογική παιδεία αλλά κυρίως με ήθος και γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα. «Εὐάρεστος τῷ Θεῷ γενόμενος ἠγαπήθη καί ζῶν μεταξύ ἁμαρτωλῶν μετετέθη. Ἠρπάγη, μή κακία ἀλλάξη σύνεσιν αὐτοῦ, ἤ δόλος ἀπατήση ψυχήν αὐτοῦ» (Σοφ. Σολ. 4, 10).

Ο μακαριστός αδελφός Ιερώνυμος γεννήθηκε στο πολύπαθο Σαράγεβο της Βοσνίας στις 26 Σεπτεμβρίου το 1969. Στην ηλικία των 22 ετών έγινε μοναχός και διακόνος ακολουθώντας το κάλεσμα του Θεού και εκπληρώνοντας την παιδική του επιθυμία να γίνει κληρικός και να αφιερώσει τη ζωή του ολοκληρωτικά στο Χριστό και στην Εκκλησία. Σπούδασε την Ιερή Επιστήμη στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου, ειδικεύτηκε στον τομέα της Λειτουργικής στο Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών στη Ρώμη, ενώ μαθήματα της ειδικότητάς του παρακολούθησε και στη Βιέννη. Ηταν διδάκτορας Θεολογίας και μιλούσε άπταιστα, εκτός από τη μητρική του γλώσσα, ελληνικά, ιταλικά, γερμανικά, γαλλικά, ρωσσικά και αγγλικά.

Ο Επίσκοπος Ιερώνυμος ήταν ευλογημένος άνθρωπος. Είχε κάτι μέσα του που σε έπειθε και ήταν μοναδικό. Αναπαυόσουν κοντά του. Δεν ένιωθες ότι σε κρίνει και ότι παρακολουθεί κάθε σου κίνηση και κάθε σου λέξη για να βρει ένα λάθος να σε καταδικάσει. Μάλιστα είχε κι ένα χάρισμα: προσέλκυε την αγάπη των ανθρώπων. Γιατί χάρισμα είναι να δημιουργείς με την πρώτη ματιά αισθήματα αγάπης στους άλλους και να γίνεσαι αξιαγάπητος.

Ήταν ήρεμος και παράλληλα ζωηρός με καθαρό νεανικό φρόνημα και σκέψη. Άκουγε. Ποτέ δεν θέλησε να κάνει τον σπουδαίο στους άλλους. Δεν είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Επικοινωνούσε εύκολα με όλους. Εύκολα γινόταν φίλος και ήξερε να κρατά τις φιλίες του. Δεν σε πρόδιδε. Σεβόταν τη γνώμη του άλλου. Κι αν κάτι στην επικοινωνία του πήγαινε στραβά το ξεχνούσε. Δεν κρατούσε μέσα του αρχείο εμπαθείας. Ήταν ελεύθερος απ’ αυτά. Καμμία μνησικακία, κανένα κρατούμενο.

Για την Εκκλησία της Σερβίας, που τον ανέδειξε, μιλούσε με πολύ σεβασμό και ευγνωμοσύνη. Το ίδιο και για τους Γεροντάδες του. Παρατήρησα πόση υπακοή επιδείκνυε στον πνευματικό του, Επίσκοπο Μπάτσκας Ειρηναίο, κατά τη διάρκεια της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη. Με τί ευγνωμοσύνη τον ακουλουθούσε και με πόση ευλάβεια απευθυνόταν προς όλους τους αδελφούς αρχιερείς της Σερβικής Εκκλησίας.

Θαύμαζα επίσης πάντοτε την αφοσίωσή του προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το σεβασμό του προς τον Οικουμενικό μας Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Μου είπε μια φορά με πολλή πίστη και σιγουριά: «χωρίς τον Κωνσταντινουπόλεως δεν μπορεί να σταθεί η Ορθοδοξία. Αυτό να το ξέρετε. Η Κωνσταντινούπολη είναι η αρχή των δογμάτων, η πηγή της Θεολογίας, η βάση της αυθεντικότητας και η εγγύηση της ενότητας». Κι άλλη μια φορά πάλι κάποιος μιλούσε για το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κι αυτός με πολλή ευγένεια του είπε: «αυτό το λέτε εσείς. Εμείς οι Σέρβοι θεωρούμε ότι το Βυζάντιο είναι ακόμη ζωντανό γιατί υπάρχει το Οικουμενικό Πατριαρχείο».

Αυτός ήταν ο Έγγρας Ιερώνυμος.

Ο αγαπητός και λίαν σεβαστός Ιεράρχης «τελειωθεῖς ἐν ὀλίγῳ, ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς» (Σοφ. Σολ. 4,10). Έφυγε νωρίς. Ευτυχώς όμως που ο Θεός, ο αρχηγός της ζωής και του θανάτου, τα χρόνια δεν τα μετράει αλλά τα ζυγίζει. Και είμαι σίγουρος πως τα χρόνια του Ιερωνύμου θα τα βρει βαριά και μεστωμένα γεμάτα αρετή, προσφορά, θυσία και αγάπη προς το Θεό και τον άνθρωπο.

Ο θάνατος είναι ένα τραγικό γεγονός ακόμη και για τους ανθρώπους της Εκκλησίας. Εξάλλου κι ο ίδιος ο Χριστός πόνεσε. Δάκρυσε μπροστά στο μνήμα του φίλου Του Λαζάρου. Γιατί ουσιαστικά βρέθηκε αντιμέτωπος με το γεγονός του θανάτου. Και ενώ θα μπορούσε να καθησυχάσει τις αδελφές, τους συγγενείς και τους φίλους του κεκοιμημένου Λαζάρου, λέγοντάς τους ωραία λόγια, δεν το έκανε. Δεν έκανε αυτό το οποίο επιχειρούμε εμείς προς τους άλλους, για να παρηγορήσουμε και να παρηγορηθούμε. Το μόνο που έκανε ήταν να δακρύσει και να σιωπήσει.

Ακολουθώντας το Δεσποτικό παράδειγμα λοιπόν σταματώ εδώ, αισθανόμενος ότι με τις σκέψεις αυτές εκπλήρωσα ένα αδελφικό προσκύνημα στον φίλο και αδελφό Ιερώνυμο. Πιστεύω πως τώρα θα είναι πιο κοντά με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, με τους Γεροντάδες του, με την Σερβική Εκκλησία, με την Ιεραρχία, με τους γνωστούς και φίλους του. Γιατί για τους ανθρώπους του Θεού ο θάνατος δεν διακόπτει αλλά τονίζει και λαμπρύνει τις σχέσεις μας.

Αιωνία σου η μνήμη αδελφέ Ιερώνυμε. Με σεβασμό ασπαζόμαστε τη δεξιά σου.