«Ἡ ἁγία Πεντηκοστή» του Καθηγουμένου της Ι. Μονής Δοχειαρίου
Άρχων (4635 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

«Ἡ ἁγία Πεντηκοστή» του Καθηγουμένου της Ι. Μονής Δοχειαρίου

Ἡμέρα πανώρια! Δὲν νομίζω ὅτι ἄλλη γιορτὴ μᾶς γεμίζει. Ὁ Χριστός μας μᾶς ὑποσχέθηκε πολλά, καὶ μύρια τόσα ἐπραγματοποιήθηκαν ὅταν ὁ Χριστὸς ἦταν μεθ᾽ ἡμῶν. Ἀλλὰ τὰ περισσότερα ὑπεσχημένα μᾶς τὰ χάρισε τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Πλήρωσε κάθε ὑπόσχεσή του. Κανένας ἀληθινὰ πιστὸς δὲν αἰσθάνεται τὴν ἡμέρα αὐτὴν ὅτι κάτι τοῦ λείπει. Συμπληρώθηκαν τὰ πάντα. Τὸ καράβι τῆς Ἐκκλησίας, κατάφορτο ἀπὸ δωρεὲς τοῦ παναγίου Πνεύματος, ταξιδεύει. Κανένας δὲν στερεῖται τίποτα· τὰ ἔχει ὅλα. Ἡ Ἐκκλησία, ἂν καὶ ἔχει τὶς ἀπαρχές της στὸν αἰσθητὸ παράδεισο, πανηγυρίζει αὐτὴν τὴν ἡμέρα τὴν ἵδρυσή της, γιατὶ σήμερα τὰ δῶρα τῆς ἀρχεγόνου δικαιοσύνης καὶ τῆς θείας ἐνανθρώπησης ὡλοκληρώθηκαν μὲ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου τὰ δῶρα, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ ἀνώτερα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στοὺς πρωτοπλάστους.

Σήμερα ἡ Ἐκκλησία παρουσιάζεται σὰν δένδρο ἀειθαλὲς καὶ εὐσκιόφυλλο. Ὅποιος καθίση στὴν ρίζα του, δὲν θὰ κρεμάση ποτὲ τὰ μουσικά του ὄργανα. Θὰ παίξη λύρα καὶ κάθε μουσικὸ ὄργανο ποὺ τοῦ χαρίζει ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δὲν εἶναι ψέματα. Δὲν εἶναι φαντασία. Εἶναι ἀλήθεια πέρα γιὰ πέρα. Καλεῖται ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἡ κάθε φυλὴ καὶ τὸ κάθε ἔθνος νὰ ψάλη καὶ νὰ μελωδήση καὶ νὰ ὑμνολογήση μὲ ἔξαρση καὶ ἀνεπιτήδευτα τὶς δωρεὲς τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Δεῦτε πάντα τὰ ἔθνη,  προσκυνήσατε τὴν τρισυπόστατον Θεότητα». Μὲ ἱερὸ μένος ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μᾶς παρέδωσε ὅλη τὴν ὑμνολογία τῆς Πεντηκοστῆς στοὺς λόγους του. Μόνον ὁ μεθυσμένος πνευματικὰ παίζει τὰ μουσικά του ὄργανα καὶ δὲν χορταίνει. Ἀκόρεστη μένει ἡ ψυχή του στὴν τρισυπόστατη Θεότητα. Ἀνεβαίνουν τῆς καρδιᾶς του οἱ χτύποι ἐκεῖ ποὺ ποτὲ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φθάση ἀφ᾽ ἑαυτοῦ του. Σ᾽ αὐτὸν τὸν χῶρο, ποὺ εἶναι περισσότερο ἀπὸ ἀγγελικός, δὲν μπορεῖ νὰ εἰσέλθη ὁ ἐμπλεκόμενος ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς, αὐτὸς ποὺ ἀφήνει τοὺς ὀρθολογισμοὺς νὰ τὸν κρατᾶνε ἑρπετό, συγκυλινδούμενο τοῖς πάθεσιν. Αὐτὴν τὴν ἡμέρα ὅλοι μας φέρνουμε στὸν νοῦ μας τοὺς ἐν πίστει κοιμηθέντας. Ἔτσι, ζῶντες καὶ κεκοιμημένοι δοξάζουμε τὸ πανάγιο Πνεῦμα.
Δὲν εἶμαι θεολόγος καὶ δὲν γράφω θεολογικά. Σὰν φίλεργη ἀράχνη ὑφαίνω τὰ μεγαλεῖα τῆς ἡμέρας, ὅπως τὰ βιώνω ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια. Λέγοντας τὴν λέξη Πεντηκοστή, τὸ στόμα γεμίζει· δὲν χωράει κάτι ἄλλο, ξένο καὶ πρόσκαιρο, συναισθηματικὸ καὶ αἰσθησιακό. Ζῆς καὶ δὲν ζῆς. Εἶναι δύσκολο νὰ τὸ προσδιορίσης.
Οἱ παλιοὶ ἄνθρωποι ἐδῶ στὴν Μακεδονία πήγαιναν στὴν Ἐκκλησία ἕνα μάτσο καρυδόφυλλα, γιὰ νὰ στρώσουν καὶ νὰ γονατίσουν. Καὶ λέγανε: «Ὅπως τὰ καρύδια στολίζουν τὴν καρυδιά, ἔτσι κι ἐμᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οἱ δωρεές». Ὅλοι εἶχαν κατὰ νοῦν ὅτι πρέπει αὐτὴν τὴν ὥρα ποὺ διαβάζονται οἱ εὐχὲς τῆς Πεντηκοστῆς νὰ γονατίσουν, ἂς εἶναι καὶ Κυριακή. Κανένας δὲν ἀρνεῖτο τὴν κλίση τῶν γονάτων καὶ τῆς καρδιᾶς τὴν κάμψη.
Ἕνα μέρος ἀπὸ τὶς εὐχὲς αὐτὲς ποὺ εὔχεται νὰ ἔχουμε «τέλος ἀγαθόν», κρατήθηκε στὴν μοναχικὴ παράδοση εὐχὴ γιὰ τὸν ἑορτάζοντα μοναχό. Ὁ πατέρας μου στὸν στρατὸ ἀποστήθισε τὴν εὐχή: «Δέσποτα παντοκράτωρ, ὁ φωτίσας τὴν ἡμέραν τῷ φωτὶ τῷ ἡλιακῷ, τὴν δὲ νύκτα φαιδρύνας ταῖς αὐγαῖς τοῦ πυρός…». Τὴν διδάχθηκε στὸν στρατὸ καὶ τὴν ἀνέπεμπε στὸν Τριαδικὸ Θεὸ λίγο προτοῦ κατακλιθῆ.
− Ποῦ τὴν ἔμαθες, πατέρα;
− Στὸν στρατό, παιδί μου.
Ὁ στρατὸς δὲν ἦταν μόνον μιὰ ὑποχρέωση γιὰ τὴν πατρίδα, ἀλλ᾽ ἤτανε καὶ ἕνα σχολεῖο. Ἀπὸ τὸ σχολεῖο αὐτὸ πολλοὶ ἐπέλεξαν καὶ τὴν μοναχικὴ πολιτεία, ὅπως ὁ μακαριστὸς Εὐδόκιμος, ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ξενοφῶντος. Δανειζότανε τὶς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ μὴ ξεμαντρίσουν ἀπὸ τὴν μάνδρα τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ ὅσιοι Κολλυβάδες, γιὰ νὰ δώσουνε περισσότερη ἐπισημότητα, τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς τελοῦσαν τὴν θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅπως καὶ τὴν ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ. Καὶ δὲν τὸ ἔκαναν αὐτὸ γιὰ νὰ διακρίνωνται ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ γιὰ νὰ εἰσέρχωνται ὅσο πιὸ βαθιὰ γίνεται στῆς ἡμέρας τὰ μυστήρια.
Αὕτη ἐστὶ Πεντηκοστή.

Ὅλοι μπήκαμε σήμερα μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὅλοι ἀπολαμβάνουμε τὴν καλὴ περίφραξη, ὅλοι ἀκοῦμε τὰ ἀηδόνια τῆς θεολογίας. Μὴ μείνη κανένας ἔξω. Ἀπολαύσατε τὶς χάριτες καὶ τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δὲν θέλει κόπους. Θέλει καλὴ προαίρεση. Ξοδέψατε τὰ πονηρὰ θελήματα, γιὰ νὰ ἀπολαύσετε τὶς χάριτες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μὴ φᾶτε καλά. Μὴ πιῆτε καλά. Ἀπομυζῆστε τὸ μέλι τῆς χάριτος. Γονατίσατε καὶ προσκυνήσατε τὴν μία Θεότητα, ἐν Πατρί τε καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Τούτη ἡ εὐλογημένη γωνιὰ τῆς γῆς χαρακτηρίζεται «χώρα τοῦ πνεύματος». Ἀλλ᾽ ἐκεῖνο τὸ πνεῦμα τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος δὲν ἤτανε καθαρό, δὲν ἦταν εὐθές, δὲν ἦταν ζωοποιό. Σὰν ἀρκουδόβατο ἦταν περιπλεγμένο τὸ πνεῦμα τὸ σατανικὸ σὲ κάθε ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου. Γι᾽ αὐτὸ καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες τὸ ξόρκισαν μὲ εἰδικὲς εὐχές. Ὄχι ὅτι δὲν εἶχε ψήγματα ἀλήθειας, ἀλλ᾽ ἔφερε πολλὴ ἀκαθαρσία, καθαρὰ δαιμονική. Ἐνῶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι ἀγαθόν, εἶναι ζωοποιοῦν, καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία χαρακτηρίστηκε ἀπὸ τοὺς θεολόγους «Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ ἔμειναν στὴν Χριστολογία. Δὲν προχώρησαν στὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι᾽ αὐτὸ καὶ προσέθεσαν στὴν ὁμολογία τῆς πίστεως ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐκπορεύεται καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Ἐμεῖς προσκυνοῦμε αὐτὸ Κύριον καὶ Θεὸν καὶ ἐκπορευόμενον ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ὅπου θέλει πνεῖ καὶ ὅλοι μποροῦμε νὰ ἀκούσουμε τὴν φωνή του καὶ σὲ ὅλους μας μπορεῖ νὰ ἀναπαυθῆ, ἂν ζοῦμε τὸ λυτρωτικὸ ἔργο ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ Χριστός. Πόσο πρέπει οἱ κρατοῦντες καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ ἐν τῇ πολιτείᾳ νὰ ἐπιδιώκουνε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Πόσο διαφορετικὴ θὰ ἦταν σήμερα ἡ ζωή μας, ἂν εἴχαμε πνευματοφόρους καὶ θεοφόρους κυβερνῆτες. Ἂς προσευχώμαστε ὅλοι: «Τὸ Πνεῦμα σου τὸ ἀγαθὸν μὴ ἀντανέλῃς ἀφ᾽ ἡμῶν, ἀλλὰ ὁδήγησέ μας εἰς ὁδὸν εὐθεῖαν. Ἀμήν».
Συμπαθᾶτε με. Ἀκόρεστη εἶναι ἡ διάθεσή μου σήμερα κάτω ἀπὸ τὴν ἐπισκίαση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δὲν θέλω νὰ τελειώσω, γιατὶ ἡ τελείωση εἶναι ἀτελείωτη. Ὅποιος ψάχνη τὸ τέλος τῆς τελείωσης σίγουρα θὰ παραφρονήση. Ἂς σταματήσω ἐδῶ.

Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης