Συνέντευξη του Μητροπολίτη Δημητριάδος στην εφημερίδα “The Huffington post Greece”
Άρχων (4298 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Συνέντευξη του Μητροπολίτη Δημητριάδος στην εφημερίδα “The Huffington post Greece”

Βαρυσήμαντη συνέντευξη στην εφημερίδα “The Huffington post Greece”, παρεχώρησε ο Σεβ. Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος, στο πλαίσιο της επικοινωνίας της εφημερίδας με εκπροσώπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των άλλων Χριστιανικών Ομολογιών και Θρησκειών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Ολόκληρη η συνέντευξη έχει ως εξής:

Ο ρόλος των Εκκλησιών/ θρησκειών προσαρμόζεται στους καιρούς και εξελίσσεται ιστορικά ή παραμένει διαχρονικά αμετάβλητος; Ποιος είναι σήμερα;

Καταρχάς, πρέπει να ομολογήσουμε ότι το θρησκευτικό στοιχείο είναι ενδογενές ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας συνοδεύει την ανθρώπινη ύπαρξη και καθορίζει, εκουσίως ή ακουσίως, την ανθρώπινη στάση και συμπεριφορά, τις διανθρώπινες σχέσεις, την συνύπαρξη των λαών κάθε εποχή. Έλεγε ο Πλούταρχος ότι «είναι δυνατόν να βρεις πόλεις χωρίς τείχη, σχολεία, βασιλείς, οικίες, νομίσματα, θέατρα και γυμναστήρια. Πόλη, όμως, χωρίς ναούς, προσευχές, όρκους και θυσίες, ουδείς είδε, ούτε και θα δει». Τί σημαίνουν όλ’ αυτά; Ότι η θρησκευτική έκφραση είναι συστατικό στοιχείο του ανθρώπου, είναι το άγγιγμα του Θεού στο κορυφαίο δημιούργημά Του.

Ενώ, όμως, ισχύει αυτή η αδιαπραγμάτευτη σταθερά, ο ρόλος των θεσμικών θρησκευτικών εκφράσεων μεταβάλλεται στην πορεία του χρόνου και αυτό είναι φυσιολογικό, καθώς οι κοινωνίες εξελίσσονται και είναι απαραίτητο να εκσυγχρονιστεί ο τρόπος, ακόμα και η γλώσσα της επικοινωνίας τους με τον σύγχρονο άνθρωπο. Αυτός που παραμένει, όμως, σταθερός και αμετάβλητος είναι ο πυρήνας της διδασκαλίας κάθε θρησκείας, η πρότασή της προς τον άνθρωπο κάθε εποχής. Η υποκειμενική ερμηνεία, όμως, αυτής της πρότασης, από τους κατά καιρούς εκφραστές των θρησκειών, προσαρμοσμένη, συχνά σε ιστορικές σκοπιμότητες και συγκυρίες, μπορεί να αλλοιώσει ολοκληρωτικά στον ρόλο και την αποστολή των θρησκειών και να τις μετατρέψει από πεδία εσωτερικής αναζήτησης και ειρήνης σε παράγοντες καταστροφής, όπως βλέπουμε να συμβαίνει στην εποχή μας.

Ανταγωνίζονται οι θρησκείες μεταξύ τους;

Μια ματιά στην ιστορία μας δείχνει ότι στην προ Χριστού εποχή κυριαρχούσαν στον κόσμο η ειδωλολατρία και ο Ιουδαϊσμός. Ανάμεσά τους υπήρχε μίσος, το οποίο στηριζόταν βέβαια και στην πολιτική κατάσταση της εποχής, όπου ο ιουδαϊκός κόσμος ήταν υπόδουλος στους Αιγυπτίους και στους Ρωμαίους. Όταν εμφανίστηκε ο Χριστός και ίδρυσε την Εκκλησία, και οι δύο τότε μεγάλες θρησκείες στράφηκαν με μανία εναντίον του, βλέποντας τον μεγάλο κοινό εχθρό, που κυρίευε ειρηνικά την ανθρωπότητα. Η απώλεια των κεκτημένων προκάλεσε βία και ανέδειξε τους πρώτους Μάρτυρες της Χριστιανικής πίστης.

Από τη μεριά του ο Χριστιανισμός δε λειτούργησε ποτέ ανταγωνιστικά κι αν αυτό συνέβη, σε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις, δε χαρακτηρίζει το σύνολο του χριστιανικού κόσμου. Ήταν η δύναμη της αλήθειας, που ανέτρεψε τα δεδομένα της προ Χριστού εποχής κι έδωσε στον άνθρωπο νέο νόημα ζωής, αποκαλύπτοντας την κενότητα της αρχαίας θρησκείας. Ο Χριστιανισμός δεν ανταγωνίζεται κανένα, πολεμείται, όμως, απ’ όλους, γιατί ενέχει στην ύπαρξή του την Αλήθεια, την μόνη και αποκεκαλυμμένη Αλήθεια, τον σαρκωμενο Θεάνθρωπο Χριστό. Και ως γνωστόν, η αλήθεια πολεμείται με όλους τους τρόπους. Με το ψεύδος δεν ασχολείται κανείς.

Θεωρείτε ότι όλες οι θρησκείες και τα δόγματα κηρύσσουν την αγάπη; Υπάρχουν «καλές» και «κακές» θρησκείες, περισσότερο ή λιγότερο αληθινές;

Δε θα χρησιμοποιήσω τον όρο «καλές» και «κακές», αλλά θα μιλήσω για τις ανθρώπινες απέναντι στην μόνη αποκεκαλυμμένη Αλήθεια του Ιησού Χριστού. Η μελέτη του θρησκευτικού φαινομένου, σε κάθε του έκφραση, κατά βάθος, κρύβει θετικά στοιχεία, που μπορούν να βοηθήσουν τη ζωή του ανθρώπου. Είναι, όμως, ατελείς. Και είναι ατελείς, γιατί είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα, είναι ιστορικά δημιουργήματα, που μπορεί να διαθέτουν ψήγματα αλήθειας, αγνοούν, όμως, την Αλήθεια. Η αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας μας είναι ότι κατέχει την μόνη Αλήθεια, αδιαπραγμάτευτη και ακλόνητη στο χρόνο, που δεν είναι απρόσωπη και αόριστη, που δεν πελαγοδρομεί στους διαύλους της ανθρώπινης ατέλειας και αδυναμίας, δεν είναι ιδεολόγημα ή φιλοσοφικό θεώρημα, αλλά πρόσωπο, ο Ιησούς της ιστορίας, ο Χριστός της Σωτηρίας, ο προϋπάρχων Θεός.

Θεωρείτε ότι έχουν αλληλοεπηρεαστεί τα διάφορα θρησκευτικά δόγματα; Π.χ. ο Χριστιανισμός από τον Ιουδαϊσμό ή το Ισλάμ από τον Χριστιανισμό και τον Ιουδαϊσμό.

Οι τρεις θρησκείες που αναφέρατε είναι οι λεγόμενες Αβρααμικές θρησκείες, έχουν δηλ. την αναφορά τους στο πρόσωπο του γενάρχου Αβραάμ. Αυτό έχει τη σημασία του. Η ιουδαϊκή θρησκεία από την άλλη, που έχει ως βάση την Παλαιά Διαθήκη, δεν είναι τίποτα άλλο από τον ιστορικό τόπο και χρόνο της προετοιμασίας της ανθρωπότητας για την υποδοχή του Μεσσία στο πρόσωπο του Χριστού. Όλη η Παλαιά Διαθήκη μας ομιλεί για τον Χριστό και επαληθεύεται στον Χριστό. Σε αυτή τη λογική, ασφαλώς ο Χριστιανισμός έχει προσλάβει και ανανεώσει στοιχεία της ιουδαϊκής, κυρίως, λατρείας, κρατώντας ζωντανή στην λειτουργική και θεολογική του υπόσταση την Παλαιά Διαθήκη, την οποία ερμηνεύει με τον τρόπο που εξήγησα πιο πάνω. Άλλωστε, μη ξεχνάτε ότι ο Χριστός εισέβαλε στην ιστορία μέσα στο ιουδαϊκό περιβάλλον, ακριβώς γιατί αυτό είχε τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις και προϋποθέσεις για να Τον δεχθεί.

Υπάρχουν σύγχρονοι άγιοι;

Η αγιότητα είναι οργανικά συνυφασμένη με τη ζωή της Εκκλησίας και προέρχεται από τον Χριστό, ο Οποίος είναι ο μόνος οντολογικώς και κατ’ ουσίαν Άγιος. Η αγιότητα είναι εντολή Χριστού και ο προορισμός κάθε συνειδητοποιημένου ανθρώπου μέσα στην Εκκλησία. Το γεγονός ότι στην εποχή μας μοιάζει με ουτοπία ή ένα λησμονημένο όραμα, ουδόλως αφαιρεί την αξίας της, ως του προσωπικού στόχου κάθε Χριστιανού. Η Εκκλησία μας, από την άλλη, είναι ο μόνος χώρος όπου βιώνεται η αγιότητα, διά του Μυστηριακού βιώματος και της τήρησης των εντολών του Χριστού. Ως εκ τούτου, Άγιοι υπάρχουν παντού και πάντοτε, αφού πάντοτε υπάρχει η Εκκλησία, που είναι ένα διαρκές εργαστήριο αγιότητος. Οι Άγιοι είναι γύρω μας, είναι ανάμεσά μας, δεν θορυβούν, ούτε αυτοπροβάλλονται, εκπέμπουν, όμως, την Χάρη του Θεού, είναι «επιστολή Χριστού, γινωσκομένη και αναγινωσκομένη υπό πάντων ανθρώπων», όπως διακηρύσσει ο Απόστολος Παύλος.

Πως η θρησκευτική πίστη μπορεί να εκπέσει σε φονταμενταλισμό και να γεννήσει βία; Ποια είναι η στάση των Εκκλησιών/ θρησκειών και των θρησκευτικών ηγετών;

Αυτό που περιγράφετε είναι ο χειρότερος εφιάλτης του σύγχρονου κόσμου, που προσωποποιείται στις τάξεις του ακραίου ισλαμισμού, η δράση του οποίου, στο όνομα, μάλιστα, της θρησκείας, προσβάλλει την ίδια την θρησκευτική έννοια και γυρίζει τον ανθρώπινο πολιτισμό αιώνες πίσω.

Θαυμάζω και αναγνωρίζω στο πρόσωπο ενός σύγχρονου και κορυφαίου Ορθοδόξου Εκκλ/κού ηγέτη τη βαθιά μελέτη και γνώση του θρησκευτικού φαινομένου και έξω από τα όρια της Ορθόδοξης πραγματικότητας, ο λόγος του οποίου είναι η καλύτερη απάντηση στο ερώτημά σας. Πρόκειται για τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας κ. Αναστάσιο, ο οποίος, έχει πει ότι «η θρησκευτική μισαλλοδοξία και η εχθρότητα ανάμεσα στις θρησκευτικές κοινότητες είναι δυνατόν να αναπτυχθούν είτε από σπέρματα θρησκευτικού τύπου ενός ακραίου φανατισμού, είτε από μη θρησκευτικές ρίζες π.χ. παράγοντες πολιτικούς, εθνικιστικούς, αιτίες ψυχολογικές, ιδιοτελείς, που ζητούν να χρησιμοποιήσουν τη θρησκεία για άλλες επιδιώξεις» (Επίκαιρα, 18/3/2010).

Αυτό συμβαίνει και στις μέρες μας με την έξαρση του θρησκευτικού φανατισμού στο ακραίο Ισλάμ. Κίνητρα πολιτικά, με σκοπό γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, στην Αφρική κ. αλ. ή οικονομικά, για την αφαίμαξη των περιοχών αυτών, πλούσιων σε πηγές ενέργειας, χρησιμοποιούν το όχημα της θρησκείας, ενεργοποιώντας ανθρώπους με σαφή εσωτερικά κενά, για να επιτύχουν τους σκοπούς τους. Πρόκειται για την ειδεχθέστερη αλλοίωση της θρησκείας, που οδηγεί σε αποκρουστικά εγκλήματα εναντίον αθώων λαών και λαμπρών πολιτισμών.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά και σύνολος ο Χριστιανισμός κόσμος, εργαζόμαστε για την ειρήνη, αποκρούουμε και καταδικάζουμε κάθε μορφή θρησκευτικού φανατισμού και κοπιάζουμε για την εξεύρεση μόνιμης και σταθερής λύσης, για την παύση του κακού.

Υπάρχουν άτομα ή ομάδες πληθυσμού που η θρησκεία σας ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους πιστούς, που θεωρεί a priori αμαρτωλά ή κατώτερα;

Στην διδασκαλία του Ευαγγελίου όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως φύλου, θρησκείας, εθνικής προέλευσης και καταγωγής, κοινωνικού και πολιτιστικού status, είναι οι ζωντανές εικόνες του Θεού, προορισμένες να ζήσουν με Αυτόν, να ομοιάσουν προς Αυτόν. Άρα, ουδείς είναι κατώτερος του άλλου. Οι όποιοι διαχωρισμοί μεταξύ των ανθρώπων, σήμερα, αφορούν πολιτικές και άλλες κοσμικές επιδιώξεις και σκοπιμότητες, απέναντι στις οποίες η Ορθόδοξη Εκκλησία στέκεται σταθερά αντίθετη και επικριτική.

Το γεγονός της αμαρτίας, από την άλλη, είναι, δυστυχώς, συνυφασμένο με την ανθρώπινη ύπαρξη, δεν είναι, όμως, η φυσιολογική κατάσταση στην οποία δημιουργήθηκε ο άνθρωπος. Είναι μια αστοχία, είναι η επιλογή της ζωής μακράν του Θεού, έξω απ΄ το πλαίσιο της κοινωνίας και αγάπης μαζί Του. Η Εκκλησία μας, μιμούμενη τον ιδρυτή Της, στέκεται επικριτικά και αμείλικτα απέναντι στο γεγονός της αμαρτίας, ως λόγο απώλειας της ψυχής και αιώνιας καταστροφής. Απέναντι στον αμαρτωλό άνθρωπο, όμως, επιδεικνύει στοργή και αγάπη, εργαζόμενη για την διόρθωση και σωτηρία του. Η στάση του Κυρίου μας απέναντι σε ανθρώπους εγνωσμένης αμαρτωλότητας, στοχοποιημένους από την υποκριτική, δήθεν ευσεβή, ιουδαϊκή κοινωνία της εποχής του, είναι και πρέπει να είναι οδηγός ζωής για όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς. Οποιαδήποτε άλλη στάση και συμπεριφορά αντιστρατεύεται την λογική του Ευαγγελίου και τίθεται έξω από το πλαίσιο της Εκκλησίας.

Διεκδικεί η θρησκεία την ανώτερη γνώση σε σχέση με την επιστήμη και ποια είναι η σχέση της με το κοσμικό κράτος;

Ανωτερότητα ή κατωτερότητα συναντώνται μεταξύ μεγεθών που βρίσκονται σε σχέση ανταγωνιστική. Μεταξύ Εκκλησίας και Επιστήμης δεν υπάρχει ανταγωνισμός, ούτε αντιπαλότητα. Η Εκκλησία είναι η εξ αποκαλύψεως αλήθεια, που στοχεύει στην θεραπεία και σωτηρία της ψυχής, αγγίζοντας την σφαίρα του υπεραισθητού. Η Επιστήμη περιορίζεται στα αισθητά. Δρόμοι παράλληλοι, πεδία διαφορετικά.

Υπάρχει, όμως και πλανάται η αίσθηση ότι Εκκλησία και Επιστήμη, βρίσκονται σε σύγκρουση. Πρόκειται για πλάνη, που εδράζεται σε ακραίες τοποθετήσεις εκπροσώπων της Παπικής Χριστιανοσύνης στη Δύση, την περίοδο του Μεσαίωνα, οι οποίοι επεδείκνυαν καχυποψία και αρνητισμό, που μεταβάλλονταν σε βία και φανατισμό, κάθε φορά που η Επιστήμη προχωρούσε σε νέες αποκαλύψεις, με βάση την έρευνα. Στην Ορθόδοξη παράδοση, όμως, δεν συνέβη ποτέ, ούτε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ούτε η Εκκλησία απορρίπτει την Επιστήμη, ούτε η Επιστήμη την Εκκλησία. Αυτό που ίσως συμβαίνει είναι ότι κάποιοι επιστήμονες στέκονται με αρνητισμό απέναντί Της, γιατί αντικατέστησαν την ανάγκη τους για πίστη με την έπαρση των γνώσεών τους, ή τον Θεό με τον εαυτό τους. Από την άλλη, η Εκκλησία μας, πίσω από την επιστημονική έρευνα, πίσω από κάθε επιστημονική ανακάλυψη, που προάγει και υπηρετεί την ανθρώπινη ζωή, διακρίνει τα μεγαλεία του Θεού, ο Οποίος στον χρόνο που Εκείνος επιλέγει και με τον τρόπο που Εκείνος κρίνει, αποκαλύπτεται στην ανθρώπινη ιστορία και μέσα από τα επιστημονικά επιτεύγματα.

Όσον αφορά στη σχέση της Εκκλησίας με το Κράτος, μάλιστα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, είναι διακριτές και στηρίζονται ή πρέπει να στηρίζονται στη βάση αμοιβαίου σεβασμού, εμπιστοσύνης και συναλληλίας. Ο ρόλος των δύο κορυφαίων αυτών θεσμών είναι διαφορετικός και πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι να τον υπηρετήσουν. Στην πατρίδα μας, βέβαια, η Εκκλησία κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στο κοινωνικό γίγνεσθαι, ριζωμένη στον χρόνο και στην ιστορία, καθώς είναι η τροφός του Γένους, η Μάνα που προσφέρεται και θυσιάζεται διαρκώς για τα παιδιά της. Αυτή την αλήθεια η ιστορία, μέχρι σήμερα την έχει σεβαστεί. Ελπίζω το ίδιο να πράττουν και οι σύγχρονοι διαμορφωτές της.

Μήνυμα/ ευχή για τη νέα χρονιά

Ο Χριστός, με τη γέννησή Του, πραγμάτωσε την αναγέννηση του ανθρώπου, την ανακαίνιση της κτίσης, έφερε την καταλλαγή μεταξύ Θεού και ανθρώπων, την ειρήνη μεταξύ ανθρώπων και περιβάλλοντος. Αυτά τα κορυφαία δώρα οι άνθρωποι τα αρνηθήκαμε, τα ατιμάσαμε, τα περιφρονήσαμε και φτιάξαμε ένα κόσμο φάντασμα, ένα περιβάλλον εχθρικό, μια κοινωνία τρομοκρατημένη από την κυριαρχία του μίσους και του φανατισμού. Όσο απομακρυνόμαστε από τον Θεό, τόσο τα πράγματα θα γίνονται χειρότερα. Όσο, όμως, Τον πλησιάζουμε κι επανεκτιμούμε τα δώρα της αγάπης Του, μετανοώντας για τις απανωτές αστοχίες μας, τόσο θα συμβάλουμε στην αλλαγή της εικόνας, στην αναγέννηση της ελπίδας, στην ανόρθωση της ζωντανής εικόνας Του στην ιστορία. Όλα είναι στο χέρι μας. Ευλογημένο το Νέο Έτος!