Η προσδοκία των εθνών
Ο Άρχων (1914 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Η προσδοκία των εθνών

Του  π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ  

Ὁ  πα­τριά­ρχης Ἰ­α­κὼβ συ­ναι­σθα­νό­με­νος τὸ τέ­λος του κά­λε­σε κον­τά του τοὺς δώ­δε­κα γιούς του. «Συ­να­χθῆ­τε γύ­ρω μου, εἶ­πε, γιὰ νὰ σᾶς ἀ­ναγ­γεί­λω τί πρό­κει­ται νὰ σᾶς συμ­βεῖ μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου». Ἀ­φοῦ συγ­κεν­τρώ­θη­καν ὅ­λοι, ἄρ­χι­σε ἀ­πὸ τὸν με­γα­λύ­τε­ρο, τὸν Ρου­βήν, νὰ τοὺς εὐ­λο­γεῖ καὶ νὰ προ­φη­τεύ­ει μὲ τὸν φω­τι­σμὸ τοῦ Θε­οῦ τὰ μέλ­λον­τα.

Ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λο­γί­α ἔ­δω­σε στὸν τέ­ταρ­το γιό του, τὸν Ἰ­ού­δα: «Ἰ­ού­δα, θὰ σὲ ὑ­μνή­σουν οἱ ἀ­δελ­φοί σου. Ἡ δύ­να­μή σου θὰ εἶ­ναι ἰ­σχυ­ρὴ πά­νω στοὺς ἐ­χθρούς σου. Οἱ ἀ­πό­γο­νοι τοῦ πα­τέ­ρα σου θὰ σὲ προ­σκυ­νή­σουν. Εἶ­σαι σκύ­μνος λέ­ον­τα (νε­α­ρὸ λι­ον­τά­ρι), Ἰ­ού­δα. Ἀ­πὸ βλα­στὸ φύ­τρω­σες, γι­έ μου. Ξά­πλω­σες καὶ κοι­μή­θη­κες ὅ­πως κοι­μᾶ­ται ὁ λέ­ον­τας καὶ ὁ σκύ­μνος. Ποι­ὸς τολ­μά­ει νὰ τὸν πλη­σιά­σει γιὰ νὰ τὸν ξυ­πνή­σει; Δὲν θὰ λεί­ψει ἄρ­χον­τας ἀ­πὸ τὴ φυ­λὴ τοῦ Ἰ­ού­δα καὶ ἀρ­χη­γὸς ἀ­πὸ τοὺς ἀ­πο­γό­νους του, ὥ­σπου νὰ ἔλ­θει ἐ­κεῖ­νος στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πό­κειν­ται (ὅ­λες) οἱ ἐ­ξου­σί­ες καὶ αὐ­τὸς θὰ εἶ­ναι ἡ προσ­δο­κί­α τῶν ἐ­θνῶν» (Γεν. 49, 1-10).

Μὲ τὰ λό­για του αὐ­τὰ ὁ Ἰ­α­κὼβ προ­φη­τεύ­ει ὁ­λο­κά­θα­ρα τὴν προ­έ­λευ­ση τοῦ Μεσ­σί­α ἀ­πὸ τὴ φυ­λὴ τοῦ Ἰ­ού­δα. Κλά­δοι τοῦ γε­νε­α­λο­γι­κοῦ του δέν­δρου ἦ­ταν οἱ κα­τὰ σάρ­κα πρό­γο­νοι τοῦ Χρι­στοῦ, μὲ ἐ­ξέ­χον­τα τὸν ἐ­κλε­κτὸ τοῦ Θε­οῦ βα­σι­λιὰ Δαυ­ΐδ. Ἔ­τσι λοι­πὸν «ἄρ­χων καὶ ἡ­γού­με­νος» δὲν ἔ­λει­ψαν πο­τὲ ἀ­πὸ τὴ φυ­λὴ τοῦ Ἰ­ού­δα, μέ­χρις ὅ­του ἦλ­θε ὁ Χρι­στός, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο μι­λοῦ­σαν ὅ­λες οἱ προ­φη­τεῖ­ες καὶ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἡ ἐλ­πί­δα καὶ ἡ προσ­δο­κί­α ὅ­λων τῶν ἐ­θνῶν.

Μό­νο κα­τὰ τὸν και­ρὸ «τῆς ἐ­πὶ γῆς πα­ρου­σί­ας» του, ὅ­ταν ἦλ­θε πλέ­ον νὰ γεν­νη­θεῖ ὡς «Θε­ὸς ἰ­σχυ­ρός, ἐ­ξου­σια­στής, ἄρ­χων εἰ­ρή­νης, πα­τὴρ τοῦ μέλ­λον­τος αἰ­ῶ­νος» ὁ Χρι­στὸς (Ἡσ. 9, 6), ἔ­λει­ψαν ἀ­πὸ τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους οἱ ἄρ­χον­τες καὶ βα­σί­λευ­σε τό­τε ὁ Ἡ­ρώ­δης, Ἰ­δου­μαῖ­ος τὴν κα­τα­γω­γὴ καὶ ὄ­χι Ἰ­ου­δαῖ­ος, ἀ­πὸ τὴν Ἀ­σκά­λω­να τῆς Πα­λαι­στί­νης.

Στὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς προ­φη­τεί­ας τοῦ Ἰ­α­κὼβ ἀ­να­φέ­ρε­ται τὸ α΄ τρο­πά­ριο τῆς δ΄ ᾡ­δῆς τοῦ α΄ κα­νό­να τῆς Γεν­νή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ («Ὃν πά­λαι προ­εῖ­πεν Ἰ­α­κὼβ ἐ­θνῶν ἀ­πεκ­δο­χήν, Χρι­στέ, φυ­λῆς Ἰ­ού­δα ἐ­ξα­νέ­τει­λας…»): Ἐ­ξα­νέ­τει­λες, Χρι­στέ, ἀ­πὸ τὴ φυ­λὴ τοῦ Ἰ­ού­δα, σὺ γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο προ­φή­τευ­σε τὸν πα­λαι­ὸ και­ρὸ ὁ Ἰ­α­κώβ, ὅ­τι πρό­κει­ται νὰ γί­νεις ἡ «ἀ­πεκ­δο­χή», ἡ ἐλ­πί­δα δη­λα­δὴ καὶ προσ­δο­κί­α ὅ­λων τῶν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῶν ἐ­θνῶν.

Ὁ Ἰ­ού­δας ἀ­ξι­ώ­θη­κε, με­τὰ τὸν πα­τέ­ρα του Ἰ­α­κώβ, νὰ γί­νει ἡ ρί­ζα ἀ­π’ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­νέ­τει­λε σὰν ἄν­θος ὁ Χρι­στός. Δὲν ἔ­λα­βαν ὅ­λοι οἱ γιοὶ τοῦ Ἰ­α­κὼβ τὴν ἴ­δια εὐ­λο­γί­α. Δὲν εἶ­χαν ἐ­πι­δεί­ξει ὅ­λοι ἀ­νε­πί­λη­πτη συμ­πε­ρι­φο­ρά. Με­ρι­κοὶ (Ρου­βήν, Συ­με­ών, Λευ­ῒ) εἶ­χαν πε­ρι­πέ­σει σὲ βα­ριὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τα. Ὁ Δὰν πα­ρο­μοι­ά­ζε­ται μὲ φί­δι πού, κρυμ­μέ­νο στὸ δρό­μο, πα­ρα­μο­νεύ­ει τὸν δι­ερ­χό­με­νο κα­βαλ­λά­ρη.

Ὁ κα­θέ­νας λοι­πὸν λαμ­βά­νει κα­τὰ τὴν ἀ­ξί­α του. Ὁ Ἰ­α­κώβ, ὁ Ἰ­ού­δας, ὁ Δαυ­ῒδ καὶ ἄλ­λοι ἀ­ξι­ώ­θη­καν νὰ γί­νουν λαμ­πε­ροὶ κρί­κοι στὴν ἁ­λυ­σί­δα τῶν προ­πα­τό­ρων τοῦ Χρι­στοῦ. Πά­νω ἀ­π’ ὅ­λους βέ­βαι­α στέ­κει ἡ πα­νά­χραν­τη μη­τέ­ρα του, ἡ Πα­να­γί­α, ποὺ μὲ τὴν ἀ­ξί­α της ξε­πέ­ρα­σε κά­θε ἄλ­λο δη­μι­ούρ­γη­μα.

Καὶ ὅ­μως ὁ Χρι­στὸς δὲν ἀ­δι­κεῖ κα­νέ­να. Μᾶς κά­λε­σε νὰ γί­νου­με ὅ­λοι κα­τὰ σάρ­κα συγ­γε­νεῖς του: πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­δέλ­φια καὶ μη­τέ­ρα του. Ἂν ἐ­φαρ­μό­σου­με τὸ θέ­λη­μά του (Ματθ. 12, 50). Τί μᾶς ἐμ­πο­δί­ζει λοι­πὸν ν’ ἀρ­χί­σου­με κι ἐ­μεῖς τὴ μυ­στι­κὴ κυ­ο­φο­ρί­α τοῦ Χρι­στοῦ, νὰ τὸν ἀ­φή­σου­με νὰ (δια)μορ­φω­θεῖ (Γαλ. 4, 19), νὰ γεν­νη­θεῖ, νὰ ζεῖ γιὰ πάν­τα μέ­σα μας;

 

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 377, Δε­κέμ­βριος 2014)