«Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;» του Επισκόπου Αβύδου
Άρχων (5841 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

«Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;» του Επισκόπου Αβύδου

Του Θεοφ. Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου, Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Αθηνών

  1. Εἰσαγωγικὲς θεωρήσεις

Στὰ Πρακτικὰ τῆς Ε´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου παρατίθενται τὰ ἑξῆς:

«Δὲν πρέπει, οὔτε νὰ τοποθετῆται ἡ ἐλπὶς τῆς Ἐκκλησίας εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ὅταν εἶναι καλοί, οὔτε ὅταν εἶναι κακοὶ νὰ συμπεραίνουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία χάθηκε.

Παρὰ ταῦτα ἐμεῖς δεχόμαστε καὶ τὴ δική τους κατηγορία, ἀφοῦ εἶναι ἀδελφοί μας. Καὶ ἐὰν μπορέσουν νὰ μᾶς ἀποδείξουν ὅτι εἶναι ἔνοχοι (αὐτοί, τοὺς ὁποίους κατηγοροῦν), ἐμεῖς θὰ τοὺς ἀναθεματίσουμε τὴν ἴδια ἡμέρα. Τὴν Ἐκκλησία ὅμως, τὴν ὁποία ὁ Θεὸς μᾶς ὑπεσχέθη καὶ μᾶς ἐδώρησε, οὔτε τήν «πουλᾶμε», οὔτε τὴν ἐγκαταλείπουμε».

Τὰ παραπάνω βαρυσήμαντα λόγια ἀποδίδονται στὸν Ἱερὸ Αὐγουστῖνο στὰ πρακτικὰ τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης[1] ποὺ συνῆλθε τὸ 411 μ.Χ. Δὲν εἶναι ἀσφαλῶς τυχαῖο ὅτι τὸ παραπάνω ἀπόσπασμα διαβάστηκε στὴν Ε´ Πράξη τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου[2] στὸ γενικώτερο προβληματισμό της, ἐὰν εἶναι δυνατὸς ὁ ἀφορισμὸς καὶ κεκοιμημένων αἱρετικῶν.

Ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος[3], ὁ ὁποῖος ἐξέδωσε τὰ Πρακτικὰ τῆς Ε´ Οἰκουμενικῆς συνόδου, παρατηρεῖ σχετικά: «Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ἱεροῦ πατρός, περιβεβλημένα μὲ τὸ κῦρος τῆς ἐπικυρώσεώς τους ὑπὸ τῆς Ε´ Οἰκ. Συνόδου, εἶναι ὁδηγητικὰ διὰ τὴν ὀρθὴν περὶ σχίσματος ἐκκλησιαστικὴ ἀντίληψιν καὶ πρέπει νὰ ἀποτελοῦν ὄχι μόνον σαφῆ καὶ ἀναντίρητον καταδίκην τῶν ἀποσχιστικῶν τάσεων τοῦ τύπου τοῦ παλαιοημερολογιτισμοῦ, ἀλλὰ καὶ γνώμονα ἑρμηνείας τῶν σχετικῶν κανόνων τῆς Συνόδου τῆς λεγομένης Πρωτοδευτέρας».

Λίγο προηγούμενα στὴν Ε´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἐξ ἀφορμῆς τῆς περιπτώσεως τοῦ ἐπισκόπου Καικιλιανοῦ εἶχε ἀναγνωσθεῖ ἕνα ἄλλο ἀπόσπασμα τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου[4], τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ καὶ τὸν Καικιλιανό, ὁ ὁποῖος δὲν ἔγινε ποτέ «προδότης» τῆς πίστης, ἀλλὰ καὶ ὅσους ἐξ αἰτίας αὐτοῦ εἶχαν ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία: «κἂν ἀληθῆ ᾖ δυνατὸν δειχθῆναι τὰ παρ᾽ αὐτῶν ἀντιτεθέντα Καικιλιανῷ καὶ ὑμῖν καὶ ἀποθανόντα ἂν αὐτὸν ἀναθεματίζομεν· ἀλλ᾽ ὅμως τὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, ἥτις οὐ ταῖς φιλονίκοις δόξαις μεταβάλλεται ἀλλὰ ταῖς θείαις μαρτυρίαις βεβαιοῦται, δι᾽ οἱονδήποτε ἄνθρωπον καταλιπεῖν οὐκ ὀφείλομεν».

Εἶναι χρήσιμο νὰ ἀναφερθεῖ καὶ ἕνα τρίτο ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου[5], τὸ ὁποῖο ἐπίσης κρίθηκε σκόπιμο νὰ ἀναγνωστεῖ στὴν ἴδια πράξη τῆς Πέμπτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου[6], τὸ ὁποῖο εἶναι ἐξ ἴσου σημαντικὸ καὶ ὅπου ὁ ἱερὸς πατὴρ ἀποφαίνεται: «Ἐγὼ εἶμαι μέσα στὴν Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας μέλη εἶναι ὅλες ἐκεῖνες οἱ Ἐκκλησίες, γιὰ τὶς ὁποῖες γνωρίζουμε ὅτι γεννήθηκαν χάρις στοὺς μόχθους τῶν Ἀποστόλων… Καὶ δὲν πρόκειται τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος νὰ ἐγκαταλείψω τὴν κοινωνία μὲ αὐτὲς οὔτε στὴν Ἀφρικὴ οὔτε πουθενὰ ἀλλοῦ. Ἐὰν δὲ μέσα σ᾽ αὐτὴ τὴν κοινωνία ὑπάρχουν καὶ μερικοὶ προδότες, (τοὺς ὁποίους τώρα ἀγνοῶ), ὅταν θὰ μοῦ τοὺς φανερώσεις, ἐγὼ θὰ τοὺς καταραστῶ ὄχι μόνο μὲ τὰ χείλη, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν καρδιά. Ἀλλὰ ποτὲ δὲν θὰ ἀποκοπῶ ἐξ αἰτίας μερικῶν «νεκρῶν», ἀπὸ τούς «ζῶντες», οἱ ὁποίοι παραμένουν στὴν ἑνότητα τῆς ἁγίας αὐτῆς Ἐκκλησίας».

Εἶναι προφανὲς ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ἐπικυρωμένα μάλιστα μὲ τὴν αὐθεντία τῆς Ε´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γιὰ κάποιους σήμερα δὲ σημαίνουν ἀπολύτως τίποτα. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ θεωροῦν ὅτι δικαιοῦνται νὰ ὑπερβοῦν τὴ συνοδικὴ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση καὶ αὐθεντία, ὅπως αὐτὴ ἐκφράστηκε τὸν Ἰούνιο τοῦ παρελθόντος ἔτους στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης, ἔτσι ὥστε, εἴτε νὰ θεωροῦν αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὶς ἀποφάσεις τους ὡς αἱρετικοὺς καὶ προδότες τῆς ὀρθόδοξης πίστης, εἴτε νὰ ἀποτειχίζωνται καλώντας καὶ ἄλλους νὰ πράξουν τὸ ἴδιο. Ἐκπλήσσεται κανεὶς νὰ διαπιστώνει ὅτι, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς Ἑλλάδος, ὑπάρχουν τόσοι πολλοὶ αὐτόκλητοι, δογματολόγοι, ἐκκλησιολόγοι, κανονολόγοι καὶ ἱστορικοί, κληρικοί, λαϊκοί, μοναχοὶ καὶ μοναχές, ἄνθρωποι, στοὺς ὁποίους διαπιστώνεις πολὺ συχνὰ ὄχι μόνο ὅτι τοὺς λείπει ἡ στοιχειώδης θεολογικὴ παιδεία, ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται νὰ προσέξεις τὴ γνώμη τους, ἀλλὰ τοὺς λείπει καὶ ἐκείνη ἡ πνευματικὴ συγκρότηση καὶ ἀκτινοβολία, ὥστε νὰ προβληματισθεῖς γιὰ τὴν ὀρθότητα τῶν δικῶν σου ἀπόψεων καὶ νὰ βοηθηθεῖς πνευματικὰ καὶ στὴν δική σου ἀδυναμία. Ὅταν τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο ἢ καὶ τὰ δύο αὐτὰ ἐλλείματα συνδυαστοῦν καὶ μὲ τὴν ἔλλειψη τοῦ κοινοῦ νοῦ, τότε ἡ κατάσταση φαντάζει δύσκολα θεραπεύσιμη. Ὅταν λείπει ἡ αὐτογνωσία ἢ χριστιανικὰ εἰπωμένο ἡ ταπείνωση, τότε θυμᾶσαι ἢ τὸ τοῦ Θουκιδίκη στὸν ἐπιτάφιο τοῦ Περικλῆ, «ἀμαθία μὲν θράσος, λογισμὸς δὲ ὄκνον φέρει» ἢ τὸ γνωστὸ καὶ στὴν περίπτωση περισσότερο κατάλληλο χωρίο, «μωραίνει Κύριος, ὃν βούλεται ἀπολέσαι». Ἴσως ὅμως περισσότερο ὅλων ἐπιτυχὲς εἶναι τὸ τοῦ Ἀπ. Παύλου: «…φάσκοντες εἶναι σοφοὶ ἐμωράνθησαν» (Ρωμ. 1, 22). Ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ ἀξία τοῦ βιβλικοῦ χωρίου δὲν αἴρεται, κυρίως ὅταν, γενικῶς ὑπάρχει μὲν ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει ἡ θεολογικὴ παιδεία, πρυτανεύει ὅμως ἡ ἀλαζονεία.

Εἶναι στ᾽ ἀλήθεια οἱ συγκροτήσαντες τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης ἐπίσκοποι, αἱρετικοί; Εἶναι ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος, ὁ Ἀλεξανδρείας Θεόδωρος, ὁ Ἀθηνῶν Ἱερώνυμος, ὁ Τιράννων Ἀναστάσιος, οἱ ὑπόλοιποι Προκαθήμενοι, Μητροπολίτες καὶ Ἐπίσκοποι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχαν καὶ ὑπέγραψαν τὰ κείμενα καὶ ἰδιαίτερα τὸ κείμενο γιὰ τὶς σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸ λοιπὸ Χριστιανικὸ κόσμο αἱρετικοί; Πῶς δὲ μπορεῖ ταυτόχρονα νὰ διαφεύγουν τῆς κριτικῆς Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες εἶχαν ὑπογράψει τὰ ἴδια κείμενα ποὺ εἶχαν προετοιμασθεῖ στὶς προηγούμενες Προσυνοδικὲς Διασκέψεις −σὲ μιά «χειρότερη» γιὰ τοὺς τώρα ἀντιφρονοῦντες ἐκδοχή, ὅπως θὰ δειχθεῖ κατωτέρω καὶ εἶχαν συμφωνήσει στὴ σύγκληση τῆς Συνόδου, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2016, ἢ μὲ Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες στὶς σχέσεις τους μὲ τοὺς ἑτεροδόξους ξεπερνοῦν κατὰ πολὺ τὰ ὅρια ποὺ θέτει ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας καὶ ὅπως καὶ αὐτὸ θὰ δειχθεῖ παρακάτω;

Ἡ βαρύτατη καὶ πολὺ ἄδικη ταυτόχρονα κατηγορία εἶναι: Ἡ ἀπόφαση τῆς Συνόδου καταργεῖ τὴν Ἐκκλησιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ δέχεται τὴν ὕπαρξη Ἐκκλησιῶν ἐκτὸς τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Τὰ κείμενα τῆς Συνόδου δὲν ὁμιλοῦν γιὰ αἱρετικούς, ἀλλὰ ἁπλᾶ γιὰ ἑτεροδόξους. Ἡ ἀποδοχὴ Ἐκκλησιῶν ἐκτὸς τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας σχετικοποιεῖ τὴν ἀλήθεια καὶ ὁδηγεῖ διὰ τοῦ οἰκουμενισμοῦ στὴν Πανθρησκεία[7]. Ἔχουν σχέση τὰ κείμενα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου μὲ τὴ βαπτισματικὴ Θεολογία, τὴ θεωρία τῶν κλάδων καὶ τὸν Οἰκουμενισμὸ τῆς ἐνσωμάτωσης;

 

  1. Ὁ ΙΕ´ Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας (861)

Γιὰ αὐτοὺς τοὺς κύριους λόγους, ἀπαντώντας θετικὰ στὰ παραπάνω ἐρωτήματα, κάποιοι σύγχρονοι «μαχητές» ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς καθολικότητας, ταυτίζοντες ἑαυτοὺς μὲ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο, τὸ Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, τὸ Θεόδωρο Στουδίτη, τὸ Μάρκο τὸν Εὐγενικὸ καὶ πολλοὺς ἄλλους, θεωροῦν, ὅτι μποροῦν νὰ ἐπικαλοῦνται τὸ δεύτερο σκέλος τοῦ ιε´ κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου[8] (861) τοῦ διαλαμβάνοντος «…Οἱ γὰρ δι᾽ αἵρεσίν τινα, παρὰ τῶν ἁγίων συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην, τῆς πρὸς τὸν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτοὺς διαστέλλοντες, ἐκείνου τὴν αἵρεσιν δηλονότι δημοσίᾳ κηρύττοντος καὶ γυμνῇ κεφαλῇ ἐπ᾽ ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι, οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑποκείσονται, πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς πρὸς τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλὰ καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται».

Οἱ σύγχρονοι «μαχητές» τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐνῶ κατηγοροῦν τοὺς ἐπισκόπους τους γιὰ αἵρεση, δὲν ὁδηγοῦνται οὐσιαστικὰ σὲ ἀποτειχισμό, ὅπως προβλέπει τὸ γράμμα, τὸ πνεῦμα ἀλλὰ καὶ ἡ ἑρμηνεία τοῦ συγκεκριμένου κανόνα[9], γιατὶ ὁ κανόνας προβλέπει τὴν ἔξοδο ἀπὸ μιὰ αἱρετικὴ Ἐκκλησία, τῆς ὁποῖας ἡγεῖται ἕνας αἱρετικὸς Πατριάρχης καὶ τὴ διακοπὴ τῆς κοινωνίας μαζί του μὲ διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας. Ἐκεῖνοι, ἐνῶ προβαίνουν στὴν ἐκκλησιολογικὰ ἀπαράδεκτη διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου τοῦ Ἐπισκόπου, στὸν ὁποῖο ἀνήκουν −καὶ ὄχι τοῦ Πατριάρχου, τὸν ὁποῖο οὕτως ἢ ἄλλως δὲ μνημονεύουν καὶ δὲν ὀφείλουν νὰ μνημονεύουν− ἐπιθυμοῦν νὰ παραμένουν, νὰ λειτουργοῦν καὶ νὰ κηρύττουν στὸν Ἱ. Ναό, στὴν Ἱ. Μονὴ ἢ Σκήτη, ὅπου εὑρίσκονται, προκειμένου νὰ δραστηριοποιοῦνται στὸ ποίμνιο τοῦ «αἱρετικοῦ» −ὑποτίθεται− ἐπισκόπου. Ταυτόχρονα στὶς πανομοιότυπες δηλώσεις «ἀποτείχισής» τους −ὄχι τυχαῖα βεβαίως− σπεύδουν νὰ δηλώσουν κατηγορηματικὰ ὅτι δὲ δημιουργοῦν σχίσμα, οὔτε προσχωροῦν σὲ κάποια ἄλλη σχισματικὴ Ἐκκλησία. Ἔτσι ἡ ὅλη στάση τῶν «ἀνεπισκόπων» κληρικῶν ἔχει περισσότερο τό χαρακτῆρα μιᾶς διαμαρτυρίας πρὸς ἐπιβολὴ τῶν θεολογικῶν τους ἀπόψεων παρὰ τὴ δημιουργία σχίσματος μὲ διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ἐνῶ οὔτως ἢ ἄλλως ἰσχύει ἡ ἐπισήμανση καὶ ἡ προτροπὴ τοῦ Ἁγ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου[10], «πᾶν γὰρ τὸ ἀκέφαλον καὶ ἄναρχον ἄτακτον καὶ στασιῶδες, οὗ λυτρωθείημεν». Ἡ προσπάθειά τους αὐτὴ ποὺ ἀνάγει στὴν ἀντιφατικότητα τῶν προσώπων τους θυμίζει τὴ λαϊκὴ παροιμία, «καὶ ἡ πίττα σωστὴ καὶ ὁ σκύλος χορτάτος»!

Εἶναι προφανὲς ὅτι, ἐὰν καὶ ὅποτε ἤθελε ἐφαρμοστεῖ ἡ ἀκρίβεια τοῦ κανόνα στὸ πρῶτο του σκέλος[11], τότε ἡ διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου τοῦ Πατριάρχου καὶ ἡ διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας θὰ ἔπρεπε, ὅταν αὐτὰ βεβαίως πράγματι συντρέχουν ὑπὸ τὶς προϋποθέσεις ποὺ θέτει ὁ κανόνας, νὰ ὁδηγοῦν στὴν καθαίρεση: «Ὥστε, εἴ τις πρεσβύτερος ἢ ἐπίσκοπος ἢ μητροπολίτης τολμήσειεν ἀποστῆναι τῆς πρὸς τὸν οἰκεῖον πατριάρχην κοινωνίας καὶ μὴ ἀναφέροι τὸ ὄνομα αὐτοῦ, κατὰ τὸ ὡρισμένον καὶ τεταγμένον ἐν τῇ θείᾳ μυσταγωγίᾳ, ἀλλὰ πρὸ ἐμφανείας συνοδικῆς καὶ τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως σχίσμα ποιήσει τοῦτον ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος πάσης ἱερατείας παντελῶς ἀλλότριον εἶναι, εἰ μόνον ἐλεγχθείη τοῦτο παρανομήσας».

Ὅταν ὅμως δὲν ὑπάρχει προγενέστερη συνοδικὴ καταδίκη τοῦ Πατριάρχη γιὰ αἵρεση, ὁ κανόνας στὸ πρῶτο του σκέλος δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἐφαρμογή. Προφανέστατα ὁ κανόνας δὲν ἔχει ἐφαρμογὴ σὲ Πρεσβυτέρους καὶ Ἐπισκόπους μὴ ὑπαγομένους στὴν ἄμεση δικαιοδοσία τοῦ Πατριάρχου, γιατὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ οἱ ἐν λόγῳ Πρεσβύτεροι καὶ Ἐπίσκοποι δὲ μνημονεύουν, οὔτε ὑποχρεοῦνται, οὔτε δικαιοῦνται νὰ μνημονεύουν τοῦ ὀνόματος τοῦ Πατριάρχου κατὰ τὴ Θ. Λειτουργία. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, τὴν ἔλλειψη δηλ. προγενέστερης συνοδικῆς καταδίκης τοῦ Πατριάρχου, οἱ σύγχρονοι «ἀμύντορες» τῆς Ὀρθοδοξίας θεωροῦν (ἐσφαλμένα), ὅτι δικαιοῦνται νὰ ἐπικαλοῦνται τὸ δεύτερο σκέλος τοῦ κανόνα ποὺ δικαιολογεῖ τὸν ἀποτειχισμὸ στὴν περίπτωση ποὺ ὁ Πατριάρχης κηρύσσει τὴν αἵρεση «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ». Στὴν περίπτωση αὐτή, ὅταν ὄντως πρόκειται γιά «ψευδεπίσκοπο καὶ ψευδοδιδάσκαλο» Πατριάρχη, στὴν πραγματικότητα «οὐ σχίσματι τὴν Ἐκκλησίαν κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι»[12].

Στὴν περίπτωσή μας κατ᾽ ἀρχὴν οἱ σύγχρονες «ἀμύντορες» τῆς Ὀρθοδοξίας θὰ ἔπρεπε ἀπαραιτήτως νὰ δείξουν, ποιὰ αἵρεση κηρύσσεται ἀπὸ Πατριάρχη «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» σήμερα, ποιὲς Συνόδους καὶ ποιοὺς Πατέρες καὶ ποιὲς αἱρέσεις ἐννοεῖ ἡ Σύνοδος ποὺ συνῆλθε τὸ 861 καὶ ἐὰν σ᾽ αὐτὲς τὶς κατηγορίες μποροῦν νὰ ἐντάσσωνται οἱ σύγχρονοι ἑτερόδοξοι, (οἱ ὁποῖοι ἀσφαλῶς καὶ δὲν ὑπῆρχαν κατὰ τὸ χρόνο θέσπισης τοῦ κανόνα, ἐνῶ στὴν Ἀνατολὴ δὲν εἶχε καταδικασθεῖ μέχρι τότε οὔτε ἡ κακοδοξία τοῦ Filioque, εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸ ὅτι ἀκόμα καὶ κατὰ τὴ μεταγενέστερη Σύνοδο τοῦ 879/80 καταδικάζεται −ἐξ ἀφορμῆς βεβαίως τοῦ filioque− ἡ οἱαδήποτε προσθήκη στὸ Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως καὶ ὄχι αὐτὴ καθ᾽ ἑαυτὴ ἡ περὶ Filioque διδασκαλία). Οἱ ἐπικαλούμενοι σήμερα τὸν κανόνα δὲ διασποῦν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα μὲ τὸ νὰ ἐντάσσωνται ἢ νὰ δημιουργοῦν μιὰ νέα (ὀρθόδοξη γι᾽ αὐτούς) Ἐκκλησία καὶ νὰ καθίστανται ἀληθινὰ σχισματικοί, κάτι ποὺ δικαιολογεῖται στὴν περίπτωση Πατριάρχου κηρύττοντος αἵρεση «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, δηλ. ἀπροκάλυπτα καί «παρρησίᾳ», ὅπως ἑρμηνευτικά παρατηρεῖ ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης[13]. Τὸ νὰ θεωρεῖ κάποιος ὅτι ἡ προσπάθεια προσέγγισης τῶν ἑτεροδόξων διὰ τοῦ διαλόγου συνιστᾶ αἵρεση, αὐτὸ ὡς ἐπιχείρημα στερεῖται σοβαρότητας. Περαιτέρω, εἶναι προφανές, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τόσο τοῦ πρώτου, ὅσο καὶ τοῦ δευτέρου σκέλους τοῦ κανόνα προϋποθέτει Πρεσβυτέρους, Ἐπισκόπους καὶ Μητροπολίτες ὑπαγομένους στὴν ἄμεση δικαιοδοσία τοῦ Πατριάρχου, κάτι ποὺ δὲ συντρέχει στὴν περίπτωσή μας, ὅπως ἤδη ἔχει μνημονευθεῖ.

Ὅλα αὐτὰ σημαίνουν, ὅτι δὲ συντρέχουν τὰ πραγματικὰ γεγονότα ποὺ συνιστοῦν τὸν εἰδικὸ ὅρο ἄρσεως τοῦ ἀδίκου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀδικήματος ποὺ περιγράφει ὁ ιε´ Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας στὸ τελευταῖο σκέλος του. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ Καρθαγένης, τὸν κατ᾽ ἐξοχὴν Θεολόγο τοῦ σχίσματος, ἡ ἔννοια τοῦ σχίσματος καὶ ἡ διάρρηξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴν δημιουργία ἑτέρας Ἐκκλησίας ἔξω ἀπὸ τὰ κανονικὰ ὅρια τῆς ἤδη ὑπαρχούσης[14]. Τοῦτο ὁρίζει ἐπίσης καὶ ὁ συναφὴς πρὸς τὸν 15. κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας 31. κανόνας τῶν Ἀποστόλων[15], ὁ ὁποῖος γιὰ τὴν ἐφαρμογή του ἀπαιτεῖ «…ὁ πρεσβύτερος καταφρονήσας τοῦ ἰδίου Ἐπισκόπου … θυσιαστήριον ἕτερον πήξῃ…«

Σχετικὰ μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ ιε´ κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας σὲ σχέση μὲ τὴ σύγχρονη συγκυρία μποροῦν νὰ γίνουν οἱ ἑξῆς παρατηρήσεις:

  • Τὸ πλάτος τῆς γενικῆς ἐννοίας τῆς αἵρεσης στὸν ιε´ κανόνα δὲν μπορεῖ ἐξ ἀντικειμένου νὰ περιλαμβάνει μεταγενέστερες χρονολογικὰ κακοδοξίες. Εἶναι ἀντικειμενικὰ ἀδύνατο νὰ ἦταν αὐτὴ ἡ βούληση τῶν Πατέρων τῆς Πρωτοδευτέρας, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχαν μέχρι τότε οἱ σύγχρονοι ἑτερόδοξοι. Ἡ ἐφαμογὴ τοῦ κανόνα προϋποθέτει «αἵρεσίν τινα παρὰ τῶν ἁγίων συνόδων ἤ Πατέρων κατεγνωσμένην«, ὅπως ἦσαν οἱ ὑπὸ τῶν προηγηθέντων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καταδικασθεῖσες αἱρέσεις. Kατὰ τὸ χρόνο τῆς θεσπίσεως τοῦ κανόνα (861) δὲν εἶχε συνοδικῶς καταδικασθεῖ οὔτε ἡ κακοδοξία τοῦ Filioque, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς ὑπῆρχε στὴ Δύση. Ἐξ ἄλλου οὐδέποτε μιὰ τέτοια διδασκαλία ἔγινε δεκτὴ στὴν Ἀνατολή, ὥστε νὰ ὑπάρχει ἡ ὑποψία, ὅτι ὁ κανόνας θεσπίστηκε γιὰ τὸ λόγο αὐτό. Δεδομένων τῶν περιορισμῶν καὶ τῶν προϋποθέσεων ποὺ θέτει τὸ δεύτερο σκέλος τοῦ κανόνα καὶ δεδομένου τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ ἐπίκληση καὶ ἐφαρμογή του εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἄγνωστη στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία[16], θὰ ἔπρεπε κανεὶς νὰ μπορεῖ νὰ ἀποδείξει, ὅτι ἀποτελοῦσε βούληση τῶν Πατέρων ποὺ τὸν θέσπισαν, νὰ ἔχει ἐφαρμογὴ σὲ ὁποιαδήποτε μεταγενέστερη «κατεγνωσμένη[17]» κακοδοξία, κάτι ποὺ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ συμβεῖ, ἀφοῦ μετὰ τὴ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, δὲν ὑπάρχει ἄλλη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὥστε νὰ ἰσχύει ὁ ἐξαιρετικὸς ὅρος ἄρσεως τοῦ ἀδίκου καὶ στὴν περίπτωση αὐτή. (Ἡ ἀνάλυση ὅμως τοῦ σχετικοῦ ἐπιχειρήματος τῶν «νεοομολογητῶν» καὶ ἡ σύνδεσή του μὲ θεμελιώδεις ἀρχὲς τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, κρίνεται ἐδῶ περιττή, δεδομένου ὅτι τὸ β´ σκέλος τοῦ ιε´ κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας στὴν παροῦσα συγκυρία ἐκ πολλῶν ἄλλων λόγων δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἐφαρμογή).

Σὲ κάθε περίπτωση οἱ Πατέρες τῆς Πρωτοδευτέρας θέτοντας τὴν προϋπόθεση τῆς «κατεγνωσμένης» κακοδοξίας, ἔθεταν ὡς ὅρο, εἴτε τὴν προϋπάρχουσα καταδίκη τῆς αἱρέσεως ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, εἴτε τὴν ὕπαρξη ἑνὸς Consensus Patrum, ἐὰν βέβαια οἱ Πατέρες ποὺ ἐννοεῖ ὁ κανόνας μποροῦν νὰ διακριθοῦν ἀπὸ τοὺς Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, πρᾶγμα ποὺ δὲν ὑπάρχει σήμερα οὔτε ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμηση τοῦ ἐὰν οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ εἶναι αἱρετικοὶ ἤ σχισματικοί, οὔτε ὡς πρὸς τὸ γενικώτερο προσδιορισμὸ τῶν σχέσεων μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, κατὰ τρόπο ἑνιαῖο στὸν ὀρθόδοξο χῶρο. Σκοπὸς τῶν Πατέρων τῆς Πρωτοδευτέρας ἦταν ἡ διασφάλιση τῆς ἑνότητας, γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς αἵρεσης καὶ ὄχι ὁ διχασμὸς τῶν Ὀρθοδόξων μεταξύ τους. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἔθεσαν ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση αὐτὴ τὴν ἀσφαλιστικὴ δικλείδα. Ἐκτὸς τούτου ὁ οἱοσδήποτε, ὁ ὁποῖος ἐπικαλεῖται τὸ συγκεκριμένο κανόνα, θὰ ἔπρεπε κυρίως νὰ μπορεῖ νὰ καταδείξει, ποιά κακοδοξία τῶν ἑτεροδόξων ἔχει υἱοθετηθεῖ ἀπὸ Πατριάρχη καὶ κηρύσσεται δημοσίᾳ.

  • Οἱ σήμερον ἀποτειχιζόμενοι −εὐτυχῶς ἐλάχιστοι− δὲ δημιουργοῦν σχίσμα, ὅπως ἤδη ἔχει ἐπισημανθῆ, διασπῶντες τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα, γιατὶ κάτι τέτοιο προϋποθέτει τὴν πήξη ἄλλου θυσιαστηρίου ἐκτὸς τῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Καθηγητὴς Σπ. Τρωϊάνος[18] ἐπισημαίνει: «Στενὴ σχέση μὲ τὸ σχίσμα ἔχει τὸ ἀδίκημα τῆς παρασυναγωγῆς. Στὸ πρῶτο εἶναι ἀναγκαία ἡ παρουσία μεταξὺ τῶν δραστῶν ἑνὸς τοὐλάχιστον ἐπισκόπου, ἐνῶ τὸ δεύτερο διαπράττεται ἀπὸ πρεσβύτερο». Ὁ Καθηγητὴς Γ. Πουλῆς[19] ἀναφερόμενος στὸ σχίσμα παρατηρεῖ: «Τὸ ἰδιάζον χαρακτηριστικὸ τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ εἶναι ὅτι ὡς αὐτουργὸς ἢ τουλάχιστον ὡς ἄμεσος συνεργὸς νοεῖται κληρικὸς μὲ τὸ βαθμὸ τοῦ ἐπισκόπου. Καὶ τοῦτο προφανῶς, γιατὶ τὸ σχίσμα ἐμπεριέχει μιὰ ἔστω ὑποτυπώδη ὀργανωτικὴ δομή, ἡ ὁποία ἀναγκαίως γιὰ νὰ λειτουργήσει χρειάζεται ἐπίσκοπο προκειμένου νὰ καθιερώσει ναούς, νὰ χειροτονήσει κληρικοὺς κ.λ.π. Διαφορετικά, ὅταν κατὰ κανόνα τὴν αὐτουργικὴ δράση ἀναπτύσσει πρεσβύτερος, στοιχειοθετεῖται τὸ κανονικὸ ἀδίκημα τῆς παρασυναγωγῆς». Οἱ ἀποτειχιζόμενοι, παρότι καὶ κατὰ τὴ δήλωσή τους, δὲ δημιουργοῦν σχίσμα, ἐπικαλοῦνται κανόνα ποὺ προϋποθέτει τὸ σχίσμα.

Τὸ ἴδιο κατὰ σαφέστατο τρόπο ἐπισημαίνει καὶ ὁ ἀείμνηστος Πρωτοπρεσβύτερος Εὐάγγελος Μαντζουνέας[20]: «Ἡ διαφορὰ μεταξὺ σχίσματος καὶ Παρασυναγωγῆς κατὰ τοὺς Ἱεροὺς κανόνας ἔγκειται εἰς τὸν δράστην τοῦ κανονικοῦ ἐγκλήματος. Οὕτως, ἐνῶ τὸ σχίσμα διαπράττεται ὑφ᾽ ἑνὸς ἢ πολλῶν Ἐπισκόπων μετὰ τῶν ὑπ᾽ αὐτοὺς κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, ἡ παρασυναγωγὴ τελεῖται οὐχὶ ὑπὸ Ἐπισκόπων ἀλλ᾽ ὑπὸ Πρεσβυτέρων, οἵτινες ἐκτελοῦν ἱεροπραξίας ἐν οἴκοις ἰδιωτικοῖς ἢ δὲν ἀναγνωρίζουν τὸν ἴδιον Ἐπίσκοπον, μὴ μνημονεύοντες αὐτὸν κατὰ τὰ ἐν ταῖς τελεταῖς διατεταγμένα, ἔστω καὶ ἐν τῇ περιπτώσει, καθ᾽ ἣν οὗτος ὑπέπεσεν εἰς ἔγκλημα ἢ αἵρεσιν πρὶν ἢ καταδικαστῇ τελεσιδίκως. Διότι ὁ πρεσβύτερος φέρων τὸν β´ τῆς Ἱερωσύνης βαθμὸν δὲν δικαιοῦται νὰ κρίνῃ καὶ καταδικάσῃ τὸν Ἐπίσκοπον».

  • Ἡ Πρωτοδευτέρα Σύνοδος ὡς αἱρετικοὺς ἐννοεῖ κατ᾽ ἐξοχὴν τοὺς Εἰκονομάχους[21], αὐτὸς δὲ εἶναι ἄλλωστε ὁ λόγος γιὰ τοὺς ὁποῖους συνεκλήθη (ἐκτὸς τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκθρονίσεως (858) καὶ καθαιρέσεως (859) τοῦ Πατριάρχου Ἰγνατίου καὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐκλογῆς καὶ χειροτονίας τοῦ Φωτίου ὡς Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως). Ἡ εἰκονομαχία ἀποτελοῦσε τότε κακοδοξία «παρὰ τῶν ἁγίων συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην». Ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωση τοῦ κανόνα πείθει, ὅτι στρέφεται κατὰ ὑπολοίπων «ζηλωτῶν» μοναχῶν καὶ κληρικῶν, γιὰ νὰ προληφθεῖ ἐκ μέρους τους μιὰ νέα εἰκονομαχικὴ ἀντίδραση. Ὁ κανόνας δὲν προσβλέπει σὲ μεμονωμένες περιπτώσεις, ἀλλὰ σὲ μιὰ διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας ἀπὸ ὁμάδες προσώπων, κάτι ποὺ δὲ συντρέχει στὴν περίπτωσή μας.
  • Οἱ διεξαγωγὴ σήμερα κατόπιν πανορθοδόξων ἀποφάσεων θεολογικῶν διαλόγων οὐδόλως σημαίνει ὅτι ἡ ὀρθόδοξη πλευρὰ υἱοθετεῖ τίς δογματικὲς ἀποκλίσεις τῶν συνομιλητῶν της. Σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση δὲ θὰ ἦταν ἀπαραίτητος ὁ διάλογος. Ἐὰν ὁ θεολογικὸς διάλογος μετὰ τῶν ἑτεροδόξων καθ᾽ ἑαυτὸς ἀποτελεῖ «αἵρεση» καὶ μάλιστα «παναίρεση», σ᾽ «αὐτήν» ἔχει περιπέσει ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ Πατέρες της ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων.
  • Οὐδεμία κακοδοξία τῶν ἑτεροδόξων κηρύσσεται «δημοσίᾳ» ἀπὸ Πατριάρχη, ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ κανόνας. Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ ἐγκριθέντα κείμενα στὴν Κρήτη, θὰ καταδειχθεῖ κατωτέρω, ὅτι αὐτὰ ὄχι μόνο δὲν συνιστοῦν ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν παραδεδομένη δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἀντίθετα ἐμμένουν σ᾽ αὐτή.
  • Οἱ κανόνες ιγ´, ιδ´, καὶ ιε´ τῆς Πρωτοδευτέρας[22] ἀναφερόμενος στὴ διακοπὴ μνημοσύνου, ὁ μὲν πρῶτος τοῦ Ἐπισκόπου ὑπὸ πρεσβυτέρου ἢ Διακόνου, ὁ δεύτερος τοῦ Μητροπολίτου ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου καὶ ὁ τρίτος τοῦ Πατριάρχου ὑπὸ Μητροπολιτῶν, Ἐπισκόπων καὶ Πρεσβυτέρων, δικαιολογεῖ μόνον, στὴν τρίτη περίπτωση, δηλ. μόνο σὲ περίπτωση αἵρεσης τοῦ Πατριάρχου τὴ διακοπὴ μνημοσύνου, ὑπὸ τοὺς περιοριστικοὺς ὅρους, ὅτι αὐτὴ εἶναι κατεγνωσμένη ὑπὸ Συνόδων καὶ Πατέρων καὶ κηρύσσεται δημοσίᾳ, παρρησία, «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεοῦνται νὰ τὸν μνημονεύουν. Ὁ 13. κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας[23] −ὅπως καὶ 31. τῶν Ἀποστόλων[24], ὁ ὁποῖος γιὰ τὴν ἐφαρμογή του ἀπαιτεῖ ἐκτὸς ἀπὸ τὴ διακοπὴ μνημοσύνου καὶ τὴ δημιουργία σχίσματος, κάτι ποὺ δὲ συντρέχει στὴν παροῦσα συγκυρία, εἶναι σημαντικός, γιατὶ ἀποκλείει κάθε αὐθαίρετη πρὸ συνοδικῆς καταδίκης πράξη ἐναντίον τοῦ Μητροπολίτου ὑπὸ Πρεσβυτέρων ἢ Μοναχῶν: «Ὁ γὰρ ἐν πρεσβυτέρου τάξει τεταγμένος καὶ τῶν μητροπολιτῶν ἁρπάζων τὴν κρίσιν, καὶ πρὸ κρίσεως αὐτὸς κατακρίνων, ὅσο τὸ ἐπ᾽ αὐτῷ, τὸν οἰκεῖον πατέρα καὶ ἐπίσκοπον, οὗτος οὐδὲ τῆς τοῦ πρεσβυτέρου ἐστὶν ἄξιος τιμῆς ἢ ὀνομασίας. Οἱ δὲ τούτῳ συνεπόμενοι, εἰ μὲν τῶν ἱερωμένων εἶέν τινες, καὶ αὐτοὶ τῆς οἰκείας τιμῆς ἐκπιπτέτωσαν· οἱ δὲ μοναχοὶ ἢ λαϊκοί, ἀφοριζέσθωσαν παντελῶς τῆς Ἐκκλησίας, μέχρις ἂν τὴν πρὸς τοὺς σχισματικοὺς συνάφειαν διαπτύσαντες, πρὸς τὸν οἰκεῖον ἐπίσκοπον ἐπιστραφεῖεν».
  • Γιὰ τὴν κρίση τῶν Πρεσβυτέρων, οἱ ὁποῖοι μεμονωμένα καὶ αὐτοβούλως παύουν νὰ μνημονεύουν στὴ Θ. Λειτουργία τὸ Μητροπολίτη τους, ἀρκεῖ καὶ μόνο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ στ´ Γάγγρας[25]. Ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ κανόνα μπορεῖ νὰ ἔχει ἐφαρμογὴ καὶ ὁ 31. κανόνας τῆς Πενθέκτης[26]: «Τοὺς ἐν εὐκτηρίοις οἴκοις, ἔνδον οἰκίας τυγχάνουσι, λειτουργοῦντας ἢ βαπτίζοντας κληρικούς, ὑπὸ γνώμην τοῦτο πράττειν τοῦ κατὰ τόπον ἐπισκόπου ὁρίζομεν· ὥστε, εἴ τις κληρικὸς μὴ τοῦτο παραφυλάξῃ, καθαιρείσθω». (Ταυτόχρονα ὅμως θὰ πρέπει νὰ τονίσει κανείς, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν κανόνων ἀνήκει στὴν κρίση τῆς Ἐκκλησίας καὶ μόνον αὐτῆς, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ χρησιμοποιήσει κάθε ποιμαντικὸ μέσο πρὸς σωφρονισμὸ τῶν παρεκτραπέντων καὶ νὰ διαπιστώσει, ἐάν, κατὰ περίπτωση, πληροῦται ἡ ὑποκειμενικὴ καὶ ἀντικειμενικὴ ὑπόσταση τοῦ ἀδικήματος).

Ὁ ιε´ κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας, ὅπως ἤδη ἔχει γραφεῖ, δὲν παρέχει δικαίωμα διακοπῆς μνημοσύνου Πατριάρχου σὲ πρεσβυτέρους, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν στὴ δικαιοδοσία ἄλλου Μητροπολίτου. Κάτι τέτοιο θὰ καταργοῦσε τὴν καθολικότητα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, θεμελιώδη ἀρχὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας. Εἶναι δηλ. προφανές, ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Πρωτοδευτέρας ἤθελαν νὰ ἀποτρέψουν μιὰ καταχρηστικὴ ἄσκηση τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου, γι᾽ αὐτὸ ἔθεσαν τὸν ἐξαιρετικὸ ὅρο ἄρσεως τοῦ ἀδίκου μόνο στὴν περίπτωση ἑνὸς αἱρετικοῦ Πατριάρχου, μόνο ὅταν ἡ αἵρεση εἶναι «κατεγνωσμένη», μόνο ὅταν αὐτῇ κηρύσσεται δημοσίᾳ καὶ μόνο, ὅταν ἡ διακοπὴ μνημοσύνου γίνεται ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑποχρέωση νὰ τὸν μνημονεύουν.

  • Ἐνῶ οἱ ἱεροὶ κανόνες δὲν παρέχουν σὲ Πρεσβυτέρους κανένα δικαίωμα νὰ διακόπτουν τὸ μνημόσυνο τοῦ Μητροπολίτου τους γιὰ κανένα λόγο πρὸ συνοδικῆς αὐτοῦ καταδίκης (ιγ´ Πρωτοδευτέρας), τὸ ἐπιχείρημα τῶν ἀποτειχιζομένων, ὅτι πράττουν αὐτό, ἐπειδή −ὑποτίθεται− ὁ Μητροπολίτης τους εὑρίσκεται σὲ ἐπικοινωνία[27] μὲ ἄλλους −ὑποτίθεται− «αἱρετικούς» Μητροπολίτες ἢ Πατριάρχες, εἶναι κανονικὰ ἀβάσιμο, ἐὰν ὄχι φαιδρό. Ἀκόμα καὶ ἐὰν θεωρηθεῖ, ὅτι ὁ Μητροπολίτης τους (ἐπι)κοινωνεῖ μὲ ἄλλους ὄντως αἱρετικοὺς Μητροπολίτες ἢ Πατριάρχες, δὲ θὰ μποροῦσε ἀσφαλῶς νὰ τοῦ καταλογισθεῖ τὸ ἀδίκημα τῆς αἵρεσης, ἐπειδὴ δὲν πληροῦται ἡ ὑποκειμενικὴ ὑπόσταση τοῦ ἀδικήματος τῆς αἵρεσης, τοῦ Μητροπολίτου προφανῶς εὑρισκομένου σὲ πλάνη.

Ἐφαρμόζοντας ὅμως τό «ἰδιοφυές» ἐπιχείρημα τῶν «νεομολογητῶν» τῆς Ὀρθοδοξίας, θὰ μποροῦσε, ἢ μᾶλλον θὰ ἔπρεπε, καὶ ὁ οἱοσδήποτε ρῶσσος, βούλγαρος, γεωργιανὸς καὶ ἀντιοχειανὸς πρεσβύτερος νὰ διακόψει τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸ δικό του Μητροπολίτη, γιατὶ ἐκεῖνος, ὁ Πατριάρχης καὶ ἡ Ἐκκλησία, στὴν ὁποία ἀνήκει, ἔχουν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς «αἱρετικούς» Πατριάρχες καὶ Μητροπολίτες τῶν ὑπολοίπων 10 αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν! Ὑπάρχει μεγαλύτερη παράνοια ἀπὸ τὸ νὰ ὑποστηρίζει κανεὶς κάτι τέτοιο; Ὑπάρχει ἔστω καὶ μία τέτοια περίπτωση στὸν κόσμο ὁλόκληρο; Γιατὶ οἱ 4 Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες συνεχίζουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὶς ὑπόλοιπες 10, οἱ ὁποῖες συμμετεῖχαν στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης, ἐὰν οἱ 10 Προκαθήμενοι τῶν Ἐκκλησιῶν ποὺ συμμετεῖχαν εἶναι «αἱρετικοί»; Τόση ἡ παράνοια!!!

Ἀνεξάρτητα ὅμως ἀπὸ τὴν παντελῶς ἀτυχῆ ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση στὸν ιε´ κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας[28] ἀπὸ τούς «ἀποτειχιζομένους», ὑπάρχει τὸ σπουδαιότερο, ὑπάρχει τὸ πρόβλημα οὐσίας: Εἰσάγει ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης μιὰ νέα Ἐκκλησιολογία ἀποκλίνουσα ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη δογματικὴ διδασκαλία[29];

Εἶναι σημαντικὴ ἡ ἐπισήμανση τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ[30] στὸ συνοδικὸ Τόμο τῆς Συνόδου τοῦ 1351: «…ἕτερόν ἐστὶν ἡ ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας ἀντιλογία καὶ ἕτερον ἡ τῆς πίστεως ὁμολογία· καὶ ἐπὶ μὲν τῆς ἀντιλογίας οὐκ ἀνάγκη περὶ τὰς λέξεις ἀκριβολογεῖσθαι τὸν ἀντιλέγοντα, ὡς καὶ μέγας φησὶ Βασίλειος, ἐπὶ δὲ τῆς ὁμολογίας ἀκρίβεια διὰ πάντων τηρεῖται καὶ ζητεῖται…». Λίγο παρακάτω ὁ ἴδιος συνοδικὸς Τόμος ἐπισημαίνει: «…οὐδὲ γὰρ περὶ τῶν ὀνομάτων, κατὰ τὸν Θεολόγον ζυγομαχήσωμεν, κίνδυνον οὐδένα εἰδότες περὶ τὰς λέξεις, ἕως ἂν ὁ νοῦς ὑγιαίνειν δοκῇοὐ γὰρ ἐν ῥήμασιν ἡμῖν, ἀλλ᾽ ἐν πράγμασιν ἡ ἀλήθεια τε καὶ εὐσέβεια, κατὰ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον». Ἀποδεικτέον λοιπὸν εἶναι, ἐὰν τὰ κείμενα τῆς Συνόδου ἀκριβολογοῦν διὰ τῶν λέξεων δηλοῦντες τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων καὶ ἐὰν οἱ ὑπὲρ τῆς «εὐσεβείας» ἀντιλέγοντες ὄχι ἁπλᾶ μόνο δὲν ἀκριβολογοῦν, κάτι ποὺ θὰ ἦταν ἐπιτρεπτό, ἀλλὰ λανθάνουν.

 

  1. Αἱρετικοὶ καὶ Ἑτερόδοξοι

Βασικὴ μομφὴ κατὰ τοῦ κειμένου ἀποτελεῖ ἡ ἐπισήμανση, ὅτι σ᾽ αὐτὸ δὲν καταγγέλλονται οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ οἱ ἐξ αὐτῶν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποσχισθέντες ὡς αἱρετικοί. Εἶναι ὅμως γνωστὸ τὸ ἀνυπέρβλητο κριτήριο ποὺ θέτει ὁ στ´ κανόνας[31] τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιὰ τὸ χαρακτηρισμὸ κάποιου ὡς αἱρετικοῦ: «Αἱρετικοὺς δὲ λέγομεν τούς τε πάλαι τῆς ἐκκλησίας ἀποκηρυχθέντας καὶ τοὺς μετὰ ταῦτα ὑφ᾽ ἡμῶν ἀναθεματισθέντας». Ἡ ἐπίκληση, ἡ ἐφαρμογὴ καὶ κατὰ πολὺ περισσότερο ἡ κακοποίηση τῶν ἱερῶν κανόνων δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται κατὰ τὸ δοκοῦν. Εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς κάποιου ὡς αἱρετικοῦ προϋποθέτει τὴν ἐπίσημη καταδίκη του ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Στὴν περίπτωση τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, παρὰ τὴν καταδίκη ἐπὶ μέρους δοξασιῶν τους ἀπὸ τοπικὲς Συνόδους[32], δὲν ὑπάρχει μιὰ τέτοια γενικὴ ἐπίσημη καταδίκη. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ φαίνεται νὰ προβληματίζει κάποιους στὴν Ἀνατολὴ μετὰ τὸ 1054, γιὰ τὸ λόγο δὲ αὐτὸ ὁ Βαλσαμών[33] ἐκφέρει τὴν προσωπική γνώμη του: «Σημείωσαι ταῦτα, ἴσως ὠφελήσοντα κατὰ τῶν λεγόντων, μὴ καλῶς ἡμᾶς ἀποσχισθῆναι ἀπὸ τοῦ θρόνου τῆς παλαιᾶς Ρώμης, πρὸ τοῦ καταδικασθῆναι τοὺς περὶ ταύτην ὡς κακόφρονας. Καὶ ὁ μὲν παρὼν κανὼν τοὺς διὰ δογματικὴν αἰτίαν οὐ κολάζει…». Εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ Βαλσαμὼν τὸ 12ο αἰώνα, λίγες μόνες δεκαετίες ἀπὸ τοὺς ἀμοιβαίους ἀναθεματισμοὺς τοῦ 1054, κάνει λόγο γιὰ σχίσμα μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, τὸ ὁποῖο ἀσφαλῶς καὶ ἀποδίδει σὲ δογματικοὺς λόγους, ἀνάγοντας τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ ιε´ κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας (861) ὄχι σὲ μιὰ προσωπικὴ περίπτωση, ἀλλὰ στὴν περίπτωση διάσπασης τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξὺ Ἐκκλησιῶν. Ἀποφεύγει μάλιστα νὰ χαρακτηρίζει μάλιστα τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ὡς αἱρετικούς, ἀλλὰ τοὺς χαρακτηρίζει ἁπλᾶ ὡς «κακόφρονας», χωρὶς βεβαίως νὰ ἔχει τὴν πρόθεση νὰ παρίδει μεταξύ τους διαφορές.

Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀντικειμενικὸς ἐρευνητὴς πρέπει νὰ βάζει τό «δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων», δὲ θὰ πρέπει νὰ παραγνωρίζει καὶ νὰ παραθεωρεῖ τὰ συμβολικὰ ἐκεῖνα κείμενα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ὅπου οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ οἱ ἐξ αὐτῶν μεταγενέστερα προελθόντες χαρακτηρίζονται −ὄχι βεβαίως ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία οὐδόλως στὴν ἱστορικοκανονικὴ καὶ δογματικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μπορεῖ νὰ ὑποκατασταθεῖ ἀπὸ μία τοπική− ὡς αἱρετικοὶ ἢ καταδικάζονται ὡς αἱρετικὲς συγκεκριμένες δοξασίες τους. Ἰδιαίτερα καὶ περισσότερο ἐνδιαφέρων εἶναι ὅμως ὁ περαιτέρω προσδιορισμὸς τῆς σχέσης τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ ἐκείνους πού ἡ ἰδία χαρακτήρισε, ἔστω καὶ σὲ τοπικὲς συνόδους ἢ σὲ ἄλλα κείμενα, ὡς αἱρετικούς. Ἐνδεικτικά:

  • Ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, στὴν ἐγκύκλιο ἐπιστολή του «τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς καὶ τῶν νήσων εὑρισκομένοις ὀρθοδόξοις χριστιανοῖς», κυρίως ἕνεκα τῆς κακοδοξίας τοῦ Filioque χαρακτηρίζει τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ὡς αἱρετικούς. «Οὐκοῦν ὡς αἱρετικοὺς αὐτοὺς ἀπεστράφημεν, καὶ διὰ τοῦτο αὐτῶν ἐχωρίσθημεν»[34]. Παραπέμποντας μάλιστα στὸ Νομοκάνονα τοῦ Ἱ. Φωτίου[35], σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὸν Ἁγ. Θεόδωρο τὸ Στουδίτη[36], ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ὅτι ὀφείλουμε νὰ χαρακτηρίζουμε ὑποχρεωτικὰ ὡς αἱρετικούς, «τοὺς μὴ εἰς τὸ ὄνομα Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος βαπτισθέντας καὶ βαπτίζοντας» ἐπισημαίνει, «αἱρετικὸς ἐστι καὶ τοῖς κατὰ τῶν αἱρετικῶν νόμοις ὑπόκειται ὁ καὶ μικρὸν γοῦν τι παρεκκλίνων τῆς ὀρθῆς πίστεως». Ἡ θέση αὐτὴ δὲν ἐμποδίζει ὅμως τὸν Μάρκο τὸν Εὐγενικὸ νὰ ὀνομάζει τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ὡς Ἐκκλησία: «Ἐπεὶ οὖν πρὸ χρόνων πολλῶν ἀπεσχίσθη τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ρώμης φαμέν, τὸ περιώνυμον ἄθροισμα ἐκ τῆς τῶν ἑτέρων τεσσάρων ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν κοινωνίας[37]…». Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Λατίνοι χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸ Μάρκο τὸν Εὐγενικὸ ὡς αἱρετικοί, δὲν τὸν ἐμποδίζει νὰ τοὺς κάνει ἀποδεκτοὺς προσερχομένους στὴν Ὀρθοδοξία μόνο διὰ χρίσεως Μύρου, παραλειπομένου τοῦ Βαπτίσματος, παραπέμποντας στὸν 7ο κανόνα τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ἐφαρμόζοντας αὐτὸν ἀναλογικά[38]. Ἀναιρεῖται ὅμως μετὰ τὴν ἀποτυχία τῆς συνόδου στὴ Φερράρα-Φλωρεντία ἡ ὀνομασία τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀδελφῆς Ἐκκλησίας[39]; Δὲν παρέμειναν οἱ ἴδιες διαφοερές;
  • Ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος τοῦ 1638 χαρακτηρίζει τὴν «καλβινοφρονοῦσαν» Ὁμολογία τοῦ Κυρίλλου Λουκάρεως[40] ὡς αἱρετική: «εἰ γὰρ καί τι ἐν τούτοις ἐπιπολαίως ἔοικες εὐσεβές, ἀλλὰ ἔνδοθεν ἐξ ἀπροόπτου ἀναφύεται αἵρεσις». Πολλαπῶς στὸ κείμενο αὐτὸ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία χαρακτηρίζεται ὡς ἡ Ἀνατολική[41], ὑποδηλώνοντας τὴν ὕπαρξη μιᾶς Δυτικῆς.
  • Ἡ ἐγκύκλιος συνοδικὴ ἐπιστολή, ὑπογεγραμμένη μεταξὺ ἄλλων ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου ΣΤ´ καὶ Ἱεροσολύμων Ἀθανασίου (1836), ἐναντιούμενη στὶς προτεσταντικὲς προσηλυτιστικὲς πρακτικές, ἀφοῦ χαρακτηρίσει τὸ Λούθηρο, τὸν Καλβίνο καὶ τὸ Σβίγγλιο ὡς αἱρετικοὺς ἀποφαίνεται[42]: «Οἱ σημερινοὶ αἱρετικοί, ὁμόφρονες ὄντες ὀπαδοὶ καὶ ζηλωταὶ κατὰ πάντα τούτων τῶν εἰρημένων αἱρεσιαρχῶν, τῶν ὁποίων τὸ ὄνομα φέρουσιν, ὀνομαζόμενοι Λουθηροκαλβῖνοι…». Στὸ κείμενο αὐτὸ γίνεται παρὰ ταῦτα λόγος περὶ τῆς (Ὀρθοδόξου) Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ περὶ Δυτικῆς Ἐκκλησίας[43].
  • Ἡ Ἐγκύκλιος ἐπιστολὴ τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τὸν Πάπαν Πῖον Θ´ (1848) χαρακτηρίζει τὸν Παπισμὸ ὡς αἵρεση καὶ τὸν ἐξομοιώνει (καθ᾽ ὑπερβολὴν καὶ οὐχὶ κατ᾽ ἀναλογίαν βεβαίως) μὲ τὸν Ἀρειανισμό: «Τούτων τῶν πλατυνθεισῶν, κρίμασιν οἷς οἶδεν Κύριος, ἐπὶ μέγα μέρος τῆς οἰκουμένης αἱρέσεων, ἦν ποτε ὁ Ἀρειανισμός, ἔστι δὲ τὴν σήμερον καὶ ὁ Παπισμός»[44]. Ἐν τούτοις σὲ πολλὰ σημεῖα τῆς Ἐγκυκλίου, ὡς θὰ δειχθεῖ κατωτέρω, ὁ οὕτω ὀνομαζόμενος καὶ ἐπικρινόμενος Παπισμὸς καλεῖται Ἐκκλησία!
  • Τὸ Συνέδριο τῶν ἀρχηγῶν καὶ ἀντιπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στὴ Μόσχα (1948) ἐπισημαίνει: «…ἡ οὐσία τοῦ Παπισμοῦ εὑρίσκει τὴν ἔκφρασιν αὐτῆς εἰς τὸ ὅτι ἡ γνησία καθολικὴ Ὀρθοδοξία διαφθείρεται διὰ τῆς ἐπεισαγωγῆς τοιούτων καινοφανῶν δογμάτων… Ἡ ὅλη ἱστορία τοῦ Παπισμοῦ καταγγέλλει ἐνώπιον τοῦ κριτηρίου τοῦ Θεοῦ τὴν διαφθορὰν τῆς καινοδιαθηκικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ[45]…». Παρὰ τὴν εἰσαχθεῖσα στὴ Δύση διαφθορὰ τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας, γίνεται λόγος, ὅπως θὰ δειχθεῖ κατωτέρω, γιὰ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία.

Ἐνῶ λοιπὸν ἐκ τῶν ἀνωτέρω εἶναι σαφές, ὅτι μέχρι τὸ 19ο αἰῶνα οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ χαρακτηρίζονται ἀπὸ a priori περιορισμένης ἐμβέλειας καὶ κύρους τοπικὲς συνόδους ἢ συμβολικὰ κείμενα ὡς αἵρεση −εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι καὶ τὸ κείμενο τοῦ Συνεδρίου τῆς Μόσχας, παρότι μιλᾶ γιὰ τὴν εἰσαγωγὴ «καινοφανῶν δογμάτων» ἐκ μέρους των, ἀποφεύγει τὸν χαρακτηρισμό τους ὡς αἱρετικῶν− ἤδη μὲ τὴν ἔναρξη διὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν Ἐγκυκλίων τῶν ἐτῶν 1902-1904 καὶ τῆς Ἐγκυκλίου τοῦ ἔτους 1920 ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, γιὰ τὴν ἄρση τῆς ἀμοιβαίας δυσπιστίας καὶ τὴν παύση προσηλυτιστικῶν προσπαθειῶν[46], μετὰ τὴν ἄρση τῶν ἀναθέματος (1965) ποὺ εἶχε ἐπιβληθεῖ ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ θρόνο (1054) καὶ ὡς ἐκ τούτου, τοῦ μόνου κανονικῶς ἁρμοδίου νὰ τὸ ἄρει − σημειωτέον δὲ ὅτι τόσο ἡ ἐπιβολή, ὅσο καὶ ἡ ἄρση τοῦ ἀναθέματος ἔγιναν κατόπιν πανορθοδόξως δεκτές, μετὰ καὶ τὴν ἀπόφαση τῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων[47] γιὰ τὴν ἔναρξη τῶν θεολογικῶν διαλόγων, κατόπιν πανορθοδόξου ἀποφάσεως, οἱ Χριστιανοὶ τῆς Δύσεως δὲ χαρακτηρίζονται ὡς αἱρετικοί, ἀλλὰ ὡς ἑτερόδοξοι. Σημαίνει κάτι αὐτὸ καὶ τὶ ἀκριβῶς;

Ἡ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων ποὺ εἶχαν ἐπιβληθεῖ τὸ 1054 κατὰ τὸ ἔτος 1965 −παρότι εἶναι ἱστορικὰ βέβαιο, ὅτι ἡ διακοπὴ κοινωνίας μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως δὲν ἔγινε ἄμεσα τὸν 11ο αἰῶνα[48], ἀλλὰ καταλυτικὸ ρόλο σ᾽ αὐτὴ ἔπαιξαν οἱ Σταυροφορίες− συνετέλεσε στὴν περαιτέρω ἀναζωπύρωση τῆς ἐπιθυμίας γιὰ προσέγγιση. Ὁ Βλ. Φειδᾶς ἐπισημαίνει, ὅτι μὲ τὴν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων (1965) ἤρθη τὸ κανονικὸ πλαίσιο τῆς καταδίκης καὶ ὅτι τὸ ὁριστικὸ σχίσμα μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως μετεβλήθη σὲ μιὰ κατάσταση ἀκοινωνησίας, ἕως ὅτου λυθοῦν καὶ οἱ ὑπάρχουσες δογματικὲς διαφορές[49]. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων δὲν ἦρε καὶ δὲν μποροῦσε ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν δογματικῶν διαφορῶν νὰ ὁδηγήσει στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, ἦταν πέρα ἀπὸ τὴν κανονική της σημασία κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον πράξη μὲ σημασία περισσότερο ψυχολογικὴ διευκολύνουσα τὴν πορεία πρὸς τὴν ἑνότητα διὰ τοῦ διαλόγου, χωρὶς νὰ τὴν ἀποκαθιστᾶ, ἐξ αἰτίας τῶν ὑπαρχουσῶν διαφορῶν. Ὀφείλει νὰ κατανοηθεῖ «…ὡς ἔκφρασις ἀμοιβαίας εἰλικρινοῦς θελήσεως πρὸς καταλλαγὴν καὶ ὡς πρόσκλησις πρὸς ἐπιδίωξιν, ἐν πνεύματι ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, ἐκτιμήσεως καὶ ἀγάπης, τοῦ διαλόγου…, ἵνα ἐπαναβιώσωσιν… τὴν πλήρη κοινωνία τῆς πίστεως, τῆς ἀδελφικῆς ὁμονοίας καὶ τῆς μυστηριακῆς ζωῆς, ἥτις ὑφίστατο μεταξὺ αὐτῶν διαρκούσης τῆς πρώτης χιλιετηρίδος τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας»[50].

Κατὰ συνέπεια ἡ χρήση τοῦ ὅρου ἑτερόδοξος ἀντὶ τοῦ αἱρετικὸς δὲν σημαίνει τὴν ἄρση ἢ τὴν παραθεώρηση τῶν δογματικῶν διαφορῶν. Αὐτὴ ἡ διαπίστωση εἶναι σημαντικὴ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀγνοεῖται.

Ἄλλωστε στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Γραμματεία οἱ ὅροι αἱρετικὸς καὶ ἑτερόδοξος χρησιμοποιοῦνται ἀδιακρίτως. Ἐνδεικτικά −ἐλάχιστα− παραδείγματα:

  • Ἐκ τοῦ Μ. Ἀθανασίου[51]:

«…προσποιοῦνται περὶ πίστεως γράφειν… ἵνα ὡς περὶ πίστεως ὁρίζοντες δόξωσιν… φεύγειν τὸ τῆς ἑτεροδοξίας ἔγκλημα…».

  • Ἐκ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ[52]:

«Αἱ διαφωνίαι, αἱ διαμάχαι καὶ ἑτεροδοξίαι, τῶν ἑκάστης αἱρέσεως ἀνασκευαζόντων καὶ ἀνασκευαζομένων μέρη, καὶ πᾶσι ὁρμητήρια πολέμων γεγόνασιν αἱ τῶν αἱρεσιομάχων οἰκίαι».

  • Ἐκ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου[53]:

«Οὐ διδασκάλου φωνῇ κέχρηται, ἀλλ᾽ οἰκέτου σχεδόν, ἵνα διδάξῃ τὸν μαθητὴν ταπεινοφρονεῖν «ἵνα παραγγείλῃς τισιν μὴ ἑτεροδιδασκαλεῖν». Οὐ τίθησιν αὐτοὺς ὀνομαστί, ἵνα μὴ ἀναισχυντοτέρους ποιήσῃ».

  • Ἐκ τοῦ Εὐσεβίου[54]:

«…καὶ τοῦ Παύλου τὴν διάστροφον ἑτεροδοξίαν, ἐλέγχους τε καὶ ἐρωτήσεις ἃς πρὸς αὐτὸν ἀνακενινήκασιν…».

  • Ἐκ τοῦ Εὐσεβίου[55]:

«…ἀνεκινοῦντο σύνοδον, τῶν μὲν ἀμφὶ τὸν Σαμοσατέα τὰ τῆς ἑτεροδοξίας ἐπικρύπτειν ἔτι καὶ παρακαλύπτεσθαι πειρωμένων, τῶν δὲ ἀπογυμνοῦν καὶ εἰς φανερὰν ἄγειν τὴν αἵρεσιν καὶ τὴν εἰς Χριστὸν βλασφημίαν αὐτοῦ διὰ σπουδῆς ποιουμένων…».

Ἐνῶ λοιπὸν στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία οἱ ὅροι ἑτερόδοξος καὶ αἱρετικὸς ὑποδηλώνουν τὴ διαφοροποίηση στὴ πίστη καὶ ἐναλλάσσονται χωρὶς διαφορά, σήμερα ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία πρὸς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς, μὲ τοὺς ὁποίους εὑρίσκεται σὲ διάλογο, μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον καὶ κλίμα καταλλαγῆς καὶ ἀγάπης, ἔχοντας συνείδηση ὄχι μόνο τῶν διαφορῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινῆς πίστεως σὲ θεμελιώδη θέματα ποὺ μᾶς συνδέει, ἀλλὰ καὶ προσδοκώντας στὴν κοινωνία στὴ Θεία Εὐχαριστία μὲ τὴν ὑπέρβαση τῶν διαφορῶν, χρησιμοποιεῖ τὸν προσδιορισμὸ ἑτερόδοξος ὡς περισσότερο κατάλληλο, γιὰ νὰ ἀποδώσει τὴ στάση της, ἀλλὰ καὶ τὸν τρόπο ποὺ θεωρεῖ τὴ σχέση της μὲ συγκεκριμένες χριστιανικὲς ὁμολογίες, στὶς ὁποῖες διαβλέπει καὶ διαπιστώνει τὴν προΰπαρξη θεμελιωδῶν προϋποθέσεων προσέγγισης. Ἐνῶ ὁ γενικῶς χρησιμοποιούμενος ὅρος αἱρετικὸς σηματοδοτεῖ ἐννοιολογικὰ τὴν ἔκπτωση, τὴν ἀποκοπὴ καὶ τὴν ἄρνηση ἀπὸ τὴν καθολικότητα τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐμπειρίας τῆς ἀληθείας καὶ ἐξ αἰτίας αὐτοῦ εἶναι ὅρος γενικὸς ἱστορικὰ ἀρνητικὰ φορτισμένος, χρησιμοποιούμενος ἀδιάκριτα γιὰ ὅλους τοὺς ἀποκοπέντας καὶ ἐκτὸς τῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας εὑρισκομένους, ὁ ὅρος ἑτερόδοξος, ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν διαφοροποιεῖ τὸν Ὀρθόδοξο ἀπὸ τὸν «ἄλλως δοκοῦντα» ὡς πρὸς τὴν πίστη, ἀφ᾽ ἑτέρου ὅμως ὑποδηλώνει κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον μιὰ οὐδέτερη στάση καὶ ἀξιολόγηση ἀπέναντι στὶς ὑπάρχουσες διαφορές, οἱ ὁποῖες ὀφείλουν νὰ ἀποτελέσουν τὸ ἀντικείμενο τοῦ διαλόγου στὴν πορεία ἀναζήτησης τῆς σύγκλισης. Ὁ σύγχρονος διάλογος μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, ἀλλὰ καὶ ὁ διάλογος μὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη χριστιανικὴ ὁμολογία, μετὰ ἀπὸ πολλοὺς αἰῶνες ἀλλοτρίωσης καὶ ἀποξένωσης γίνεται «ἐπὶ ἴσοις ὅροις» καὶ αὐτὸ a priori προϋποθέτει γιὰ τὴν ἔναρξή του καὶ τὴ διεξαγωγή του σεβασμὸ στὴ διαφορετικὴ ἄποψη, (χωρὶς αὐτὴ ἀσφαλῶς νὰ σημαίνει, ὅτι υἱοθετεῖται ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους) καὶ πρωτίστως θεώρηση τῶν διαφορετικῶν ἀπόψεων ὑπὸ τὸ φῶς ἑνὸς ἀντικειμενικοῦ κριτηρίου ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ κοινὴ παράδοση τῆς κοινῆς μας πορείας κατὰ τὴν πρώτη χιλιετία, κάτι ποὺ ἀποκλείει τὴ σχετικοποίηση τῆς ἀλήθειας. Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ οἱ ὅροι αἱρετικὸς καὶ ἑτερόδοξοι δὲν ταυτίζονται ὡς πρὸς περιεχόμενο ἀπόλυτα μεταξύ τους καὶ σήμερα χρησιμοποιοῦνται κατὰ κυριολεξίαν στὴν ἐννοιολογική τους σημασία. Ἐνῶ ὁ ὅρος αἱρετικὸς εἶναι προσβλητικός, ἂν ὄχι ὑβριστικὸς καὶ ἀνακαλεῖ ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ μνήμη ἀδιάκριτα ὅλες ἐκεῖνες τὶς ὁμάδες ποὺ ἀπέρριπταν καὶ πολεμοῦσαν θεμελιώδεις τὶς δογματικὲς διδασκαλίες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια τὴν ὑπόστασή της, ὁ ὅρος ἑτερόδοξος προσδιορίζει χριστιανικὲς ὁμολογίες, στὶς ὁποῖες συντρέχουν οἱ βασικὲς προϋποθέσεις τοῦ διαλόγου, ὥστε ἡ προσδοκία τῆς σύγκλισης νὰ μὴν εἶναι ἐκ προοιμίου ἀνέφικτη.

Ὡς ἐκ τούτου στὴν ἔνσταση τῶν «νεοομολογητῶν», ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ θὰ ἔπρεπε νὰ καλοῦνται αἱρετικοί, ἡ ἀπάντηση εἶναι σαφὴς καὶ κατηγορηματική, ὅτι αὐτὸ δὲ συμβαίνει, τόσο γιατὶ δὲν ἔχουν καταδικαστεῖ ἀπὸ μιὰ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ὅσο καὶ γιατὶ στὴν ἐποχὴ τοῦ διαλόγου ὁ ὅρος ἑτερόδοξος, ὁ δηλῶν σαφέστατα ἐπίσης τὴν ὁμολογιακὴ διαφοροποίηση, κρίνεται ὡς ὁ κατάλληλος γιὰ τοὺς λόγους ποὺ ἀνωτέρω ἐξετέθησαν. Γιατί ἄλλωστε ὁ Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς δὲν ὀνόμαζε τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς πρὶν τὴν ἀποτυχία τοῦ διαλόγου στὴ σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας αἱρετικούς; Γιατί ἡ Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος δὲν εἶπε ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ὁμοούσιο μὲ τὸν Πατέρα[56]; Ἐννοοῦσε κάτι ἄλλο; Ὄχι, βέβαια.

Στὸ ἐρώτημα, ποιό εἶναι σήμερα τὸ κριτήριο γιὰ νὰ προσδιορίσουμε κάποιον ὡς αἱρετικὸ ἢ ὡς ἑτερόδοξο, μιὰ ἀπάντηση εὑρίσκεται καὶ στὰ κείμενα τοῦ Μητροπολίτη Βολοκολάμσκ κ. Ἱλαρίωνα[57], ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει: «Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ἡ στάση ἀπέναντι στοὺς αἱρετικοὺς ἦταν πολὺ αὐστηρή. Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες ἀπαγόρευαν ὄχι μόνο τὴ συμμετοχὴ στὴν εὐχαριστία, ἀλλὰ καὶ τὴ συμπροσευχὴ μὲ αἱρετικούς. Ἐν τούτοις δὲν πρέπει κάποιος νὰ ξεχνᾶ, ὅτι οἱ αἱρέσεις τῶν πρώτων αἰώνων, ὅπως ὁ Ἀρειανισμός, ὁ Σαβελλιανισμὸς καὶ ὁ Μονοφυσιτισμὸς ἀρνοῦνταν τὶς συμφυεῖς βάσεις τῆς χριστιανικῆς πίστης −τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁμοτιμία τῶν προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος, τὴν πληρότητα τῆς θείας καὶ ἀνθρώπινης φύσης στὸ Χριστό. Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ πεῖ κάποιος γιὰ τὶς σύγχρονες χριστιανικὲς ὁμολογίες, γιατὶ ἀποδέχονται τὰ θεμελιώδη δόγματα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανισμὸς θὰ πρέπει νὰ εἶναι κατὰ συνέπεια σὲ θέση, νὰ διακρίνει μεταξὺ αἱρετικῶν καὶ ἑτεροδόξων. Ὁ Ἅγιος Φιλάρετος τῆς Μόσχας θεωροῦσε, ὅτι εἶναι «ἄσπλαχνο καὶ ὄχι ὀρθό, τὸν παπισμό (δηλ. τὸν Καθολικισμό) νὰ τὸν τοποθετεῖ κανεὶς στὸ ἴδιο ἐπίπεδο μὲ τὸν Ἀρειανισμό». Κατὰ πολὺ λιγότερο εἶναι ὀρθὸ νὰ ἐφαρμόζει κανεὶς στοὺς σύγχρονους ἑτεροδόξους, αὐτὸ ποὺ εἶπαν οἱ Πατέρες τῆς ἐποχῆς τῶν μεγάλων Συνόδων γιὰ τὸν ἀποκλεισμὸ τῶν αἱρετικῶν καὶ τὸ ἀνεπίτρεπτο τῆς κοινωνίας μὲ αὐτούς».

Ἡ παραπάνω ἄποψη τοῦ Μητροπολίτη Ἱλαρίωνα εἶναι κατὰ βάση σωστή. Οἱ σύγχρονοι ἑτερόδοξοι εἶναι χριστιανοὶ ἑτέρας δόξης καὶ δὲν ἐξομοιώνονται μὲ ἀρχαίους αἱρετικούς, γιατὶ ἀποδέχονται τὴ θεότητα τῶν τριαδικῶν προσώπων καὶ τὴν πληρότητα καὶ τελειότητα τῆς θεότητας καὶ τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ (Τὸ κατὰ πόσο βεβαίως αὐτὸ ἐπιτρέπει τὴν κοινωνία τῶν Ὀρθοδόξων μὲ αὐτοὺς καὶ κυρίως σὲ ποιὸ βαθμὸ τὴν ἐπιτρέπει, αὐτὸ εἶναι ἕνα θέμα ποὺ θὰ πρέπει νὰ διευκρινιστεῖ, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται γενικῶς ἀορίστως λόγος γιὰ τὴν δυνατότητα κοινωνίας μὲ ἑτεροδόξους, ἰδίως ὅπως τὴν ἐννοεῖ σήμερα τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, ὅπως θὰ καταδειχθεῖ κατωτέρω). Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἐντυπωσιάζει καὶ πραγματικὰ ἐκπλήσσει εἶναι, ὅτι αὐτὲς οἱ ἀπόψεις τοῦ Μητροπολίτη Ἱλαρίωνα ὑπάρχουν στὴ γερμανικὴ μετάφραση τοῦ ἔργου του τό «Μυστήριο τῆς Πίστεως», στὸ τελευταῖο ὑποκεφάλαιο, μὲ τίτλο: «Ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ Ἐκκλησίες», τοῦ ἑβδόμου κεφαλαίου, μὲ τίτλο: «Ἐκκλησία». Τὸ ὑποκεφάλαιο αὐτὸ ἐλλείπει ἀπὸ τὸ ἀντίστοιχο κεφάλαιο τῆς ἑλληνικῆς μετάφρασης[58] τοῦ ἴδιου ἔργου. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸ ὑποκεφάλαιο αὐτὸ λείπει καὶ ἀπὸ τὴν πρωτότυπη στὴ ρωσσικὴ γλῶσσα (ἀνα)τύπωση τοῦ ἔργου[59] κατὰ τὸ τρέχον ἔτος 2017. Εὔλογα διερωτᾶται κανείς: Ποῦ ὀφείλεται αὐτὴ ἡ παράλειψη; Ἄλλα λέμε στοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ ἄλλα λέμε στοὺς Ὀρθοδόξους; Ὁ καθένας μπορεῖ νὰ ἐξάγει τὰ συμπεράσματά του καὶ δὲ χρειάζονται σχόλια. Μόνο λύπη προκαλεῖ ἡ διαπίστωση αὐτή.

Ὁ Μητροπολίτης Ἱλαρίων ἀντικρούει στὸ ἔργο του τὶς ἀπόψεις τοῦ ἀρχιμανδρίτου (τότε) Ἰουστίνου Πόποβιτς[60], ὅτι ὁ οἰκουμενισμὸς εἶναι ἕνας γενικὸς χαρακτηρισμὸς ποὺ περιλαμβάνει ψευδοχριστιανικὲς κοινότητες τῆς ψευδοχριστιανικῆς δυτικῆς Εὐρώπης, μὲ ἀποκορύφωμα τὸν Παπισμὸ ποὺ εἶναι ἡ αἵρεση τῶν αἱρέσων. Ἀντιτίθεται ἐπίσης στὴ ἄποψη τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀβερκίου[61] (Tauscher), ρώσσου ἐπισκόπου τῆς Διασπορᾶς, (1906-1976), ὅτι ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐξέπεσαν μόνο οἱ ἑτερόδοξοι, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ποὺ ὀνομάζονται μέσα στὴν πλάνη τους Ὀρθόδοξοι, ἐννοώντας τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας (Ὅλα αὐτὰ βεβαίως ἐγράφησαν ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀβέρκιο ἀσφαλῶς πρὶν τὴν ἔνταξη τῆς ρωσσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς στὴ δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας). Ὁ Μητροπολίτης Ἱλαρίων ἐνισχύει τὴν ἀντίθεσή του στὶς παραπάνω θεωρήσεις μὲ ἀναγωγὴ στὶς σχετικὲς ἀπόψεις τοῦ Bulgakov, τοῦ Florovskij, τοῦ Schmemann, τοῦ Meyendorff, τοῦ Antony Bloom, ἐνῶ τονίζει τὴν ἄποψη τοῦ Ἁγ. Φιλαρέτου Μόσχας[62] (19ος αἰών): «Καμιὰ Ἐκκλησία ποὺ πιστεύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι Χριστός, δὲ θὰ εἶχα τὸ θράσος νὰ τὴ χαρακτηρίσω ὡς ψευδῆ». Ἐπισημαίνει, ὅτι πολλὲς φορὲς τὰ σχίσματα δημιουργήθηκαν ἀπὸ πολιτικὰ αἴτια καὶ ὄχι θεολογικά. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου οἱ πολιτικοὶ παράγοντες ὑπεχώρησαν στὴν ἄσκηση ἐπιρροῆς, παρέμεινε ὅμως μόνο ἡ ἔχθρα μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν.

Ὁ Μητροπολίτης Ἱλαρίων δὲν ἀποδέχεται τὴν ἀποκλειστικότητα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴ σωτηρία[63]. Ἀναγόμενος ὀρθὰ σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ σχετικὰ πατερικὰ κείμενα, στὴ φράση τοῦ Ἱ. Αὐγουστίνου[64], «κάποιοι ποὺ στὴ γῆ θεωροῦσαν ὅτι εἶναι ξένοι μὲ τὴν Ἐκκλησία, θὰ ἀνακαλύψουν τὴν ἡμέρα τῆς Β´ Παρουσίας ὅτι ἀνῆκαν σ᾽ αὐτήν· ἄλλοι ἀπὸ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς θεωροῦσαν ὅτι εἶναι μέλη της, θὰ διαπιστώσουν ὅτι ὑπῆρξαν ξένοι μὲ αὐτή», ἐπισημαίνει ὅτι μόνο ὁ Θεὸς ξέρει ποὺ εἶναι τὰ ὅριά της. Τὸ νὰ θεωρεῖ κάποιος ὅτι ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει χάρις Θεοῦ, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἐπιχειρεῖ νὰ βάλει φραγμὸ στὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Μητροπολίτης Ἱλαρίων καταλήγει: Ἡ ἀφοσίωση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ μιὰ ἄμετρη θριαμβολογία, ὥστε οἱ ὑπόλοιπες χριστιανικὲς Ἐκκλησίες νὰ θεωροῦνται καρπὸς τῆς ἀνθρώπινης πονηρίας ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια τὸ 99% τοῦ ἀνθρωπίνου πληθυσμοῦ[65].

Παρὰ ταῦτα ὅμως, κάποιοι ἄλλοι θεωροῦν, ὅτι θὰ εἶναι μόνοι τους στὸν Παράδεισο, παρότι ὁ Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς[66] στὰ σχόλιά του στὸ Περὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας ἔργο τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου ὑπερβαίνοντας τὴ σκιὰ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τὴν εἰκόνα τῆς Καινῆς ἐπισημαίνει: «ἀλήθεια δὲ ἡ τῶν μελλόντων κατάστασις». Εἶναι αὐτή, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θεωρεῖ ὅτι «βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι᾽ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι». (Α´Κορ. 13, 12). Ἐμεῖς μᾶλλον δὲ βλέπουμε τίποτα! Εἶναι βεβαίως «δικαίωμά» τους νὰ ἀκολουθοῦν τὶς θεωρήσεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ Καρθαγένης καὶ μάλιστα σὲ ὅλες της τὶς πτυχές. Ἀδυνατοῦν ὅμως νὰ καταδείξουν, ὅτι ἡ ἀντίληψή τους αὐτὴ ἔχει ἔρεισμα στὴ Βίβλο καὶ τὴν Πατερικὴ Θεολογία (Ἀνεφέρθη ἤδη ἕνα χωρίο ἀπὸ τὸν Ἱ. Αὐγουστῖνο. Στὴ συνέχεια θὰ παρατεθοῦν καὶ ἄλλα).

 

  1. Τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας καὶ οἱ Ἑτερόδοξοι στὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης

Τὸ 2000 τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας ἐνέκρινε καὶ ἐξέδωσε κείμενο[67] μὲ τίτλο: «Οἱ βασικὲς ἀρχὲς ἀντιμετώπισης τῶν ἑτεροδόξων ἀπὸ τὴ Ρωσσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία». Τὸ κείμενο αὐτὸ διαιρεῖται σὲ 7 ἑνότητες, στὶς ὁποῖες ἐπισυνάπτονται δύο παραρτήματα[68]. Στὸ ὅλο κείμενο γίνεται μιὰ σαφὴς διάκριση αἱρετικῶν καὶ ἑτεροδόξων. Στοὺς ἑτεροδόξους ἀνήκουν ὅσοι ὁμολογοῦν πίστη στὴν Ἁγία Τριάδα καὶ ἀναγνωρίζουν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Θεάνθρωπο καὶ Σωτῆρα. Στοὺς αἱρετικοὺς ἀνήκουν, ὅσοι ἀπορρίπτουν τὰ παραπάνω θεμελιώδη χριστιανικὰ δόγματα[69]. Ταυτόχρονα οἱ κοινότητες τῶν ἑτεροδόξων, μὲ τὶς ὁποῖες ἡ Ρωσσικὴ Ἐκκλησία διεξάγει διμερῆ διάλογο ἢ μετέχει σὲ πανορθόδοξο διάλογο καλοῦνται Ἐκκλησίες.

Τὰ κείμενα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὴν Κρήτη, ὅπως ἦταν εὔλογο καὶ ἀναμενόμενο, χαρακτηρίζουν τὶς χριστιανικὲς ἐκεῖνες κοινότητες, στὶς ὁποῖες ὑπάρχει ἡ κοινὴ πίστη στὰ θεμελιώδη δόγματα ὡς ἑτερόδοξες. Ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς κοινῆς πίστης στὸν ἀρξάμενο θεολογικὸ διάλογο ὑπάρχει μὲ αὐτὲς ἡ προσδοκία τῆς σύγκλισης. Κάτι τέτοιο ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μὲ τὶς αἱρέσεις, ἐξ αἰτίας δὲ τούτου εὔλογα δὲ γίνεται καμιὰ ἀναφορὰ σὲ αὐτές. Ὁ Μοναρχιανιστὴς τῆς α´ χιλετίας δὲν μπορεῖ νὰ ἐξισοῦται μὲ τὸ Ρωμαιοκαθολικὸ τῆς β´ χιλιετίας. Τὸ νὰ χαρακτηρίσουμε ὅλες ἀνεξαιρέτως τὶς ἐκτὸς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σύγχρονες χριστιανικὲς κοινότητες ὡς αἱρέσεις, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι σὲ καμιὰ ἀπὸ αὐτὲς δὲν ὑπάρχει ἡ δυνατότητα σωτηρίας τῶν μελῶν της, αὐτὸ θὰ ἀντέβαινε στὴν πατερικὴ διδασκαλία τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία σὲ καμιὰ ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικές της Συνόδους δὲν υἱοθέτησε τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀποκλειστικότητα. Κάτι τέτοιο ἔγινε ἐπίσημα στὴ σύνοδο τῆς Φλωρεντίας στὴ Βούλλα Contate Domino καὶ ἀφορᾶ τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία[70]. Γιὰ τὶς παλαιὲς αἱρέσεις τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἡ Ἐκκλησία ἔκανε διάκριση μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἀνεγνώριζε μυστήρια τελούμενα σὲ αὐτές, φθάνοντας μάλιστα ὄχι μόνο νὰ ἀναγνωρίζει τὸ βάπτισμα, ἀλλὰ καὶ τὸ Χρίσμα καὶ τὴν ἱερωσύνη, ὅταν ἐπρόκειτο μέλη τῶν αἱρέσεων αὐτῶν νὰ ἐνταχθοῦν στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία[71]. Πράττοντας αὐτό, ἐπειδὴ ἡ προσέλευση στὴν Ἐκκλησία δὲν ἀποτελοῦσε καὶ δὲν ἀποτελεῖ μηχανικὴ διοικητικὴ πράξη, ἀλλὰ οὔτε γίνεται διὰ μαγείας, ἀναγνωρίζει τὴν ὕπαρξη χάριτος καὶ τὴν ἔγκυρη τέλεση μυστηρίων ἐκτὸς αὐτῆς, τοὐλάχιστον στὴν περίπτωση ποὺ αὐτὰ ὁδηγοῦν στὴν ἔνταξη καὶ στὴν ἐνσωμάτωση στὸ ἕνα καὶ ἀδιαίρετο σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴ Θ. Εὐχαριστία.

Εἶναι χαρακτηριστικὸ αὐτὸ ποὺ ἐπισημαίνει ὁ μεγαλύτερος Ρουμάνος Θεολόγος π. Δημήτριος Stăniloae[72], ὅτι δηλ. ἡ Ἐκκλησία στὶς σχέσεις μὲ τοὺς ἑτεροδόξους ἐνεργεῖ «κατὰ τὸ συμφέρον της»! Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ἐνεργοποιήσει τὰ μυστήρια τῶν ἑτεροδόξων, ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τοῦ ληστῆ ποὺ μπῆκε στὸν Παράδεισο, χωρὶς νὰ ἔχει δεχθεῖ κανένα μυστήριο. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ στοὺς ἑτεροδόξους τὴ σχέση τους μὲ τὸ Χριστό. Μὲ τὰ μυστήριά τους οἱ ἑτερόδοξοι δέχονται μιὰ ὑπόσχεση καὶ διαθέτουν μιὰ ἐλπίδα σωτηρίας. Δέχονται μιὰ ἀδύνατη ἀκτίνα φωτός, ἡ ὁποία στοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς εἶναι περισσότερο δυνατὴ ἀπὸ ὅ,τι στοὺς Προτεστάντες. Οἱ ἑτερόδοξοι ἀκούουν μιά «ἀπομεμακρυσμένη εἴδηση», τὸν ἦχο μιᾶς συμφωνίας ποὺ ἀκούγεται καθαρὰ μόνο μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τὰ μυστήρια τῶν ἑτεροδόξων δημιουργοῦν μιὰ σχέση μὲ τὸ Χριστό, παρότι οἱ εἰκόνες ποὺ προσλαμβάνουν εἶναι θαμπές, γιατὶ ἡ πίστη ποὺ διαθέτουν εἶναι παραμορφωμένη.

Κατὰ συνέπεια, ἴσως εὔλογα μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἢ στὸ μέλλον νὰ θεωρήσει κάποιος, ὅτι, ὅταν στὰ μυστήρια τῶν ἑτεροδόξων ὑπάρχει δυνάμει ἡ ἐνδελέχεια τῆς μετοχῆς στὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴ Θ. Εὐχαριστία ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μπορεῖ ἐνδεχομένως νὰ ἀναγνωρίσει σ᾽ αὐτὰ θεία Χάρη. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο βεβαίως δὲν τὸ κατέγραψε ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης. (Ἴσως αὐτὸ νὰ μὴ γίνει ποτέ). Χρησιμοποίησε ὅμως εὔστοχα τὸν ὅρο ἑτερόδοξοι, διακρίνοντας τοὺς σύγχρονους ἑτερόδοξους μὲ τοὺς ὁποίους εὑρίσκεται σὲ θεολογικὸ διάλογο, ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους καὶ τοὺς σύγχρονους αἱρετικούς.

Τὸ νὰ προσποιούμαστε, ὅτι δὲ γνωρίζουμε σήμερα, ποιοὶ εἶναι οἱ ἑτερόδοξοι καὶ ποιοὶ εἶναι οἱ αἱρετικοὶ καὶ τὸ νὰ μεμφόμαστε τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ἀντὶ νὰ μεμφόμαστε τὴν ἄγνοιά μας ἢ τὴν κακοπιστία μας, εἶναι μιὰ στάση ποὺ στερεῖται σοβαρότητας. Ἤδη ἀπὸ τὸ 1986 ἡ Γ´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη κατέγραψε ἑτεροδόξους καὶ περιέγραψε μάλιστα τὴν μέχρι τότε πορεία τῶν μετ᾽ αὐτῶν διεξαγομένων Διαλόγων. Κυρίως ἔθεσε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὰ κριτήρια τῆς ἑτεροδοξίας τῶν ἑτεροδόξων, ὥστε νὰ μποροῦν μὲ σαφήνεια καὶ ἀσφάλεια νὰ διακρίνωνται ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς. Σ᾽ αὐτοὺς ἀνήκουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, οἱ Ἀρχαῖες Ἀνατολικὲς Ἐκκλησίες (Προχαλκηδόνιοι), οἱ Λουθηρανοί, οἱ Μετερρυθμισμένοι, οἱ Παλαιοκαθολικοί, οἱ Ἀγγλικανοί.

Ὀρθότατα τὸ τελικὸ κείμενο τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὴν Κρήτη δὲν κάνει ἐπὶ μέρους ἀναφορὰ στὸν καθένα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς διαλόγους ποὺ ἀκόμα εὑρίσκονται ἐν ἐξελίξει, γιατὶ αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι ἀντικείμενο συνοδικῆς ἀπόφασης καὶ μάλιστα στὴ φάση αὐτή. Ὅποιος ὅμως θέλει, μπορεῖ εὔκολα νὰ πληροφορηθεῖ γιὰ τὴν πορεία τῶν διαλόγων καὶ τὰ κοινὰ κείμενα ποὺ παρήχθησαν ἀπὸ τὶς συναντήσεις τῶν μικτῶν Θεολογικῶν Ἐπιτροπῶν.

 

 

  1. Ἡ ἱστορικὴ ὁνομασία τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν

 

Στὴν § 6 τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμο» καταγράφονται τὰ ἑξῆς: «Κατὰ τὴν ὀντολογικὴν φύσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἑνότητα αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ διαταραχθῆ. Παρὰ ταῦτα, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τὴν ἱστορικὴν ὀνομασίαν τῶν μὴ εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ᾽ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν…». Εἶναι γνωστό, ὅτι ἡ διατύπωση αὐτὴ ἀπετέλεσε ἀντικείμενο ἔντονης κριτικῆς μὲ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἀναγνωρίζει τὶς ἄλλες χριστιανικὲς Ὁμολογίες ὡς Ἐκκλησίες, καταργώντας τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅτι ἀποτελεῖ τὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Τὰ πράγματα ὅμως εἶναι τελείως διαφορετικὰ καὶ οἱ ἐπικριτές, ἐὰν δὲ θέλουν νὰ διαβάζουν καὶ νὰ κατανοοῦν ἑλληνικά, τότε −λίαν ἐπιεικῶς− διαθέτουν κακή πίστη.

Στὴν § 1 ἤδη τοῦ κειμένου ἐκφράζεται χωρὶς ἀμβιβολία ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅτι εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Προϋπόθεση ὅμως γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ἑνότητας τῆς Μίας Ἐκκλησίας, ὅπως ἐπισημαίνει στὴν § 2 τοῦ κειμένου, εἶναι ἡ πιστότητα στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴν Ἱερὰ Παράδοση. Ἐὰν ἔλλειπε αὐτὴ ἡ πιστότητα στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴν Ἱερὰ παράδοση, τότε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲ θὰ ἦταν ἡ καθολικὴ Ἐκκλησία. Τότε δὲ θὰ διέθετε τὴν καθολικότητα, τὴν πληρότητα τῆς καθολικῆς πίστεως καὶ ἀληθείας, ὅπως αὐτὴ παρεδόθη ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ τούς Ἀποστόλους. Παράγοντες, παράμετροι, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ προϋπόθεση γιὰ τὴ διατήρηση τῆς καθολικότητας εἶναι ἡ ἀποστολικὴ διαδοχὴ καὶ ἡ πατερικὴ παράδοση. Ἡ ἀποστολικὴ διαδοχή, εἴτε ἁπλὰ ὡς διαδοχὴ τάξεως κατανοηθεῖ, εἴτε ὡς διαδοχὴ πίστεως, (εἴτε ὀρθότερα ὡς διαδοχὴ ἀμφοτέρων ἐννοηθεῖ), εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες διατήρηση τῆς καθολικότητας τῆς παραδοθείσης ἀληθείας, ἐκφραζομένη, κατὰ τὸ κείμενο, ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς Πατέρες καὶ ἀσφαλῶς καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχει καμία ἔνσταση σὲ αὐτά;

Τὸ γεγονὸς ὅμως τῆς ἀποκοπῆς ἀπὸ τὸ ἕνα σῶμα τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας στὴν ἱστορικὴ πορεία ἦταν καὶ εἶναι μιὰ θλιβερὴ ἐξέλιξη. Τὸ κείμενο ξεκάθαρα τονίζει στὴν § 6, ὅτι ἡ ἀποκοπὴ ἀπὸ τὴν καθολικὴ Ἐκκλησία δὲν ἔθιξε τὴν ἑνότητά της. Ἡ (Ὀρθόδοξος) Ἐκκλησία παραμένει Μία καὶ Καθολική. Μόνο ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, σύμφωνα μὲ τὸ κείμενο, εἶναι κατὰ τὴν ὀντολογική της φύση Ἐκκλησία. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Ἐκκλησία, κατὰ τὴν περιώνυμη φράση τοῦ Νικολάου Καβάσιλα, «ἐν τοῖς μυστηρίοις σημαίνεται»[73], κατὰ συνέπεια, μόνο στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπάρχουν χωρὶς καμιὰ ἀμφιβολία μυστήρια.

Τὶ ὅμως συμβαίνει μὲ τοὺς ἔξω; Ἀποτελοῦν αὐτοὶ Ἐκκλησίες ἢ εἶναι ἁπλᾶ χριστιανικὲς ὁμολογίες; Ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία καὶ Καθολικὴ καί, ὅπως ἐπισημαίνει τὸ κείμενο «ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ διαταραχθῇ», ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποδέχεται νὰ ὀνομάζει κάποιες ἀπὸ αὐτὲς τὶς Χριστιανικὲς Ὁμολογίες ὡς Ἐκκλησίες. Τὸ νὰ ὀνομάζεται κάποια ἄλλη χριστιανικὴ κοινότητα ὡς Ἐκκλησία, αὐτὸ δὲ σημαίνει ὅτι ἀναγνωρίζεται σ᾽ αὐτή τὴν κοινότητα ὀντολογικὰ ἐκκλησιαστικὴ ὑπόσταση, δηλ. μυστήρια.

Γιατὶ τότε ὀνομάζονται ἑτερόδοξες χριστιανικὲς κοινότητες ὡς Ἐκκλησίες;

Ἀκολουθεῖται ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία, ἐνῶ ἡ ἀποκοπὴ ἀπὸ τὴν καθολικότητα τῆς ἀληθείας προβάλλεται μὲ παρρησία, ἐν τούτοις στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία πολλὲς φορὲς οἱ χριστιανικὲς αὐτὲς κοινότητες ὀνομάζονται Ἐκκλησίες. Ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, οἱ Παπικοὶ ἢ οἱ Λατίνοι ὀνομάζονται ὡς Δυτικὴ ἢ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία. Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ Πατέρες τῆς Β´ (μάλιστα) χιλιετίας, πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως τὸν 20ο αἰῶνα, δὲν εἶχαν καμία δυσκολία νὰ ὀνομάσουν τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς Ἐκκλησία καὶ μάλιστα καὶ μετὰ τὴν προτεσταντικὴ μεταρρύθμιση, ἀκόμα καὶ ὅταν λάμβαναν χώρα προσηλυτιστικὲς προσπάθειες στὸ χῶρο τῆς Ἀνατολῆς καὶ οἱ σχέσεις μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως ἦταν ἰδιαίτερα ὀξυμμένες, ἐὰν ὄχι ἐχθρικές.

Ἴσως νὰ ἐγνώριζαν αὐτὸ ποὺ ἀγνοοῦν −ἠθελημένα ἢ ὄχι− οἱ σύγχρονοι ἐπικριτὲς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ὅτι δηλ. ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ κλονισμοῦ τῆς σχολαστικῆς Θεολογίας ὁ νομιναλισμὸς «ἐνίκησε» τὴν πραγματο­κρατία, τοῦ Αὐγουστίνου καὶ τοῦ Θωμᾶ τοῦ Ἀκινάτη, οἱ ὁποῖοι ἀκολούθησαν ἀντίστοιχα τὸν Πλάτωνα (θεωρία πρὶν ἀπὸ τὸ πρᾶγμα, τὸ «ἀπείκασμα» τῶν ἰδεῶν) καὶ τὸν Ἀριστοτέλη (τὰ Universalia βεβαιώνονται μέσα ἀπὸ τὰ πράγματα), πρᾶγμα ποὺ κλόνισε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ (λογοκριτικὸ καὶ νοησιαρχικό) ὀντολογικὸ ἐπιχείρημα τοῦ Ἀνσέλμου Καντερβουρίας περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ. Τὰ Universalia, οἱ γενικὲς ἔννοιες, ἡ γενικοτέρα καὶ ὑψηλοτέρα ὅλων τῶν ἐννοιῶν ἔννοια τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ ὁποιαδήποτε ἔννοια, συλλαμβανόμενη ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ, δὲ σημαίνει ὅτι ἀποτελεῖ κατ᾽ ἀνάγκη καὶ πρᾶγμα. Ἐὰν αὐτὸ ἴσχυε, τὸ ὀντολογικὸ ἐπιχείρημα περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ τοῦ Ἀνσέλμου Καντερβουρίας θὰ ἦταν ὄντως ἀποδεκτό. Ὁ Γουλιέλμος Ὄκκαμ (+1347) θεμελίωσε μεταξὺ ἄλλων τὴν Ὀνοματοκρατία, ἀντίληψη τελείως ἀντίθετη καὶ ἀσυμβίβαστη μὲ τὴν Πραγματοκρατία. Ὅ,τι συλλαμβάνεται ἀπὸ τὸ νοῦ ἢ ὅ,τι ὀνομάζεται δὲ σημαίνει ὅτι ἀποτελεῖ πραγματικότητα.

Ὁ λόγιος Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος παρατηρεῖ στὴ σχετικὴ κριτική[74] του: «The phrase «the historical existence» was replaced with the «the historical name»». Μὴ ἀποδεχόμενος τὴν ἔκφραση «τὴν ἱστορικὴν ὀνομασίαν» ἐπιχειρηματολογεῖ: «The is no name without existence, because otherwise an ecclesiological nominalism is expressed». (Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ ἐπαναλαμβάνει ὁ πιστός του ἀντιγραφέας Πρωτ. Πέτρος Heers καὶ κατὰ σύμπτωση καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας(!), ὅπως θὰ γίνει λόγος κατωτέρω). Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου δὲ διευκρινίζει, ἐὰν ἀναφέρεται στὴν ἀκραία ἐκδοχὴ τοῦ Νομιναλισμοῦ (Ροσλέν), ὅπου οἱ λέξεις εἶναι ἦχοι κενοὶ (χωρὶς ἀντίκρυσμα στὴν πραγματικότητα), ἤ ἐὰν ἀναφέρεται στὴν ἐννοιοκρατικὴ ἐκδοχὴ τοῦ Νομιναλισμοῦ, τῆς ὁποίας εἰσηγητὴς ὑπῆρξε ὁ Ἀβελάρδος καὶ υἱοθετήθηκε ἀργότερα στὸ Μεσαίωνα ἀπὸ τὸν προαναφερθέντα Γουλιέλμο Ὄκαμ καὶ ἀργότερα ἀπὸ τὸν John Lock, σύμφωνα μὲ τοὺς ὁποίους τὰ Universalia δὲν ἀναφέρονται σὲ γενικὲς ὀντότητες τῆς πραγματικότητας καὶ δὲν εἶναι πράγματα, δηλώνουν ὅμως μὲ λέξεις γενικὲς ἔννοιες μὲ νόημα ποὺ ἔχουν ἀναφορὰ σὲ μιὰ νοητικὴ εἰκόνα, στὴν ἔννοια ποὺ ὑπάρχει στὸ νοῦ. Ἀνεξάρτητα ἀπὸ αὐτὴ τὴ διαφοροποίηση τὸ κεντρικὸ κοινὸ σημεῖο ἀμφοτέρων τῶν ἐκδοχῶν τοῦ Νομιναλισμοῦ εἶναι ὅτι τὰ ὀνόματα δὲν δηλώνουν πράγματα, καὶ κατὰ συνέπεια, κατὰ τὴ σκέψη τοῦ Σεβασμιωτάτου, δὲν μποροῦν νὰ χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ τὴ γλῶσσα (ἀπαγορευτικὰ στὴν πρώτη ἐκδοχὴ τοῦ Νομιναλισμοῦ) καὶ κατὰ συνέπεια ἡ θεολογικὴ γλῶσσα δὲν μπορεῖ νὰ περιπίπτει σὲ νομιναλισμούς!

Τίθεται ὅμως τὸ ἐρώτημα: Στὴ θεολογικὴ γλῶσσα, ὅταν ὀνομάζουμε τὸ κακὸ (φυσικὰ ἢ ἠθικό, ἐὰν μπορεῖ νὰ γίνει δεκτὴ αὐτὴ ἡ διάκριση) ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν Πατερικὴ Θεολογία[75] ὡς παρ-υπόσταση καὶ ὡς ἔλλειψη τοῦ ἀγαθοῦ, αὐτὸ δὲν εἶναι «θεολογικὸς νομιναλισμός»; Ἔχει τὸ κακὸ ὀντολογικὴ ὑπόσταση; Εἶναι δυνατὸν οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας, οἱ ὁποῖοι τονίζουν ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι αἴτιος τοῦ κακοῦ[76], νὰ ἔκαναν λάθος; Θὰ πρέπει νὰ παύσουμε νὰ κάνουμε λόγο γιὰ τὸ κακό, δηλ. γιὰ τὴν πτώση καὶ τὴ φθορὰ τοῦ κτιστοῦ ἀνθρώπου, γιὰ τὴν ἁμαρτία, ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε νὰ περιπέσουμε σὲ θεολογικοὺς νομιναλισμούς;

Ἡ γλῶσσα τῆς Θεολογίας ἡ μὴ ἐπιδεχομένη ταυτότητα ὀνομάτων καὶ πραγμάτων εἶναι περιγραφικὴ καὶ συμβατική[77], ὅπου μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου δὲν ἰσχύει ἡ ἀναλογία καὶ ἀσφαλῶς δὲν ἰσχύει ἡ ἄκριτη καὶ εὐκαιριακὴ μεταφορὰ φιλοσοφικῶν στοχασμῶν. Εἶναι ἡ συμβατικὴ γλῶσσα τῶν θεοφόρων Πατέρων ποὺ προϋποθέτει τὸ γεγονὸς καθεαυτό, τὴν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ. Ἡ διάκριση τῶν διαλεκτικῶν ἀπὸ τοὺς ἀποδεικτικοὺς συλλογισμοὺς εἶναι θεμελιώδης στὸ πνεῦμα καὶ τὴ μεθοδολογία τῶν Πατέρων. Ἐὰν ἡ ἀποδεικτικὴ μεθοδολογία ἔλειπε ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία, τότε αὐτὴ δὲν εἶχε λόγο ὑπάρξεως, δὲ θὰ εἶχε νὰ πεῖ τίποτα τὸ οὐσιαστικὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο. Ἡ γλῶσσα τῆς Θεολογίας δὲν εἶναι οἰκειοποίηση φιλοσοφικῶν στοχασμῶν. Ξεκινᾶ ἀπὸ διαφορετικὲς προϋποθέσεις. Διαφορετικὰ θὰ ἴσχυε αὐτὸ ποὺ ἐπισημαίνει ὁ Ludwig Wittgestein[78] στὸ Tractatus Logicophilosophicus: «Wovon man nicht reden kann, darüber muß man schweigen» ἤ «τὰ ὅρια τῆς γλώσσας μου σημαίνουν τὰ ὅρια τοῦ κόσμου μου»[79]. Αὐτὲς οἱ προτάσεις ἰσχύουν δυστυχῶς διαχρονικὰ καὶ σὲ ἄλλο Kontext, ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὑπονοεῖ ὁ L. Wittgenstein. Ἐξ ἄλλου γιὰ ἕνα ἄπιστο καὶ ἄθεο καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ καὶ Ἐκκλησίας, ὡς Ἐκκλησίας νοουμένης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ (ἀπαράδεκτο) Νομιναλισμό. Ὁ ὅλος λόγος τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας ἀποτελεῖ (ἀπαράδεκτο) Νομιναλισμό; Σὲ τέτοια ἄτοπα καὶ λανθασμένα πορίσματα ὁδηγούμαστε, ὅταν ἡ ἀφετηρία τῆς σκέψης εἶναι λανθασμένη, ἀντιπατερικὴ καὶ ἀντιησυχαστική.

Εἶναι δυνατὸν ἕνα τέτοιο ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ κειμένου τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου νὰ εἶναι βάσιμο;

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς[80] καταγράφοντας ὅλη τὴν προγενέστερη πατερικὴ παράδοση καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπο καὶ ὡς πρὸς τὸν λόγο τοῦ Θεολογεῖν ἐπισημαίνει: «Κἄν τις τῶν Πατέρων τὰ αὐτὰ τοῖς ἔξω φθέγγηται, μᾶλλον ἐπὶ τῶν ρημάτων μόνον, ἐπὶ δὲ τῶν νοημάτων πολὺ τὸ μεταξύ». Λέγει, μεταξὺ ἄλλων, δηλ. ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὅτι ἴδιες λέξεις μπορεῖ νὰ ἔχουν διαφορὰ νοήματος καὶ ἡ διαφορὰ τοῦ νοήματος νὰ εἶναι πολὺ μεγάλη.

Μὲ τὸ νὰ ὀνομάζει τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλη Συνόδου ἑτερόδοξες χριστιανικὲς κοινότητες ὡς Ἐκκλησίες, αὐτὸ δὲ σημαίνει ὅτι ἀποτελοῦν Ἐκκλησίες ὑπὸ ὀντολογική ἔννοια. Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος ἀποδίδει τὸ ὄνομα Ἐκκλησία ἐπαναλαμβάνοντας, ὅπως ἤδη ἔχει ἐπισημανθεῖ, τὴν ἴδια ὀνομασία ποὺ ὑπάρχει κατ᾽ ἐπανάληψιν στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία. Κατωτέρω θὰ ἀναφερθοῦν ἐνδεικτικὰ παραδείγματα ἀπὸ συμβολικὰ κείμενα τῶν τελευταίων αἰώνων, μετὰ τὴ μεταρρύθμιση, ἐνῶ κάτι τέτοιο συμβαίνει καὶ σὲ ἱεροὺς πατέρες τῆς πρώτης χιλιετίας, πρᾶγμα ποὺ ἔχει ἤδη καταδειχθεῖ[81]: (Μ. Βασίλειος, Ἅγιος Ταράσιος, Μάρκος Εὐγενικὸς κ.λ.π.).

  • Ὀφείλει κανεὶς νὰ ἀναφέρει κατ᾽ ἀρχήν, ὅτι σὲ πολλὰ κείμενα, ὅπως, οἱ ἀποφάσεις τῆς συνόδου Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τῆς Ὁμολογίας τοῦ Κυρίλλου Λουκάρεως[82] (1638), ἡ συνοδικὴ ἐπιστολὴ τῆς συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως πρὸς τὴ σύνοδο τοῦ Ἰασίου[83] (1642), ἡ ἐπιστολὴ τῆς συνόδου τοῦ Ἰασίου πρὸς τὸν ἡγεμόνα τῆς Μολδοβλαχίας[84], ὁ συνοδικὸς τόμος τῆς συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ τὸν Πατριάρχη Διονύσιο (1672)[85], ἡ σύνοδος τῶν Ἱεροσολύμων ὑπὸ τὸν Πατριάρχη Δοσίθεο[86] (1672), ὡς καὶ ἡ Ὁμολογία Πίστεως τοῦ ἰδίου Πατριάρχου[87], ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία αὐτοχαρακτηρίζεται ὡς Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ὑπονοουμένου προφανῶς τοῦ χαρακτηρισμοῦ ὡς Δυτικῆς Ἐκκλησίας τοῦ χριστιανικοῦ πληρώματος τῆς Δύσεως. Ὁ χαρακτηρισμὸς Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία δὲν ἔχει νόημα, ἐὰν στὴ Δύση δὲν ὑπάρχει ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία, καὶ ὀνομάζεται ὡς Δυτική. Ἄλλωστε οἱ ὅροι Ἀνατολικὴ καὶ Δυτικὴ Ἐκκλησία χρησιμοποιοῦνται καὶ γιὰ τὴν πρὸ τοῦ Σχίσματος (1054) περίοδο[88].
  • Οἱ ἀποκρίσεις τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς ᾽Ανατολικῆς, δηλ. τοῦ Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίου Γ´, Ἀλεξανδρείας Σαμουήλ, Ἀντιοχείας Ἀθανασίου Γ´ καὶ Ἱεροσολύμων Χρυσάνθου πρὸς τοὺς ἀγγλικανοὺς Ἀνωμότους (1716/25), στὴ β´ ἀπόκρισή[89] τους ἀπευθύνονται «τοῖς ἐν μεγάλῃ Βρεττανίᾳ αἰδεσιμωτάτοις καθολικοῖς ἀρχιεπισκόποις καὶ ἐπισκόποις καὶ τοὺς περὶ αὐτοὺς εὐλαβεστάτῳ κλήρῳ, ἐν Χριστῷ περιποθήτοις…». Εἶναι δυνατὸν μιὰ ἐπιστολὴ σὲ ἀρχιεπισκόπους, ἐπισκόπους καὶ κληρικοὺς νὰ μὴν ἀπευθύνεται σὲ μιά −κατ᾽ ὄνομα τοὐλάχιστον− Ἐκκλησία; Στὸ ἴδιο ἄλλωστε κείμενο, ἀναφερόμενο σὲ λειτουργικὰ θέματα, γίνεται λόγος[90] «περὶ τῶν λοιπῶν ἐθῶν καὶ τάξεων τῶν Ἐκκλησιῶν».
  • Ἡ συνοδικὴ ἐπιστολὴ τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους Ἀντιοχεῖς (1722) κάνει λόγο γιὰ τὴν Ἀνατολικὴ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία[91].
  • Ἡ Ὁμολογία πίστεως τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως[92] (1727) κάνει λόγο γιὰ τή «μερικὴ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία». Τὸ ἐπίθετο «μερική» ἀντιδιαστέλλεται μὲ τό «καθολική» ποὺ χαρακτηρίζει τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ Ἐκκλησία τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, ἀντίθετα, καλεῖται καί «Δυτικὴ Ἐκκλησία».
  • Ἡ συνοδικὴ ἐπιστολὴ «πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ ᾽Ορθοδόξους» ὑπογεγραμμένη ἀπὸ τὸν Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριον ΣΤ´ καὶ Ἱεροσολύμων Ἀθανάσιο (1836) κάνει λόγο γιὰ τὴν Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, τὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία[93], καὶ ἐξηγεῖ[94] τὸ μένος κατὰ τῶν λουθηρανικῶν προσηλυτιστικῶν ἐνεργειῶν: «…ἐπεχειρίσθησαν τώρα ἐν ἐσχάτοις καιροῖς μὲ ὅλους τοὺς τρόπους καὶ μὲ ὅλα τὰ μέσα νὰ χύσωσι τὸν φαρμακερὸν ἰὸν τῶν διαφόρων τούτων αἱρέσεων εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν Ὀρθοδόξων, νὰ μολύνωσι τὴν ἀμώμητον πίστιν καὶ νὰ κατασπαράξωσι τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ». Γίνεται ὅμως κάτι τέτοιο σήμερα; Εἶναι ἐνδιαφέρον ὅτι στὴ συνοδικὴ αὐτὴ ἐπιστολή, μὲ τὴν ὀξεῖα ἀντίθεση της στὶς δογματικὲς κακοδοξίες, Λουθηρανοὶ καὶ Καλβινιστές, χαρακτηρίζονται καὶ ὡς «ἑτερόδοξοι»[95], χωρὶς αὐτὸ αὐτονόητα οὐδόλως νὰ θέλει νὰ ὑποβαθμίσει τὸ γεγονός, ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι δὲν ἀποκλίνουν ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἀναφερομένη ἡ ἐπιστολὴ στὸ Λούθηρο ἐπισημαίνει[96], ὅτι «Ἐκεῖνος ἔδειξεν τὴν ἀνυποταξίαν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ οἱ ὁπαδοί του τὸν ἐμιμήθηκαν», ὡς Ἐκκλησίας νοουμένης προφανῶς τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας.
  • Στὴν ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ τῆς συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως δύο ἔτη μετά (1838), οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ εἶναι ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία[97]. Σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ κειμένου οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ εἶναι ἡ παπικὴ Ἐκκλησία[98].
  • Ἡ ἀπάντησις τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς (Ἀνθίμου Κωνσταντινουπόλεως, Ἱεροθέου Ἀλεξανδρείας, Μεθοδίου Ἀντιοχείας καὶ Κυρίλλου Ἱεροσολύμων), πρὸς τὸν Πάπαν Πῖον Θ´ (1848) κάνει λόγο γιὰ τὶς Ἐκκλησίες τῆς Δύσεως, γιὰ τὶς κατὰ Δύσιν Ἐκκλησίες, γιὰ τὴ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία,[99] ἐνῶ ὁ Πάπας εἶναι ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης[100]. Παρὰ τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν τῶν ὀνομασιῶν, τὴν ταυτόχρονη καταγγελία τῶν ρωμαιοκαθολικῶν καινοτομιῶν, τὴν προσφώνηση τοῦ Πάπα ὡς Μακαριωτάτου[101], ἡ ἐπιστολὴ ἐπισημαίνει ὅτι «αἱ ἕδραι ἁπάντων τῶν ἐπισκόπων τῆς Δύσεως κεναὶ καὶ ἕτοιμαι διατελοῦσιν»[102] ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ τῆς «ἐν ἑνότητι πίστεως ἐσφραγισμένης ταῖς ἑπτὰ σφραγῖσι τοῦ Πνεύματος, ἤτοι ταῖς ἑπτὰ οἰκουμενικαῖς Συνόδους καὶ ἐν ὑπακοῇ ἀληθείας»[103] ἀποκαταστάσεως τῆς κοινωνίας μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως μὲ βάση τὴν διδασκαλία τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Λέγει κάτι διαφορετικὸ ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης; Δὲν πρέπει ὅλους μας ἀνεξαιρέτως νὰ μᾶς προβληματίζει τὸ γεγονός, ὅτι οἱ Πατέρες μας τοῦ 19ου αἰώνα, δηλ. πρὶν ἀπὸ τὸν 20ὸ αἰώνα, ὁπότε ἀρχίζει ἡ Οἰκουμενικὴ κίνηση, δὲν ἐκάλυψαν τοὺς ἐπισκοπικοὺς θρόνους τῆς Δύσεως καὶ ἰδιαίτερα τὸ θρόνο τῆς Ρώμης ἔχοντας τὴν προσδοκία τῆς ἑνότητας; Δὲ σημαίνει αὐτό, ὅτι παρὰ τὶς κακοδοξίες ποὺ ἐμφιλοχώρησαν σ᾽ αὐτούς, ταυτόχρονα τοὺς ἔνοιωθαν στὴν ψυχή τους ὡς ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους;[104]

  • Στὴν ἀρνητικὴ ἀπάντησή του ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος ΣΤ´ περὶ συμμετοχῆς στὴ Α´ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ (1868) καλεῖ τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης Μακαριώτατο[105] καὶ ἐπισημαίνει: «Ἐπειδὴ δηλαδὴ ὑπῆρξεν Ἐκκλησία πρὸ δέκα αἰώνων, τὰ αὐτὰ δόγματα ἔν τε Ἀνατολῇ καὶ Δύσει, ἐν τῇ πρεσβυτέρᾳ καὶ νέα Ρώμῃ ἀναδράμωμεν ἑκάτεροι εἰς ἐκείνην καὶ ἴδωμεν, ὁπότερον προσέθεντο ἢ ἀφεῖλον»[106]. Τίθεται καὶ πάλι τὸ θεμέλιο καὶ τὸ κριτήριο τῆς ἀληθοῦς κοινωνίας ποὺ εἶναι: «…αἱ ἁγιώτατοι καὶ πνευματοκίνητοι Σύνοδοι καὶ ἐκεῖνοι οἱ σεβάσμιοι Πατέρες… γινέσθωσαν ὁ ἄπταιστος καὶ ἀσφαλὴς ὁδηγὸς παντὸς χριστιανοῦ καὶ ἐπισκόπου τῆς Δύσεως, τοῦ εἰλικρινῶς ποθοῦντος τὴν εὐαγγελικὴν ἀλήθεια· ἐκεῖνοι εἰσιν ἡ ἀσφαλὴς ὁδός, ἐφ᾽ ἧς δυνάμεθα νὰ συναντηθῶμεν ἐν τῷ ἁγίῳ φιλήματι τῆς δογματικῆς ἑνώσεως»[107]. Καὶ πάλι τίθεται τὸ ἐρώτημα: Εἶπε κάτι διαφορετικὸ ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης;
  • Ἡ ἐγκύκλιος πατριαρχικὴ καὶ συνοδικὴ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Πάπα Λέοντα ΙΓ´ (1895) ὀνομάζει τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ὡς Παπικὴ ἢ Ρωμαϊκὴ ἢ Δυτικὴ Ἐκκλησία[108], κάνει λόγο γιὰ τὴ διαίρεση τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως[109], ὁμιλεῖ γιὰ τὶς μεταξὺ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν διαφορές[110], ἐνῶ ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης Λέων ΙΓ´ ἀποκαλεῖται ὡς μακαριώ­τατος Πάπας[111].
  • Τὸ ὀρθόδοξο συνέδριο τῆς Μόσχας (1948) κάνει λόγο γιὰ τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία, γιὰ τὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία καὶ γιὰ τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἱεραρχία[112].
  • Ὅταν τὸ 2006 ὁ Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ´ ἀπεποιήθη τὸν τίτλο του ὡς «Πατριάρχης τῆς Δύσεως», τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο διὰ τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος διὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου ἀντέδρασαν διαμαρτυρόμενοι γιὰ τὴν πράξη αὐτή. Ἡ σημασία τῆς πράξεως δὲν μπορεῖ νὰ ἀναλυθεῖ. Μπορεῖ ὅμως νὰ τεθεῖ τὸ ἐρώτημα: Πρὸς τὶ ἡ διαμαρτυρία πρὸς τὸν Πάπα, ἐὰν ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία δὲν εἶναι Ἐκκλησία, ἔστω καὶ κατ᾽ ὄνομα; Γιατὶ θὰ μᾶς ἐνοχλοῦσε ἡ ἀποποίηση ἑνὸς τίτλου, ἐὰν ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία δὲν ἦταν (ἔστω κατ᾽ ὄνομα) Ἐκκλησία καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ προσδοκία τῆς κοινωνίας στὴ Θεία Εὐχαριστία;

Τὰ παραπάνω ἐνδεικτικὰ παραδείγματα εἶναι ὑπεραρκετὰ καὶ καταδεικνύουν, ὅτι στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία οἱ ἑτερόδοξοι Χριστιανοὶ τῆς Δύσεως παρὰ τὶς κακοδοξίες, ὀνομάζονται ὡς Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας ἡγεῖται ὁ Μακαριώτατος Πάπας, ἔχει ἐπισκόπους, ἱεραρχία καὶ κλῆρο. Δηλ. ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία διαθέτει δομή. Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης δὲν ἀπεδέχθη τίποτα καινούργιο ἀποδεχόμενη τὴν ἱστορικὴ ὀνομασία τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἀντίθετα, καινοφωνία καὶ ἀσυνέχεια θὰ ἀποτελοῦσε ὁ ὁποιοσδήποτε ἄλλος χαρακτηρισμὸς καὶ ὀνομασία. Ὅποιος διαφωνεῖ, διαφωνεῖ μὲ τὴν ἱστορία, τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία δὲ δικαιοῦται νὰ ἐπικαλεῖται, γιατὶ δὲν τεκμηριώνουν τὶς ἀπόψεις του.

Ἐπαναλαμβάνεται τὸ ἐρώτημα:

Ἡ ἀποδοχὴ τῆς ὀνομασίας τῶν ἑτεροδόξων ὡς Ἐκκλησιῶν σημαίνει γιὰ τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης ὀντολογικὴ ἀναγνώριση τῆς ἐκκλησιαστικῆς τους ὑπόστασης; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀρνητική. Ἡ ἀπάντηση εἶναι κατηγορηματικὰ ἀρνητική. Τοῦτο καταδεικνύεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν διατύπωση τοῦ κειμένου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἱστορία τῆς διαμόρφωσής του.

  • Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σὲ συνέχεια, ὅπως ἐδείχθη, τῶν προηγουμένων Πατέρων της τῆς Β´ χιλιετίας ἀποδέχεται τὴν ἱστορικὴ ὀνομασία τῶν μὴ εὑρισκομένων σὲ κοινωνία μὲ αὐτὴν ἄλλων ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν, ἀλλά, ὅπως ἐπισημαίνει ἡ συνέχεια τῆς § 6 τοῦ κειμένου, θεωρεῖ καὶ πιστεύει «ὅτι αἱ πρὸς ταύτας αὐτῆς πρέπει νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῆς ὑπ᾽ αὐτῶν ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καὶ ἀντικειμενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος καὶ ἰδιαιτέρως τῆς γενικωτέρας παρ᾽ αὐταῖς διδασκαλίας περὶ μυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καὶ ἀποστολικῆς διαδοχῆς»[113]. Τὸ σημεῖο αὐτὸ τοῦ κειμένου εἶναι λίαν σημαντικό, γιατὶ θέτει κάποια ἀπὸ τὰ κριτήρια, τὰ ὁποῖα πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ πληροῦνται, ὥστε νὰ ἀναγνωρισθεῖ μιὰ ἑτερόδοξη ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα ὀντολογικὰ ὡς Ἐκκλησία. Ἡ ἀπαρίθμηση τῶν θεμάτων ποὺ γίνεται ἀσφαλῶς δὲν εἶναι ἀποκλειστικὴ καὶ δὲ θὰ μποροῦσε ἄλλωστε, γιατὶ οἱ δογματικὲς διαφορὲς μὲ τὶς ἑτερόδοξες κοινότητες ποικίλουν καὶ τὰ θέματα ποὺ πρέπει νὰ συζητηθοῦν μὲ τὴν κάθε μία ἀπὸ αὐτὲς παρουσιάζουν ἰδιαιτερότητες. Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητας μὲ ὅλες τὶς ἄλλες χριστιανικὲς κοινότητες προϋποθέτει κοινὴ ὁμολογία πίστης ὡς πρός:

α. Τὰ μυστήρια. Θέματα ὑπὸ ἐξέταση ἐδῶ εἶναι μεταξὺ ἄλλων ἡ ἔννοια τοῦ μυστηρίου, ἡ δυνατότητα ἀρίθμισης τῶν μυστηρίων, ὁ τρόπος τῆς τέλεσής τους καὶ ἀσφαλῶς τὸ μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας, τὴν τελείωση ὅλων τῶν μυστηρίων[114], ἡ θεολογικὴ σημασία τοῦ ὁποίου διαφοροποιεῖται σὲ ἑτερόδοξες κοινότητες. Τὸ κείμενο τῆς Συνόδου σὲ κανένα του σημεῖο δὲν ἀναγνωρίζει βάπτισμα στοὺς ἑτεροδόξους, προσδοκώντας στὴν διὰ τῆς Θ. Εὐχαριστίας κοινωνία, ἡ ὁποία ὅμως προϋποθέτει κοινὴ πίστη, τὴν πίστη τῶν Ἀποστόλων καὶ θεοφόρων Πατέρων. Ὁ οἱοσδήποτε ἔχει γενικῶς γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ διαφορετικὴ ἄποψη, δὲν μπορεῖ νὰ τὴ στηρίξει στὸ κείμενο τῆς Συνόδου καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ προσωπική του ὑποκειμενικὴ ἄποψη.

β. Ἡ περὶ χάριτος διδασκαλία. Ἡ περὶ ἀκτίστου χάριτος διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ μετοχὴ στὴν ὁποία ὁδηγεῖ στὴ θέωση[115], σὲ σχέση μὲ τὴν κτιστὴ χάρη στὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Θεολογία εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴ διάκριση μεταξὺ οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν στὸ Θεὸ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας. Εἶναι δηλ. ἄρρηκτα συνυφασμένη μὲ τὴ διάκριση Θεολογίας καὶ Οἰκονομίας, διδασκαλία τὴν ὁποία οὐδόλως δύναται νὰ ἀπεμπολήσει ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία, ἀρνούμενη οὐσιῶδες στοιχεῖο τῆς ταυτότητάς της.

γ. Ἡ Ἱερωσύνη. Ὀφείλει νὰ ἐξετασθεῖ ἡ θεολογικὴ κατανόηση τοῦ μυστηρίου καὶ ἡ σημασία του γιὰ τὴν ὅλη ἐκκλησιαστικὴ συνοδικὴ δομή. Ἀσφαλῶς θέματα περὶ συνοδικότητας, πρωτείου καὶ αὐθεντίας ἐντάσσονται σ᾽ αὐτὴν τὴν ἑνότητα. Στὸ θέμα αὐτὸ ἐντάσσεται καὶ ἡ χειροτονία τῶν γυναικῶν, ἕνας ἀπὸ τοὺς νεωτερισμοὺς ποὺ δυσκολεύει, ἐὰν δὲ ματαιώνει, τὴ σύγκλιση μὲ τοὺς Λουθηρανούς, τοὺς Ἀγγλικανοὺς καὶ τοὺς Παλαιοκαθολικούς.

δ. Ἡ ἀποστολικὴ διαδοχή. Ὀφείλει νὰ ἐξετασθεῖ ἐδῶ ἡ ἔννοια τοῦ ὅρου καὶ ἡ θεολογική του σημασία γιὰ τὴν ἀναγνώριση τῆς ἐκκλησιαστικότητας. Τὸ ἐρώτημα, τὶ θὰ ἦταν ἀρκετὸ γιὰ τὴ σύγκλιση, μιὰ διαδοχὴ τάξεως ἢ μιὰ διαδοχὴ πίστεως, ἢ ἀμφότερα, ὀφείλει νὰ ἔχει ἀποσαφηνισθεῖ μὲ ἀπόλυτη σαφήνεια πρῶτα ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς καὶ στὴ συνέχεια στὸ διάλογο μὲ τοὺς ἑτεροδόξους.

Ἀπὸ τὴν παράθεση τῶν ὑπὸ συζήτηση θεμάτων μὲ τοὺς ἑτεροδόξους κατανοεῖ κανεὶς ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ κείμενο, ὅτι ἡ παράθεση αὐτῶν τῶν θεμάτων εἶναι ἐνδεικτική.

Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἔχει σημασία εἶναι, ὅτι ἡ συμφωνία στὰ θέματα, αὐτά, ὅπως τονίζει τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης, εἶναι ἀπαραίτητη καὶ ἐκ τῶν οὐκ ἄνευ γιὰ μιὰ ἀναγνώριση Ἐκκλησίας ἑτεροδόξων ὑπὸ ὀντολογικὴ ἔννοια. Στὴν περίπτωση ὅμως μιᾶς τέτοιας σύγκλισης οἱ ἑτερόδοξοι δὲ θὰ εἶναι πλέον ἑτερόδοξοι, ἀλλὰ ὁμόδοξοι. Ἄνευ ὅμως «τῆς ταχυτέρας καὶ ἀντικειμενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος» δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μιὰ τέτοια ἀναγνώριση. Εἶναι αὐτονόητο, ὅπως θὰ διαφανεῖ καὶ κατωτέρω, ὅτι ἀντικειμενικὸ κριτήριο θεωρήσεως συνιστᾶ ἡ κοινὴ πίστη τῆς πρώτης χιλιετίας καὶ οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἅπαντα ἑρμηνευόμενα ὑπὸ τὸ φῶς τῆς πατερικῆς Θεολογίας. Ἄδικα, ἑπομένως, ἀνησυχοῦν οἱ ἐπικριτές.

Κατὰ συνέπεια ἡ ἄποψη ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἀναγνώρισε τὶς ἑτερόδοξες χριστιανικὲς κοινότητες ὡς Ἐκκλησίες δὲν εἶναι ἀληθής. Δὲ φαίνεται νὰ πείθει οὔτε αὐτοὺς ποὺ διατυπώνουν αὐτὴ τὴ μομφή. Εἶναι προφανές, ὅτι ἡ ἀναγνώριση τῆς θεότητας τῶν τριαδικῶν προσώπων καὶ ἡ περὶ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ διδασκαλία δὲν ἀρκοῦν, γιὰ νὰ προσδώσουν τὴν ἀναγνώριση σὲ μιὰ ἑτερόδοξη κοινότητα ὡς Ἐκκλησίας.

Ἡ Ἱστορία τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμο» καὶ ἡ ἐπεξεργασία του κατὰ τὴν πορεία τῶν προσυνοδικῶν Διασκέψεων ποὺ προετοίμασαν τὰ ἐγκριθέντα κείμενα, προβαίνοντας στὶς ἀναγκαῖες ἀλλαγές, ἀποδεικνύει καὶ αὐτὴ ὅτι τὸ τελικὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης οὐδόλως ἀναγνωρί­ζει ὑπὸ ὀντολογικὴ ἔννοια Ἐκκλησίες ἑτεροδόξων. Αὐτὸ βεβαίως δὲ σημαίνει, ὅτι τὰ προηγούμενα σχετικὰ κείμενα τῶν προηγηθέντων προσυνοδικῶν Διασκέψεων ἀναγνώριζαν ἐκκλησιαστικότητα στοὺς ἑτεροδόξους, πρὸς ἄρση ὅμως οἱασδήποτε ὑπόνοιας γιὰ κάτι τέτοιο καὶ γιὰ νὰ ὑπάρξει πλήρης σαφήνεια ὡς πρὸς τὸ θέμα ὀφείλει κανεὶς νὰ παρατηρήσει τὶς σημειωθεῖσες ἀλλαγὲς καὶ τροποποιήσεις στὴ διατύπωση:

Στὴν Γ´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη[116] (1986) ἐπισημαίνεται ὅτι «..Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία… ἀναγνωρίζει τὴν πραγματικὴν ὕπαρξιν ὅλων τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ ὁμολογιῶν, ἀλλὰ πιστεύει ὅτι αἱ πρὸς ταύτας σχέσεις αὐτῆς πρέπει νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῆς ἐπ᾽ αὐτῶν ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος…». Ἡ ἔκφραση «ἀναγνωρίζει τὴν πραγματικὴν ὕπαρξιν» θὰ μποροῦσε νὰ δημιουργήσει τὴν ὑπόνοια σὲ κάποιους −καὶ μάλιστα, ὅταν αὐτοὶ εἶναι κακόπιστοι− ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες. Ἡ ὑπόνοια αὐτὴ θὰ ἦταν βεβαίως ἀβάσιμη, γιατὶ τὸ ἴδιο κείμενο κάνει λόγο περί «ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιασιολογικοῦ θέματος». Πῶς, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία θὰ μποροῦσε (ἤδη τὸ 1986) νὰ ἀναγνωρίζει ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες καὶ ταυτόχρονα νὰ ζητᾶ ἀπὸ τὸ διάλογο κατόπιν διερεύνησης καὶ ἐξέτασης νὰ ἀποσαφηνιστεῖ ἡ ἐκκλησιαστική τους ὑπόσταση, γιὰ νὰ ἀποφανθεῖ περὶ αὐτῆς, γιὰ τὴν ὕπαρξη δὲ τῆς ὁποίας θέτει −ὄχι κατὰ τρόπο ἀποκλειστικό− κριτήρια, ὅπως τὰ μυστήρια, ἡ χάρις, ἡ ἱερωσύνη καὶ ἡ ἀποστολικὴ διαδοχή; Ἐὰν ἀναγνώριζε ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες, τότε πρὸς τὶ ὁ διάλογος, ὁ ὁποῖος, ὅπως ἐπισημαίνει μάλιστα τὸ κείμενο, ὀφείλει νὰ ἀναζητήσει «τὴν κοινὴν παράδοσιν τῆς ἀρχαίας ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας»; Μποροῦν νὰ ἀγνοηθοῦν οἱ Πατέρες τῆς α´ χιλιετίας; Ὄχι ἀσφαλῶς!

Κατὰ συνέπεια ἡ ἔκφραση «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία… ἀναγνωρίζει τὴν πραγματικὴ ὕπαρξιν ὅλων τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν», μόνο ἐὰν ἀναγνωστεῖ μεμονωμένα καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ ὅλο context τοῦ κειμένου, θὰ μποροῦσε νὰ δημιουργήσει ὑπόνοιες ἢ ἀπορίες, γιὰ τὸ τὶ ἀκριβῶς ἐννοεῖ. Μιὰ τέτοια ὅμως ἀποσπασματικὴ ἑρμηνευτικὴ κειμένων ἀφορᾶ μόνο αἱρετικούς, ὅπως τοὺς μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ. Εἶναι λυπηρὸ νὰ ἀκολουθεῖται μιὰ τέτοια τακτικὴ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μάλιστα θεωροῦν, ὅτι ὀρθοτομοῦν αὐτοὶ καὶ μόνον αὐτοὶ τὸ λόγο τῆς ἀλήθειας. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι αὐτὸ πλάνη;

Στὴν Ε´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξος Διάσκεψη[117] (2015) στὴ σχετικὴ ἀπόφασή της, στὴν ὁποία εἶναι ἐνσωματωμένο καὶ τὸ κείμενο περὶ Οἰκουμενικῆς Κινήσεως τοῦ 1986, ἡ διατύπωση «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τήν «πραγματικὴν ὕπαρξιν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν» ἀντικαθίσταται μὲ τὴν ἔκφραση, «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴν ἱστορικὴν ὕπαρξιν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ ὁμολογιῶν…». Ἡ ἀντικατάσταση τοῦ ἐπιθέτου «πραγματική» ἀπὸ τὸ ἐπίθετο «ἱστορική» σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν παράλληλη ἐπισήμανση τῆς ἀναγκαιότητας τῆς ἀποσαφήνισης «τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος» ἀποδυναμώνει περαιτέρω τὴν ἀβάσιμη ὑποψία γιὰ μιὰ ὀντολογικὴ ἀναγνώριση τῶν ἑτεροδόξων χριστιανικῶν κοινοτήτων ὡς Ἐκκλησιῶν. Ἄλλωστε καὶ στὶς δύο περιπτώσεις, τόσο στὸ κείμενο τοῦ 1986, ὅσο καὶ στὸ μεταγενέστερο τοῦ 2015 ἐπισημαίνεται, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εὑρίσκεται σὲ κοινωνία μὲ αὐτὲς τὶς κοινότητες, τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζει τήν «πραγματική» ἤ «ἱστορική» ὕπαρξη. Στὴν § 1 δὲ τοῦ κειμένου τοῦ 1986 καὶ ἰδιαίτερα στὴν § 6 τοῦ κειμένου τοῦ 2015 ἐπισημαίνεται, ὅτι ἡ ᾽Ορθόδοξη Ἐκκλησία «διὰ τοῦ διαλόγου δίδει δυναμικὴν μαρτυρίαν τοῦ πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας καὶ τῶν πνευματικῶν της θησαυρῶν πρὸς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς, μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ, τῆς ὁδηγούσης πρὸς τὴν ἑνότητα». Ὅταν λοιπὸν ἡ ἑνότητα κατὰ τὰ κείμενα εἶναι τὸ ζητούμενο καὶ ὄχι τὸ δεδομένο καὶ κατὰ συνέπεια δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει Intercommunio, ὅταν ρητῶς δηλοῦται ὅτι μὲ τὶς ἑτερόδοξες κοινότητες δὲν ὑπάρχει κοινωνία, ὅταν καὶ κυρίως δηλοῦται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ δώσει «δυναμικὴν μαρτυρίαν τοῦ πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας» διαλεγομένη μὲ ἑτεροδόξους, ὅταν δηλ. ἀρνεῖται νὰ ἀποδεχθεῖ ὅτι οἱ Ἐκκλησίες τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζει «τὴν ἱστορικὴ ὕπαρξιν» διαθέτουν τὴν καθολικότητα τῆς πίστης, ποὺ εἶναι ἡ προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία (§ 3), εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδέχεται κάποιος ὅτι ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποδέχεται τὴν ὀντολογικὴ ὕπαρξη μιᾶς ἄλλης Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία ὅμως δὲν ἀναγνωρίζει ὡς καθολική; Ἰσως εἶναι γιὰ κάποιους δύσκολο νὰ κατανοηθεῖ ,τὸ τὶ σημαίνει τὸ Μία καὶ τὸ τὶ σημαίνει Καθολικὴ Ἐκκλησία καὶ ὅτι αὐτὲς οἱ ἰδιότητες μποροῦν μόνο νὰ συνυπάρχουν, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἀναγνωρισθεῖ –κατὰ ὀρθόδοξη πάντα θεώρηση– ἐκκλησιαστικὴ ὑπόσταση ὑπὸ ὀντολογικὴ ἔννοια. Ἐὰν αὐτὲς δὲ συντρέχουν, αὐτὸ δὲ θὰ προσέβαλε ἢ δὲ θὰ καταργοῦσε τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅτι εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία;

Εἶναι κατὰ συνέπεια αὐτονόητο ὅτι ἡ ἀναγνώριση τῆς ἱστορικῆς ὕπαρξης τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν, μὴ διαταραχθείσης μάλιστα τῆς ἑνότητας τῆς ὀντολογικῆς φύσης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διὰ τῶν σχιμάτων, ἡ ὁποία παραμένει καὶ εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ὅπως ἐπισημαίνεται στὴν § 6 τοῦ κειμένου τοῦ 2016, δὲν ἀφήνει τὸ περιθώριο καὶ τὴ δυνατότητα ἀναγνώρισης ἄλλης Ἐκκλησίας ἐκτὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ κοινωνία μὲ τοὺς ἑτεροδόξους δὲν εἶναι κατ᾽ οὐδένα τρόπο μιὰ ἀτελὴς κοινωνία. Ὅπως ἐπισημαίνει τὸ κείμενο δὲν ὑπάρχει κοινωνία!

βγ. Κατὰ τὴ σύναξη τῶν Προκαθημένων τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στὸ Chambésy τῆς Γενεύης, στὶς 21-28 Ἰανουαρίου 2016, τὸ κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον»[118], ἔγινε δεκτὸ ἀπὸ τοὺς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν χωρὶς ἀλλαγὲς ὡς πρὸς τὴ διατύπωσή του ἀπὸ τὴν Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξο Διάσκεψη τοῦ 2015. Κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ στὸ κείμενο αὐτὸ ἐπισημαίνεται ὅτι «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴν ἱστορικὴ ὕπαρξιν τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν…». Ἐκ τῶν πραγμάτων ὅμως καταδεικνύεται, ὅτι ἐνδεχομένως ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς ψυχολογικῆς πίεσης ποὺ ἀπεπειρῶντο νὰ ἀσκήσουν οἱ ἐκ διαφόρων λόγων ἐπικριτὲς τῆς Συνόδου, σὲ ἐπισκόπους καὶ στὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐκ τῶν πραγμάτων −δυστυχῶς− ἀδυνατεῖ νὰ κατανοήσει τὴ θεολογικὴ σημασία τῶν κειμένων, στὸ τελικὸ ἐγκριθὲν κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὴν Κρήτη, γίνεται λόγος ὄχι γιά «πραγματική» ἤ «ἱστορικὴ ὕπαρξη» ἄλλων ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀναγνώριση «τῆς ἱστορικῆς ὀνομασίας ἄλλων ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν». Ἡ διατύπωση αὐτὴ ἀποκλείει κάθε ὑποψία, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει ὑπὸ ὀντολογικὴ ἔννοια ἄλλες ἐκτὸς αὐτῆς Ἐκκλησίες.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ ἐπισημανθοῦν τὰ κάτωθι:

  • Στὴν τελικὴ διατύπωση περὶ τῆς ἀναγνώρισης τῆς ἱστορικῆς ὀνομασίας τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ὁ ὅρος Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἕνας terminus technicus, ὁ ὁποῖος ἀνεκαλύφθη στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης, προκειμένου ἐμμέσως καὶ λανθανόντως νὰ ἀναγνωρισθεῖ ἡ ὀντολογικὴ φύση ἄλλων Ἐκκλησιῶν, (μυστήρια, ἐν πρώτοις τὸ βάπτισμα) ἐκτὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. ῞Οπως καταδεικνύουν τὰ κείμενα ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς Γραμματείας, τὰ ὁποῖα περετέθησαν προηγουμένως, πολλαπλῶς ἀποδίδεται ἡ ὀνομασία αὐτὴ στὶς ἑτερόδοξες χριστιανικὲς κοινότητες ποὺ ἀπεσχίσθησαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς στοὺς ἑπόμενους αἰῶνες μετὰ τὸ σχίσμα (1054).
  • Ὁ ὅρος Ἐκκλησία, εἶναι παγκοίνως γνωστό, χρησιμοποιεῖται τόσο στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία, ὅσο καὶ πολὺ συχνὰ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Σημαίνει αὐτό, ὅτι ὁ ἴδιος ὅρος δὲν μποροῦσε νὰ χρησιμοποιηθεῖ ἀπὸ τὸ Χριστό, τοὺς Ἀποστόλους καὶ ἀπὸ τοὺς πρώτους ἀποστολικοὺς Πατέρες, γιατὶ ἡ προγενέστερη χρήση τοῦ ὅρου δὲν ἐννοεῖ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ; Καὶ ὁ Χριστὸς ἔκανε λάθος;
  • Εἶναι τελείως ἀβάσιμη ἡ ἄποψη, ὅτι τὰ προσυνοδικὰ κείμενα καὶ τὸ τελικὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὴν Κρήτη τελεῖ ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ τῶν ἐκκλησιολογικῶν θεωρήσεων τῆς Β´ Βατικανῆς ἢ ἔχει ὁποιαδήποτε σχέση μὲ αὐτὴ ἀναγνωρίζοντας «ἐκκλησιαστικὰ στοιχεῖα» σὲ ἑτερόδοξες κοινότητες, πρᾶγμα ποὺ προσδίδει σ᾽ αὐτὲς τὸν χαρακτῆρα Ἐκκλησίας. Θὰ ὑπερέβαινε κατὰ πολὺ τὴ σκοποθεσία τοῦ παρόντος κειμένου νὰ ἀναλυθοῦν οἱ ἐκκλησιολογικὲς θεωρήσεις τῆς Β´ Βατικανῆς, τὶς ὁποῖες ἀσφαλῶς καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες μιὰ τέτοια ἄποψη[119] δὲ φαίνεται ὅλοι νὰ γνωρίζουν ἐπαρκῶς. Σὲ κάθε περίπτωση ὁ κάθε καλῆς πίστεως ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ διαθέτει κοινὸ νοῦ, ἢ ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν πάσχει ἀπὸ νοητικὴ στέρηση κατανοεῖ ὅτι ἡ ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικῶν στοιχείων σὲ ἑτερόδοξες κοινότητες ἀπὸ τὴ Β´ Βατικανὴ δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὴν ἀποδοχὴ ἁπλῶς τῆς ὀνομασίας ἄλλων χριστιανικῶν κοινοτήτων ὡς Ἐκκλησιῶν, πρᾶγμα ποὺ συνέβη κατὰ τοὺς μετὰ τὸ σχίσμα αἰῶνες ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὸ ἀρκούντως ἐδείχθη.

Πρὸς ἐπίρρωση τῶν θέσεών του, ἕνας μεταξὺ τῶν ἐπικριτῶν, ὁ πρωτ. Πέτρος Heers, ἀναφέρει ὀρθοδόξους θεολόγους, οἱ ὁποῖοι ἀλλοιώνοντας τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία ἀναγνωρίζουν ἐκτὸς αὐτῆς καὶ ἄλλες Ἐκκλησίες! Εἶναι περιττὸ νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι ὁ ὅλος τρόπος ἀναφορᾶς στὰ πρόσωπα αὐτὰ εἶναι προσβλητικός.

Θὰ γίνει περιοριστικὴ ἀναφορά, λόγω βαρύτητας τοῦ προσώπου καὶ τῆς θέσεώς του, στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο. Γράφει σχετικὰ ὁ πρωτ. Πέτρος Heers: «Ἡ de facto διαίρεσις τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἀποδοχὴ ἑνὸς κοινοῦ βαπτίσματος καὶ κοινῆς εὐχαριστίας, δηλώθηκε ἐπίσης καταφατικὰ ἀπὸ τὸν Πατριάρχη μόλις τὸ 2014 στὸν Πανίερο Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἐκεῖ ἀκριβῶς, ὁ Πατριάρχης «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», κήρυξε τὴν παναίρεση τῆς νεάς οἰκουμενικῆς ἐκκλησιολογίας, ἡ ὁποία προωθεῖ τὴν ἰδέα μίας διαιρεμένης Ἐκκλησίας καὶ πολλαπλῶν ἄλλων, μερικῶς ἀληθινῶν ἐκκλησιῶν…»[120]. Γιὰ νὰ στηρίξει δὲ τὰ ἀποδιδόμενα στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη μεταφέρει σὲ ὑποσημείωση καὶ ὄχι στὸ κείμενο, ὅπως ἦταν ἀναγκαῖο −πρᾶγμα ποὺ σημαίνει, ὅτι οἱ ἀκροατὲς τῶν λόγων του δὲν μποροῦσαν νὰ λάβουν γνώση τῶν θέσεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη τὶς § 4 καὶ 5 τῶν λόγων του: «Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἐπισημαίνει: «Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία… διεσπάσθη ἐν χρόνῳ. Οὕτω διεμορφώθησαν καταστάσεις καὶ ὁμάδες ποικίλες, ἐκ τῶν ὁποίων ἑκάστη διεκδικεῖ «αὐθεντίαν» καί «ἀλήθειαν». Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι Μία, ὁ Χριστός, καὶ ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπ᾽ αὐτοῦ Μία Ἐκκλησία. Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία κατέβαλε πρὸ τοῦ μεγάλου Σχίσματος τοῦ 1054 μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπ᾽ αὐτό, προσπαθείας πρὸς ὑπέρβασιν τῶν διαφορῶν προερχομένων ἐν ἀρχῇ καὶ ἐν πολλοῖς ἐξ ἀλλοτρίων τοῦ περιβόλου τῆς Ἐκκλησίας παραγόντων. Ἀτυχῶς, ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων καὶ διὰ τῆς συσσωρεύσεως προσθηκῶν «θεολογικῶν», «πρακτικῶν» καὶ «κοινωνικῶν», αἱ κατὰ τόπους Ἐκκλησίαι ὁδηγήθησαν εἰς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως, εἰς ἀπομόνωσιν, ἐξελιχθεῖσαν ἑνίοτε εἰς ἐχθρικὴν πολεμικήν»»[121].

Διαβάζοντας κανεὶς τὸ κείμενο τοῦ Πρωτ. Πέτρου Heers καὶ τὸ πρὸς στήριξη τῶν ἀπόψεών του κείμενο τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου διερωτᾶται μὲ ἀπορία:

  • Ποῦ ὁ Πατριάρχης κάνει λόγο γιὰ πολλαπλὲς μερικὰ ἀληθινὲς Ἐκκλησίες ὑπὸ τὴν ὀντολογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου; Ἐὰν πρέπει νὰ τὸν καταγγείλουμε, γιατὶ ἀναφερόμενος στὴ Δύση χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο Ἐκκλησία, ἂς καταγγείλουμε πρῶτα τοὺς συντάκτες τῆς ἀπάντησης πρὸς τὸν Πάπα Πίου Θ´ (1848), δηλ. τοὺς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς καὶ τοὺς συντάκτες ὅλων τῶν συνοδικῶν καὶ συμβολικῶν κειμένων ποὺ προαναφέρθηκαν! Δικαιολογεῖται μιὰ τέτοια ἄγνοια; Μπορεῖ νὰ δεχθεῖ κανεὶς ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἄγνοια καὶ καλὴ πίστη;
  • Ποῦ γίνεται ἀποδεκτὸ κοινὸ βάπτισμα καὶ κοινὴ εὐχαριστία; Αὐτὸ εὑρίσκεται στὴν ἀσθενῆ φαντασία τοῦ ἐπικρίνοντος.
  • Δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ κάθε Ἐκκλησία θεωρεῖ καὶ ὑποστηρίζει καὶ διεκδικεῖ, ὅτι κατέχει τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν αὐθεντία; (Ἐὰν συνέβαινε τὸ ἀντίθετο, ἡ κάθε Ἐκκλησία δὲ θὰ εἶχε λόγο ὑπάρξεως). Σημαίνει ὅμως αὐτό, ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀναγνωρίζεται;
  • Γιατὶ δὲ λαμβάνεται ὑπ᾽ ὄψιν ἡ ἐπισήμανση τοῦ Πατριάρχου, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι, ἐπίσης, Μία; Ὁ Πατριάρχης ἐπισημαίνει σαφέστατα, ὅτι ἀληθὴς Ἐκκλησία εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ἱδρυθεῖσα Μία Ἐκκλησία καὶ κατὰ συνέπεια κριτήριο αὐθεντικότητας καὶ ἀλήθειας εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Μὲ ἄλλα λόγια ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος τονίζει, ὅτι μόνο ἡ συμφωνία στὴν πίστη καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ἱδρυθείσης Ἐκκλησίας κάνει ἐφικτὴ τὴν ἕνωση.
  • Μήπως ἐνοχλεῖ, ὅτι ὁ Πατριάρχης ὁμιλεῖ γιά «καταστάσεις καὶ ὁμάδες» ποικίλες ποὺ διαμορφώθηκαν μετὰ τὸ Σχίσμα. Εἶναι δυνατὸν μὲ τὴν ἔκφραση «καταστάσεις καὶ ὁμάδες» νὰ νοοῦνται Ἐκκλησίες ὑπὸ ὀντολογικὴ ἔννοια; Ὅταν πιὸ κάτω στὸ κείμενο ἐπισημαίνεται, ὅτι «αἱ κατὰ τόπους Ἐκκλησίαι ὡδηγήθηκαν εἰς διάσπασιν», τὶ διαφέρει αὐτὸ ἀπὸ τὶς ταυτόσημες ἐπισημάνσεις τοῦ Μ. Βασιλείου, τοῦ Ἁγίου Ταρασίου ἢ τοῦ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ; Σὲ τὶ διαφέρει αὐτό, ἀπὸ τὴ χρήση πολλαπλῶς τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία» ἀπὸ τὰ συμβολικὰ κείμενα τῆς Β´ Χιλιετίας; Νοεῖται σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ κείμενα ὁ ὅρος «Ἐκκλησία» ὑπὸ ὀντολογικὴ ἔννοια;
  • Ποῦ ἀποδέχεται τὸ παραπάνω κείμενο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου τὴ βαπτισματικὴ θεολογία ἢ κηρύσσει τὸν «Οἰκουμενισμὸ τῆς ἐνσωμάτωσης;[122]» Κάνει πουθενὰ λόγο γιὰ ἀναγνώριση μυστηρίων καὶ ἐν πρώτοις τοῦ Βαπτίσματος σὲ ἑτερόδοξες χριστιανικὲς κοινότητες; Πῶς δικαιολογεῖται, περαιτέρω, ἡ παρατήρηση[123] ὅτι «ὁ Πατριάρχης, ὅπως συμβαίνει καὶ στὸ προσυνοδικὸ κείμενο, δηλώνει δύο ἀντίθετες ἰδέες: ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία, προφανῶς μόνον ἐκτὸς χρόνου, καὶ παρ᾽ ὅλα αὐτὰ ἐνυπάρχει σὲ χωρισμένες τοπικὲς Ἐκκλησίες»; Εἶναι προφανὲς ὅτι μιὰ τέτοια ἀντίφαση ὑπάρχει μόνο στὴν ἀσθενοῦσα φαντασία τοῦ Πρωτ. Πέτρου Heers καὶ ὄχι στὶς ἐκφράσεις καὶ τὸ νόημα τῶν λόγων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καὶ στὸ κείμενο τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης. Ποῦ ὀμιλεῖ ὁ Πατριάρχης γιὰ μιὰ ἐκτὸς χρόνου ἢ γιὰ μιὰ ἀόρατη (πλήρως ἀληθινή) Ἐκκλησία; Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Παρακλήτου; Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἐκτὸς χρόνου; Τὰ σχίσματα συνέβησαν ἐκτὸς χρόνου;

Πόσο μπορεῖ νὰ ἀνέχεται κανεὶς μιὰ τέτοια διαστροφή; Πόσο μπορεῖ νὰ ἀνέχεται μιὰ τέτοια θρασύτητα;

  • Ἐὰν οἱ ἑτερόδοξες χριστιανικὲς κοινότητες ἀποτελοῦν Ἐκκλησίες, τότε γιατὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νὰ εὑρίσκεται σὲ ἕνα συνεχῆ διάλογο μὲ αὐτές; Εἶναι κανεὶς τόσο ἀδαής, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζει, ὅτι σήμερα Ἐκκλησίες ποὺ βρίσκονται σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία (communio in sacris) καὶ ἀλληλοαναγνωρίζουν τὰ μυστήρια ποὺ τελοῦνται σὲ κάθε μία ἀπὸ αὐτὲς παρὰ τὶς μεταξύ τους θεολογικὲς διαφορές, δὲ διεξάγουν θεολογικὸ διάλογο μὲ σκοπὸ τὴν ἕνωση, παρὰ μόνο σπαραδικὲς ἀκαδημαϊκὲς συναντήσεις, ἀφοῦ, παρὰ τὶς διαφορές, ὑπάρχει τὸ μεῖζον, ποὺ εἶναι ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, ἡ κοινωνία στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας; (Ἀγγλικανική, Λουθηρανική, Παλαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία κ.λ.π. στὶς μεταξύ τους σχέσεις).

Εἶναι κατὰ συνέπεια προφανές, ὅτι γίνεται μιὰ κακόβουλη συντονισμένη προσπάθεια διαστροφῆς τῶν λόγων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, μὲ σκοπὸ νὰ παρασυρθοῦν οἱ ἀδαεῖς στὸ ὄνομα μιᾶς δῆθεν πιστότητας στὴν πατερικὴ παράδοση.

Εἶναι βεβαίως μόλις ἀναγκαῖο νὰ εἰπωθεῖ τὸ αὐτονόητο, ὅτι σημασία ἔχουν τὰ συνοδικὰ κείμενα αὐτὰ καθ᾽ ἑαυτὰ καὶ ὄχι οἱ προσωπικὲς ἀπόψεις ἄλλων ὀρθοδόξων Θεολόγων,[124] στοὺς ὁποίους ἀναφέρεται ὁ Πρωτ. Πέτρος Heers στὴ συνέχεια τοῦ κειμένου του, ἀπόψεις οἱ ὁποῖες ἑρμηνεύονται ἐν πολλοῖς κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενο σχολιασμοῦ ἐδῶ. Τὸ σημαντικὸ εἶναι, ὅτι, ἀκόμα κι ἂν ἡ μεταφορὰ καὶ ἑρμηνεία τῶν ἀπόψεων τῶν θεολόγων αὐτῶν ἀπὸ τὸν Πρωτ. Πέτρο Heers ἦταν σωστή, οἱ θέσεις ποὺ τοὺς ἀποδίδονται, δὲν ἔχουν ἀντίκρυσμα στὸ γράμμα καὶ στὸ Πνεῦμα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης. Ἡ § 3 τοῦ κειμένου ἐπισημαίνει τὸν μεταξὺ τῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ μυστηριακῆς κοινωνίας ἄρρηκτο δεσμό, κατὰ τὴ διδασκαλία τῶν Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Αὐτὸ ἀποκλείει τὴν ἀναγνώριση μυστηρίων σὲ ἑτεροδόξους, ἀκόμα καὶ τοῦ βαπτίσματος. Ἡ § 6 τοῦ κειμένου ἐπισημαίνει, ὅτι δὲν ὑπάρχει κοινωνία μὲ τὶς ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες. Αὐτὸ ἀποκλείει τὴ δυνατότητα, ἔστω καὶ μιᾶς ἀτελοῦς κοινωνίας. Τὰ κείμενα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου εἶναι ἀπολύτως σαφῆ.

βδ. Ὁ Πρωτ. Πέτρος Heers πραγματοποίησε πρόσφατα ταξείδι στὴν Ἀμερικὴ καὶ ὁμίλησε σὲ ρώσσους ἐπισκόπους τῆς ἐκεῖ διασπορᾶς μὲ σκοπὸ νὰ ἀναπτύξει τὴν κριτική του κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὴν Κρήτη[125]. Ἀφοῦ ὅμως ὁμιλοῦσε σὲ ρώσσους ἐπισκόπους κανονικῶς ἀναγνωριζομένους ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας, δὲ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀγνοήσει τὸ κείμενο τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ποὺ μνημονεύθηκε παραπάνω[126] μὲ τίτλο, «οἱ βασικὲς ἀρχὲς ἀντιμετώπισης τῶν ἑτεροδόξων ἀπὸ τὴ Ρωσικὴ Ἐκκλησία», νὰ τὸ συγκρίνει δὲ αὐτὸ μὲ τὸ κείμενο τῆς Κρήτης. Τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας στὸ κείμενο γιὰ τοὺς ἑτεροδόξους, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀναφέρει τὴ φράση, ὅτι «οἱ κοινότητες, οἱ ὁποῖες ἀποσχίστηκαν ἀπὸ τὴν ἑνότητα, ποτὲ δὲν ἀντιμετωπίστηκαν ὡς στερημένες πλήρως τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ», τὴ φράση ὅτι «ἡ διακοπὴ κοινωνίας» ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴ διαφθορὰ τοῦ εὐλογημένου βίου, ἀλλὰ ὄχι πάντα καὶ στὴν πλήρη ἐξαφάνισή του στὶς ἀποσχισθεῖσες κοινότητες, τὴ φράση ὅτι «παρὰ τὴ διακοπὴ τῆς κοινωνίας, παραμένει κάποια μὴ πλήρης κοινωνία»(!), ἐπισημαίνει πιὸ κάτω, ὅτι «… ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἀσκεῖ κρίση ὡς πρὸς τὴ διαφύλαξη ἢ διαφθορὰ τῆς εὐλογημένης ζωῆς στοὺς ἑτεροδόξους, θεωρώντας αὐτὸ Μυστήριο τῆς πρόνοιας καὶ τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ»[127].

Μὲ ἄλλα λόγια τὸ κείμενο τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἀφοῦ ἐπισημαίνει ὅτι ἡ σωτηρία ἀποκτᾶται μόνο μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀποδέχεται ὅτι χάρις Θεοῦ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει καὶ ἐκτὸς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐπισημαίνει, ὅτι ὁ «εὐλογημένος βίος» δὲν ἔχει πλήρως ἐξαφανιστεῖ στὶς ἑτερόδοξες κοινότητες, ἄρα ὑπάρχει ἀκόμα χάρις Θεοῦ. Ἐπισημαίνει, ὅτι ὑπάρχει μιά «μὴ πλήρης κοινωνία» τῶν ἑτεροδόξων μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἐπισημαίνει ἀκόμα, ὅτι δὲν ἐκφράζει κρίση, γιὰ τὸ ἐὰν στὶς ἑτερόδοξες κοινότητες διαφυλάσσεται ἢ ἔχει παραφθαρεῖ ὁ εὐλογημένος βίος, γιατὶ αὐτὸ τὸ γνωρίζει μόνο ὁ Θεός. Κατὰ συνέπεια, ὑπάρχει τὸ ἐνδεχόμενο στὶς ἑτερόδοξες κοινότητες νὰ συμβαίνει τὸ πρῶτο, δηλ. νὰ διαφυλάσσεται ὁ «εὐλογημένος βίος» καὶ νὰ τελοῦνται ἔγκυρα Μυστήρια. Ὅταν λοιπὸν ὁ Πρωτ. Πέτρος Heers ὁμιλοῦσε σὲ ρώσσους ἐπισκόπους, δὲν ἔπρεπε ὡς ὀπαδὸς τῆς ἀποκλειστικότητας νὰ καταγγείλει αὐτὸ τὸ κείμενο τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ὡς αἱρετικό;

Ἐὰν τώρα συγκριθεῖ τὸ κείμενο τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας μὲ τὴν ἀπόφαση τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὴν Κρήτη τίθενται τὰ ἑξῆς ἐρωτήματα:

  • Ποῦ τὸ κείμενο τῆς Κρήτης κάνει λόγο γιὰ χάρη Θεοῦ ἐκτὸς Ἐκκλησίας;
  • Ποῦ τὸ κείμενο τῆς Κρήτης κάνει λόγο γιὰ μιὰ ἔστω καὶ μὴ πλήρη κοινωνία μεταξὺ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τοὺς ἑτερόδοξους;
  • Ποῦ τὸ κείμενο τῆς Κρήτης ἀφήνει ἀνοικτὸ τὸ ἐνδεχόμενο ὕπαρξης ἐγκύρων μυστηρίων τελουμένων ἀπὸ ἑτεροδόξους;

Ἡ ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ εἶναι προφανὴς καὶ κατηγορηματική. Πουθενά. Ἀντίθετα, τὸ κείμενο τῆς Κρήτης καλεῖ τοὺς ἑτεροδόξους σὲ διάλογο, γιὰ νὰ ἀποσαφηνισθεῖ ἡ περὶ μυστηρίων περὶ χάριτος, περὶ ἱερωσύνης καὶ περὶ ἀποστολικῆς διαδοχῆς διδασκαλία. Ὅπως ἐτονίσθη καὶ προηγουμένως, κατὰ τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, τότε μόνο μπορεῖ νὰ γίνει λόγος περὶ Ἐκκλησίας στὶς ἑτερόδοξες κοινότητες, ἐὰν ὑπάρξει συμφωνία στὰ θέματα αὐτά. Ποιὸ λοιπὸν κείμενο ὑποδηλώνει ἀπόψεις ἐντελῶς ἀντίθετες μὲ αὐτὲς τοῦ Πρωτ. Πέτρου Heers; Μιλώντας σὲ ρώσσους ἐπισκόπους δὲ θὰ ἔπρεπε νὰ καταγγελθεῖ ἡ «αἵρεση» τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ποὺ ἀποδέχεται τὴ μὴ ἀποκλειστικότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ ἐνδεχόμενο τέλεσης ἐγκύρων μυστηρίων ἀπὸ τοὺς ἑτεροδόξους; Τὶ σχέση ἔχουν αὐτὲς οἱ θέσεις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, (μὲ τὶς ὁποῖες κάποιος προσωπικὰ μπορεῖ νὰ συμφωνεῖ ἢ νὰ διαφωνεῖ), μὲ ὅσα ὅμως πραγματικὰ ἀποφασίστηκαν στὴν Κρήτη; Ἡ μὴ ἀποκλειστικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν κηρύσσεται ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας εἶναι Ὀρθοδοξία, ἐνῶ, ὅταν δὲν καταδικάζεται ἢ δὲ γίνεται ἀναφορὰ στὸ θέμα, εἶναι κακοδοξία;

Ἐξ ὅλων τῶν ἀνωτέρω ἐξάγονται ἀναμφίβολα τρία συμπεράσματα:

  • Ἡ Ἐκκλησιολογία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας εἶναι σὲ θεμελιώδη σημεῖα διαφορετικὴ ἀπὸ τὶς καταγεγραμμένες ἐκκλησιολογικὲς θεωρήσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης.
  • Ἀποτελεῖ διαστροφή, ὅταν εἶσαι ὀπαδὸς τῆς ἀποκλειστικότητας, νὰ καταγγέλεις τὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης γιὰ ἀλλοίωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας − γιατὶ αὐτὸ θέλεις νὰ φαντάζεσαι, ἐνῶ δὲν καταγγέλεις τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας, ὅταν μιλᾶς σὲ ρώσσους ἐπισκόπους, γιὰ τὶς σχετικὲς του θέσεις.
  • Τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας ὀφείλει νὰ ἀναγνωρίσει χωρὶς περιστροφὲς καὶ ἀστερίσκους τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης, γιὰ νὰ διασωθεῖ, τὸ ἠθος, ἡ στοιχειώδης σοβαρότητα καὶ ἐντιμότητα, δεδομένου μάλιστα ὅτι εἶχε ὑπογράψει καὶ τὴ σύγκληση τῆς Συνόδου καὶ εἶχε σὲ ὅλες τὶς Προσυνοδικὲς Διασκέψεις ὑπογράψει τὸ συγκεκριμένο κείμενο.

 

 

  1. Οἰκουμενισμός − Διαθρησκευτικὸς Πλουραλισμός−Πανθρησκεία

 

Εἶναι πολὺ γνωστὴ ἡ θέση σὲ κείμενα τῶν ἐπικριτῶν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὴν Κρήτη, ὅτι ἡ οἰκουμενικὴ κίνηση, ὁ οἰκουμενισμός, ὅπως λέγεται, ἔχει ὡς ἀπώτερο σκοπὸ νὰ καταλήξει σὲ μιὰ διαθρησκειακὴ οἰκουμενιστικὴ Θεολογία, ὅπου θὰ κυριαρχήσει ἡ ἀρχὴ τοῦ δογματικοῦ πλουραλισμοῦ καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ. Παραθέτουμε αὐτούσια δύο κείμενα ποὺ ἐκφράζουν τὶς παραπάνω ἀπόψεις:

α. «Τὸ οἰκουμενιστικὸ ὄραμα στὴν προέκτασή του δὲν περιορίζεται μόνο στὴν ἕνωση τῶν χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν (Ὀρθόδοξοι, Παπικοί, Προτεστάντες, Ἀντιχαλκηδόνιοι), ἀλλὰ ἐπεκτείνεται καὶ στίς «θρησκεῖες τοῦ κόσμου». Σὲ πρώτη φάση ξεκινᾶ ἀπὸ τὶς λεγόμενες μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες (Χριστιανισμός, Ἰουδαϊσμός, Ἰσλάμ) μὲ προοπτικὴ νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὶς ὑπόλοιπες (Ἰνδουϊσμός, Βουδισμὸ κ.ἄ.). Ἔχουμε ἔτσι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν διαχριστιανικὸ Οἰκουμενισμό, καὶ τὸν διαθρησκειακὸ οἰκουμενισμό»[128]. Κατὰ τὸ κείμενο πορευόμαστε −ὑποτίθεται− ἀπὸ τὸ διαχριστιανικὸ πλουραλισμὸ στὸ διαθρησκευτικὸ πλουραλισμό!

β. «Τὸ Πνεῦμα τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ ποὺ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ κυριώτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μιᾶς φοβερῆς αἱρέσεως ποὺ κυριάρχησε σ᾽ ὁλόκληρο τὸν 20ο αἰώνα, δὲν περιορίστηκε μόνο σὲ διαχριστιανικὸ ἐπίπεδο, ἀλλὰ σύντομα ἐπεκτάθηκε, ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, καὶ σὲ διαθρησκειακό»[129]. Κατὰ συνέπεια, εἴτε Ὀρθόδοξος εἶσαι, εἴτε Ρωμαιοκαθολικός, εἴτε Προτεστάντης, εἴτε Μουσουλμάνος, εἴτε Βουδδιστής, εἶσαι −ὑποτίθεται−, κατὰ τὸ κείμενο, τὸ ἴδιο!

Τὸ νόημα τῶν ἀνωτέρω εἶναι σαφές: Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλες χριστιανικὲς Ἐκκλησίες ἀλληλοαναγνωρίζονται −ὑποτίθεται− μεταξύ τους ὡς Ἐκκλησίες ποὺ ὁδηγοῦν στὴ σωτηρία, ἐνῶ ἀπώτερος στόχος εἶναι ἡ ἀναγνώριση καὶ τῶν ἄλλων θρησκειῶν ὡς ἀγωγῶν σωτηρίας. Μὲ δεδομένη τὴν ἐπισήμανση ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἀναγνώρισε τὴν ὀντολογικὴ ὑπόσταση ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν, θὰ καταδειχθεῖ ὅτι ἡ σκοποθεσία αὐτὴ δὲν ὑπάρχει στὸν οἰκουμενικὸ διάλογο καὶ εὑρίσκεται μόνο στὴν ἀσθενῆ φαντασία αὐτῶν ποὺ χωρὶς συστολὴ καὶ αὐτοσεβασμὸ προβάλλουν παρόμοιες θέσεις.

Γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ θὰ καταγραφοῦν οἱ ἀπόψεις δύο Θεολόγων, τοῦ Joseph Ratzinger (τοῦ Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ´), τοῦ μεγαλυτέρου πολεμίου τοῦ θρησκευτικοῦ πλουραλισμοῦ κατὰ τὸν κ´ αἰῶνα, καὶ τοῦ Μητροπολίτου τοῦ Ὄρους Λιβάνου τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας, Γεωργίου Khodre. Ἡ ἐπιλογὴ δὲν εἶναι τυχαία. Ὁ πρῶτος εἶναι Ρωμαιοκαθολικός, δηλ. «αἱρετικός», ἐνῶ ὁ δεύτερος ἀνήκει στὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, τὸ ὁποῖο δὲ μετέσχε τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, διαφυλάσσοντας −ὑποτίθεται− τὸ ὀρθόδοξο φρόνημά του ἀπὸ ἐκκλησιολογικὲς ἀλλοιώσεις!

 

 

α. Ἐπιλεκτικὲς θέσεις τοῦ Joseph Ratzinger γιὰ τὶς ἄλλες θρησκεῖες

 

  • Οἱ θρησκεῖες δὲν ἀποτελοῦν ἐναλλακτικοὺς δρόμους πρὸς τὴ σωτηρία[130].
  • Ἡ Β´ Βατικανὴ[131] ἐκτιμᾶ κατ᾽ ἀρχὴν θετικά, ὅ,τι στὶς θρησκεῖες εἶναι «ἅγιο καὶ ἀληθές». Δὲν ἀποδέχεται ὅμως τὰ ψεύδη καὶ τὶς πλάνες ποὺ αὐτὲς ἐμπεριέχουν. Αὐτὰ συμβάλλουν στὴν ἀλλοίωση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν ἀλήθεια[132].
  • Οἱ θρησκεῖες προβάλλουν τὸ ἀναληθὲς καὶ ἀνεπαρκές, αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀντίθετο στὸ Χριστό, αὐτὸ ποὺ ἀντιτίθεται στὴν ἀλήθεια καὶ ἔτσι θὰ πρέπει νὰ γίνουν κατανοητές[133].
  • Ὁ Χριστιανισμὸς προβάλλει τὴν ἀπόλυτη ἀξίωση ἀληθείας. Ἡ ἀλήθεια δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἄλλο ὅπλο παρὰ τὴν ἴδια τὴν ἀλήθεια ποὺ ἐμπεριέχει[134].
  • Ἡ ἐμπειρία τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ βρίσκει στὸ Χριστιανισμὸ τὸ ἀποκορύφωμά της μὲ τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Θεοῦ Λόγου[135].
  • Ὑπάρχει μόνο ἕνας δρόμος σωτηρίας, αὐτὸς διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ[136].
  • Ἡ σωτηρία δὲν εἶναι ὑπόθεση αὐτοδικαίωσης, ἀλλὰ δῶρο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ[137].
  • Ὅλες οἱ θρησκεῖες, παρὰ τὶς κάποιες ἀλήθειες ποὺ ἐμπεριέχουν, χρήζουν τῆς καθαρτικῆς δύναμης ποὺ ἐμφανίστηκε στὸν κόσμο στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ[138].
  • Ἐνῶ γιὰ τὸ Χριστιανισμὸ ἡ διαλεκτικὴ ἀνάμεσα στὴν πίστη καὶ στὸ σύγχρονο πολιτισμὸ εἶναι δεδομένη, εἶναι ἀδύνατη γιὰ τὶς ἄλλες θρησκεῖες ἡ συμβίωσή τους μὲ τὸ πεφωτισμένο Πνεῦμα τοῦ κόσμου[139].
  • Οἱ θρησκεῖες εἶναι τόσο διαφορετικές, ὥστε ἕνας γενικὸς ὁρισμὸς τῆς θρησκείας δὲν εἶναι λειτουργικός[140].
  • Ὁ μοντέρνος σχετικισμὸς εἶναι ἡ κρατοῦσα φιλοσοφία, «die herrschende Philosophie[141]». Σ᾽ αὐτὸν τὸ ἐρώτημα περὶ ἀληθείας σχετικοποιεῖται. Δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ ὑπάρξει παραίτηση ἀπὸ τὴν ἀλήθεια[142].
  • Στὸν θρησκευτικὸ πλουραλισμὸ ἡ ὀρθοδοξία ὑποκαθίσταται ἀπὸ τὴν ὀρθοπραξία[143]. Ἡ ἀπομείωση ὅμως τῆς Θεολογίας σὲ μιὰ προστακτικὴ ἐπιταγὴ ἀνευρίσκεται σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες. Ἐὰν ἡ ὑποκατάσταση αὐτὴ ἴσχυε, ὁ Χριστιανισμὸς θὰ ἦταν περιττός.
  • Ἡ χριστιανικὴ πίστη ἔχει προοπτική, γιατὶ ἀνταποκρίνεται στὴν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου[144].
  • Ἕνας διαθρησκειακὸς διάλογος ποὺ ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ καταδείξει ὅτι οἱ ἄλλες θρησκεῖες εἶναι συμπληρωματικὲς τῆς χριστιανικῆς ἀποκάλυψης ὁδηγεῖ στὴ σχετικοποίηση τοῦ δόγματος[145].
  • Ὁ σεβασμὸς ἀπέναντι στὶς θρησκεῖες καὶ ἡ ἀναγνώριση τῆς ἐνδεχόμενης συμβολῆς του στὴ διαμόρφωση πολιτιστικῶν ἀξιῶν δὲν καταργεῖ τὴ μοναδικότητα τῆς χριστιανικῆς ἀποκάλυψης, οὔτε ἀναστέλλει τὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Χριστὸς ἀποτελεῖ τὸ πλήρωμα, διαθέτει τὴν οἰκουμενικότητα καὶ συνιστᾷ τὸ τέλος τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ στὴν ἱστορία[146].
  • Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Πνεῦμα Χριστοῦ. Εἶναι ἀντίθετο στὴ χριστιανικὴ πίστη νὰ θεωρεῖ, ὅτι ἡ σωτηριώδης ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐνεργεῖ πέραν ἀπὸ τὴ μία οἰκουμενικὴ σωτηριώδη Οἰκονομία τοῦ ἐνσαρκωμένου Λόγου[147].
  • Ὁ μοναδικὸς οἰκουμενικὸς μεσίτης τῆς σωτηρίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ἡ πλήρης ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο ποὺ δὲν χρειάζεται συμπλήρωση ἀπὸ τὶς ἄλλες θρησκεῖες[148].
  • Θεωρούμενες οἱ ἄλλες θρησκεῖες ὡς προετοιμασία γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ σωτηριώδους μηνύματος τοῦ Χριστοῦ, αὐτὸ δὲ σημαίνει ὅτι τὰ κείμενα αὐτῶν τῶν θρησκειῶν εἶναι συμπληρωματικὰ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποὺ συνιστᾶ τὴν ἄμεση προετοιμασία γιὰ τὸ γεγονὸς τοῦ Χριστοῦ[149].

 

 

β. Βασικὲς θέσεις τοῦ Μητρ. George Khodre (Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας) γιὰ τὶς ἄλλες θρησκεῖες

 

Ἐναντιώνεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προβάλλει μιὰ ἀποκλειστικὴ Ἐκκλησιολογία: Ὁ Χριστὸς σηματοδοτεῖ τὸ τέλος ὅλης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τὸ τέλος τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας[150], ἀφοῦ μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο ἡ διαθήκη τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ Νῶε καὶ τὸ Μωϋσῆ δὲν μπορεῖ πλέον νὰ ἔχουν σημασία. Πηγὴ τῆς σωτηρίας εἶναι ἀποκλειστικὰ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία.

  • Ὅταν ὅμως καταργεῖται ἡ σημασία τῆς διαθήκης τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ Νῶε καὶ καὶ τὸ Μωϋσῆ, τότε ἀμφισβητεῖται τὸ Οἰκουμενικὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν κόσμο καὶ πρὶν καὶ μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ[151].
  • Ἡ σύγχρονη Θεολογία διαλογιζομένη γιὰ τὴν Οἰκονομία τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο ὀφείλει νὰ ἐξέλθει ἀπὸ τὰ συνήθη της πλαίσια. Ἡ ἱστορία τῆς Οἰκονομίας δὲν περιορίζεται στὴν ἐπὶ γῆς παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δρᾶ διαρκῶς γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων[152].
  • Ἡ Οἰκονομία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν περιορίζεται στὴν ἱστορικὴ πορεία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο καὶ ἀφορᾶ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ὅλος ὁ κόσμος φέρει τὴν ἀδιάκοπη σφραγῖδα τοῦ Θεοῦ[153].
  • Ὅπως ὅλες οἱ Διαθῆκες τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἔτσι καὶ ἡ Διαθήκη μὲ τὸν Ἀβραὰμ εἶναι μιὰ σωτηριώδης πράξη τοῦ Θεοῦ γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ὁ Θεὸς μὲ τὴ συνέχει τῶν σωστικῶν παρεμβάσεων στὸν κόσμο παραμένει πιστὸς στὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό[154].
  • Οἱ πρωταρχικὲς ἐκφράσεις τῆς θείας οἰκονομίας εὑρίσκονται σὲ τυπολογικὴ σχέση μὲ τὸ τελικὸ κριτήριο τῆς ζωῆς ὅλων τῶν ἀνθρώπων ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτὸ ὅμως δὲ σημαίνει, ὅτι χάνουν τὴν αὐτοτελῆ σωτηριολογική τους σημασία[155].
  • Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη δὲν ἀποτελεῖ τὸ μοναδικὸ τύπο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη καὶ ἡ ἰνδικὴ πνευματικὴ κληρονομιὰ ἀποτελοῦν σκιὰ τῆς σοφίας τοῦ Λόγου. Σπέρματα τῆς σοφίας τοῦ Λόγου εὑρίσκονται καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ἰουδαϊκὴ παράδοση. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μπορεῖ νὰ χρησιμεύσει ὡς ἑρμηνευτικὸ παράδειγμα ἄλλων θρησκευτικῶν κειμένων[156].
  • Ὅλες οἱ θρησκεῖες καὶ οἱ ἱδρυτές τους συνδέονται τυπολογικὰ μὲ τὸ Χριστό. Δὲν ἔχει σημασία, ἂν κάποια θρησκεία θεωρεῖ τὸν ἑαυτό της ὡς ἀσυμβίβαστη μὲ τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ Θεός μας εἶναι ἕνας κεκρυμμένος Θεός[157]. Ὁ Χριστὸς εἶναι παντοῦ κεκρυμμένος στὸ μυστήριο τῆς ταπεινότητάς Του. Ὅταν ἡ χάρη ἐπισκιάζει ἕνα βραχμανιστὴ ἢ βουδδιστὴ ἢ μουσουλμᾶνο, στὴν πραγματικότητα ἐκεῖνος ποὺ προσλαμβάνεται ὡς φῶς εἶναι ὁ Χριστός[158].
  • Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργεῖ στὸν κόσμο καὶ τὶς θρησκεῖες. Ὑπάρχει ἡ Οἰκονομία τοῦ Πνεύματος, ἡ ὁποία συνδέεται[159] μὲ τὴν οἰκονομία τοῦ Λόγου, χωρὶς νὰ ὑποτάσσεται σ᾽ αὐτή. Ἡ πεντηκοστὴ δὲν εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Λόγου, ἀλλὰ ἡ συνέχεια τοῦ Λόγου[160]. Μπορεῖ ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ νὰ λέγεται, ὅτι μεταξὺ Λόγου καὶ Πνεύματος ὑπάρχει ἡ σχέση τῆς ἀμοιβαίας διακονίας. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὅμως ὡς ἰδιαίτερο καὶ ὁμότιμο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐνεργεῖ σύμφωνα μὲ τὴ δική του οἰκονομία. Οἱ μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὡς χῶρος ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα[161].
  • Ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἐμποδίζει τὴν ἀνάδειξη προφητῶν καὶ ἁγίων ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι αὐτοὶ ἔχουν ἕνα μυστικὸ σύνδεσμο μὲ τὸν ἀναστάντα Χριστὸ καὶ δὲν ἀντιστρατεύονται τὸ ἀπολυτρωτικό του ἔργο[162].
  • Ἀποτελεῖ λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ μυστηρίου, τοῦ ὁποίου εἶναι σημεῖο, νὰ διαβάζει ἄλλα σημεῖα ποὺ σὲ διαφορετικοὺς χρόνους ὁ Θεὸς ἔδωσε στὶς ἄλλες θρησκεῖες ἀποκαλύπτοντάς τον σ᾽ αὐτὲς ὑποκρυπτόμενο Θεό, προσβλέποντας στὴν τελικὴ ἐκδίπλωση τοῦ μυστηρίου κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς δευτέρας παρουσίας[163].
  • Ἡ σύγχρονη Θεολογία πρέπει νὰ προβεῖ σὲ μιὰ ἐκ νέου θεώρηση τῆς ἐκδίπλωσης τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας στὸν κόσμο[164].
  • Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ μικρὴ ποίμνη. Εἶναι τὸ προζύμι. Δὲν εἶναι ὅμως ὅλο τὸ ζυμάρι. Εἶναι τὸ ἁλάτι μέσα στὴν τροφή. Δὲν εἶναι ὅμως ἡ τροφή. Ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει τὴν πολλαπλότητα τῆς χριστιανικῆς πίστης. Ἡ Οἰκονομία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου εἶναι συνεχὴς καὶ ἀδιάκοπη[165].
  • Ἡ ἐπαφὴ μὲ ὁπαδοὺς ἄλλων θρησκειῶν στὸ πλαίσιο τῆς θρησκευτικῆς οἰκουμενικῆς κοινότητας ἀποτελεῖ ἐμπλουτισμὸ τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας καὶ ἐμπειρίας[166].
  • Ἡ Ἐκκλησία δὲν πρέπει νὰ ἀσκεῖ ἱεραποστολὴ μέσα σὲ ἕνα πνεῦμα ἀλαζονείας γιὰ τὴν ἀλήθεια ποὺ κατέχει. Πρωταρχικὸς σκοπὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ μαρτυρία ποὺ παρέχεται μὲ τὸ διάλογο. Ἔτσι θὰ ἀφυπνιστεῖ ὁ ὑποκρυπτόμενος καὶ κοιμώμενος στὴ νύχτα τῆς διδασκαλίας τους Χριστός. Ἡ ἀληθινὴ ἱεραποστολή, ἡ μαρτυρία, περιφρονεῖ τὴν ἱεραποστολή[167].

Ἡ παράθεση αὐτὴ τῶν θέσεων τοῦ J. Ratzinger καὶ τοῦ G. Khodre ἀσφαλῶς καὶ δὲν εἶναι ἐξαντλητική, ἀσφαλῶς καὶ δὲν ἦταν αὐτὸς ὁ κύριος ὁ σκοπός, ὅπως καὶ δὲν ἦταν ὁ σκοπός, νὰ κριθοῦν οἱ ἀπόψεις τῶν δύο Θεολόγων καθ᾽ ἑαυτές. Ὑπάρχει ὅμως μιὰ συνοπτικὴ παράθεση τῶν θεολογικῶν τους ἀπόψεων, ἀπὸ τὴν ὁποία καθίσταται δυνατὸ νὰ ἀπαντηθεῖ τὸ ἐρώτημα, ἐὰν οἱ «οἰκουμενιστές» μποροῦν νὰ ὁδηγήσουν σὲ ἕνα διαθρησκειακὸ οἰκουμενισμό. Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ εἶναι καὶ γιὰ τοὺς δύο κατηγορηματικὰ ἀρνητική. Αὐτὸ βέβαια εἶναι προφανέστερο στὸ Joseph Ratzinger. Δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ μὴ σημειωθοῦν καὶ κάποιες ἐλάχιστες οὐσιαστικὲς διαφορὲς μεταξὺ τοῦ «αἱρετικοῦ» Ρωμαιοκαθολικοῦ καὶ τοῦ Ὀρθοδόξου Μητροπολίτου τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας:

  • Ὁ Joseph Ratzinger θεωρεῖ ὅτι οἱ ἄλλες θρησκεῖες δὲν ἀποτελοῦν ἀγωγοὺς σωτηρίας γιὰ τὸν ἄνθρωπο. (Εἶναι μιὰ θέση ποὺ ἐκθέτει καὶ στὴν ὑπὸ τὴν προεδρία του ἐκδοθεῖσα Declaratio Dominus Jesus[168]). Ὁ G. Khodre ἐπικαλεῖται τὴ συνεχὴ πνοὴ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος στὸν κόσμο.
  • Ὁ Joseph Ratzinger συνδέει ἀπολύτως τὴν ἐνέργεια τοῦ Λόγου μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος στὸν κόσμο. Ὁ G. Khodre, παρὰ τὴν ἀμοιβαία σύνδεσή τους, στηριζόμενος στὸ Lossky καὶ στὸν Ἅγ. Εἰρηναῖο, ὅτι ὁ Λόγος καὶ τὸ Πνεῦμα εἶναι τὰ δύο χέρια τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, καταλήγει ἀτυχῶς περαιτέρω στὴν πράξη στὴν ἀποδοχὴ μιᾶς αὐτοτελοῦς Οἰκονομίας τοῦ Πνεύματος στὸν κόσμο ποὺ περιλαμβάνει τὸν κόσμο τῶν θρησκειῶν.
  • Γιὰ τὸν Joseph Ratzinger τὰ ἱερὰ βιβλία τῶν ἄλλων θρησκειῶν δὲν εἶναι συμπληρωματικὰ τῆς ἀποκαλυφθείσας ἀλήθειας. Γιὰ τὸν G. Khodre τὰ ἱερὰ βιβλία τῶν ἄλλων θρησκειῶν εἶναι γιὰ μᾶς ἀποκαλυπτικὰ μιᾶς νέας θρησκετικῆς ἐμπειρίας.
  • Ὁ J. Ratzinger πιστεύει στὴν ἱεραποστολὴ ὡς ἀναπόσπαστη ἐκκλησιαστικὴ λειτουργία. Ὁ G. Khodre ἀρκεῖται στὴ διὰ τοῦ διαλόγου προσφερόμενη μαρτυρία.

Παρότι καὶ οἱ ἀπόψεις ἀμφοτέρων −ὄχι μόνο τοῦ J. Ratzinger− δὲν εἰσάγουν expressis verbis τὸ θρησκευτικὸ πλουραλισμό, τίθεται βεβαίως τὸ ἐρώτημα: Ποίου οἱ θέσεις διευκολύνουν τὴ σχετικιστικὴ θεώρηση τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ; Ἀφοῦ οἱ ἄλλες θρησκεῖες εἶναι ἀγωγοὶ σωτηρίας, πρὸς τὶ ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Λόγου καὶ ἡ σταυρική του θυσία; Ἔχει νόημα ἡ ἱεραποστολή, ὅταν οἱ ὁπαδοὶ τῶν ἄλλων θρησκειῶν δὲ τὴ χρειάζονται, ἀφοῦ μποροῦν νὰ σωθοῦν μὲ τὴ δική τους;

Ὅλα αὐτὰ γράφτηκαν, χωρὶς βεβαίως νὰ συνιστοῦν συστηματικὴ παρουσίαση καὶ κριτικὴ στὶς ἀπόψεις ἑκάστου, γιὰ νὰ καταδειχθοῦν καὶ δι᾽ αὐτῶν τὰ ἑξῆς δύο πράγματα:

  • Ἐὰν οἱ ὀρθόδοξοι «οἰκουμενιστές» ἀποφασίσουν νὰ ὁδηγηθοῦν στὸν πλουραλισμό, στὸ σχετικισμὸ καὶ τὴν πανθρησκεία, θὰ ὑπάρξουν κάποιοι «αἱρετικοί» Ρωμαιοκαθολικοὶ ποὺ θὰ τοὺς ἐμποδίσουν. Αὐτὸ δὲ μαρτυροῦν μόνο οἱ ἀπόψεις μεμονωμένων ρωμαιοκαθολικῶν Θεολόγων[169], ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπίσημα κείμενα τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας. (Β´ Βατικανή − Declaratio Dominus Jesus).
  • Ἡ ἀπουσία τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας ἀπὸ τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου δὲν ἔχει θεολογικὰ αἴτια. Ἁπλᾶ εἶναι μιὰ ἀπουσία μὴ συγγνωστή. Τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας λόγοις καὶ ἔργοις, στὴ θεωρία καὶ τὴν πράξη, ἔχει ὑπερβεῖ κατὰ πολὺ τὸ πλαίσιο τῶν ἐπιτρεπτῶν σχέσεων μὲ ἑτεροδόξους καὶ ἑτεροθρήσκους. Μέσα σ᾽ αὐτὸ τὸ πλαίσιο ἀναπτύσσει καὶ ὁ G. Khodre τὶς προσωπικές του ἀπόψεις.
  • Ὅσοι ἀπὸ ἐμᾶς, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι θεωροῦν, ὅτι ἐκφράζουν ἀλαθήτως τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα καὶ τὸ φρόνημα τῶν ἁγίων Πατέρων, ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ οἰκουμενικὴ κίνηση ὁδηγεῖ στὸ θρησκευτικὸ πλουραλισμὸ ἢ στὴν Πανθρησκεία, ἁπλούστατα, δὲν ξέρουν τὶ λέγουν καὶ τὶ γράφουν.

Πῶς μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ ἡ προοπτικὴ τῆς Πανθρησκείας, ὅταν ὁ θρησκευτικὸς πλουραλισμὸς δέν «ἰσοπεδώσει» προηγουμένως τὶς Θρησκεῖες; Πῶς μπορεῖ νὰ γίνει αὐτό, ὅταν ὁ θρησκευτικὸς πλουραλισμὸς χαρακτηρίζεται καὶ εἶναι ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος γιὰ τὸ Χριστιανισμό;

 

 

  1. Διαχριστιανικοὶ Διάλογοι

 

Ὅταν μελετᾷ κανεὶς τὸ ἐγκριθὲν κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης καὶ ἐπικεντρώνει τὸ ἐνδιαφέρον του, στὰ ὅσα ἰδιαίτερα καταγράφει γιὰ τοὺς διαχριστιανικοὺς διαλόγους καὶ τὴν οἰκουμενικὴ κίνηση, ἀναδύεται αὐτόματα τὸ ἐρώτημα, ἐὰν τὸ κείμενο αὐτὸ ἀποδέχεται ἕνα «οἰκουμενισμὸ τῆς ἐπιτροφῆς» ἢ ἀποδέχεται ἕνα «οἰκουμενισμὸ τῆς ἐνσωμάτωσης». Οἱ ἐπικριτὲς τῆς Συνόδου, ἀκόμα καὶ πρὶν τὴ διεξαγωγή της, προσπάθησαν νὰ καταγγείλουν καὶ νὰ πείσουν ὅτι ἡ Σύνοδος προσβλέπει στὴν καθιέρωση καὶ ἀποδοχὴ ἑνὸς «οἰκουμενισμοῦ τῆς ἐνσωμάτωσης». Πρόκειται βέβαια γιὰ μιὰ αὐθαίρετη καὶ λανθασμένη ἀντίληψη, ἐνῶ θὰ πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ τὸ αὐτονόητο, δηλ. ὅτι σημασία δὲν ἔχουν οἱ προσωπικὲς θεωρήσεις ἑκάστου, ἀλλὰ ποιὲς εἶναι οἱ πραγματικὲς θέσεις τοῦ κειμένου. Καμιὰ λοιπὸν σημασία δὲν ἔχει, τὸ τὶ ὁ καθένας κατὰ τὴν προσωπική του καὶ ὑποκειμενική του ἀντίληψη κρίνει, ὅτι θὰ ἔπρεπε ἢ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποδεχθεῖ καὶ νὰ καταγράψει τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλη Συνόδου, ἀλλὰ τὸ τὶ αὐτὴ πράγματι καταγράφει.

Κατ᾽ ἀρχὴν θὰ πρέπει νὰ γίνει σαφές, στὸ τὶ οἱ ἐπικριτὲς τοῦ «Οἰκουμενισμοῦ τῆς ἐνσωμάτωσης» καὶ ταυτόχρονα ἐπικριτὲς τῆς ὁποιασδήποτε προσπάθειας διαλόγου μὲ τοὺς ἑτεροδόξους ἀκριβῶς ἐννοοῦν. Πολὺ συχνὰ καὶ σχεδὸν σὲ ὅλα τὰ σχετικὰ κείμενα τῶν ἐπικριτῶν[170] καταγγέλεται ψευδῶς, ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης υἱοθετεῖ ἀπόψεις τοῦ γάλλου κληρικοῦ καὶ θεολόγου Yves Marie Joseph Congar (1904-1995), ὁ ὁποῖος ἕνα χρόνο πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό του (1994) ὀνομάστηκε καὶ καρδινάλιος. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Yves Congar ἄσκησε ἐπιρροὴ στὶς ἀποφάσεις τῆς Β´ Βατικανῆς (1962-1965) εἶναι ἀδιαμφισβήτητο. Ἀγνοώντας ὅλη τὴν περαιτέρω πλούσια ἐργογραφία τοῦ Yves Congar, οἱ ἐπικριτικὲς χρησιμοποιοῦν τὸ ἴδιο καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα του ἔργα στὴν ἀγγλική του μετάφραση −γιατὶ κατὰ σύμπτωση ὅλοι ἀδυνατοῦν νὰ τὸ διαβάσουν καὶ νὰ τὸ κατανοήσουν στὸ γαλλικὸ πρωτότυπο[171]−, ἔτσι ὥστε ἁπλᾶ μιμητικὰ καὶ ἄκριτα νὰ ἐπαναλαμβάνουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο− καὶ ἐπισημαίνουν: «Ὁ Οἰκουμενισμὸς τῆς ἐνσωμάτωσης βασίζεται στὴ θεωρία ποὺ ἀνέπτυξε τὸ 1939 ὁ Γάλλος Δομινικανὸς θεολόγος Congar. Σύμφωνα μὲ τὴ θεωρία αὐτὴ κάποια αὐτόνομα ἐκκλησιαστικὰ «στοιχεία», ὅπως εἶναι τὸ βάπτισμα, μποροῦν νὰ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὸ σύνολο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ νὰ συνεχίζουν νὰ παρέχουν τὴ χάρη καὶ νά «ἐπιφέρουν στὴν ψυχὴ τοῦ σχισματικοῦ χριστιανοῦ μία πνευματικὴ ἐνσωμάτωση (voto) στὴν Ἐκκλησία», καθιστώντας τὸν σχισματικὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας»[172].

Κατ᾽ ἀρχὴν θὰ πρέπει κανεὶς νὰ παρατηρήσει, ὅτι ὁ μόνος ὀρθόδοξος Θεολόγος ποὺ ἀπροκάλυπτα, χωρὶς προβληματισμὸ καὶ ἐπιφυλάξεις ἀποδέχεται τὶς ἀπόψεις τοῦ Yves Congar εἶναι ὁ Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης[173], ὁ ὁποῖος γράφει: «Οἱ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοῦ Πνεύματος τελοῦντες εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας οὐχὶ τῷ πράγματι (in re), ἀλλὰ τῇ διαθέτει, τῇ ἐπιθυμίᾳ (in voto) καὶ ἡ παραμονή των ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας δὲν ὀφείλεται εἰς συνειδητὴν κατὰ τοῦ Πνεύματος ἀντίστασιν, ἀλλὰ εἰς ἰστορικούς, γεωγραφικούς, ἐξωτερικοὺς ἐν γένει παράγοντας»!!!

Κατὰ θαυμαστὴ σύμπτωση στὰ κείμενα τῶν ἐπικριτῶν παρουσιάζεται ἡ ἄποψη ἑνὸς ἄλλου «θεολόγου καὶ ἑρμηνευτή», (χωρὶς βεβαίως νὰ ἐπηξηγεῖται, γιατὶ εἶναι ἑρμηνευτὴς καὶ τὸ τὶ ἑρμήνευσε, ὁ χαρακτηρισμὸς ὅμως ἐπαναλαμβάνεται), τοῦ ἑλβετοῦ θεολόγου Johannes Feiner (1909-1985): «Ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖται ὡς μία «Communio» ἢ μία σύνθετη πραγματικότητα μὲ τὴν μορφὴ μίας κοινωνίας, ἡ ἑνότητα τῆς ὁποίας ἔχει ἐπέλθει ἀπὸ πολλοὺς καὶ ποικίλους παράγοντες, εἶναι ἀνοιχτὴ ἡ πιθανότητα, τὰ συστατικὰ στοιχεῖα τῆς Ἐκκλησίας νὰ εἶναι παρόντα ἀκόμα καὶ σὲ χριστιανικὲς κοινότητες ἐκτὸς τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας καὶ νὰ μποροῦν νὰ προσδίδουν σ᾽ αὐτὲς τὶς κοινότητες τὸν χαρακτήρα Ἐκκλησίας. Συνεπῶς ἡ μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ ἐπίσης νὰ εἶναι παροῦσα ἐκτὸς τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ εἶναι πράγματι παροῦσα»[174].

Παρὰ τὴν πρόδηλη προχειρότητα[175] μὲ τὴν ὁποία οἱ ἐπικριτὲς χειρίζονται τὶς πηγές, σημασία ἔχουν τὰ θέματα οὐσίας. Ἀπὸ τὴν παράθεση τῶν ἀπόψεων τῶν Yves Congar καὶ Johannes Feiner, οἱ ὁποῖες στὴν κακόβουλη φαντασία τῶν ἐπικριτῶν υἱοθετοῦνται ἀπὸ τὰ προσυνοδικὰ ἤδη κείμενα τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη, ἀναδύονται τὰ ἑξῆς ἐρωτήματα:

  • Ποῦ τὰ προσυνοδικὰ Κείμενα καὶ τὸ ἐγκριθὲν τελικὸ κείμενο ἀναγνωρίζουν ἐκκλησιαστικὰ στοιχεῖα ἢ vestigia ecclesiae τοῦ Καλβίνου, τοῦ Yves Congar καὶ τῆς Β´ Βατικανῆς[176] στὶς ἑτερόδοξες χριστιανικὲς κοινότητες, ὅταν στὸ κείμενο ἐπισημαίνεται ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει τὴν ἀποστολὴν καὶ ὑποχρέωσιν νὰ μεταδίδῃ καὶ κηρύττει πᾶσαν τὴν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ καὶ τῇ Ἱερᾶ Παραδόσει ἀλήθειαν, ἥτις καὶ προσδίδει τῇ Ἐκκλησίᾳ τὸν καθολικὸν αὐτῆς χαρακτῆρα;» (§ 2) Aὐτὸ σημαίνει ὅτι στὶς ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες, τῶν ὁποίων ἡ Ὀρθόδοξος ἀναγνωρίζει μόνο τὴν ἱστορικὴν ὀνομασία καὶ μὲ τὶς ὁποῖες δὲν εὑρίσκεται σὲ κοινωνία (§ 6), ἐλλείπει ἡ καθολικότητα καὶ κατὰ συνέπειᾳ, κατὰ τὸ κείμενο τῆς Συνόδου, οὐδεμία Ecclesia extra Ecclesiam ὑπάρχει, οὔτε μία ὑπὸ ὀντολογικὴ ἔννοια Ecclesia extra muros εἶναι ἀποδεκτή. Πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ ἀναγνωρίζονται vestigia Ecclesiae, ὅταν ἡ οἱαδήποτε μυστηριακὴ κοινωνία προϋποθέτει τὴν ὀρθὴ πίστη; (§ 3). Πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ ἀναγνωρίζονται vestigia Ecclesiae, ὅταν ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὀφείλει νά «δίδει δυναμικὴν μαρτυρίαν τοῦ πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας καὶ τῶν πνευματικῶν αὐτῆς θησαυρῶν πρὸς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς..;» (§ 6) Γιατὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία νὰ χρειάζεται νὰ δίδει μιὰ δυναμικὴ μάλιστα μαρτυρία τοῦ πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας, ἐὰν οἱ ἑτερόδοξες κοινότητες διὰ τῶν vestigia ecclesiae εἶχαν ἔγκυρα μυστήρια (καὶ κατὰ πρῶτον τὸ βάπτισμα) καὶ ἀποτελοῦσαν Ἐκκλησία ὑπὸ ὀντολογικὴ ἔννοια; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρίζει τὸ κείμενο[177] ἐκκλησιαστικὸ χαρακτῆρα σὲ ἑτερόδοξες κοινότητες καὶ ταυτόχρονα νὰ ἀνάγεται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱ. Παράδοση, ἑρμηνευόμενες ὑπὸ τὸ φῶς τῆς Πατερικῆς Θεολογίας, στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ τὶς ἀποφάσεις τους, σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες, οἱαδήποτε μυστηριακὴ κοινωνία καὶ κατὰ συνέπεια οἱαδήποτε ἀναγνώριση μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων ἢ συμμετοχὴ σ᾽ αὐτὰ προϋποθέτει −καὶ κατὰ τὸ κείμενο τῆς Κρήτης− τὴν κοινὴ ὀρθὴ πίστη, προϋπόθεση συμμετοχῆς στὴ Θ. Εὐχαριστία;
  • Ἐὰν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ εἶναι παροῦσα καὶ ἐκτὸς τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ Johannes Feiner, τότε θὰ εἶχε τὸ ἔρεισμα κανεὶς νὰ θεωρήσει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μία, ἀλλὰ δύο ἢ καὶ περισσότερες, ἤ, ὅτι ἡ Μία Ἐκκλησία εὑρίσκεται καὶ ἐκτὸς τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας; Ποῦ υἱοθετοῦν τὰ προσυνοδικὰ κείμενα καὶ τὸ τελικὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὴν Κρήτη μιὰ τέτοια ἀντίληψη, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ φαντασία τῶν ἐπικριτῶν της; Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ κειμένου § 1 ἐπισημαίνεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ποὺ θεμελιώνει τὴν ἑνότητά της διὰ τῆς κοινωνίας τῆς ἀληθοῦς πίστεως καὶ τῶν Μυστηρίων, ἡ ὁποία γιὰ νὰ ὑπάρχει, θὰ πρέπει νὰ διατηρεῖται ἡ ἀποστολικὴ διαδοχὴ καὶ νὰ βιοῦται ἀπὸ κοινοῦ ἡ πατερικὴ παράδοση, ὥστε νὰ διασφαλίζεται ἡ καθολικότητά της. Ὅταν, συνεπῶς, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὴν αὐθεντικὴ καὶ συνεπῆ ἔκφραση τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, ὅταν ἀναζητᾶ τὴν ἑνότητα μὲ θεμέλιο τὴν πίστη καὶ τὴν παράδοση τῆς ἀρχαία Ἐκκλησίας τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅταν κατέχουσα τὸ πλήρωμα τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ ἀρνεῖται τὴν καθολικότητα σὲ ἑτερόδοξες κοινότητες, ὅταν προβάλλει τὸν ἀδιάσπαστο δεσμὸ μεταξὺ αὐθεντικῆς καὶ ἀληθοῦς πίστεως καὶ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καὶ ἰδίως, ὅταν καλεῖ τὶς ἑτερόδοξες κοινότητες γιά «τὴν ἀποσαφήνιση τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος» καὶ σὲ συζήτηση, γιὰ τὰ θέματα τῶν μυστηρίων, τῆς χάριτος, τῆς ἱερωσύνης, τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς καὶ ὅ,τι ἄλλο τὴ χωρίζει ἀπὸ αὐτές, πῶς μπορεῖ νὰ ἰσχυρίζεται κάποιος, ὅτι ἀναγνωρίζεται ἡ ἐκκλησιαστικότητα ἑτεροδόξων κοινοτήτων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑποτιθέμενης ἀναγνώρισης κάποιων «vestigia ecclesiae» σὲ αὐτές; Γιατὶ οἱ ἐπικριτὲς δὲν ἀναφέρουν συγκεκριμένα, ποιὰ εἶναι αὐτὰ τὰ vestigia ecclesiae, τὰ ὁποῖα −ὑποτίθεται− ἀναγνωρίζει ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης καὶ σὲ ποιὰ συγκεκριμένα σημεῖα τοῦ κειμένου της τὸ πράττει; Ἡ «θαυμαστή» ἀνεπαρκὴς πολλὲς φορές, ἐπίδειξη γνώσης στὴν Ἐκκλησιολογία τῆς Β´ Βατικανῆς δὲν ἀποδεικνύει αὐτόματα τὴν υἱοθέτηση παρομοίων θέσεων ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης. Ἡ πανομοιότυπη ἀποσπασματικὴ παράθεση κειμένων Ρωμαιοκαθολικῶν Θεολόγων μπορεῖ βεβαίως νὰ δημιουργεῖ πεπλανημένο αἴσθημα αὐτοδικαίωσης σὲ Παλαιοημερολογίτες καὶ σύγχυση σὲ ἀδαεῖς, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐπαναλαμβανόμενες ἀναλήθειες θὰ καταστοῦν στὸ τέλος πιστευτές, αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι ἀρκετὸ καὶ κυρίως εἶναι θεολογικὰ ἀπαράδεκτο.

Εἶναι ἀντίθετα παραπλανητικὸ καὶ κακόβουλο. Οἱ ἐπικριτὲς εἶχαν καὶ ἔχουν τὴν ὑποχρέωση νὰ καταδείξουν μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια τὰ συγκεκριμένα σημεῖα τοῦ κειμένου, στὰ ὁποῖα πράγματι υἱοθετοῦνται τὰ vestigia ecclesiae τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν Θεολόγων ποὺ ἀναφέρουν καὶ ἡ Ἐκκλησιολογία τῆς Β´ Βατικανῆς[178]. Νὰ καταδείξουν ποῦ ἀνανγωρίζεται ἔστω καὶ μιὰ ἀτελὴς κοινωνία μεταξὺ Ὀρθοδόξου καὶ Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας[179]. Νὰ καταδείξουν, ποῦ υἱοθετεῖται ἡ θεωρία τῶν ὁμόκεντρων κύκλων τῆς Β´ Βατικανῆς[180]. Νὰ καταδείξουν, ἀπὸ πότε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θεωρεῖ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς μέλη[181] της! Ποῦ τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου ἀναγνωρίζει τὴ σωστικὴ ἱκανότητα τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν ἑτεροδόξων, ὅπως τὸ πράττει ἡ Β´ Βατικανή[182]; Δυστυχῶς γιὰ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει κάποιο ποὺ νὰ προσφέρει ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστο ἔρεισμα γιὰ τὶς ἀπόψεις τους.

  • Ἀπὸ πότε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν περίπτωση τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, τοῦ μόνου ἴσως στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο, υἱοθετώντας −ὑποτίθεται− τὴν ἀντίληψη τοῦ Yves Congar, ἀπομονώνει τὸ βάπτισμα ἑνὸς ἑτεροδόξου (π.χ. ἑνὸς Ρωμαιοκαθολικοῦ) ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία του, θεωρώντας ἐν τούτοις, ὅτι αὐτὸ συνεχίζει νὰ παρέχει τὴ χάρη, ἔτσι ὥστε ἐνσωματούμενος ψυχικὰ ὁ ἑτερόδοξος στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νὰ θεωρεῖται μέλος της; Ἐξ᾽ ἄλλου, ὅπως ἔχει πλειστάκις ἐπισημανθεῖ, σημασία δὲν ἔχουν οἱ προσωπικὲς ἀπόψεις, ἀλλὰ τὸ τὶ τὰ κείμενα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὴν Κρήτη καταγράφουν.

Κατάπληκτος ἑπομένως διερωτᾶται περαιτέρω κάποιος: Ὁ ἑτερόδοξος, ὁ ὁποῖος −ὑποτίθεται− ἐνσωματώνεται ψυχικὰ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, παύει νὰ εἶναι μέλος τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας; Ἐφ᾽ ὅσον τὸ βάπτισμα εἶναι τὸ εἰσαγωγικὸ στὴν Ἐκκλησία μυστήριο δημιουργώντας ἕνα ἄρρηκτο σύνδεσμο μὲ αὐτή, πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι κανεὶς μέλος τῆς Ὀρθόδοξης καὶ μιᾶς ἑτερόδοξης Ἐκκλησίας ταυτόχρονα; Ἐὰν ὁ ἑτερόδοξος μπορεῖ καὶ μετέχει στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας του, γιατὶ ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ μετέχει στὰ μυστήρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀφοῦ −ὑποτίθεται− εἶναι μέλος καὶ αὐτῆς; Θεώρησε ποτὲ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ κείμενά της καὶ στὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης τὰ μέλη τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅτι εἶναι voto (δηλ. κατ᾽ ἐπιθυμίαν) μέλη της; Σὲ ποιὸ σημεῖο τοῦ κειμένου τὸ ἔπραξε αὐτό; Ἐὰν εἶχε πράξει κάτι τέτοιο, τότε γιατὶ δὲν ἐπιτρέπει τὴ συμμετοχή τους καὶ στὰ ὑπόλοιπα μυστήρια; Ἐὰν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία υἱοθετοῦσε τὴν ἀντίληψη τοῦ Yves Congar, τότε θὰ ἔπρεπε κατ᾽ ἐπέκταση νὰ θεωρεῖ ὅλους τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ἢ προτεστάντες ὡς μέλη της, κάτι ποὺ ἀσφαλῶς δὲ συμβαίνει. Ἐὰν ὅμως τὸ εἶχε πράξει αὐτό, πρὸς τὶ ὁ ἰσχυρισμὸς καὶ ἡ κατηγορία τῶν ἐπικριτῶν, ὅτι ἡ Σύνοδος ἀναγνωρίζει −ὑποτίθεται− τὶς ἑτερόδοξες κοινότητες ὡς Ἐκκλησίες, ἀφοῦ τὰ μέλη τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν εἶναι ἤδη μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Ἕνα ἀπὸ τὰ δύο θὰ μποροῦσε νὰ συμβαίνει; Ἢ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει ἐκτὸς αὐτῆς ἄλλη Ἐκκλησία ἢ θεωρεῖ τὰ μέλη τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν ὡς δικά της μέλη.

Ἡ ἀλήθεια βεβαίως εἶναι, ὅτι οὔτε τὸ πρῶτο ἰσχύει, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ δεύτερο[183]. Τὸ πρῶτο δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχύει, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν ἀναγνωρίζει παρὰ μόνον τὴν ἱστορικὴν ὀνομασίαν τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν καὶ συνεπῶς δὲν κατανοεῖ τὶς ἑτερόδοξες κοινότητες ὀντολογικὰ ὡς Ἐκκλησίες. Τὸ δεύτερο δὲν μπορεῖ ἐπίσης νὰ ἰσχύει, ἀφοῦ οἱ ἑτερόδοξες κοινότητες δὲν εὑρίσκονται σὲ κοινωνία μὲ αὐτὴ καὶ προϋπόθεση τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας εἶναι ἡ σύγκλιση διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς ὀρθῆς πίστεως, κάτι ποὺ δὲ συμβαίνει μέχρι τώρα μὲ τὶς ἑτερόδοξες κοινότητες. Πρὸς τὶ ἡ ἀναγκαιότητα τοῦ διαλόγου, ἐὰν οἱ ἑτερόδοξες κοινότητες ἦταν ἀναγνωρισμένες ὡς Ἐκκλησίες ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη καὶ τὰ μέλη τους ἐθεωροῦντο ὡς μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Ἐὰν ὑπῆρχε τὸ μεῖζον, δηλ. ἡ ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων, τότε γιατὶ θὰ ἦταν ἀναγκαῖο τὸ ἔλλασον (ὁ διάλογος);

Ἐνῶ λοιπὸν τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὴν Κρήτη δὲν ἔχει σχέση καθ᾽ οἱονδήποτε τρόπο καὶ ἔννοια μὲ τόν «Οἰκουμενισμὸ τῆς ἐνσωμάτωσης», συμβαίνει τὸ ἑξῆς παράδοξο: Οἱ μὲν Ρωμαιοκαθολικοὶ νὰ τὸ ἀντιλαμβάνονται αὐτό, κάποιοι δὲ ὀρθόδοξοι νὰ ἀδυνατοῦν −κακόβουλα ἢ ὄχι− νὰ τὸ κατανοήσουν. Οἱ μὲν πρῶτοι ἐκφράζουν μὲ εὐγένεια τὴ δυσαρέσκειά τους, οἱ δὲ δεύτεροι νὰ ὁμιλοῦν γιὰ ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία μὲ τὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης!

Ἀπὸ Ρωμαιοκαθολικῆς πλευρᾶς ἀρκεῖ νὰ ἀναφερθεῖ ἕνα ἐνδεικτικὸ παράδειγμα. Ἐπισημαίνει ὁ Ἐπίσκοπος Γρατιανουπόλεως καὶ καθηγητὴς Δημήτριος Σαλάχας[184]. «Ὡς πρὸς τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία, ἡ Β´ Βατικάνειος Σύνοδος σαφῶς διεκήρυξε ὅτι τόσον ἡ ἴδια ὅσον καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διατήρησαν, παρὰ τὸν ἱστορικὸ χωρισμό τους, τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τῆς ἀποστολικότητας καὶ μυστηριακῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τὰ ὁποῖα τὶς καθιστοῦν ὄντως «Ἐκκλησίες», ὄργανα ἁγιασμοῦ καὶ σωτηρίας, λόγων τῶν Μυστηρίων καὶ ἰδιαίτερα τῆς Ἱερωσύνης καὶ τῆς Ἁγίας Εὐχαριστίας. Ἡ ἀπόφαση ὅμως τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου διαφοροποιεῖται… Οἱ ἄλλες λοιπὸν Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Καθολικῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, χαρακτηρίζονται ὡς «ἑτερόδοξες», ὁ δὲ ὅρος «Ἐκκλησία» γίνεται ἀποδεκτός «κατὰ τὴν ἱστορική του μόνο ὀνομασία» καὶ ὄχι «κατὰ τὴν ὀντολογικὴν φύσιν» αὐτῆς. Αὐτὸ σημαίνει −ἐμμέσως πλὴν σαφῶς− ὅτι δὲν ἀναγνωρίζεται ἡ οὐσιαστικὴ ἔννοια καὶ φύση τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ὡς «Ἐκκλησία» μὲ βάση τὴν ἀποστολικὴ διαδοχὴ καὶ ἑπομένως τὴν ἐκκλησιολογικὴ καὶ μυστηριακὴ αὐτῆς ὑπόσταση καὶ δομή». Ὑπάρχει σαφέστερη τοποθέτηση ἀπὸ αὐτή;

Ἐνῶ οἱ ὀρθόδοξοι ἐπικριτὲς τῆς Συνόδου δὲν κατανοοῦν αὐτὸ ποὺ εἶναι πλέον κατηγορηματικὰ σαφές, ὅτι δηλ. τὸ κείμενο δὲν κηρύσσει ἕνα «οἰκουμενισμὸ τῆς ἐνσωμάτωσης», ὀφείλει νὰ ἐξετασθεῖ, ἐὰν ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος υἱοθετεῖ τόν «Οἰκουμενισμὸ τῆς ἐπιστροφῆς», ὅπως θὰ ἤθελαν οἱ ὀρθόδοξοι ἐπικριτές.

Τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου θέτει μὲ σαφήνεια τὸ σκοπὸ τῶν θεολογικῶν διαλόγων ποὺ εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀληθινῆς πίστεως τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, διαθέτουσα τὴν αὐτοσυνειδησία, ὅτι ἀποτελεῖ τὴ συνέχεια τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς[185]. Πράττουσα αὐτὸ ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν δὲν ἐνεργεῖ κάτι ποὺ εἶναι ξένο πρὸς τὴ φύση καὶ τὴν ἱστορία της, ἀλλὰ ἀντίθετα ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ οἰκουμενικὸ πνεῦμα ποὺ τὴ διέπει, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ἔχει τὴν εὐκαιρία νὰ παράσχῃ μαρτυρία τῆς ἀποστολικῆς της πίστης καὶ παράδοσης καθιστώντας τοὺς ἑτεροδόξους κοινωνοὺς τῶν πνευματικῶν της θησαυρῶν. Σκοπὸς τοῦ διαλόγου εἶναι νὰ καταστεῖ ἐφικτὴ ἡ κοινὴ κατανόηση τῆς πίστης καὶ τῆς παράδοσης τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Μὲ τὸ διάλογο παρέχεται ἡ εὐκαιρία στοὺς ἑτεροδόξους νὰ γνωρίσουν καὶ νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν αὐθεντικότητα τῆς πατερικῆς παραδόσεως, τὴν ἀξία τῆς πατερικῆς διδασκαλίας, τὴ λειτουργικὴ ἐμπειρία καὶ τὴν πίστη τῶν Ὀρθοδόξων[186]. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχουσα συνείδηση, ὅτι ἀποτελεῖ τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο δὲν ἀρκεῖται διαλεγομένη μὲ τοὺς ἑτεροδόξους σὲ ἕνα θεολογικὸ μινιμαλισμὸ καὶ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ ἀθετήσει τὴν δογματική της διδασκαλία καὶ παράδοση, οὔτε νὰ ἀλλοιώσει τὸ εὐαγγελικό της ἦθος[187]. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ διάλογος δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ποτὲ ὡς καρπὸ τὸ συμβιβασμὸ στὴν ἀλήθεια, δεδομένου ὅτι τὸ κριτήριο τῆς σύγκλισης εἶναι ἀπολύτως σαφές: Ἡ σύγκλιση στὸ ἦθος καὶ τὴ διδασκαλία τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας κατὰ τὴν πρώτη χιλιετία.

Ὀρθὰ τὸ συνοδικὸ κείμενο, ἀντὶ νὰ καλεῖ τοὺς ἑτεροδόξους νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, (ὅπως θὰ τὸν ἤθελαν οἱ ἐπικριτὲς τοῦ κειμένου), κάτι ποὺ θὰ καταστοῦσε σήμερα a priori τὸ διάλογο ἀνέφικτο, γιατὶ στὴν περίπτωση αὐτή, μετὰ ἀπὸ τόσους αἰῶνες διάστασης, ἡ πρόσκληση ἐκ μέρους τῶν ἑτεροδόξων θὰ μποροῦσε νὰ ἀπευθυνθεῖ πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κατ᾽ ἀντίστροφη φορά, καλεῖ τοὺς ἑτεροδόξους διὰ τοῦ διαλόγου «πρὸς τὴν κοινὴν κατανόησιν τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας»[188], τῆς ὁποίας βεβαίως ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει τὴ συνείδηση, ὅτι ἀποτελεῖ τὴν αὐθεντικὴ ἔκφραση καὶ ἐνσάρκωση. Μιὰ διατύπωση, ὅπως θὰ τὴν ἤθελαν οἱ ἐπικριτὲς τοῦ κειμένου, ναρκοθετώντας καὶ ἐκμηδενίζοντας τὴν προπτικὴ τοῦ διαλόγου, θὰ ἦταν ἐκ προοιμίου ἄγονη καὶ ἀναποτελεσματικὴ στὴ σύγχρονη συγκυρία. Χωρὶς ὅμως αὐτὴ τὴν κοινὴ κατανόηση τῆς ἀρχαίας παραδόσεως τῆς πρώτης χιλιετίας δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἑνότητα μὲ τοὺς ἑτεροδόξους. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ ἀναγνωρίσει τὸν ἑαυτό της στὴ διδασκαλία καὶ τὸ ἦθος τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἀντὶ ὅμως νὰ τὶς καλεῖ νὰ ἐπιστρέψουν σὲ αὐτή, μιὰ μέθοδος καὶ στάση τελείως ἀναποτελεσματικὴ καὶ ἀνίκανη στὴ πολὺ δύσκολη σύγχρονη συγκυρία νὰ παραγάγει θετικοὺς καρπούς, καλεῖ τοὺς ἑτεροδόξους νὰ ἐπανέλθουν στὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Εἶναι μιὰ πρόσκληση περισσότερο ἀποτελεσματικὴ καὶ πρόσφορος ποὺ στὴν οὐσία της νοηματοδοτεῖ τὸν «οἰκουμενισμὸ τῆς ἐπιστροφῆς» προσδιορίζοντας τὸ χῶρο τῆς ἐπιστροφῆς καὶ παρέχοντας ἀπαρέγκλιτα τὸ κριτήριο τῆς προσδοκώμενης ἑνότητας. Κατὰ συνέπεια, εἴτε τό «ἐπιστρέψτε σὲ μᾶς» προβάλλεις στοὺς ἑτεροδόξους, εἴτε τό «ἐπιστρέψτε στὴν παράδοση τῆς πρώτης χιλιετίας, ἔχοντας συνείδηση, ὅτι ἀποτελεῖς τὴ συνέχεια τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό, εἶναι τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Μὲ αὐτὰ τα δεδομένα γίνεται κατανοητό, ὅτι οἱ ἐπικριτὲς τοῦ κειμένου παίζουν μὲ τὶς λέξεις, προσπαθώντας ἀνεπιτυχῶς νὰ δημιουργήσουν προβλήματα ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχουν.

Ἐνῶ τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου μετ᾽ ἐμφράσεως ἐπισημαίνει, ὅτι θεωρεῖ χρέος τὸ διάλογο, ταυτόχρονα δὲν καταλαμβάνεται ἀπὸ ἐνθουσιαστικὰ συναισθήματα. Κάνει λόγο γιὰ βαθειὰ κρίση στὴν οἰκουμενικὴ κίνηση καὶ δὲν παραγνωρίζει τὶς δυσκολίες τοῦ ἐγχειρήματος αὐτοῦ[189]. Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ὀφείλουν νὰ ἐξετάσουν μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὴν πανθομολογούμενη κόπωση στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση, νὰ ἀνεύρουν τὰ αἴτιά της καὶ νὰ ἐπαναπροσδιορίσουν τὴν τακτική τους. Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἔχει ἀπόλυτη συνείδηση τῶν νέων προβλημάτων καὶ διαφορῶν ποὺ δημιουργεῖ ἡ παρατεινόμενη ἀποξένωση τῶν ἑτεροδόξων ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἐάν, π.χ. λάβει κανεὶς ὑπ᾽ ὄψιν του τὸ γεγονὸς τῆς χειροτονίας γυναικῶν ἢ ὁμοφυλοφίλων στὴν Ἀγγλικανική, Λουθηρανικὴ καὶ Παλαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία, τότε κατανοεῖται περισσότερο, γιατὶ ἡ προσδοκία τῆς ἕνωσης μὲ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ κριτήρια ἐλαχιστοποιεῖται. Αὐτὸ κατ᾽ οὐδένα τρόπο σημαίνει, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ ἀποστεῖ ἀπὸ τὸ χρέος τοῦ διαλόγου. Ὁ διάλογος ἀποτελεῖ γιὰ τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐξαιρετικὴ εὐθύνη. Ἡ οὐσιαστικὴ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ ἐσωτερικὸ τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν μόνο θετικὰ ἀποτελέσματα μπορεῖ νὰ ἔχει γιὰ τοὺς ἑτεροδόξους. Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὀφείλει ἀνθρωπίνως νὰ καταβάλει κάθε προσπάθεια, ὥστε νὰ προβληματίζει καὶ νὰ γίνεται πειστική. Στὸ ἐγχείρημα αὐτὸ ἄλλωστε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐκζητᾶ καὶ ἀπεκδέχεται πρωτίστως τὴν ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε αὐτὰ ποὺ εἶναι καὶ φαίνονται σήμερα ἀνέφικτα, νὰ καταστοῦν στὸ μέλλον ἐφικτά. Ὁ διάλογος, ἡ μαρτυρία τῆς ἀλήθειας, ἡ κοινοποίηση τοῦ καταπιστεύματος τῆς πνευματικῆς μας ἐμπειρίας ἀποτελοῦν εὐθύνη μας, τὴν ὁποία δὲν μποροῦμε νὰ ἀποσείσουμε. Τὸ ἐρώτημα, βεβαίως, πάντα εἶναι, ἐὰν εἴμαστε ἱκανοὶ νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὸ χρέος αὐτό, ὥστε νὰ ἐπέλθει «ἡ τελικὴ ἀποκατάστασις τῆς ἐν τῇ ὀρθῇ πίστει καὶ τῇ ἀγάπη ἑνότητος»[190].

Ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψιν τὰ ὅσα ἀνωτέρω κατεγράφησαν στὶς § 5 καὶ 7 τοῦ παρόντος κειμένου, καταγράφεται ἀμέσως κατωτέρω ἕνα κεντρικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν κριτικὴ τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου[191]:

«Ἔτσι τὸ τελικὸ κείμενο ἦταν διπλωματικό, διακρίνεται γιὰ μιὰ δημιουργικὴ ἀσάφεια», ὅπως ἔχει γραφεῖ, ἔχει ἐπιχειρήματα γιὰ νὰ προσλαμβάνωνται ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρές, θεωρῶ ὅτι δυσαρεστεῖ καὶ τοὺς ὀρθοδόξους καὶ τοὺς ἑτεροδόξους, διαποτίζεται ἀπὸ τὴν βαπτισματικὴ θεολογία καὶ ἐμμέσως πλὴν σαφῶς ἀπὸ τὴν θεωρία τῶν κλάδων, ὅπως φάνηκε ἀπὸ τὶς συζητήσεις, καθὼς ἐπίσης μετακινήθηκε ἐλαφρῶς, ἀλλὰ ἐνσυνειδήτως ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἀποκλειστικότητας στὴν ἀρχὴ τῆς περιεκτικότητας».

Σὲ συμφωνία μὲ τὰ ἀνωτέρω καταγραφέντα παρατηροῦνται συνοπτικὰ τὰ ἑξῆς:

  • Εἶναι εὔλογο, ἂν ὄχι ἀναγκαῖο, στὸ τελικὸ κείμενο, στὴ σύνταξη τοῦ ὁποίου μετέχουν 10 Ἐκκλησίες, νὰ σημειώνονται ἀλλαγές, καρπὸς διαλογικῆς συζήτησης. Ἐὰν ἡ ἐμμονὴ σὲ προειλημμένες θέσεις ἦταν ἀπαράβατος κανόνας, δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ συγκληθεῖ ἡ Σύνοδος.
  • Τὸ κείμενο δὲν εἶναι διπλωματικό, ὥστε νὰ προσλαμβάνεται ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρές. Ἐμνημονεύθη ἀνωτέρω μιὰ κριτικὴ ἀξιολόγηση ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Γραϊανουπόλεως Δημήτριο Σαλάχα. Θὰ μποροῦσαν νὰ μνημονευθοῦν καὶ ἄλλες. Ἐὰν εἶναι διπλωματικό, γιατὶ δημιουργεῖ δυσαρέκεια; Ὅταν δὲ δημιουργεῖ δυσαρέσκεια σὲ Ρωμαιοκαθολικούς, τὶ θὰ ἔπρεπε νὰ δημιουργεῖ στοὺς Ὀρθοδόξους καὶ δὴ στοὺς ἐπικριτὲς τῆς συνόδου; Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι προσλαμβάνεται λανθασμένα μόνο ἀπὸ τοὺς ἐπικριτὲς τῆς Συνόδου.
  • Ὅσοι ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους εἶναι δυσαρηστημένοι ἀπὸ τὸ κείμενο, αὐτὸ ὀφείλεται κατὰ κύριο λόγο καὶ στὸ γεγονός, ὅτι αὐτὸ δὲν κάνει λόγο γιὰ τὴν ἀποκλειστικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀντίληψη ποὺ δὲ γίνεται δεκτὴ οὔτε ἀπὸ τὴ Βίβλο, οὔτε ἀπὸ τὴν Πατερικὴ Θεολογία, οὔτε ἀπὸ κάποια ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Εἶναι ὅμως ἄλλο αὐτὸ καὶ ἄλλο ἡ ἑδραία πεποίθηση, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ βεβαία καὶ ἀσφαλὴς ὁδὸς Σωτηρίας[192]. Εἶναι ὅμως ἀσφαλῶς δικαίωμα τοῦ καθενὸς νὰ πιστεύει, ὅτι θὰ εἶναι μόνος του στὸν Παράδεισο μαζὶ μὲ κάποιους Ὀρθοδόξους, μόνο ποὺ δὲ δικαιοῦται νὰ θέλει νὰ ἐπιβάλει τὴν ἄποψή του αὐτὴ καὶ μάλιστα σὲ συνοδικὸ κείμενο. Ποῦ δηλοῦται ἡ ἐλαφρά (εὐτυχῶς!) μετακίνηση ἀπὸ τὴν ἀποκλειστικότητα στὴν περιεκτικότητα; Τὶ θὰ ἔπρεπε νὰ καταγράψει ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης; Τὴν Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ ποὺ ἀπέρριψαν οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας; Μποροῦμε ὡς Ὀρθόδοξοι νὰ ἰσχυριζόμαστε σοβαρά, ὅτι δὲν ὑπάρχει Ἅγιο Πνεῦμα ἐκτὸς ἀπὸ τὰ κανονικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας;
  • Τὸ κείμενο τῆς Κρήτης πουθενὰ δὲν ἀναγνωρίζει ἄλλες Ἐκκλησίες ὑπὸ ὀντολογικὴ ἔννοια. Ἀποδέχεται τὴν ἱστορική τους ὀνομασία, σὲ συμφωνία μὲ προγενέστερα συνοδικὰ κείμενα. Τὸ ὅ,τι αὐτὸ δὲ συνιστᾶ ἀπαράδεκτο θεολογικὸ νομιναλισμό, αὐτὸ ἐδείχθη ἀνωτέρω.
  • Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης οὔτε τὴ βαπτισματικὴ Θεολογία υἱοθετεῖ, οὔτε κατὰ πολὺ περισσότερο τὴν (ἀγγλικανικῆς καταγωγῆς) θεωρία τῶν κλάδων. Οἱ προσωπικὲς πεποιθήσεις μελῶν τῆς Συνόδου γιὰ τὴν ἀναγνώριση ἢ μὴ Βαπτίσμαστος σὲ ἑτεροδόξους δὲν ἔχουν ἀπολύτως καμιὰ σημασία.

Σημασία ἔχουν αὐτὰ ποὺ περιέχει τὸ κείμενο.

  • Τὴ μὴ ἀποκλειστικότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐπισημαίνουν ἅγιοι καὶ διακεκριμένοι Θεολόγοι, ὅπως ὁ Ἅγ. Φιλάρετος Μόσχας, ὁ Γ. Φλωρόφσκυ, ὁ St. Sankow, ὁ S. Bulkakov, ὁ P. Evdokimov, ὁ Ἱ. Καρμίρης, ὁ Μ. Φαράντος, ὁ Μητρ. Πλάτων (Gorodezkij), ὁ Ἀλέξανδρος Schmemann, ὁ John Meyendorff, ὁ Anthony Bloom ὁ D. Stăniloae κ.ἄ. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ βιβλικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση, πῶς μπορεῖ κανεὶς ἄκριτα νὰ ἀγνοήσει ὅλους αὐτούς; Πῶς μπορεῖ νὰ ἐμμένεις κανεὶς ἄκριτα σὲ ὅλες τὶς ἐκκλησιολογικὲς θέσεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, ὁ ὁποῖος ταυτίζει τὰ κανονικὰ μὲ τὰ χαρισματικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ μέσα σὲ τραγικὲς ἱστορικὲς συνθῆκες εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει πληθώρα σχισμάτων (Φηλικισσίμου, Νοβατιανοῦ, Μαξίμου) καὶ τὴν ἀμφισβήτηση καὶ τῆς δικῆς του θέσης;
  • Ἐὰν στὴν ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ἰδρυθεῖσα Ἐκκλησία ὑψίστη πνευματικὴ ἐμπειρία εἶναι ἡ θέα τῶν θείων ἐνεργειῶν, ἡ θεία τοῦ ἀκτίστου φωτὸς καὶ ἡ θεοπτία καὶ αὐτὸ συμβαίνει ἀποκλειστικὰ μόνο μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πῶς μιᾶς τέτοιας ἐμπειρίας ἠξιώθησαν ὁ Μωϋσῆς, ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἠλίας, ὁ Ἠσαΐας, ὁ Ἰεζεκιήλ; Ὑπῆρχαν τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ πρὸ Χριστοῦ; Ὄχι βέβαια! Ἡ Ἐκκλησία ὅμως, «τὸ μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον» (Κολ. 1, 26), ὑπῆρχε. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπορριφθεῖ ὅλη ἡ περὶ Ἀσάρκου Λόγου καὶ Θεοφανειῶν πατερικὴ διδασκαλία, γιὰ νὰ αὐτοδικαιωνόμαστε μὲ τὴν ἀποκλειστικότητα;
  • Ἡ ἀποκλειστικότητα καταργεῖ οὐσιαστικὰ τὴ σχέση ὄντος καὶ μὴ ὄντος, τὴ διαρκῆ αὐτομαρτυρία τοῦ Θεοῦ στὴ δημιουργία καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἑαυτὸν ἀφῆκε «ἀμάρτυρον» (Πράξ. 14, 17). Κατὰ πολὺ περισσότερο εἰσάγει τὴ στατικότητα, καὶ τὴν ἀσυνέχεια, ἀρνούμενη τὴ θεία παρουσία στὴν κτίση καὶ τὴν ἱστορία.
  • Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής[193] ἐπισημαίνει: «Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, οὐδενὸς ἄπεστι τῶν ὄντων· καὶ μάλιστα τῶν λόγου καθοτιοῦ μετειληφότων· Συνεκτικὸν γὰρ ὑπάρχει τῆς ἑκάστου γενέσεως, ὅτι Θεὸς καὶ Θεοῦ Πνεῦμα κατὰ δύναμιν προνοητικὴν διὰ πάντων χωροῦν καὶ τὸν ἐν ἑκάστῳ κατὰ φύσιν λόγον ἀνακαινοῦν, καὶ δι᾽ αὐτοῦ πρὸς συναίσθησιν τῶν πλημμελῶν παρὰ τὸν θεσμὸν τῆς φύσεως πεπραγμένων ἄγον τὸ αἰσθανόμενον…». Γιατὶ ὁ Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ἀγνόησε τὸν Ἅγ. Κυπριανὸ Καρθαγένης;
  • Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός[194] παρατηρεῖ: «…κατὰ πάντα ὅμοιον τῷ πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ, ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον καὶ δι᾽ Υἱοῦ μεταδιδόμενον καὶ μεταλαμβανόμενον ὑπὸ πάσης τῆς κτίσεως καὶ δι᾽ ἑαυτοῦ κτίζον καὶ ὁσιοῦν τὰ σύμπαντα καὶ ἁγιάζον καὶ συνέχον…». Γιατὶ καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἁγνόησε τὸν Κυπριανὸ Καρθαγένης;
  • Γιὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ[195] ἡ Ἐκκλησία εἶναι εἰκόνα Θεοῦ, εἶναι εἰκόνα τῆς τριαδικῆς ἑνότητας, ἐπιτελοῦσα συνεκτικὴ τῶν πάντων λειτουργία: «Τὴν τοίνυν ἁγίαν Ἐκκκλησίαν κατὰ πρώτην θεωρίας ἐπιβολήν, τύπον καὶ εἰκόνα Θεοῦ φέρειν…Ὥσπερ γὰρ ὁ Θεὸς πάντα τῇ ἀπείρῳ δυνάμει ποιήσας καὶ εἰς τὸ εἶναι παραγών, συνέχει καὶ συνάγει καὶ περιγράφει, καὶ ἀλλήλοις καὶ ἑαυτῷ προνοητικῶς ἐνδιασφίγγει…Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία, τὰ αὐτὰ τῷ Θεῷ περὶ ἡμᾶς ὡς ἀχετύπῳ εἰκὼν ἐνεργοῦσα διαχθήσεται. Πολλῶν γὰρ ὄντων καὶ ἀπείρων ἀριθμῷ σχεδόν, ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν καὶ παίδων, γένει καὶ εἴδει, καὶ ἔθνεσι καὶ γλώσσαις καὶ τέχναις καὶ τρόποις καὶ ἤθεσι καὶ ἐπιτηδεύμασιν …μίαν πᾶσι κατὰ τὸ ἶσον δίδωσι καὶ χαρίζεται θείαν τροφὴν θείαν μορφὴν καὶ προσηγορίαν, τό, ἀπὸ Χριστοῦ καὶ εἶναι καὶ ὀνομάζεσθαι…». Εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίζει κανεὶς τὴν ἐνέργεια τοῦ πανταχοῦ παρόντος Θεοῦ, εἰκόνα τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ Ἐκκλησία;
  • Γιὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ ἡ Ἐκκλησία εἶναι εἰκόνα καὶ τοῦ σύμπαντος κόσμου[196], «τοῦ ἐξ ὁρατῶν καὶ ἀοράτων οὐσιῶν ὑφεστῶτος…ὡς τὴν αὐτῷ ἕνωσιν καὶ διάκρισιν ἐπιδεχομένην [τὴν Ἐκκλησίαν]…Πάλιν εἷς ἐστι κόσμος (αἰσθητὸς καὶ νοητός) τοῖς ἑαυτοῦ μὴ συνδιαιρούμενος μέρεσι…». Πῶς λοιπὸν μπορεῖ κανεὶς νὰ περιορίσει τὴν Ἐκκλησία στὰ κανονικά της ὅρια, δημιουργώντας στεγανὰ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς χαρισματικῆς της λειτουργίας;
  • Πῶς μπορεῖ ἑπομένως νὰ γίνεται λόγος γιὰ ἀποκλειστικότητα; Πῶς μπορεῖ νὰ ταυτίζωνται τὰ χαρισματικὰ μὲ τὰ κανονικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας; Γιατὶ οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἀποκλειστικότητας δὲ θέλουν νὰ συμφωνήσουν μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρες; Δὲν εἶναι βεβαίως τὸ ἴδιο τὸ νὰ ἀνήκει ἀπὸ τὸ νὰ μὴν ἀνήκει κανεὶς στὴν Ἐκκλησία ὡς πρὸς τὸ βαθμὸ μετοχῆς στὶς δωρεὲς τοῦ Πνεύματος. Ὁ Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής[197] τονίζει μὲ ἔμφαση τὴ λειτουργία τοῦ Πνεύματος «ὡς δημιουργὸν τῆς κατὰ χάριν διὰ τῆς πίστεως δοθείσης υἱοθεσίας…ταῖς ἀχράντοις τῶν ἀρρήτων νοήσεσι πρὸς ἐκθέωσιν ἐκτυποῦν». Κατὰ συνέπεια τὸ νὰ ἀνήκει ἢ νὰ μὴν ἀνήκει κάποιος στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Ἡ ἀποδοχὴ μιᾶς τέτοιας θέσης θὰ ἦταν ἐπίσης ἕνα μεγάλο θεολογικὸ ἀτόπημα. Μιὰ τέτοια ἰσοπέδωση θὰ ἦταν ἐπίσης ἀπαράδεκτη. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ ὁ ληστὴς στὸ σταυρὸ ἔγινε ὁ πρῶτος πολίτης τοῦ παραδείσου χωρὶς βάπτισμα, σὲ μιὰ κανονικὴ Ἐκκλησία, ὅπως θὰ ἤθελαν οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἀποκλειστικότητας, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι βεβαίως ἡ ἀσφαλὴς ὀδὸς σωτηρίας, τὰ ἐκτὸς αὐτῆς ὅμως τὰ ὁρίζει ὁ Θεός. Ἂς ἀφήσουν καὶ κάτι καὶ σ᾽ Αὐτόν!!!

Ἐὰν διακρίνουμε μὲ ἕνα σχολαστικὸ τρόπο σκέψης ἀνάμεσα στὴ δημιουργική, συνεκτική, προνοητική, τὴν καθαρτική, τὴ φωτιστικὴ καὶ τὴ θεωτικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, δημιουργώντας μεταξὺ αὐτῶν στεγανά, τότε ἀπὸ ποιὰ ἐνέργεια σώθηκε ὁ ληστής; Θὰ ἦταν καλύτερα νὰ ποῦμε αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὑπερβαίνοντας τόσο τὴν Ἰουδαϊκὴ ἀποκλειστικότητα, ὅσο καὶ καταδικάζοντας τὴν ἀλαζονεία τῶν Ἐθνικῶν καὶ ἀναφωνώντας: «Ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως τοῦ Θεοῦ! ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ!» (Ρωμ. 11, 33:34). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μιλώντας γιὰ τοὺς ἐθνικοὺς δὲν τοὺς ἀποκλείει ἀπὸ τὴ σωτηρία, ὅταν ποιοῦν «φύσει τὰ τοῦ νόμου» καὶ αὐτὸ θὰ φανεῖ, «ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων» (Ρωμ. 2, 14-16). Μήπως θὰ πρέπει νὰ τὸν καταγγείλουμε καὶ αὐτόν, γιατὶ δὲν ἀκολουθεῖ τὸν Ἅγιο Κυπριανὸ Καρθαγένης; Ἄρα καὶ Extra Ecclesiam Salus est!

  • Ὅταν ἀφετηρία τῆς σκέψης μας εἶναι ἡ ταύτιση κανονικῶν καὶ χαρισματικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι κατανοητὸ νὰ ὑποψιαζόμαστε μιὰ μετακίνηση ἀπὸ τὴν ἀποκλειστικότητα στὴν περιεκτικότητα ἢ νὰ ὑποψιαζόμαστε ἐπιρροὲς ἀπὸ τὴ βαπτισματικὴ Θεολογία ἢ τὴν θεωρία τῶν κλάδων στὰ κείμενα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ἐκεῖ ποὺ αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν καὶ ἀποκλείονται κατηγορηματικά.

 

 

  1. Μικτοὶ Γάμοι. Διορθόδοξες Διαχριστιανικὲς Σχέσεις καὶ ὁ Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης

 

Ἡ ἀναφορὰ στοὺς μικτοὺς γάμους θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε παραλειφθεῖ, δεδομένου, ὅτι ἡ ἀναφορὰ σ᾽ αὐτοὺς γίνεται σὲ ἄλλο κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου ὑπὸ τὸν τίτλο «τὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου καὶ τὰ κωλύματα αὐτοῦ», ἰδιαίτερα δὲ στὴ β´ ἑνότητα αὐτοῦ τοῦ κειμένου μὲ τὸν τίτλο τά «Κωλύματα Γάμου καὶ ἐφαρμογὴ τῆς Οἰκονομίας». Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἐδῶ γίνεται ἀναφορὰ σὲ ἑτεροδόξους, θὰ γίνει ἕνας σύντομος σχολιασμὸς τοῦ κειμένου. Ὁ σχολασμὸς δὲ θὰ περιορισθεῖ στοὺς μικτοὺς γάμους, ἀλλὰ θὰ ἐπεκταθεῖ καὶ σὲ ἀξιόλογες καὶ χρήσιμες θεωρήσεις τῶν διαχριστιανικῶν σχέσεων.

Ἡ § 5 τῆς β´ ἑνότητος ἀναφερομένη εἰς τοὺς μικτοὺς γάμους «μεθ᾽ ἑτεροδόξων καὶ μὴ Χριστιανῶν» ἀναφέρεται προφανῶς σὲ γάμους μεταξὺ Ὀρθοδόξων μὲ μέλη μιᾶς ἑτερόδοξης χριστιανικῆς κοινότητας καὶ σὲ γάμο Ὀρθοδόξου μὲ ἑτερόθρησκο ἢ ἄνθρωπο ἄνευ θρησκεύματος. Στὴ δεύτερη περίπτωση, σύμφωνα μὲ τὴ διατύπωση τῆς § 5 ΙΙΙ τοῦ κειμένου, ὅπου «ὁ γάμος Ὀρθοδόξων μετὰ μὴ Χριστιανῶν κωλύεται ἀπολύτως κατὰ κανονικὴν ἀκρίβειαν» εἶναι προφανές, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένα περιθώριο τέλεσης ἑνὸς τέτοιου γάμου οὔτε κατ᾽ οἰκονομίαν. (Ἀντίθετα ἕνας τέτοιος γάμος στὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία εἶναι κατ᾽ οἰκονομίαν δυνατός[198]). Αὐτὸ συνάγεται καὶ διὰ τῆς κατηγορηματικῆς ἀπαγορεύσεως ποὺ εἰσάγει τὸ ἐπίρρημα «ἀπολύτως» στὴν § 5 ἐδαφ. ΙΙΙ, ὥστε νὰ μὴν εἶναι δυνατὴ ὁποιαδήποτε ἐξαίρεση καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ κατηγορηματικὴ ἀπαγόρευση καταγράφεται στὸ ἐδαφ. ΙΙΙ, ἐνῶ ἡ δυνατότητα ἄσκησης οἰκονομίας σὲ περίπτωση ποὺ συντρέχουν κωλύματα, ὅπως καὶ αὐτὸ τῆς συνάψεως γάμου μὲ ἑτερόδοξο, καταγράφεται στὸ ἐδαφ. ΙΙ τῆς πέμπτης παραγράφου ποὺ προηγεῖται, ὥστε νὰ καθίσταται ἑρμηνευτικὰ αὐτονόητο καὶ ἀδιαμφισβήτητο, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐνδεχόμενο τέλεσης γάμου μὲ ἑτερόθρησκο ἢ ἄνθρωπο ἄνευ θρησκεύματος οὔτε κατ᾽ οἰκονομίαν.

Μὲ τὴν ἀνάγνωση τῶν ἐδαφίων 1 καὶ 2 ἢ τῆς § 5 τοῦ κειμένου καθίσταται σαφές, ὅτι ἡ προϋπόθεση ὅτι «τὰ ἐκ τοῦ γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθῇ καὶ ἀναπτυχθῇ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ» ποὺ ἐτίθετο ἀπὸ τὸ σχετικὸ κείμενο τῆς Β´ Προσυνοδικῆς Διασκέψεως (1982) καὶ περιείχετο καὶ στὸ σχετικὸ κείμενο τὸ ἐγκριθὲν ἀπὸ τὴ Σύναξη τῶν Προκαθημένων τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν[199] (Ἰανουάριος 2016) ἀπηλείφθη, δεδομένου ὅτι ἡ δυνατότητα τέλεσης ἑνὸς (μικτοῦ) γάμου δὲν μπορεῖ νὰ τελεῖ ὑπὸ οἱαδήποτε αἵρεση, ἡ ὁποία ἐνδεχομένως νὰ ἐγείρει τὴν ἀμφισβήτηση τῆς ἐγκύρου τελέσεώς του καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία ποὺ τὸν τέλεσε σὲ περίπτωση μὴ πληρώσεώς της, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ἐκ τοῦ πραγματικοῦ γεγονότος ὅτι τὰ ἐκ τῶν μικτῶν γάμων τέκνα βαπτίζονται στὴν πλειονότητα τῶν περιπτώσεων στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία −ὅπως αὐτὸ εἶναι πρόδηλο στὸ χῶρο τῆς Διασπορᾶς− καὶ ὄχι στὴν ἑτερόδοξη. Ἀκόμα ὅμως καὶ στὶς περιπτώσεις ποὺ αὐτὸ δὲ συμβαίνει, ἐκρίθη ὀρθά, ὅτι μέσα σὲ ἕνα γενικότερο περιβάλλον ποὺ ἀποϊεροποιεῖ καὶ κλονίζει τὴν ἔγγαμη συμβίωση, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἔπρεπε νὰ συμβάλει σ᾽ αὐτὸ δημιουργοῦσα αἰτία διένεξης μεταξὺ τῶν συζύγων. Αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ συμβεῖ, ἐὰν παρέμενε ἡ αἵρεση, δεδομένου ὅτι δὲν εἶναι ἄγνωστο, σύζυγοι νὰ ὁδηγοῦνται σὲ διάσταση, ὅταν δὲν μποροῦν νὰ συμφωνήσουν ἀκόμα καὶ στὴν ὀνοματοδοσία τῶν τέκνων τους. Κατὰ πολὺ περισσότερο, τὸ ὀρθόδοξο ἢ μὴ βάπτισμα θὰ μποροῦσε −σὲ κάποιες βεβαίως περιπτώσεις, νὰ ὁδηγήσει στὴ διάλυση τοῦ γάμου. Τὸ γεγονὸς ὅμως, ὅτι στὶς περιπτώσεις μικτῶν γάμων τὰ τέκνα κατὰ κανόνα βαπτίζονται ὀρθόδοξα, ἐνῶ δὲν εἶναι ἐπίσης ἄγνωστες οἱ περιπτώσεις ὅπου σὲ γάμους μεταξὺ ἑτεροδόξων τὰ τέκνα δὲ βαπτίζονται −δυστυχῶς− κἄν, καταδεικνύει τὴ ζωτικότητα τῆς ὀρθόδοξης πίστης. Δὲν μπορεῖ νὰ μὴ προβληματίζει τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τὴν ποιμαντική της μέριμνα τὸ θλιβερὸ γεγονός, ὅτι σὲ σύγχρονες μεγαλουπόλεις, ὅπως τὸ Βερολίνο, οἱ χριστιανοὶ ἀποτελοῦν μειοψηφία καὶ ἐξ αὐτῶν κάποιοι δὲ βαπτίζουν τὰ τέκνα τους. Ὑπάρχει κατὰ συνέπεια ἡ πρόκληση γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νὰ ἀσκεῖ τὸ δύσκολο καὶ ὑπεύθυνο ποιμαντικό της ἔργο μέσα σὲ ἕνα τέτοιο περιβάλλον. Τὸ κείμενο τῆς ῾Αγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης διὰ τῆς Οἰκονομίας θεσμοθετεῖ τοὺς μικτοὺς γάμους, ἕνα θεσμό, ὁ ὁποῖος μὲ ἐξαίρεση τὴν Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας, δὲν ἦταν καὶ δὲν εἶναι ἄγνωστος στὶς κατὰ τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες[200], πρὶν ἀκόμα ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Οἰκουμενικῆς κίνησης καὶ τὴ δημιουργία τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας προκρίνει καὶ προτιμᾶ νὰ ἀπαγορεύει τοὺς μικτοὺς γάμους, ὥστε νὰ ἐξαναγκάζει τὰ μέλη της, εἴτε νὰ περιορίζωνται μόνο στὸν πολιτικὸ γάμο, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴ νομοθεσία πολλῶν κρατῶν εἶναι ὑποχρεωτικός, εἴτε νὰ καταφεύγουν στὴν ἑλληνικὴ ἢ τὴ ρωσσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιὰ τὴν τέλεση θρησκευτικοῦ Γάμου. Ἐν προκειμένῳ δὲν ἔχει σημασία νὰ ἀποδοκιμασθεῖ ἡ ἀστοχία τῆς πρακτικῆς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας, ἀλλὰ νὰ ἐπισημανθεῖ καὶ νὰ τονισθεῖ ὅτι τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλη Συνόδου δὲν ἐπιβάλλει ὑποχρεωτικὰ τὸ θεσμὸ τοῦ μικτοῦ γάμου, ἀλλὰ δίδει τὴν εὐχέρεια στὶς κατὰ τόπους Ἐκκλησίες νὰ τὸν ἐπιτρέψουν ἢ ὄχι[201]. Αὐτὸ κατὰ συνέπεια σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας δὲν ἔχει λόγο −ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων− νὰ μὴν ἐγκρίνει τὸ περὶ Γάμου κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Ἄλλωστε οἱ μικτοὶ γάμου δέν «ἀνακαλύφθηκαν» στὴν Κρήτη, ἀλλὰ ἀποτελοῦν πράξη τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν περισσότερο ἀπὸ ἕνα αἰῶνα, χωρὶς αὐτὸ νὰ προβλημάτισε οὔτε κατ᾽ ἐλάχιστο τὴν Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας στὶς διορθόδοξες σχέσεις της.

Τὸ ἴδιο θὰ πρέπει νὰ πράξει καὶ τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, τὸ ὁποῖο κατὰ τὴ διάρκεια τῶν Προσυνοδικῶν Διασκέψεων, δὲν εἶχε γιὰ τελείως ἀνεξήγητους καὶ ἀκατανόητους λόγους ὑπογράψει τὸ περὶ Γάμου κείμενο. Σὲ κάθε περίπτωση οἱ μικτοὶ γάμοι δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελοῦν πρόβλημα γιὰ τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, ἀφ᾽ ἑνὸς μέν, γιατὶ τέτοιοι γάμοι τελοῦνται σ᾽ αὐτὸ χωρὶς πρόβλημα καὶ ἰδιαίτερα στὸ χῶρο τῆς Διασπορᾶς καὶ ἰδιαίτερα στὸ χῶρο τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς (Κεντρικῆς καὶ Νοτίου), ὅπου εὑρίσκεται ἕνα σημαντικὸ τμῆμα τοῦ ποιμνίου του, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ, γιατὶ τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας ἔχει ὑπερβεῖ τὸ πλαίσιο καὶ τὸ ὅριο σχέσεων καὶ κοινωνίας μὲ τοὺς ἑτεροδόξους ποὺ διατηροῦν οἱ ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.

Ἀρκεῖ νὰ ἀναφερθοῦν κάποια ἀπὸ αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ὁ Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει[202] καὶ καταγγέλλει: «Πρέπει νὰ σκεφθεῖ τὶς εὐθύνες του τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, τῆς πόλεως ὅπου γεννήθηκε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου μάλιστα ἔδωσαν στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Balamand στὸ Λίβανο, τὸ ὁποῖο προχώρησε σὲ μυστηριακὴ διακοινωνία μὲ τοὺς Μονοφυσίτες, ξεπερνώντας στὸ θράσος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τὰ ἄλλα Πατριαρχεῖα». Ὅταν λοιπὸν τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας πράττει αὐτό, τὸ ὁποῖο πράττουν οἱ Λουθηρανοί, οἱ Ἀγγλικανοὶ καὶ οἱ Παλαιοκαθολικοὶ μεταξύ τους, πῶς μπορεῖ ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης καὶ ἕτεροί τινες νὰ ἐπιχαίρουν γιὰ τὴ μὴ συμμετοχὴ τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία τὸ προεφύλαξε ἀπὸ τὴν ἀποδοχὴ μιᾶς «αἱρετικῆς» Ἐκκλησιολογίας;

Βέλη ἐναντίον τῆς οἰκουμενιστικῆς πρακτικῆς τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας ρίπτονται[203] καί «ἀπὸ ἀλλοῦ»: «Ἡ στάση τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας δὲν προκαλεῖ οὐδεμία ἀπολύτως ἔκπληξη. Ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ δυστυχῶς ἔχει συνομολογήσει συμφωνία οὐνιτικῶν προδιαγραφῶν διακοινωνίας (intercommunio) μὲ τοὺς Μονοφυσίτες, τοὺς Παπικοὺς καὶ τοὺς Οὐνίτες στὸ χῶρο τῆς δικαιοδοσίας της. Παράλληλα προβαίνει σὲ οἰκουμενιστικοὺς ἀκροβατισμοὺς ποὺ ὑπερακοντίζουν κατὰ πολὺ τοὺς οἰκουμενιστικοὺς ἀκροβατισμοὺς τοῦ Φαναρίου καὶ τῆς Μόσχας. Ἑπομένως, πῶς θὰ μποροῦσε τώρα τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας νὰ καταδικάσει τὸ ἕκτο κείμενο τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, ἀφοῦ ταιριάζει ἀπόλυτα μὲ τὸν ὅλο οἰκουμενιστικὸ βίο καὶ τὴν πολιτεία του»;

Τὶ χρείαν ἔχομεν ἄλλων μαρτύρων;

Ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα κείμενα τοῦ Πρωτ. π. Θεοδώρου Ζήση εἶναι ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο μὲ δριμύτητα ἐπιτίθεται −στὸν Ἀρχιμανδρίτη τότε− π. Ἰουστῖνο Πόποβιτς σὲ ἄρθρο του[204] μὲ τὸν τίτλο: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως φύλαξ καὶ ἐγγυητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας». Στὸ ἄρθρο αὐτὸ κρίνεται κατ᾽ ἀρχήν, ἐπισημαίνει ὁ Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ἀναγκαῖο «καὶ ἀπαραίτητον νὰ ὑπομνήσομεν ἐν συντομίᾳ τὰς ὑπηρεσίας τῆς Πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν, συντήρησιν καὶ διάσωσιν τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Πολιτισμοῦ της». Προβάλλοντας ἰδιαιτέρως τὴν προστασία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸ χῶρο τῶν χειμαζομένων πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων[205], βλέπει στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴ διάρκεια τῆς δικτατορίας (1967-1974) τὴν πίεση δυνάμεων, «τῶν ὁποίων τὸ θεολογικὸ στίγμα εὑρίσκει κανεὶς εἰς τὴν συμμαχίαν «φιλελευθέρων» ἀκαδημαϊκῶν θεολόγων καί «συντηρητικῶν» θρησκευτικῶν ὀργανώσεων» καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπεχειρήθη κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ στρατιωτικοῦ καθεστῶτος ἔγκρισις καταστατικοῦ χάρτου δυσμενοῦς διὰ τὰς σχέσεις πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο[206]. Ἐξαίροντας τὴ διακονία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τὴν ὀρθοδοξία του ἐπαναλαμβάνει καὶ ἐπιδοκιμάζει τὰ λόγια τοῦ μοναχοῦ Ἱωσὴφ Βρυεννίου τοῦ Στουδίτου[207]: «Κοινὴ πατρὶς καὶ Μήτηρ καὶ τροφὸς τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, δεῦρο τῆς Ὀρθοδοξίας ἡ βάσις, ἡ κορυφὴ τῶν δογμάτων, ἡ τῆς θεολογίας ἀκρώρεια». Ἀναφερόμενος στὶς οἰκουμενικὲς πρωτοβουλίες του πατριάρχου Ἀθηναγόρου ἐπισημαίνει: «Ἡ μεγάλη προφητικὴ μορφὴ τοῦ πατριάρχου τῆς Ὀρθοδοξίας Ἀθηναγόρου τοῦ Α´ ἐξήγαγε μὲ τόλμην καὶ σύνεσιν τὴν Ὀρθοδοξία ἀπὸ τὴν ἔρημον τῆς διαιρέσεως, τῆς ἀπομονώσεως καὶ τῆς σιωπῆς»[208].

Στὴ συνέχεια ἀσκεῖ ὁ ἴδιος τὴν δική του αὐστηρὴ κριτικὴ στὴν αὐστηρὴ κριτικὴ τοῦ π. Ἰουστίνου Πόποβιτς γιὰ τὴν πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιὰ τὴν προετοιμασία καὶ τὴ σύγκληση τῆς Μεγάλης Συνόδου σὲ εἰδικὸ κεφάλαιο μὲ τίτλο: «Ἀβάσιμοι αἱ κατηγορίαι τοῦ π. Ἰουστίνου». Ἐπισημαίνει[209], ὅτι «εἶναι ἱστορικῶς ἀποδεδειγμένον ὅτι ἐναντίον δύο κυρίως στόχων στρέφονται οἱ ἐχθροὶ τῆς Ὀρθοδοξίας· ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ὡς κέντρου ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων καὶ ἐναντίον τοῦ Μοναχισμοῦ… αὐτοὺς τοὺς δύο στύλους τῆς Ὀρθοδοξίας πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν». Κατὰ τὰ γραφόμενα ὑπὸ τοῦ π. Θεοδώρου, δὲν πρέπει κανεὶς τώρα νὰ θεωρεῖ καὶ τὸν ἴδιο ἐχθρὸ τῆς Ὀρθοδοξίας;

Ὁ π. Ἰουστῖνος Πόποβιτς −ἀπληροφόρητος κατὰ τὸν π. Θεόδωρο Ζήση γιὰ τὰ διορθόδοξα[210]− ἐντοπίζει πολλὴ σπουδὴ στὴ διαδικασία προπαρασκευῆς τῆς Συνόδου. Ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης ἀπαντᾷ[211]: «Εἶναι σαφὲς ἐκ τῶν παρατεθέντων ὅτι οὐδέποτε τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐνήργησε μόνον ἐν σπουδῇ καὶ βίᾳ. Πάντοτε αἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται δημοκρατικότατα ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν καὶ μετὰ ἀπὸ ὡρίμανσιν τῶν θεμάτων ἐντὸς ἀνέτων χρονικῶν ὁρίων». Ὁμιλεῖ γιὰ νεοπαπιστικὲς τάσεις στὸ χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, τὶς ὁποῖες ὅμως πρέπει νὰ ἀναζητήσει κανεὶς ὄχι στὸ χῶρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλὰ ἀλλοῦ. Γράφει[212] σχετικὰ γιὰ τὸν π. Ἰουστῖνο: «Ἀσφαλῶς γνωρίζει αὐτὰς τὰς τάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ πολλῶν αἰώνων καλλιεργοῦνται εἰς τοὺς κύκλους τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, καὶ θὰ ἀνέμενεν κανεὶς μὲ τὴν παρρησίαν τοῦ ἀσκητοῦ εὐθαρσῶς νὰ τὰς στηλιτεύσῃ». Ἀπευθυνόμενος στὸν π. Ἰουστῖνο γιὰ τὴν ἀνακήρυξη αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας στὴν Ἀμερικὴ ἐκ μέρους τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας[213] ἐρωτᾷ: «Ποῖος λοιπὸν σπεύδει καὶ ποῖος ἔχει νεοπαπιστικὰς τάσεις, πάτερ Ἰουστῖνε; Ἡ Κωνσταντινούπολις ἢ ἡ Μόσχα ποὺ δὲν ἀναμένει νὰ λυθεῖ συνοδικῶς καὶ δημοκρατικῶς τὸ πρόβλημα τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς;[214]».

Ἐξαίρει τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα τῶν ἱεραρχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου: «… ὑπάρχει ἡ καθαρά, ἡ διαυγής, ἡ τολμηρὰ ὁμολογία πολλῶν ἱεραρχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἀνησυχίαν προκαλεῖ, ἀλλὰ μᾶλλον αἴσθησιν ὑπερηφανείας διὰ τὴν ἐμπεδωμένην ἐμμονὴν εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ τὸ ἱστορικόν της παρελθόν[215]». Θεωρεῖ ὅτι ὁ πατριάρχης Δημήτριος, διάδοχος τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου «τοῦ ὁποίου ἡ προσωπικότης ἐγράφη χρυσοῖς γράμμασιν εἰς τὰς σελίδας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας[216]» βαδίζει ἐπὶ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς τῆς ἀπαραχαράκτου τηρήσεως τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀναφερόμενος στὸν τότε Μητροπολίτη Φιλαδελφείας καὶ νῦν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Βαρθολομαῖο ἐπαινεῖ τὴν προτροπή του, ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ὀφείλει νὰ διεξαγάγει διάλογο μὲ τὴ θεολογικὴ σκέψη τῆς Δύσεως «ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ἐπανόδου τῆς ὅλης χριστιανικῆς θεολογίας εἰς τὸ πάντοτε ζῶν καὶ πάντοτε ἐπίκαιρο πνεῦμα τῶν Πατέρων»[217]. Σχολιάζοντας παλαιότερα διατυπωθεῖσα ἄποψη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει Intercommunio χωρὶς συμφωνία στὴν πίστη καὶ εἰσέτι ὑφισταμένου τοῦ σχίσματος ἀναφωνεῖ μὲ στόμφο: «Θὰ σκιρτοῦν ἀναμφιβόλως αἱ ἅγιαι ψυχαὶ τῶν Μάρκου Ἐφέσου τοῦ Εὐγενικοῦ καὶ Γενναδίου τοῦ Σχολαρίου καὶ τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων ἡγετῶν, διότι κατέλιπον τούτοις διαδόχους, τοὺς ὁποίους ὅμως ὁ π. Ἰουστῖνος, ποῦ στηριζόμενος ἀγνοοῦμεν, θέλει ὡς Φλωρεντιανούς. Ἀντιθέτως πρὸς αὐτὴν τὴν κρυσταλλίνης διαυγείας ὀρθόδοξον θέσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς Intercommunio, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας δι᾽ ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς συνόδου τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1969 ἐπέτρεψε τὴν μετάδοσιν τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἰς τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς»[218].

Τὶ διαφορετικὸ ἀπεφάσισε ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης; Δὲν ἔθεσε ὡς προϋπόθεση τὴν ὁμολογία τῆς κοινῆς πίστης γιὰ τὴν εὐχαριστιακὴ κοινωνία μὲ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ μάλιστα χωρὶς καμία ἐξαίρεση καὶ χωρὶς τὴ δυνατότητα ἄσκησης Οἰκονομίας, ἀκόμα καὶ σὲ περιπτώσεις ἀνυπέρβλητης ἀνάγκης; Ποιὸς τελικὰ διαστρέφει τὸ φρόνημα τῶν Πατέρων; Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης ἢ ἡ αὐθαίρετη πράξη τῶν Πατριαρχείων Ἀντιοχείας καὶ Μόσχας, τὴν ὁποία ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης καταγγέλλει;

Μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτά, πῶς μπορεῖ νὰ δικαιολογήσει κανεὶς τὴ μεταστροφὴ τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, ὁ ὁποῖος ἐπικρίνει τὸν π. Ἰουστῖνο Πόποβιτς, ὅτι ἔπραξε «κακῶς μὲ τὸ νὰ στήση εἰς τὸ εἰδώλιον τοῦ κατηγορουμένου τὴν Ἐκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως»[219]. Ἐὰν ἡ μεταστροφὴ ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ π. Ἰουστῖνος Πόποβιτς ἀνεκηρύχθη ἐκ τῶν ὑστέρων ἅγιος, ἂς ἀναπαύεται στὶς ἀντίθετες ἀπόψεις τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου γιὰ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ τὸ διαχριστιανικὸ διάλογο[220]. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὶς ἀπόψεις τῶν ἁγίων σὲ ἐπὶ μέρους θέματα, οἱ ὁποῖες πολλὲς φορές, ὅπως καὶ στὴν προκείμενη περίπτωση μπορεῖ νὰ εἶναι ἀποκλίνουσες, εἶναι ἀναμφίβολο, ὅτι στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἀλήθεια ἰσχύει ὅ,τι στὸ διαχρονικό της καθολικὸ συνειδὸς κατασταλλάζει καὶ καθιερώνεται ὡς ἀλήθεια μὲ τὴν ἀποδοχή της ἀπὸ τὸ ὀρθόδοξο πλήρωμα.

Ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου δὲ διατρέχουν κανένα κίνδυνο γενικῶς, εἰδικῶς δὲ τὰ ὅσα ἀπεφάσισε περὶ τῶν μικτῶν γάμων. Εἶναι περισσότερο ἀπὸ βεβαία ἡ ἀποδοχή τους ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα. Εἶναι σημαντικὸ δὲ νὰ ἐπισημανθεῖ, ὅτι καὶ Μητροπολίτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀρνητικὴ στάση σὲ ἄλλα κείμενα, δὲν ἀσχολήθηκαν ἰδιαίτερα μὲ τὰ περὶ μικτῶν γάμων καὶ παρὰ τὶς ἐνδεχόμενες ἐπιφυλάξεις ὑπέγραψαν τὸ συγκεκριμένο κείμενο. Ἅπαντες ἐκδίδουν τὶς σχετικὲς ἄδειες γιὰ τὴν τέλεσή τους.

Ἀνεξάρτητα ὅμως ἀπὸ αὐτό, ὁ οἱοσδήποτε ὀφείλει νὰ προβληματιστεῖ καὶ νὰ ἀναζητήσει τὸ θεολογικὸ ἔρεισμα τῆς δυνατότητας τέλεσής τους. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐπέτρεψε τοὺς μικτοὺς γάμους μέσα σὲ ἕνα πνεῦμα ἄκρας οἰκονομίας καὶ φιλανθρωπίας καὶ μὲ συναίσθηση τῆς ποιμαντικῆς της εὐθύνης ἀπέναντι στὸ Λαὸ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἦταν μιὰ σοφὴ καὶ νουνεχής, τολμηρὴ ἄλλοτε, ἀπόφαση, δεδομένου ὅτι δὲν εἶναι λίγες φορὲς ποὺ ὁ ἑτερόδοξος μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου γίνεται ὀρθόδοξος καὶ ἐντάσσεται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὑπάρχουν πολλὰ παραδείγματα γι᾽ αὐτό.

Ἡ οἰκονομία καὶ ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν ἀναμφίβολα στέρρεο θεολογικὸ ἔρεισμα. Ἡ Ἐκκλησία θεσπίζει, ἑρμηνεύει καὶ ἐφαρμόζει τοὺς ἱεροὺς κανόνες, ἀλλὰ ὑπέρκειται αὐτῶν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἀποκλειστικὸς ἐκφραστὴς ἑρμηνευτὴς τῆς διὰ τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλυφθείσης ὅλης ἀληθείας στὴν πορεία τῆς ἱστορίας.

Μήπως ὅμως στὶς περιπτώσεις τῶν μεγάλων γάμων ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διαβλέπει κάτι περισσότερο; Μήπως μὲ τὴν ἐπιθυμία τοῦ ἑτεροδόξου νὰ τελέσει ὀρθόδοξο γάμο, διαβλέπει τὴ βάσιμη πιθανότητα καὶ τὴ δυναμικὴ τοῦ ἑτεροδόξου νὰ καταστεῖ μέλος της καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀποδέχεται τὴν τέλεση τοῦ μικτοῦ γάμου δημιουργώντας καὶ ἐνισχύοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὴν ἐνδελέχεια ἑνὸς ἀληθοῦς συνδέσμου πρὸς τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; Ἡ ἀποδοχὴ μιὰ τέτοιας αἰτιολογικῆς βάσης ἀσφαλῶς καὶ δὲ σημαίνει, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει καθ᾽ ἑαυτὰ μυστήρια τελούμενα ἐκτὸς αὐτῆς. Αὐτὸ ἀποκλείει ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ποὺ δὲν ἀναγνωρίζει Ἐκκλησίες ἐκτὸς αὐτῆς ὑπὸ ὀντολογικὴ ἔννοια. (Αὐτὸ ἀποδεικνύει καὶ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ μικτοὶ Γάμοι κατ᾽ ἀκρίβειαν ἀπαγορεύονται. (§ 5i). Πρός τί ἡ ἀπαγόρευση, ἐάν ἀνεγνωρίζετο τὸ μυστήριο τοῦ ἑτεροδόξου;).

Ὁ προβληματισμὸς στὴν προκείμενη περίπτωση εἶναι συγκεκριμένος καὶ εἰδικός. Ὅταν ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία ἀναγνώριζε βάπτισμα ποὺ ἐτελεῖτο σὲ αἱρετικὴ καὶ σχισματικὴ ὁμάδα, ἀναγνώριζε ἀκόμα καὶ τὸ χρίσμα, ἀκόμη δὲ καὶ τὴ χειροτονία, στὴν περίπτωση εἰσόδου στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ δὲν τὰ ἐπαναλάμβανε, ἐνῶ εἶναι θεολογικὰ βέβαιο, ὅτι ἡ ὀρθὴ πίστη δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ ὑποκαταστήσει τὴ μυστηριακὴ χάρη, τὶ ἐμποδίζει σήμερα τὴν Ἐκκλησία νὰ μὴν προσδοκᾶ στὴ δυναμικὴ τῆς εἰσόδου στὴν Ὀρθοδοξία ἐπιτρέποντας τὸ μικτὸ γάμο, ὅπως ἀπὸ ποιμαντικὴ σύνεση πράττει; Ἐὰν οἱ ἱεροὶ κανόνες ἐπιτρέπουν καὶ διευκολύνουν ἀκόμα καὶ τὴν εἴσοδο Ἀρειανῶν ἢ Μονοφυσιτῶν ἢ εἰκονομάχων, χωρὶς βάπτισμα ἢ χωρὶς βάπτισμα καὶ χρίσμα ἢ χωρὶς βάπτισμα καὶ χρίσμα καὶ χειροτονία στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία, μέσα στὴν ἴδια προοπτικὴ τῆς ἐντάξεώς τους στὸ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ σῶμα καὶ στὶς εἰδικὲς αὐτὲς περιπτώσεις, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκλείεται ἡ ἀντίληψη, ὅτι στὶς περιπτώσεις αὐτὲς ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐπιτρέπει τὸ μικτὸ γάμο, διευκολύνοντας καὶ προσδοκώντας τὴν ἔνταξη τοῦ ἑτεροδόξου στὸ δικό της σῶμα; Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ὀφείλει νὰ ἀπασχολήσει τὴ σύγχρονη θεολογικὴ σκέψη, ἡ ἀπάντηση ὅμως ποὺ θὰ δοθεῖ δὲν μπορεῖ νὰ αἴρει τὴ δογματικὴ θεώρηση περὶ Μιᾶς Ἐκκλησίας καὶ ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, θέσεις τὶς ὁποῖες στὰ κείμενά της πολλαπλῶς διακηρύσσει ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης.

 

 

  1. Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ τὸ Π.Σ.Ε

 

Τὸ Π.Σ.Ε. εἶναι ὁ μεγαλύτερος διαχριστιανικὸς ὀργανισμός, ἀνάμεσα σὲ ἄλλους, (ὅπως ἡ Διάσκεψις Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν, τὸ Συμβούλιο Ἐκλκησιῶν Μέσης Ἀνατολῆς καὶ τὸ Παναφρικανικὸ Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν)[221], ὅπου τὰ μέλη του καλοῦνται νὰ συμβάλουν στὴν ὁρατὴ ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν μὲ μία κοινὴ πίστη καὶ μία Θ. Εὐχαριστία, νὰ προωθήσουν τὴν κοινή τους παρουσία στὴ διακονία τοῦ κοινωνικοῦ ἔργου, νὰ δώσουν κοινὴ μαρτυρία στὴν Ἱεραποστολὴ μὲ τὴν ὑπέρβαση τοῦ μεταξύ τους ἀνταγωνισμοῦ καὶ τοῦ προσηλυτισμοῦ, νὰ ἐργαστοῦν ἀπὸ κοινοῦ γιὰ τὴν προστασία τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, τὴ διαφύλαξη τῆς εἰρήνης καὶ τῆς δικαιοσύνης στὸν κόσμο. Τὸ ἐπικυρωθὲν κείμενο ἀντιλαμβάνεται τὴν παρουσία τῶν Ὀρθοδόξων στὴν Οἰκουμενικὴ κίνηση ὡς «μαρτυρίαν τῆς ἀληθείας»[222], ἡ ὁποία δύναται αὐτὴ καί μόνη νὰ ὁδηγήσει στὴν ἑνότητα. Μετέχουσα ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία στὸ διεθνῆ αὐτὸ ὀργανισμό παραμένει πιστὴ στὴν ἐκκλησιολογική της αὐτοσυνειδησία καί «εἰς τὴν ταυτότητα τῆς ἐσωτερικῆς της δομῆς καὶ εἰς τὴν διδασκαλίαν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων», ἐνῶ ἡ ἐπιζητούμενη ἑνότητα δέν «εἶναι προϊὸν μόνον θεολογικῶν συμφωνιῶν, ἀλλὰ τῆς ἐν τοῖς μυστηρίοις τηρουμένης καὶ βιουμένης ἐν τῇ Ὀρθοδόξῃ Ἐκκλησίᾳ ἑνότητος τῆς πίστεως» (§ 18).

Ἡ συμμετοχή της στὸ Π.Σ.Ε. δὲ σημαίνει ὅτι Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τὴν ἰδέα τῆς ἰσότητας τῶν Ὁμολογιῶν. Θεωρεῖ δηλ. ἑαυτὴν ὡς τὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, πρᾶγμα ποὺ δίνει τὴ δυνατότητα νὰ χαρακτηρίζει μέλη τοῦ Π.Σ.Ε., στὸ δικό της κείμενο, ὡς Ἐκκλησίες καὶ ὁμολογίες, μὲ τὶς ὁποῖες ἀσφαλῶς προφανῶς καὶ δὲν εὑρίσκεται ἐκκλησιολογικὰ στὸ ἴδιο ἐπίπεδο μὴ ἀναγνωρίζουσα σὲ αὐτὲς ὑπὸ ὀντολογικὴ ἔννοια Ἐκκλησία. Δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας «ὥς τινα διομολογιακὴν προσαρμογήν», ἀλλὰ ὡς ἑνότητα πίστεως ποὺ βιώνεται μέσα σ᾽ αὐτή (§18). Εἶναι προφανὲς ὅτι οἱ θέσεις αὐτὲς δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν σχέση οὔτε μὲ τὴ θεωρία τῶν κλάδων, οὔτε μὲ τὴ θεωρία τῆς περιεκτικότητας. Ὑπὸ καμία ἔννοια δὲν ἀποδίδεται ἐκκλησιαστικὴ ὑπόσταση σὲ ἄλλες ἑτερόδοξες χριστιανικὲς κοινότητες.

Ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ τὴ συμμετοχὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸ Π.Σ.Ε. τὰ μέλη του νὰ ὁμολογοῦν πίστη στὴν Τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀναγνωρίζουν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Σωτῆρα. Τὰ μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. χαρακτηρίζονται ὡς Ἐκκλησίες καὶ Ὁμολογίες. Εἶναι προφανές, ὅτι τὸ κείμενο χαρακτηρίζει ὡς Ἐκκλησία τὰ ὀλίγα ἐκεῖνα μέλη του, πάντοτε γιὰ τὸ λόγο καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοια ποὺ ἐξετέθη ἀνωτέρω, ἡ ὁποία δὲν αἴρει τὴν καθολικότητα τῆς Μίας (ὀρθόδοξης) Ἐκκλησίας, μετὰ τῶν ὁποίων διεξάγει θεολογικὸ διάλογο. Οἱ ὑπόλοιπες χριστιανικὲς κοινότητες χαρακτηρίζονται ὡς Ὁμολογίες καὶ κατὰ μείζονα λόγο σ᾽ αὐτὲς δὲν ἀναγνωρίζεται ἐκκλησιαστικὸς χαρακτήρας. Χαρακτηριστικὴ καὶ σημαντικὴ εἶναι ἡ § 20 τοῦ κειμένου[223] ποὺ ἐπανέρχεται στὸ θέμα τῶν διαχριστιανικῶν διαλόγων, στὴν σκοποθεσία τους καὶ τὸν τρόπο διεξαγωγῆς τους τονίζοντας, ὅτι ἡ προοπτικὴ καὶ ἡ κατάληξή τους «προσδιορίζονται πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καὶ τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμεμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως».

Τὸ κείμενο παραπέμπει στὴ σύσταση μονίμου Ἐπιτροπῆς Συνεργασίας καὶ Συναινέσεως, οἱ ἀποφάσεις τῆς ὁποίας ἐντάχθηκαν στὸ Καταστατικὸ καὶ στὸν Κανονισμὸ λειτουργίας τοῦ Π.Σ.Ε., στὴ δήλωση τοῦ Toronto[224] (1950) καὶ ἀξιολογεῖ τὰ ὑπὸ τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπης «Πίστις καὶ Τάξις» ἐκδιδόμενα κείμενα.

  • Ὅταν μὲ τὴ Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Νέο Δελχί (1961) ἄλλαξε ἡ διαδικασία προετοιμασίας καὶ ἀποδοχῆς κοινῶν κειμένων καὶ καταργήθηκε ἡ δυνατότητα γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους νὰ ὑποβάλλουν χωριστὲς δηλώσεις γιὰ τὰ κείμενα αὐτά, εὔλογα προκλήθηκε ἀναταραχὴ στὸν ὀρθόδοξο κόσμο καὶ ἠγέρθησαν ἀντιδράσεις. Γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους δὲν ἀπέμενε ἔτσι ἄλλη δυνατότητα ἀπὸ τὸ νὰ υἱοθετήσουν τὴν ἀμφίσημη ἢ περιεκτικὴ γλῶσσα τῶν ἐκδιδομένων κειμένων, γι᾽ αὐτὸ συνέχιζαν νὰ καταθέτουν τὶς δικές τους Δηλώσεις γιὰ τὰ διάφορα θεολογικὰ θέματα, ἐνῶ ἤδη ἀπὸ τὸ 1981 (Σόφια) ζήτησαν τὴν ἀναθεώρηση τῆς σχέσης τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μὲ τὸ Π.Σ.Ε. Ἀπόλυτα ξεκάθαρη ἦταν ἡ ὀρθόδοξη στάση[225] στὸ κείμενο «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενικὴ κίνησις» τῆς Γ´ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1986) γιὰ τὸ θέμα: «Ἀποτελεῖ ὅμως γεγονὸς ὅτι μία οὐσιαστικὴ Ὀρθόδοξος μαρτυρία καὶ ἡ ἰδιαιτέρα αὐτῆς θεολογικὴ συμβολὴ θὰ ἀποδυναμωθοῦν, ἐὰν δὲν ἀνευρεθοῦν ἐντὸς τοῦ Π.Σ.Ε. αἱ ἀναγκαῖαι ἐκεῖναι προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ παράσχουν εἰς τὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας τὴ δυνατότητα νὰ ἐνεργήσουν ἰσοτίμως πρὸς τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐκκλησιολογικῆς ταυτότητος, τοῦθ᾽ ὅπερ δὲ συμβαίνει πάντοτε, λόγῳ τῆς τε δομῆς καὶ τῶν τὴν λειτουργίαν τοῦ Π.Σ.Ε. διεπουσῶν διαδικασιακῶν ἀρχῶν».

Μὲ πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου συνῆλθε τὸ 1988 Διορθόδοξος Ἐπιτροπή[226], ἡ ὁποία ἀπεφάσισε τὴ μὴ συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων σὲ λατρευτικὲς ἐκδηλώσεις καὶ τὴν ἀποχὴ ἀπὸ τὶς ψηφοφορίες, ἐνῶ πρὶν τὴ Γ´ Συνέλευση στὸ Χαράρε (1999, Ζιμπάμπουε) ὑπεβλήθη τὸ αἴτημα γιὰ τὴν ἐπανεξέταση τῶν σχέσεων Ὀρθοδόξων καὶ Π.Σ.Ε. Συνέπεια αὐτῶν ἦταν νὰ συσταθεῖ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ (Special Commission) γιὰ νὰ ἐξετάσει τὰ ὀρθόδοξα αἰτήματα. Ἡ εἰδικὴ αὐτὴ ἐπιτροπὴ κατέληξε σὲ σημαντικὲς προτάσεις μεταξὺ τῶν ὁποίων, ἡ καθιέρωση αὐστηροτέρων κριτηρίων γιὰ τὴν ἀποδοχὴ νέων μελῶν στὸ Π.Σ.Ε., τὴν ἀποδοχὴ τῆς ἀρχῆς τῆς ὁμοφωνίας (consensus) κατὰ τὴν ἀποδοχὴ κειμένων, ἐνῶ ἐξασφαλίστηκε ἡ ὀρθόδοξη συμμετοχὴ κατὰ 25% σὲ ὅλα τὰ ὄργανα τοῦ ΠΣΕ. Οἱ προτάσεις αὐτὲς ἔγιναν δεκτὲς ἀπὸ τὴ Γ´ Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Porto Alegre[227] (Βραζιλία, 2006), ἐνσωματώθηκαν στὸ καταστατικό του, ἐνῶ παράλληλα ἀποφασίστηκε ἡ Σύσταση «Μονίμου Ἐπιτροπῆς Συνεργασίας καὶ Συναινέσεως» (Permanent Committee of Collaboration and Consensus) ποὺ ἔχει ὡς κύριο ἔργο καταστατικά, διαδικαστικά, θέματα συμμετοχῆς καὶ ἐξέτασης νέων ὑποψηφιοτήτων, σύμφωνα μὲ τὶς πάγιες ἀπαιτήσεις τῶν Ὀρθοδόξων. Στὸ ἔργο αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς ποὺ μπορεῖ νὰ διασφαλίζει τὶς ἀπαιτήσεις τῶν Ὀρθοδόξων παραπέμπει τὸ κείμενο. (§ 17).

  • Ἡ Δήλωση τοῦ Toronto (1950), στὴν ὁποία ἐπίσης παραπέμπει τὸ κείμενο ἀποτιμώντας αὐτὸ θετικά, ἀποτελεῖται ἀπὸ 4 κεφάλαια: Τὸ πρῶτο περιλαμβάνει τὴν εἰσαγωγή, ὅπου περιέχεται ἡ ἀπόφασις τῆς Α´ Γενικῆς Συνελεύσεως στὸ Ἄμστερνταμ (1948) ποὺ ἀναφέρεται στὴ φύση τοῦ Π.Σ.Ε., τὸ δεύτερο ποὺ ἐξηγεῖ τὴν ἀναγκαιότητα μιᾶς νέας Δηλώσεως, τὸ τρίτο ὅπου ἀποσαφηνίζεται τό, τί δὲν εἶναι τὸ Π.Σ.Ε. καὶ τὸ τέταρτο ποὺ περιέχει βασικὲς ἀρχὲς τοῦ Π.Σ.Ε. Τὸ Π.Σ.Ε. δὲν εἶναι καὶ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ γίνει Ὑπέρ – Ἐκκλησία[228]. Δὲν διαπραγματεύεται ἑνώσεις μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν. Δὲν υἱοθετεῖ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ υἱοθετήσει τὶς ἐκκλησιολογικὲς ἀντιλήψεις κάποιου μέλους του. Δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ποτὲ τὸ ὄργανο μιᾶς συγκεκριμένης Ὁμολογίας. Ταυτόχρονα δὲν ἀξιώνει ἀπὸ μιὰ Ἐκκλησία νὰ ἐγκαταλείψει τὴ δική της ἐκκλησιολογικὴ θεώρηση. Τὸ νὰ ἀποτελεῖ μιὰ Ἐκκλησία – Ὁμολογία μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. δὲ συνεπάγεται, ὅτι υἱοθετεῖ μιὰ συγκεκριμένη καὶ εἰδικὴ διδασκαλία γιὰ τὴ φύση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας. Κάθε Ἐκκλησία – Ὁμολογία μπορεῖ νὰ ἔχει τὴ δική της ἀντίληψη γιὰ τὶς προϋποθέσεις καὶ τὰ κριτήρια τῆς ὀντολογικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας[229]. Ἀντίθετα, τὸ Π.Σ.Ε. ἐπιδιώκει νὰ φέρει τὶς Ἐκκλησίες – Ὁμολογίες σὲ μιὰ ζῶσα ἐπαφὴ μεταξύ τους, ἀφοῦ ἀναγνωρίζουν ὡς κεφαλὴ τὸ Χριστό. Οἱ Ἐκκλησίες – μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἐπὶ τῇ βάσει τῆς Κ.Δ. θεωροῦν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι Μία. Ἐπειδὴ δὲ ἕκαστον μέλος −αὐτονόητα− πιστεύει ὅτι συνιστᾶ τὴ Μία Ἐκκλησία, τὸ Π.Σ.Ε. ζητᾶ ἀπὸ κάθε Ἐκκλησία «νὰ πράξῃ ὅ,τι δυνατόν, ἵνα ἡ Ἐκκλησία ἐκδηλωθῇ ἐν τῇ μοναδικότητί της». Τὸ ἴδιο πράττει καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία προσευχομένη σὲ κάθε Θ. Λειτουργία ὑπέρ «τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως».

Περιορίζεται ἡ ἀναφορά μας στὸ σημεῖο τῆς Δήλωσης ποὺ γίνεται ἀντικείμενο κριτικῆς, μιὰ κριτικὴ ποὺ γίνεται κατ᾽ ἐπέκταση καὶ στὸ κείμενο ποὺ προσήχθη ἀπὸ τὴν Ε´ Προσυνοδικὴ στὴν Πανορθόδοξο Σύνοδο πρὸς ἔγκριση καὶ ἐπικύρωση, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Αὐτὸ εἶναι ἡ πρώτη παράγραφος τῆς τρίτης ἑνότητας τοῦ τετάρτου κεφαλαίου τῆς Δηλώσεως τοῦ Toronto[230]: «Αἱ Ἐκκλησίαι – μέλη ἀναγνωρίζουν ὅτι τὸ ἀποτελεῖν μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικώτερον (more inclusive) ἢ τὸ ἀποτελεῖν μέλος τῆς ἰδίας αὐτῶν Ἐκκλησίας. Ἐντεῦθεν καὶ ζητοῦν νὰ εἰσέλθουν εἰς ζῶσαν ἐπαφὴν μετὰ τῶν ἐκτὸς τῶν ἰδίων τάξεων αἵτινες ὁμολογοῦν τὴν κοινότητα τοῦ Χριστοῦ». Ἡ πρόταση αὐτὴ ἑρμηνεύεται, ὅτι τὸ Π.Σ.Ε. ἀξιώνει νὰ ἐμπεριέχει τὴν κάθε Ἐκκλησία καὶ κατὰ συνέπεια καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ εἶναι τελείως ἐσφαλμένη προκύπτει κατ᾽ ἀρχὴν ἀπὸ τὴν πρώτη πρόταση τῆς α´ ἑνότητας τοῦ τρίτου κεφαλαίου, ὅπου ἐπισημαίνεται: «Τὸ Π.Σ.Ε. δὲν εἶναι ὁμοσπονδία Ἐκκλησιῶν»[231], ἕνα μέλος τῆς ὁποίας θὰ ἦταν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ποὺ ἔχει τὴ δική της Ἐκκλησιολογία καὶ ἀσφαλῶς δικαιοῦται νὰ τὴν ἔχει καὶ νὰ τὴν ὁμολογεῖ. Αὐτὸ ἐπισημαίνει καὶ ἡ δ´ ἑνότητα τοῦ τρίτου κεφαλαίου ποὺ ἀναφέρει, ὅτι ἡ συμμετοχὴ στὸ Π.Σ.Ε. δὲ σχετικοποιεῖ τὶς ἐκκλησιολογικὲς θεωρήσεις τῶν μελῶν του. Τὸ Π.Σ.Ε. δὲν ἀποδέχεται, ὅτι «Τὸ ἀποτελεῖν μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. συνεπάγεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία τις θεωρεῖ τὴν ἰδίαν αὐτῆς περὶ Ἐκκλησίας ἀντίληψιν ὡς σχετικὴν ἁπλῶς». Ἡ δ´ ἑνότητα τοῦ τρίτου κεφαλαίου[232] ποὺ οἱ ἐπικριτὲς τοῦ κειμένου δὲ θέλουν νὰ διαβάσουν, ἐπισημαίνει ὅτι: «… τὸ εἶναι μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. δὲν συνεπάγεται ὅτι ἑκάστη Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ θεωρῇ τὰς ἄλλας Ἐκκλησίας – μέλη ὡς Ἐκκλησίαν ἐν τῇ πλήρει καὶ ἀληθεῖ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως». Ἀφοῦ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲ θεωρεῖ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ὡς Ἐκκλησίες «ἐν τῇ πλήρει καὶ ἀληθεῖ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως», πῶς μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ ἡ Ὑπέρ-Ἐκκλησία ἢ ἡ Ὁμοσπονδία τῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς ὁποίας ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θὰ ἦταν μέλος;

Τί σημαίνει λοιπὸν πραγματικὰ ἡ ἔκφραση ὅτι «τὸ ἀποτελεῖν μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικώτερον ἢ τὸ ἀποτελεῖν μέλος τῆς ἰδίας αὐτοῦ Ἐκκλησίας»; Τὸ ἐξηγεῖ τὸ ἴδιο τὸ κείμενο, ὅταν λέγει ὅτι ὑπάρχουν Χριστιανοὶ extra muros, δηλ. ἔξω ἀπὸ τὰ κανονικὰ ὅρια τῆς (Ὀρθοδόξου γιὰ μᾶς) Ἐκκλησίας. Εἶναι αὐτὸ λάθος; Ἐὰν εἶναι αὐτὸ λάθος, τότε εἶναι λάθος καὶ ἡ περὶ σπερματικοῦ λόγου διδασκαλία τοῦ Ἁγ. ᾽Ιουστίνου καὶ ὅλη ἡ σχετικὴ πατερικὴ διδασκαλία.

Λέγει ὁ Ἁγ. Ἰουστῖνος στὴν Α´ Ἀπολογία του: «…καὶ πάντα ὅσα περὶ ἀθανασίας ψυχῆς, ἢ τιμωριῶν τῶν μετὰ θάνατον ἢ θεωρίας οὐρανίων, ἢ τῶν ὁμοίων δογμάτων, καὶ φιλόσοφοι καὶ ποιηταὶ ἔφασαν, παρὰ τῶν προφητῶν τὰς ἀφορμὰς λαβόντες, καὶ νοῆσαι δεδύνηνται καὶ ἐξηγήσαντο· ὅθεν παρὰ πᾶσι σπέρματα ἀληθείας δοκεῖ εἶναι»[233]. Περισσότερο σαφὴς γίνεται πιὸ κάτω στὸ ἴδιο κείμενο: «…καὶ οἱ μετὰ λόγου βιώσαντες Χριστιανοὶ εἰσι, κἂν ἄθεοι ἐνομίσθησαν οἷον ἐν Ἕλλησι μὲν Σωκράτης καὶ Ἡράκλειτος καὶ οἱ ὅμοιοι αὐτοῖς…ὧν τὰς πράξεις ἢ τὰ ὀνόματα καταλέγειν μακρὸν εἶναι ἐπιστάμενοι, τἀνῦν παραιτούμεθα…οἱ δὲ μετὰ λόγον βιώσαντες καὶ βιοῦντες Χριστιανοί, καὶ ἄφοβοι, καὶ ἀτάραχοι ὑπάρχουσι»[234]. Κατὰ συνέπεια, ἐπισημαίνει στὴ Β´ Ἀπολογία: «Οὐδὲν δὲ θαυμαστόν, εἰς τοὺς κατὰ σπερματικοῦ λόγου μέρος, ἀλλὰ κατὰ τὴν τοῦ παντὸς Λόγου, ὃ ἔστι Χριστοῦ, γνῶσιν καὶ θεωρίαν, πολὺ μᾶλλον μισεῖσθαι οἱ δαίμονες ἐλεγχόμενοι ἐνεργοῦσιν»[235]. Αὐτὸ δὲ συμβαίνει, διότι: «οὐχ ὅτι ἀλλότριά ἐστι τὰ Πλάτωνος διδάγματα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ᾽ ὅτι οὐκ ἔστι πάντα ὅμοια, ὥσπερ οὐδὲ τὰ τῶν ἄλλων, Στωϊκῶν τε καὶ ποιητῶν, καὶ συγγραφέων· ἕκαστος γάρ τις ἀπὸ μέρους τοῦ σπερματικοῦ θείου Λόγου τὸ συγγενὲς ὁρῶν, καλῶς ἐφθέγξατο. Οἱ δὲ τἀντία αὐτοῖς ἐν κυριωτέροις εἰρηκότες οὐκ ἐπιστήμην τὴν ἄποπτον καὶ γνῶσιν τὴν ἀνέλεγκτον φαίνονται ἐσχηκέναι»[236].

Μήπως ἔκανε λάθος καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος[237] ποὺ μιλάει θετικότατα γιὰ τούς «ἐκτὸς τῆς αὐλῆς», «ὅσοι τῷ τρόπῳ τὴν πίστιν φθάνουσι καὶ δέονται τοῦ ὀνόματος, τὸ ἔργον ἔχοντες». Τότε ἔκανε λάθος καὶ ὁ Ἱ. Αὐγουστῖνος, γιὰ τὸν ὁποῖο ἤδη ἔγινε λόγος[238]. Ἐὰν γίνει δεκτὴ ἡ ἀποκλειστικότητα, ὑπὸ τὴν ἔννοια, ὅτι δὲν ὑπάρχει Πνεῦμα Θεοῦ ἐκτὸς τῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας, τότε καταργοῦμε τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸ Δαμασκηνό, ἀποσπάσματα ἐκ τοῦ ἔργου τῶν ὁποίων παρετέθησαν ἀνωτέρω, τότε δὲ ὡς συνέπεια θὰ ἐπέλθει αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ Ἅγ. Ἰουστῖνος: «συμβήσεται ἡμῖν εἰς ἄτοπα ἐμπίπτειν νοήματα»[239]. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς[240] ἐπισημαίνει: «Ἀμέλει τοι πολλοὺς εὑρίσκομεν καὶ τῶν ἄγαν βαρβάρων καὶ νομάδων ἀνθρώπων, καλοκαγαθίας μεταποιουμένους καὶ τοὺς ἀνέκαθεν κρατήσαντας τοὺς ἐν αὐτοῖς θηριώδεις ἀθετοῦντας νόμους. Οὕτω μὲν οὖν πᾶσιν ἁπλῶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον». Ποιὸς μπορεῖ νὰ περιορίσει τὴν Πνοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;

Ἐκτιμᾶται ὅτι ὁ ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς ἐνεργὸς συντάκτης τοῦ ὅλου κειμένου τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Toronto π. Γ. Φλωρόφσκυ[241] θὰ πρέπει νὰ εἶχε ὑπ᾽ ὄψιν του τὸ κείμενο τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου ἢ κάποιο ἀνάλογο πατερικὸ κείμενο. Γιατί τότε διαμαρτυρόμαστε, ὅταν οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ἑρμηνεύουν συσταλτικὰ καὶ περιοριστικὰ τὴν ἔκφραση τῆς Β´ Βατικανῆς καὶ κυρίως τῆς Declaratio Dominus Jesus[242] (2000), ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ «subsistit in» (στή) Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία; Γενικώτερα, τὸ νὰ θέλει νὰ περιορίζει κάποιος τὴν πνοὴ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ Ὀρθοδοξία ἢ ἀφροσύνη; Τὸ νὰ θεωρεῖ ὅμως κάποιος, ὅτι ἐκτὸς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν Χριστιανοί, αὐτὸ σημαίνει, ὅτι τοὺς θεωρεῖ ἤδη σεσωσμένους; Ὄχι βέβαια! Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ οὔτε καὶ γιὰ τοὺς ἐντὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένους.

  • Εἶναι σημαντικὸ νὰ ὑπογραμμιστεῖ ἡ ἀξιολόγηση τοῦ κειμένου στὸ θεολογικὸ ἔργο τῆς ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις», ἀπὸ τὴ συγχώνευση τῆς ὁποίας μὲ τὴ διαχριστιανικὴ κίνηση «Ζωὴ καὶ Ἐργασία», ἡ ὁποία ἠσχολεῖτο μὲ κοινωνικὰ θέματα, προέκυψε τὸ Π.Σ.Ε. Στὸ ἔργο τῆς ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις» ἐντάσσεται καὶ τὸ κείμενο «Ἡ Ἐκκλησία: πρὸς ἕνα κοινὸ ὅραμα» (The Church: toward a common vision), τὸ ὁποῖο ἔχει σταλεῖ πρὸς τὶς Ἐκκλησίες προκειμένου αὐτὲς νὰ ἐκφέρουν τὴ γνώμη τους γι᾽ αὐτό, νὰ τὸ υἱοθετήσουν ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψουν. Ἐξ ὅσων εἶναι δυνατὸ νὰ εἶναι γνωστό, μέχρι τώρα καμμιά ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἐκφέρει τὴ γνώμη της. Ἐκφέροντας μιὰ γενικὴ θεώρηση τῶν κειμένων τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις» οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες στὸ ἐπικυρωθὲν κείμενο ἀξιολογοῦν θετικὰ τὶς προσπάθειες τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ θεολογικό της ἔργο, «τῇ σπουδαίᾳ συνεργίᾳ καὶ ὀρθοδόξων θεολόγων» (§ 21). Εἶναι ὅμως σημαντικὴ ἡ ἐπιφύλαξη ποὺ καταχωρεῖται στὴν ἴδια παράγραφο: «… ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διατηρεῖ ἐπιφυλάξεις διὰ κεφαλαιώδη ζητήματα πίστεως καὶ τάξεως». Ἡ λέξη «ἐπιφυλάξεις» εἶναι μιὰ ἐπιεικὴς ἔκφραση καὶ εὐγενικὴ λέξη ποὺ ὑποδηλώνει τὴν ἀντίρρηση, ἂν ὄχι καὶ τὴ διαφωνία, τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας σὲ θεολογικὲς θέσεις ποὺ καταγράφονται στὰ κείμενα αὐτά.

Τίθεται κατὰ συνέπεια εὔλογα τὸ ἐρώτημα, γιατί οἱ ἐκπρόσωποι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρέπει νὰ ὑπογράφουν τὰ κείμενα αὐτά, ἀφοῦ ὑπάρχουν ἐπιφυλάξεις; Τὸ βέβαιο σὲ κάθε περίπτωση εἶναι, ὅτι τὰ κείμενα αὐτὰ δὲν ἔχουν οὔτως ἢ ἄλλως δεσμευτικὸ χαρακτῆρα, δὲν ἔχουν συζητηθῆ στὶς Συνόδους τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἐνῶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα τὰ ἀγνοεῖ παντελῶς. Ἡ μεθόδευση θὰ μποροῦσε ἀσφαλῶς νὰ εἶναι διαφορετική. Τὸ σοβαρὸ μειονέκτημα τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, αὐτὸ ποὺ συνιστᾶ τὴ σοβαρή της ἀδυναμία, εἶναι ὅτι διεξάγεται χωρὶς στὸν ὅλο προβληματισμό της νὰ μετέχει τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα. Μπορεῖ ἀκόμα νὰ πιθανολογεῖ κανεὶς μὲ βεβαιότητα, ὅτι τὰ κείμενα αὐτὰ ἀγνοοῦνται ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὸ ἐπισκοπικὸ σῶμα στὴν πλειοψηφία του, ἀφεθέντα σὲ περιορισμένο κύκλο ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μὲ δική τους εὐθύνη ἢ εὐθύνη τῶν Ἐκκλησιῶν τους δὲν πληροφοροῦν γιὰ τὸ ἔργο τους, ἢ δὲν τοὺς ζητεῖται νὰ παράσχουν τὴν πληροφορία τους. Εἶναι βεβαίως σημαντικὴ καί «ἀπαραίτητος ἡ συνέχισις τῆς μαρτυρίας εἰς τὸν διῃρημένον χριστιανικὸν κόσμον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως καὶ πίστεώς της», (§ 24), ἡ ὑπεύθυνη ὅμως αὐτὴ λειτουργία δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτελεῖται ἐρήμην τοῦ ποιμνίου τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Ἀνεξάρτητα ὅμως ἀπὸ αὐτὸ ἀξιολογώντας κανεὶς τὰ ὅσα ἀναφέρονται στὸ κείμενο γιὰ τὸ Π.Σ.Ε. καὶ τὴν οἰκουμενικὴ κίνηση, ἐὰν μὲν εἶναι Ὀρθόδοξος, μπορεῖ στὶς γραμμὲς αὐτοῦ τοῦ κειμένου νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία του. Ἐὰν δὲν εἶναι ὀρθόδοξος ἴσως παραμείνει ἀνικανοποίητος καὶ ἴσως ἐκφράσει καὶ τὴ διαφωνία του. Τὸ βέβαιο ὅμως εἶναι, ὅτι τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὴν Κρήτη ἐκφράζει καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ τὴν ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία.

 

 

  1. Συμπερασματικὲς θεωρήσεις

 

Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ νηφάλια καὶ ἀντικειμενικὴ προέγγιση τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον» ἀναδεικνύει δύο κεντρικοὺς ἄξονες, περὶ τοὺς ὁποίους δομεῖται ἡ αὐτοσυνειδησία τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος στὴ σύγχρονη συγκυρία τοῦ 21ο αἰώνα. Κατὰ πρῶτον, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία αὐτοκατανοεῖται ὡς ἡ συνέχεια τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῆς ἱδρυθείσης κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Παρακλήτου. Αὐτοκατανοεῖται ὡς ὁ θεματοφύλακας τῆς ὅλης καὶ ἅπαξ ἀποκεκαλυμμένης ἀληθείας στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Καινῆς Διαθήκης θεμελιώνεται στὴ σκιὰ καὶ τὴν προτύπωση τῆς μεσσιανικῆς ἐκπλήρωσης ποὺ προαναγγέλλει τὸ σχέδιο τῆς θείας ἀγάπης πρὸς τὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο σὲ ὅλες τὶς περιόδου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία αὐτοκατανοεῖται ὡς ἡ φυσικὴ συνέχεια τῆς Ἐκκλησία τῶν Ἀποστόλων, αὐτοὺς στοὺς ὁποίους ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὴν ἐξουσία, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ τὴν αὐθεντία νὰ εἶναι μάρτυρες καὶ κήρυκες καὶ διδάκαλοι τῆς νέας ζωῆς τοῦ μηνύματος τῆς ἀληθείας.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὸν 21ο αἰώνα ἀναγνωρίζει, ὅτι οἱ ἐπιλεγέντες ἀπὸ τὸ Χριστὸ Ἀπόστολοι εἶναι οἱ συνεχιστὲς καὶ ταυτόχρονα ἐγγυητὲς τῆς συνέχειας τῶν δύο Διαθηκῶν, ὥστε ὁ Χριστός, «ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς ἄγγελος[243]», ὁ ἐνσαρκωθεὶς Λόγος τοῦ Θεοῦ, νὰ εἶναι ὁ ἄσαρκος Λόγος τῶν Θεοφανειῶν κατὰ τὴν κατηγορηματικὴ μαρτυρία τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων[244]. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὸν 21ο αἰῶνα θεωρεῖ ἑαυτὴν ὡς τὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου κέντρο καὶ κεφαλὴ εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὸν 21ο αἰῶνα θεωρεῖ, ὅτι ἐγγυητὴς τοῦ ἑνὸς σώματος, ὁ συνεκτικὸς δεσμὸς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ Παράκλητος τῆς ἀληθείας, ὁ ὁποῖος «συνέχει ὅλον τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας», ὥστε ὅλο τὸ σῶμα καὶ ὅλα τὰ μέλη νὰ ὁδηγοῦνται στὴν ἐσχατολογική τους τελείωση καθοδηγούμενοι στὴν πορεία τῶν αἰώνων, ἀλλὰ καὶ στὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον, ἀλαθήτως στὸ φρόνημα καὶ τὴν ἐμπειρία τους. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως ἐπισημαίνει τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης, εἶναι ἡ Μία Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ταυτόχρονα καὶ Καθολική. Ἡ Μία Ἐκκλησία εἶναι μόνο ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία. Ἰσχύει ἀπαραβιάστως καὶ τὸ ἀντίστροφο. Ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία εἶναι μόνο Μία. Κατὰ συνέπεια, ὅπου ὑπάρχει προσβολὴ τῆς καθολικότητας τῆς ἀλήθειας, τοῦ δυναμικοῦ καταπιστεύματος τῆς ἀλήθειας, ἡ ὁποία ἀπεκαλύφθη καὶ παρεδόθη ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἐκεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ ἀναγνωρίζει ἑαυτήν.

Ἡ προσβολὴ τῆς καθολικότητας καὶ τῆς Μίας Ἐκκλησίας εἶναι γεγονός, τὸ ὁποῖο ὅμως δὲν ἄφησε στὸ παρελθόν, δὲν μπορεῖ νὰ ἀφήνει καὶ σήμερα ἀδιάφορη τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὁ συνεχὴς διάλογος μὲ τὰ ἀσθενοῦντα τώρα στὸ φρόνημα πρώην μέλη της ἀποτελεῖ εὐθύνη καὶ χρέος της. Μέσα σὲ ἕνα πνεῦμα καταλλαγῆς καὶ μὲ εἰλικρινῆ διάθεση προσέγγισης διὰ τοῦ διαλόγου ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης θέτει τὸ ἀκαταμάχητο καὶ ἀδιαμφισβήτητο κριτήριο αὐτῆς τῆς προσέγγισης: Τὴν πιστότητα στὴν κοινὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀποστόλων, τὴν κοινὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ ἀπομόνωση καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς ἀλλοτρίωση ἦταν καὶ εἶναι ὁ εὔκολος δρόμος, ἡ ἐπιδίωξη ὅμως τῆς κοινῆς συνάντησης στὴν ἀλήθεια τῆς Παράδοσης εἶναι ὁ δύσκολος. Ὅποιος ὑπερβαίνει τὴ συνειδητὴ ἢ ἀσυνείδητη ἀνασφάλεια ὡς πρὸς τὴν ταυτότητά του ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀποξένωση καὶ στὴν αὔξηση τῆς ἀλλοτρίωσης, ἐπιλέγει συνειδητὰ τὸ δεύτερο.

Εἶναι εὔκολο πρᾶγμα νὰ ρίχνεις τὰ βέλη σου σὲ ὅσους προσέβαλαν τὴν καθολικότητα τῆς ἀλήθειας στὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ δύσκολο εἶναι νὰ ἀναζητήσεις καὶ κυρίως νὰ συναισθανθεῖς καὶ νὰ ἀναγνωρίσεις καὶ τὴ δική σου εὐθύνη γι᾽ αὐτό. Εἶναι εὔκολο πρᾶγμα μαζὶ μὲ τὸν Πατριάρχη Μιχαὴλ Κηρουλάριο νὰ ἀναθεματίζεις τοὺς Δυτικούς. Εἶναι δύσκολο πρᾶγμα νὰ κατανοεῖς τὴν ταυτόχρονη θέση τοῦ Πέτρου Ἀντιοχείας[245], ὁ ὁποῖος ἔβλεπε τότε ἀκόμα, ὡς τὴ μόνη οὐσιαστικὴ διαφορὰ τὸ Filioque[246], γιὰ τὸ ὁποῖο ἔπρεπε νὰ γίνει διάλογος καὶ ὄχι νὰ ἐπιβληθεῖ ἀναθεματισμός. Εἶναι εὔκολο νὰ καταδικάζωνται οἱ κακοδοξίες τοῦ Λουθηρανισμοῦ ἅμα τῇ ἐμφανίσει του, κατέστη ὅμως ἀντικειμενικὰ ἀδύνατο στὴν Ἀνατολή, νὰ συναισθανθεῖ τὴν ἀντίδραση τῆς Διαμαρτύρησης καὶ νὰ τὴν κατευθύνει πρὸς τὴ σωστὴ πορεία. Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες δὲν ἔχουν καμιὰ εὐθύνη, ζώντας τὴ νάρκη τῆς αὐτάρκειας τῆς ἐκκλησιαστικῆς τους αὐτοκεφαλίας καὶ ταυτόχρονα τὴν ἀτροφία τῆς συνοδικῆς τους συνείδησης, γιὰ τὴν μὴ πλήρη εὐόδωση τοῦ διαλόγου μὲ τοὺς Προχαλκηδονίους ἢ τοὺς Παλαιοκαθολικούς; Ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἀποστροφὴ καὶ ἐν πολλοῖς ἡ ἐγκατάλειψη δὲν εἶναι στίγμα γιὰ τὴν ὀρθόδοξη συνείδησή μας, ὅταν εἶναι δεδομένο ὅτι ὅλα αὐτὰ ὁδηγοῦν ἐπὶ πλέον σὲ νέες διαφορές;

Τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὴν Κρήτη ἔχει ἀσφαλῶς συνείδηση τῶν δυσκολιῶν τῶν διαχριστιανικῶν διαλόγων. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ τονίζει ἰδιαίτερα, ὅτι ἡ πορεία πρὸς τὴν ἑνότητα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι καρπὸς μόνο τῶν ἀνθρωπίνων προσπαθειῶν, ἀλλὰ καρπὸς τῆς ἐπιστασίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο «τὰ ἐλλείποτα ἀναπληροῖ». Εἷναι ἐπίσης σαφὲς ὅτι τὸ κείμενο τῆς Κρήτης δίνει μιὰ νέα ὤθηση πρὸς τὴν κοινὴ πανορθόδοξη συναντίληψη τοῦ χρέους ἑνὸς διαλόγου καταλλαγῆς ἐν ἀγάπῃ καὶ ἀληθείᾳ.

Ἕνας διαχριστιανικὸς διάλογος ὅμως, γιὰ νὰ εἶναι ἐπιτυχής, πρέπει νὰ ἔχει ἐξ ἀχῆς καθορισμένα τὰ ὑπὸ συζήτηση θέματα καὶ ἡ ἐπιλογή τους νὰ μὴν εἶναι εὐκαιριακὴ ἢ νὰ ἐπιτρέπεται ἡ χωρὶς λόγο ἐναλλαγὴ τῶν ὑπὸ συζήτηση θεμάτων χωρὶς τὴν προγενέστερη κατὰ τὸ δυνατὸν ἐξαντλητικὴ ἐξέτασή τους. Ἡ διαφαινόμενη γιὰ παράδειγμα ἐπιθυμία ἐκ μέρους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιὰ συζήτηση τοῦ ὑπαρκτοῦ θέματος τῆς Οὐνίας ἐγκαταλείποντας τὸ ὑπὸ συζήτηση θέμα τοῦ Πρωτείου, στὸ διάλογο μὲ τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία, χωρὶς τὸν ἀπόλυτα σαφῆ προσδιορισμὸ τοῦ ρόλου τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης στὸ πλαίσιο τῆς Πενταρχίας ἢ τὶς θεωρήσεις περὶ Πρωτείου στὴ β´ χιλιετία δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὡς πέρας τοῦ διαλόγου μὲ τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία γιὰ τὸ Πρωτεῖο, παρὰ τὰ πολὺ θετικὰ σημεῖα τοῦ κειμένου τῆς Ραβέννας[247] (2007) καὶ τοῦ κειμένου τοῦ Chieti[248] (2016).

Τὸ κείμενο τοῦ Chieti εἶναι γιὰ ἕνα ἀκόμα λόγο σημαντικό. Εἶναι ἕνα κείμενο ποὺ ὑπεγράφη μετὰ τὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης, ἐγκριθὲν καὶ ἀπὸ τρεῖς ἀπὸ τὶς τέσσερις Ἐκκλησίες ποὺ ἀπουσίαζαν στὴν Κρήτη καὶ μὲ τὶς ἐπιφυλάξεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας, ἡ ὁποία ὅμως παρὰ ταῦτα τελευταῖα συμμετέχει στὸ διάλογο μὲ τοὺς Λουθηρανούς[249]. Τὸ κείμενο γιὰ νὰ προσδιορίσει τὰ κριτήρια Οἰκουμενικότητας μιᾶς Συνόδου, ἀνάγεται στὴν Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἀπαιτεῖται ἡ ὁμοφροσύνη τῶν πέντε Πατριαρχῶν[250] καὶ ὄχι ἡ συναίνεση ὅλων τῶν ἀπανταχοῦ τῆς γῆς ὀρθοδόξων ἐπισκόπων. Ἄλλωστε ἡ σύνοδος τῆς Ἱέρειας (754) ἀποδοκιμάστηκε γιὰ τὸ λόγο αὐτό: «Πῶς δ᾽ αὖ μεγάλη καὶ οἰκουμενική, ἣν οὔτε ἐδέξαντο, οὔτε συνεφώνησαν οἱ τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν πρόεδροι, ἀλλ᾽ ἀναθέματι ταύτων παρέπεμψαν;[251]» Κατὰ συνέπεια εἶναι τελείως ἄδικη ἡ κατηγορία κατὰ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ὅτι ὑπῆρξε Σύνοδος Προκαθημένων καὶ ὄχι Σύνοδος Ἐπισκόπων. Ἕκαστος τῶν Προκαθημένων ἐκφράζει τὸ φρόνημα κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας[252]. Ἡ διατύπωση μιᾶς τέτοιας κατηγορίας ἀγνοεῖ συνεπῶς τὰ κανονικὰ κριτήρια τῆς Οἰκουμενικότητας μιᾶς Συνόδου, ὅπως αὐτὰ ἐξετέθησαν καὶ στὴν Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, κριτήρια ποὺ ἐπιβεβαιώθηκαν καὶ κατὰ τὴ Σύνοδο τοῦ 879/80, ἐπὶ Ἱ. Φωτίου[253].

Ὁ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης −μεταξὺ ἄλλων− ἐπισημαίνει[254] σχετικά: «…τίνες δὲ οὗτοι οἱ ἐντεταλμένοι; ἀπόστολοι καὶ οἱ τούτων διάδοχοι. τίνες δ᾽ οὖν οἱ διάδοχοι; ὁ τῆς Ρωμαίων νυνὶ πρωτόθρονος, ὁ τῆς Κωνσταντινουπόλεως δευτερεύων, Ἀλεξανδρείας τε καὶ Ἀντιοχείας καὶ ὁ Ἰεροσολύμων. τοῦτο τὸ πεντακόρυφον κράτος τῆς ἐκκλησίας, παρὰ τούτοις τὸ τῶν θείων δογμάτων κριτήριον».

Ἀκριβέστερης διατύπωσης στὸ κείμενο τοῦ Chieti χρήζει ἐνδεχομένως ἡ υἱοθετούμενη διάκριση μεταξύ «συνεργοῦντος» καὶ «συμφρονούντων» Πατριαρχῶν γιὰ τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, ὅπου, κατὰ τὴ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, «συνεργῶν» εἶναι ὁ Πάπας καί «συμφρονοῦντες» οἱ Πατριάρχες τῆς Ἕω, Ἀλεξανρείας, Ἀντιοχείας καὶ τῆς Ἁγίας Πόλεως»[255], χωρὶς νὰ γίνεται συγκεκριμένη ἀναφορὰ στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Παρότι ἡ ἀναφορὰ στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως παραλείπεται, ἡ ἀναγκαιότητα τῆς «συνεργίας», ἐὰν μπορεῖ πράγματι νὰ ὑπάρξει οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξύ «συνεργοῦντος» καί «συμφρονούντων», θὰ πρέπει γι᾽ αὐτὸν νὰ θεωρηθεῖ ἀπαραίτητη καὶ αὐτονόητη, δεδομένων τῶν ἴσων Πρεσβείων μεταξὺ Ρώμης καὶ Κωνσταντινουπόλεως. Μὲ ποιὸν ἄλλωστε ἄλλον θὰ μποροῦσε νὰ συνεργήσει ὁ Ρώμης ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κωνσταντινουπόλεως, ἀφοῦ οἱ ὑπόλοιποι τρεῖς χαρακτηρίζονται ὡς «συμφρονοῦντες»; Κυρίως ὅμως, ἡ διάκριση μεταξύ «συνεργοῦντος» καί «συμφρονούντων» δὲν μπορεῖ νὰ μεταφερθεῖ στὸν τρόπο λήψεως τῶν ἀποφάσεων, ὥστε ἡ γνώμη τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης νὰ θεωρηθεῖ καθ᾽ οἱονδήποτε τρόπο ὑπεροχικὴ σὲ σχέση μὲ τὴν γνώμη τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν. Αὐτὸ θὰ κατέλυε οὐσιαστικὰ τὴ λειτουργία τῆς Πενταρχίας.

Ἐνῶ λοιπὸν ἡ μεθοδολογία καὶ τὰ πρὸς συζήτηση θέματα θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἐξ ἀρχῆς ἀπολύτως σαφῆ, προσδιοριζόμενα ἀπὸ τὴν ἰδιαιτερότητα ἑκάστου τῶν διαλόγων, ὁ κατάλογος αὐτὸς τῶν ὑπὸ συζήτηση θεμάτων δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ περιλαμβάνει τὰ ἁπολύτως ἀναγκαῖα ἐκεῖνα θέματα, ἡ συμφωνία ἐπὶ τῶν ὁποίων μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία. Γιὰ τὸν προσδιορισμὸ αὐτῶν τῶν θεμάτων ἀπαιτεῖται ἡ προγενέστερη συζήτηση καὶ συμφωνία μεταξὺ τῶν ἰδίων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἐχόντων ὡς πρότυπο τὴ μετριοπαθῆ στάση τοῦ Μ. Βασιλείου ἔναντι τῶν Πνευματομάχων[256], γιὰ τοὺς ὁποίους, προκειμένου νὰ διευκολύνει τὴν ἔνταξή τους στὴν Ἐκκλησία ἐπισημαίνει: «Μηδὲν τοίνυν πλέον ἐπιζητῶμεν, ἀλλὰ προτεινώμεθα τοῖς βουλομένοις ἡμῖν συνάπτεσθαι ἀδελφοῖς τὴν ἐν Νικαίᾳ πίστιν. Κἂν ἐκείνη συνθῶνται, ἐπερωτῶμεν καὶ τὸ μὴ δεῖν λέγεσθαι κτίσμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, μηδὲ κοινωνικοὺς εἶναι αὐτῶν τοὺς λέγοντας. Πέραν δὲ τούτων ἀξιῶ μηδὲν ἐπιζητεῖσθαι παρ᾽ ἡμῶν. Πέπεισμαι γὰρ ὅτι τῇ χρονιωτέρα συνδιαγωγῇ καὶ τῇ ἀφιλονείκῳ συγγυμνασίᾳ καὶ εἴ τι δέοι πλέον προστεθῆναι εἰς τράνωσιν, δώσει Κύριος ὁ πάντα συνεργῶν εἰς ἀγαθὸν τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν». Εἶναι κατὰ συνέπεια σαφές, ὅτι οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ὀφείλουν νὰ προσδιορίσουν ἐπακριβῶς ὅλα τὰ ὑπὸ συζήτηση θέματα, στὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται ἀπαραιτήτως ἡ συμφωνία, ὥστε κατόπιν ἡ «συνδιαγωγή» καὶ ἡ «συγγυμνασία» νὰ ἐξαλείψει τὶς ἐνδεχόμενες διαφορὲς σὲ ὑποδεεστέρας σημασίας θέματα, ὥστε νὰ μὴ διαπιστώσουμε, ὅπως συνέβη μετὰ τὸ πέρας τοῦ διαλόγου μὲ τοὺς Παλαιοκαθολικούς (1981), ὅτι ἡ προϋπάρχουσα τῆς ἔναρξης τοῦ διαλόγου κοινωνία τους μὲ τοὺς Ἀγγλικανοὺς ἀπὸ τὸ 1931, ἀποτελεῖ κώλυμα στὴ μεταξύ μας ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, κάτι τὸ ὁποῖο θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε ἐκτιμηθεῖ πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τοῦ διαλόγου καὶ νὰ εἶχε ἐνταχθεῖ στὴ θεματολογία του. Σὲ κάθε περίπτωση ἡ θεματολογία τῶν διαλόγων θὰ πρέπει νὰ ἀφορᾶ τὰ κύρια δογματικὰ ζητήματα, «ἵνα μή, τὸ πᾶν ἐκζητήσαντες, τὸ πᾶν ἀπολέσωμεν», ὅπως ἱκετευτικὰ θὰ παραινοῦσε καὶ σήμερα ὁ Πέτρος, Πατριάρχης Ἀντιοχείας[257]. Πῶς ἀκούγεται στοὺς σύγχρονους «ὑπερορθοδόξους» ὁ λόγος τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅτι ἡ «συνδιαγωγή» καί «συγγυμνασία» θὰ ἐξαλείψουν διαφορές, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχει συμφωνία στὰ θεμελιώδη; Δὲν εἶναι ἀβάσιμη ἡ ὑπόθεση, ὅτι οἱ σύγχρονοι «ὑπερορθόδοξοι» θὰ ἀποδοκίμαζαν σκληρὰ καὶ τὸ Μ. Βασίλειο!

Τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὴν ἴδια συνάφεια τῆς ἐπιτυχοῦς διεξαγωγῆς τῶν διαλόγων ἐπισημαίνει, ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν ὅτι «οἱ διμερεῖς καὶ πολυμερεῖς θεολογικοὶ διάλογοι δέον ὅπως ὑπόκεινται εἰς πανορθοδόξους περιοδικὰς ἀξιολογήσεις» (§ 9), ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ὅτι ἡ διεξαγωγή τους «προϋποθέτει τὴν σχετικὴν πληροφόρησιν τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας». (§ 11). Οἱ ἐπισημάνσεις αὐτές, τιθέμενες σὲ ἐφαρμογή, θὰ ἐμποδίσουν, ὥστε τὰ ἀπὸ κοινοῦ συντασσόμενα κείμενα τῶν μικτῶν θεολογικῶν ἐπιτροπῶν νὰ δεσμεύουν μόνον τοὺς ὑπογράφοντες, χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἡ ἐπίσημη δεσμευτικὴ συμφωνία τῶν Ἐκκλησιῶν, τὶς ὁποῖες αὐτοὶ ἐκπροσωποῦν, ὡς πρὸς αὐτά.

Ἐκ τοῦ κειμένου τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης προκύπτει ἀβιάστως ὅτι, ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τοποθετοῦνται θετικὰ στὴ διεξαγωγὴ διαλόγου μὲ τοὺς ἑτεροδόξους μέσα σὲ ἕνα πνεῦμα καταλλαγῆς, ἀπαλλαγμένες ἀπὸ τὶς ἀγκυλώσεις τοῦ παρελθόντος ποὺ δημιούργησαν κυρίως οἱ προσηλυτιστικὲς προσπάθειες στοὺς προηγούμενους αἰῶνες, μὲ τὴν ταυτόχρονη ἀλλαγὴ τῶν πολιτικῶν συνθηκῶν ποὺ συχνὰ στὸ παρελθὸν δυσκόλευαν τὴν ἐπικοινωνία, ἐν τούτοις δὲν ἀναγνωρίζουν τὸν ἐκκλησιαστικὸ χαρακτῆρα τῶν ἑτεροδόξων χριστιανικῶν κοινοτήτων, παρόλο τὸ διεξαγόμενο μετ᾽ αὐτῶν θεολογικὸ διάλογο καὶ παρόλη τὴν ἀναγνώριση τῆς ὀνομασίας αὐτῶν ὡς Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία δὲν ἀρχίζει τὸν 20ο αἰῶνα μὲ τὶς πατριαρχικὲς ἐγκυκλίους τοῦ 1904 καὶ τοῦ 1920, ὅπως ἀνωτέρω ἐδείχθη, ἀλλὰ προϋπάρχει καὶ στὰ πρὶν τοῦ 20οῦ αἰῶνα ἐπίσημα ἐκκλησιαστικὰ καὶ συνοδικὰ κείμενα. Αὐτὸ κατὰ συνέπεια σημαίνει, ὅτι τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὴν Κρήτη δὲν ἀναγνωρίζει τὴν τέλεση Μυστηρίων στὶς ἑτερόδοξες χριστιανικὲς κοινότητες.

Σημαίνει ὅμως αὐτὸ ὅτι τὰ μυστήρια τῶν ἑτεροδόξων εἶναι παντελῶς ἄκυρα; Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ τονίσει κανείς, ἀκόμη μιὰ φορά, ὅτι δὲν ἔχει καμιὰ σημασία ἡ προσωπικὴ γνώμη τοῦ καθενός, εἴτε ἀπαντᾶ θετικά, εἴτε ἀπαντᾶ ἀρνητικὰ στὸ ἐρώτημα αὐτό. Σημασία ἔχει νὰ προσδιορίζεται ὀρθά, τὸ τὶ ἀκριβῶς λέγει τὸ κείμενο ποὺ δὲν ἀναγνωρίζει Μυστήρια ἐκτὸς αὐτῆς καὶ νὰ διερωτηθεῖ περαιτέρω, ἐὰν ἡ ἐνδεχόμενη ἀναγνώριση Μυστηρίων θὰ ἀπέκλινε ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Αὐτὴ ἡ παράδοση θὰ πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ καὶ νὰ ἀξιολογηθεῖ.

Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ καὶ τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου[258] (256) εἶναι κατηγορηματικὴ γιὰ ὅλους τοὺς σχισματικοὺς καὶ τοὺς αἱρετικοὺς ἀδιάκριτα ἐπιβάλλουσα, ἐπειδὴ ἐκτὸς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ ἀναβαπτισμοῦ: «…μηδένα βαπτίζεσθαι δύνασθαι ἔξω τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἑνὸς ὄντως βαπτίσματος καὶ ἐν μόνῃ τῇ καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ ὑπάρχοντος… Εἰ ἠδυνήθη βαπτίσαι, ἴσχυσε καὶ ἅγιον Πνεῦμα δοῦναι. Εἰ οὐκ ἠδυνήθη, ὅτι ἔξω ὤν, Πνεῦμα ἅγιον οὐκ ἔχει, οὐ δύναται τὸν ἐρχόμενον βαπτίσαι, ἑνὸς ὄντος τοῦ βαπτίσματος καὶ ἑνὸς ὄντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ μιᾶς Ἐκκλησίας… καὶ διὰ τοῦτο τὰ ὑπ᾽ αὐτῶν γινόμενα, ψευδῆ καὶ κενὰ ὑπάρχοντα, πάντα ἐστιν ἀδόκιμα». Μὲ βάση τὴν ἀντίληψη αὐτὴ τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, μὲ δεδομένη τὴ μὴ διακοπὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐκ μέρους του μὲ τὸν Ρώμης Στέφανο (254-257) ποὺ ἐδέχετο τὸ ἐκτὸς Ἐκκλησίας βάπτισμα, ὥστε νὰ μὴν ἐπιβάλλεται ὁ ἀναβαπτισμὸς καὶ δεδομένες τὶς ρυθμίσεις τῶν κανόνων 1 καὶ 47 τοῦ Μ. Βασιλείου, 8. καὶ 19. τῆς Α´, 7 τῆς Β´ καὶ 95 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου[259] τίθενται πολλὰ εὔλογα ἐρωτήματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων:

  • Γιατὶ ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς γνωρίζει τὸν κανόνα τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ καὶ τὴν ἀποκλειστική του Ἐκκλησιολογία, ἐν τούτοις ἀποδέχεται τὸ βάπτισμα ἐκτὸς Ἐκκλησίας τελούμενο, «ἐπειδὴ ὅλως ἔδοξε τισι τῶν κατὰ τὴν Ἀσίαν, οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν, δεχθῆναι αὐτῶν τὸ βάπτισμα», ἐπισημαίνοντας ὅτι, «ἐὰν μέντοι μέλλῃ τῇ καθόλου οἰκονομίᾳ ἐμπόδιον ἔσεσθαι πάλιν τῷ ἔθει χρηστέον καὶ τοῖς οἰκονομήσασι τὰ καθ᾽ ἡμᾶς πατράσι ἀκολουθητέον»[260]. Τίθεται τὸ ἐρώτημα: Ὁ Μ. Βασίλειος ὑπερβαίνοντας τὴν ἀποκλειστικὴ ἐκκλησιολογία τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, τὴν ὁποία μάλιστα γνωρίζει, δὲν καινοτομεῖ;
  • Γιατὶ στὸν κανόνα 47 ὁ Μ. Βασίλειος γιὰ ἴδιο θέμα (Ἐγκρατῖτες- Καθαροὺς) θέτει τὴ δική του ἄποψη ὑπὸ συνοδικὴ κρίση, «ὥστε, ἐὰν ἀρέσκῃ τοῦτο, δεῖ πλείονας ἐπισκόπους ἐν ταυτῷ γενέσθαι καὶ οὕτως ἐκθέσθαι τὸν κανόνα…»[261]. Ποιὸς ἀποφασίζει τελικὰ στὴν Ἐκκλησία, ἡ Σύνοδος, ἤ, ὁ καθένας αὐθαίρετα ποὺ θεωρεῖ ἀπὸ μόνος του, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Ἐὰν ὁ Μ. Βασίλειος θέτει τὴν ἄποψή του ὑπὸ συνοδικὴ κρίση, τὶ θὰ πρέπει νὰ κάνουμε ἐμεῖς; Πρέπει νὰ ἐμμένουμε στὴν ἀλαζονεία μας;
  • Γιατὶ ὁ κανόνας 8 τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου κάνει δεκτοὺς τοὺς Καθαρούς (=Ναυατιανούς) μόνο δι᾽ ἐγγράφου ὁμολογίας, ἐνῶ ὁ 7. τῆς Λαοδικείας ἀπαιτεῖ χρίσμα; Πῶς μποροῦν οἱ ἱεροὶ κανόνες[262] νὰ ἀντιφάσκουν μεταξύ τους.
  • Στὸν 7. κανόνα τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς[263], Ἀρειανοί, Μακεδονιανοί, Ἀπολλιναριστὲς ἐξισώνονται μὲ τοὺς Ναυατιανούς (Καθαρούς) καὶ τοὺς Τεσσαρεσκαιδεκατίτες. Γιὰ ὅλους ἀπαιτεῖται χρίσμα. Πῶς δικαιολογεῖται αὐτὴ ἡ ἐξίσωση;
  • Σύμφωνα μὲ τὸν 95. κανόνα τῆς Πενθέκτης[264], οἱ Ἀρειανοί, οἱ Μακεδονιανοί, οἱ Ναυατιανοί (Καθαροί), οἱ Τεσσαρεσκαιδακίτες καὶ οἱ Ἀπολιναριστὲς γίνονται δεκτοὶ διὰ χρίσματος καὶ λιβέλλου. Μιὰ δεύτερη κατηγορία, ὅπως οἱ Παυλιανιστές, οἱ Εὐνομιανοί, οἱ Μοντανιστές, οἱ Μανιχαϊστές, οἱ Οὐαλεντιανοὶ καὶ οἱ Μαρκιωνιστὲς ὑποχρεοῦνται σὲ βάπτισμα. Οἱ Νεστοριανοί, οἱ Εὐτυχιανοί, οἱ Διοσκορῖται, οἱ Σευηριανοὶ καὶ οἱ Μονοθελῆτες, γίνονται ἀποδεκτοὶ ἁπλῶς διὰ λιβέλλου. Ἐντυπωσιάζει στὸν κανόνα αὐτό, ὄχι ἁπλᾶ ἡ διαφορετικὴ ἀντιμετώπιση τῶν Καθαρῶν ποὺ ὑποχρεοῦνται σὲ χρίσμα, ἐνῶ σύμφωνα μὲ τὸν 8. Κανόνα τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γίνονται ἀποδεκτοὶ ἁπλῶς διὰ λιβέλλου, ἀλλὰ ἡ ἐπιεικέστατη μεταχείριση ὀπαδῶν σοβαροτάτων χριστολογικῶν κακοδοξιῶν, ὅπως οἱ Νεστοριανοί, οἱ Μονοφυσίτες καὶ οἱ Μονοθελῆτες σὲ σχέση μὲ τὴ δυσμενέστερη μεταχείριση τῶν Καθαρῶν καὶ τῶν Τεσσαρεσκαιδεκατιτῶν. Πῶς μπορεῖ οἱ περιπίπτοντες σὲ χριστολογικὲς κακοδοξίες νὰ θεωροῦνται εὐνοϊκότερα μὲ αὐτοὺς ποὺ διαφωνοῦν σὲ πολὺ λιγότερο σοβαρὰ θέματα, ὅπως ἡ δυνατότητα σύναψης β´ γάμου ἢ τὸ ἡμερολόγιο;
  • Ἡ ρύθμιση τοῦ 8. κανόνα τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς γιὰ τοὺς ἐκ τῶν Καθαρῶν προσερχομένους στὴν Ἐκκλησία ἐπισκόπους εἶναι πράγματι ἐντυπωσιακή[265]: Ἐὰν στὸν ἴδιο τόπο ὑπῆρχε κανονικὸς ἐπίσκοπος, τότε, ἐὰν μὲν αὐτὸς συμφωνοῦσε, ὁ ἐκ τῶν Καθαρῶν Ἐπίσκοπος παρέμενε ἐπίσκοπος χωρὶς διοικητικὴ ἐξουσία, ἐὰν ὅμως δὲ συμφωνοῦσε τότε ἐγένετο δεκτὸς ὡς Πρεσβύτερος!!! Πῶς ὅμως ἕνας Ἐπίσκοπος μπορεῖ νὰ ὑποβιβάζεται σὲ Πρεσβύτερο, ἀφοῦ ἕνας τέτοιος ὑποβιβασμὸς ἀποτελεῖ κατὰ τὸν 29ο κανόνα τῆς Χαλκηδόνας ἱεροσυλία[266]; Τίθεται ἀναγκαστικὰ τὸ ἐρώτημα: Εἶναι δυνατὸν μὲ τέτοιος κανόνες νὰ προσδιορίσουμε σήμερα, στὸν 21. αἰῶνα, τὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς σύγχρονους ἑτεροδόξους, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπῆρχαν τὴν ἐποχὴ θεσπίσεως τῶν κανόνων;

Ἐὰν σὲ ὅσα ἐξετέθησαν ἀνωτέρω προστεθεῖ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο εἰκονομάχοι ἐπίσκοποι ἐγένοντο δεκτοὶ στὴν Ἐκκλησία, ἀναγνωρισθέντες τοῦ βαπτίσματος τοῦ χρίσματος καὶ τῆς Ἱερωσύνης ποὺ ἔλαβαν ἐκτὸς Ἐκκλησίας[267] εἶναι προφανές, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἰδίᾳ ἐξουσία στὴν περίπτωση προσέλευσης στοὺς κόλπους της ἀνεγνώρισε κατὰ τὴν κρίση της ἐκτὸς αὐτῆς τελεσθέντα μυστήρια. Ἀποδεσμευόμενη ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν ἀκρίβεια καὶ τὴν αὐστηρότητα τῶν κανόνων 46, 47, 49 καὶ 50 τῶν Ἀποστόλων[268] ὡς πρὸς τὸ κῦρος τοῦ βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν καὶ ἀρκουμένη ἑνίοτε μόνον στὴν ἐπίδοση λιβέλλων καὶ τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως ὁδηγεῖται στὴν ἀναγνώριση μυστηρίων ποὺ τελέστηκαν ἐκτὸς αὐτῆς, ἐφ᾽ ὅσον ἐξεδηλοῦτο ἡ ἐπιθυμία προσέλευσης στὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ ἐκ τῆς διατυπώσεως τοῦ 7. κανόνος τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[269], «κατὰ τὴν πρώτη ἡμέρα ποιοῦμεν αὐτοὺς χριστιανούς, τὴν δὲ δευτέραν κατηχουμένους, εἶτα τὴν τρίτην ἐξορκίζομεν αὐτούς… καὶ τότε αὐτοὺς βαπτίζομεν» συναγωγὴ τοῦ συμπεράσματος[270] ὅτι «διὰ τῆς ἐπιδόσεως τοῦ Λιβέλλου πίστεως ὁ αἱρετικὸς ἢ σχισματικὸς ἀνασυνδέεται κατά τινα τρόπον μετὰ τῆς Ἐκκλησίας («ποιοῦμεν αὐτοὺς χριστιανούς»), ἔστω καὶ ἂν τὸ βάπτισμα αὐτῶν χαρακτηρίζεται ἄκυρον ἢ καὶ ἀνυπόστατον… ἡ διὰ τοῦ Λιβέλλου ὑποβολὴ ὀρθοδόξου ὁμολογίας πίστεως εἶναι ἀπαραίτητος καὶ μείζονος σημασίας ἐκκλησιαστικὴ πρᾶξις… διὸ καὶ ἐσφαλμένως παραθεωρεῖται ἢ ὑποβαθμίζεται αὕτη ὡς ἁπλοῦν ἢ ἀσήμαντον τυπικῶν στοιχείων ὑπὸ τὴν πίεσιν αὐστηροτέρων μέτρων (ἀναμυρισμοῦ, ἀναβαπτισμοῦ)…», δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἐπαρκὴς ἐξήγησις, διότι σὲ πολλὲς ἀπὸ τὶς παραπάνω περιπτώσεις δὲν ἀκολουθεῖ ὁ ἀναμυρισμὸς ἢ ὁ ἀναβαπτισμός, οὔτε ἡ ἐκ νέου τέλεσις τοῦ μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης. Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς ἡ μόνη ἐπαρκὴς ἐξήγησις εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἀναγνώρισης τῶν μυστηρίων τῶν τελεσθέντων στὴν αἱρετικὴ ὁμάδα. Εἶναι λοιπὸν δεδομένο ἐκ τῆς κανονικῆς καὶ πατερικῆς παραδόσεως, ὅτι ὑφίσταται μιὰ ad hoc ἀναγνώριση μυστηρίων σὲ συγκεκριμένες περιπτώσεις προσέλευσης αἱρετικῶν καὶ ἑτεροδόξων στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πρακτικὴ ποὺ ἀκολουθήθηκε συχνὰ καὶ κατὰ τὴ β´ χιλιετία, ἐξ αὐτοῦ δὲ τοῦ λόγον τὰ μυστήρια δὲν ἐπαναλαμβάνονται.

Ἡ διαπίστωση αὐτὴ ἀφήνει τὸ πρόβλημα τῆς ad hoc ἀναγνώρισης μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων τῆς Β´ χιλιετίας ἐκτὸς αὐτῆς ἀνοικτό. Παρότι ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης δὲν προβαίνει σὲ καμιὰ περίπτωση σὲ ἀναγνώριση μυστηρίων τελεσθέντων ἐκτὸς αὐτῆς, ἀφοῦ δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὑπόσταση ἄλλων χριστιανικῶν κοινοτήτων, ἐν τούτοις ἡ Ἐκκλησία λειτουργοῦσα συνοδικὰ καὶ ἀσκοῦσα τὴν ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ἀκαταλύτως δοθεῖσα διδακτικὴ ἐξουσία στοὺς Ἀποστόλους καὶ στοὺς διαδόχους αὐτῶν, δηλ. τοὺς ἐπισκόπους, αὐτὴ καὶ μόνη θὰ μποροῦσε νὰ ἀναγνωρίσει μυστήρια σὲ ἑτερόδοξες χριστιανικὲς κοινότητες, μόνο βεβαίως στὴν περίπτωση κατὰ τὴν ὁποία αὐτὴ κρίνει, ὅτι αὐτὰ ὁδηγοῦν ἐνδελεχῶς στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση τὸ τελεσθὲν στὴν ἑτερόδοξη κοινότητα εἰσάγει καὶ συνδέει μὲν τὸν βαπτισθέντα μὲ τὴν ἑτερόδοξη κοινότητα, δὲν εἶναι ὅμως ἀδιάφορο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀδιάφορο γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅταν καὶ ἐὰν κριθεῖ, ὅτι μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στό «κεφαλαιωδέστερον ἐπὶ τοῖς καθ᾽ ἕκαστα τελουμένοις», κατὰ τὸν Ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη[271]. Ἐὰν ἡ ὑπ᾽ αὐτὴν τὴν ἔννοια ἀναγνώριση μυστηριακῆς χάριτος σὲ ἑτερόδοξες κοινότητες, ἐὰν καὶ ὅταν αὐτὴ ποτὲ γίνει, ἀποτελεῖ καινοτομία καὶ εἰσαγωγὴ νέας Ἐκκλησιολογίας, τότε ὁ Μ. Βασίλειος ἐκαινοτόμησε καὶ αὐτὸς σὲ σχέση μὲ τὶς ἐκκλησιολογικὲς θεωρήσεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, οἱ Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἐκαινοτόμησαν σὲ σχέση μὲ τὸ Μ. Βασίλειο, οἱ δὲ Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐκαινοτόμησαν καὶ εἰσήγαγαν μιὰ τελείως νέα Ἐκκλησιολογία σὲ σχέση μὲ ὅλους τοὺς προγενέστερους. Ἐπειδὴ αὐτὸ ὅμως δὲ συνέβη, αὐτὸ καταδεικνύει ταυτόχρονα τὸν ἀνανεωτικὸ καὶ δυναμικὸ χαρακτῆρα τῆς παράδοσης, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς ἀποτελεῖ τὴ μνήμη τῆς Ἐκκλησίας, ταυτόχρονα ὅμως συνιστᾶ ἕνα αὐξανόμενο ζωντανὸ καταπίστευμα αὔξησης ἀληθείας γιὰ τοὺς πιστοὺς καὶ ὄχι μιὰ στατικὴ καὶ ἀποστεωμένη παρακαταθήκη μέ μουσειακὸ χαρακτῆρα. Μιὰ ἀληθινὴ πιστότητα στὴν παράδοση δὲν ἀποκλείει κάθε πρόοδο καὶ ἐξέλιξη, ὅταν αὐτὴ δὲ συνιστᾶ ἀντίθεση μὲ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ μιὰ ἐλεύθερη δημιουργικὴ προσέγγιση τοῦ παρελθόντος ποὺ ἐμψυχώνεται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ὀφείλει περαιτέρω νὰ ἐπισημανθεῖ, ὅτι ἠ ἐνδεχόμενη ἀναγνώριση μυστηρίων (Βάπτισμα, Χρίσμα, Ἱερωσύνη) στὶς ἑτερόδοξες χριστιανικὲς κοινότητες τοῦ σήμερα δὲ συνιστᾶ καὶ οὐδένα τρόπο κατάργηση τῆς Μίας Ἁγίας, Ἀποστολικῆς καὶ Καθολικῆς Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιατὶ μόνο σ᾽ αὐτὴ συντρέχουν σωρευτικὰ οἱ παραπάνω ἰδιότητες. Σὲ κάθε περίπτωση τὸ θέμα αὐτὸ χρήζει περαιτέρω θεολογικῆς ἐμβάθυνσης καὶ ἐπεξεργασίας.

Εἶναι βεβαίως προφανές, ὅτι οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης δὲν κάνουν καμιὰ ἀναφορὰ στὸν παραπάνω προβληματισμὸ καὶ ὡς ἐκ τούτου καὶ ἐξ αὐτοῦ εἶναι ἀφελές, ἐὰν ὄχι κακόβουλο, νὰ κατηγορεῖται, ὅτι εἰσήγαγε μιὰ νέα Ἐκκλησιολογία. Ἐπαναλαμβάνουσα τὴν πίστη της, ὅτι εἶναι ἡ συνέχεια τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας καὶ θέτουσα ὡς κριτήριο ἀληθείας τὴ διδασκαλία τῆς πρώτης χιλιετίας, καλεῖ τοὺς ἑτεροδόξους σὲ εἰρηνικὸ διάλογο γιὰ τὴν ὁμολογία τῆς κοινῆς πίστης τῆς κοινῆς πορείας τῆς πρώτης χιλιετίας ποὺ μπορεῖ νὰ ἑνώσει τὰ διεστῶτα.

Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ὑπῆρξε μιὰ Σύνοδος ποὺ ἐξέφρασε ἀνόθευτα τὴν πατερικὴ παράδοση. Ἡ ἀνακοίνωση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας[272] ποὺ δὲν ἐκφράζει ἄμεσα τὴ διαφωνία του μὲ τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, ἐνῶ εἶχε ὑπογράψει τὰ προσυνοδικὰ κείμενα, τῆς ἀρνεῖται ὅμως τὸν Πανορθόδοξο χαρακτῆρα, ἐπειδὴ δὲ συμμετεῖχαν ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, διὰ τῶν ὁποίων προσπαθεῖ μάταια νὰ δικαιολογήσει τὴν ἀπουσία του, εἶναι μιὰ ἕωλη τοποθέτηση. Ὅταν δὲ διαφωνεῖ κάποιος μὲ τὴν οὐσία τῶν ἀποφάσεων, ἀναγκαστικὰ ἀναγνωρίζει τὸν ὀρθόδοξο χαρακτῆρα τους καὶ αὐτὸ δὲν τὸ ἐξαρτᾶ ἀπὸ ἐξωθεολογικοὺς παράγοντες. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ βοηθᾶ σὲ μιὰ –ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων– ἀναγνώριση τῶν ἀποφάσεων ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, οἱ οἰκουμενιστικὲς δραστηριότητες τοῦ ὁποίου ὑπερβαίνουν καὶ τοὺς ἴδιους τούς «Οἰκουμενιστές» καὶ κατὰ συνέπεια δὲν ἔχει λόγο νὰ μὴν ὁμοφωνήσει, ἀρχὴ τὴν ὁποία ἐπικαλεῖται στὸ ἀνακοινωθὲν[273] τῆς 27ης Ἰουνίου 2016. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας[274] κάνοντας λόγο γενικὰ γιὰ «many-double-minded expresssion», ἀφοῦ ἐσχάτως θυμήθηκε ὅτι δὲν εἶχε κληθεῖ στὴν Κρήτη ἡ OCA (!), ἐπικεντρώνει τὴν κριτική της στὴν ἔκφραση τοῦ κειμένου, ὅτι «ἀποδέχεται τὴν ἱστορικὴ ὀνομασία τῶν ἄλλων ἑτεροδόξων ἐκκλησιῶν» καὶ ἐπισημαίνει: «Any proper name arising in history reflects the particular essence, the existing reality. Otherwise it is a concept with no real meaning, just some kind of name without of real object which it would express and reflect. Such a name without a real object is a fiction». (Χαῖρε τῆς ἀλογίας τὸ δυσανάβατον ὕψος!). Γι᾽ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας καταλήγει: «The documents adopted on Crete are to subject to futher theological consideration for the purpose of amending, editing and correcting, or replacing with other (new documents) in the spirit and Tradition of the Church».

Εἶναι λυπηρὸ μιὰ αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία, ἐνῶ εἶχε τόσα χρόνια στὴ διάθεσή της τὰ κείμενα, νὰ δείχνει τὴν τελευταία στιγμὴ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὴ θεολογική της ἀνεπάρκεια. Κάποια ἐντατικὰ μαθήματα στὴ μελέτη συμβολικῶν κειμένων, ἀλλὰ καὶ φιλοσοφίας στὰ περὶ νομιναλισμοῦ, γιὰ τὴν ἀδόκιμη προέκτασή τους στὸ χῶρο τῆς Θεολογίας, θὰ καταστήσουν ἀποδεκτὸ τὸ κείμενο καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας, ἂν πράγματι οἱ ἐνστάσεις εἶναι θεολογικὲς καὶ ὄχι ἄλλες. Δημιουργεῖται βέβαια ἡ ἀπορία, ἐὰν ὁ συντάκτης αὐτοῦ τοῦ κειμένου εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας, ἢ ἄμεσα ἢ ἔμμεσα κάποιος ἄλλος ἐκτὸς αὐτῆς. Χρειάζεται νὰ εἶναι κανεὶς μάντης ἢ προφήτης, γιὰ νὰ ἀπαντήσει στὸ ἐρώτημα αὐτό;

Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας –δυστυχῶς τὴ σύγχρονη Ἐκκλησία τῶν «Ἀκεφάλων», ἡ ὁποία οὐδέποτε ὑπῆρξε παροῦσα στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους τῆς α´ χιλιετίας[275], ἐνδιαφερομένη ἐν τούτοις στὴν προαγωγή της στὴ σειρὰ τῶν Διπτύχων ἐπικαλουμένη τὴν ἀρχαιότητά της, παραδόξως ὅμως ὄχι καὶ πρὸ τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας– ἀντὶ νὰ ἀποστέλει ἐκπροσώπους γιὰ διάλογο μὲ τοὺς Λουθηρανούς[276], θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ τοὺς εἶχε ἀποστείλει στὴν κορυφαία συνοδικὴ ἔκφραση τῆς Ὀρθοδοξίας τὸν περασμένο Ἰούνιο στὴν Κρήτη[277]. Ἄλλωστε ἡ ρύθμιση τῆς Συνόδου δὲν τὴν ὑποχρεώνει οὔτε στὴν τέλεση μικτῶν γάμων. Ὑπάρχουν ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ποὺ τὸν τελοῦν ἀντ᾽ αὐτῆς γιὰ τὸ δικό της ποίμνιο. Μὲ πολλὴ ἀνυπομονησία περιμένει κανεὶς τὰ πορίσματα τῆς θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς ποὺ συνέστησε τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Γεωργίας[278], γιὰ νὰ ἀξιολογήσει τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὴν Κρήτη. Θὰ ἔχει ἴσως τότε τὴ δυνατότητα νὰ συμπληρώσει τὴ θεολογική του παιδεία!!! Πρὸς τὸ παρὸν ἐπισημαίνει: «The documents of Creete need to reflect the teaching of the Orthodox Church; this is not the case with the present set of texts»! Μήπως θὰ ἔπρεπε νὰ συνιστᾶται στοὺς ἕλληνες φοιτητὲς τῆς Θεολογίας νὰ μετεκπαιδεύωνται στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Τυφλίδος, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν ὀρθόδοξο φρόνημα ἢ θὰ πρέπει νὰ φοιτήσουν σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ ἐν Ἑλλάδι παραρτήματα; Ὑπάρχουν πολλοὶ τρόποι, γιὰ νὰ χάσει κάποιος τὴ στοιχειώδη σοβαρότητά του!

Ἕνα ὅμως πρᾶγμα πρέπει νὰ εἰπωθεῖ ξεκάθαρα: Ὅποιος δὲν ἤθελε νὰ λάβει μέρος στὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης, ἔπρεπε νὰ τὸ δηλώσει κατηγορηματικὰ στὴ Σύναξη τῶν Προκαθημένων, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2016. Ἐπιφυλάξεις διετύπωσε μόνο τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, ἀναμένοντας καί προβάλλοντας καὶ ἐκβιάζοντας μὲ τὴν ἐπίλυση τοῦ θέματος τοῦ Κατάρ. Ἐὰν αὐτὸς καὶ μόνος εἶναι ὁ λόγος τῆς ἀπουσίας του μαζὶ μὲ τὴν –ὑποτιθέμενη– στενότητα τοῦ χρόνου γιὰ μελέτη καὶ περαιτέρω ἐπεξεργασία τῶν κειμένων, ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλῆ:

  • Μὲ τὴν ἀπουσία του ἀπὸ τὴν Κρήτη ὄχι μόνο δὲν ἔλαβε, ἀλλὰ μᾶλλον ἔχασε γιὰ πάντα τὸ Κατὰρ καὶ δυστυχῶς χωρὶς τὸ ὅλο θέμα νὰ ἐξετασθεῖ ἀντικειμενικὰ ἀπὸ τρίτους ἀπὸ ἱστορικῆς καὶ κανονικῆς πλευρᾶς. Ἡ ἀπουσία δὲ λύνει προβλήματα. Ἴσως δημιουργεῖ ἑνίοτε περισσότερα.
  • Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς περαιτέρω ἐπεξεργασίας τῶν κειμένων καὶ τῆς στενότητας τοῦ χρόνου μέχρι τὴ Σύγκληση τῆς Συνόδου εἶναι ἕνα ἕωλο ἐπιχείρημα. Ἡ Σύνοδος προετοιμάζετο ἐδῶ καὶ σαράντα χρόνια (1976-2016). Ἀπὸ τὴν τελικὴ σύνταξη τῶν κειμένων τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2016 μέχρι τὸν Ἰούνιο τοῦ 2016, ὁπότε συνεκλήθη ἡ Σύνοδος μεσολάβησαν 6 μῆνες. Πόσο χρόνο χρειάζεται μιὰ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ διαβάσει 35-40 σελίδες (ἀνάλογα μὲ τὴν ἔκδοση τῶν κειμένων), ὥστε νὰ κάνει τὶς παρατηρήσεις της, ἐὰν ἔχει καὶ νὰ τὶς παρουσιάσει κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Συνόδου; Σὲ περίπτωση δὲ κατὰ τὴν ὁποία θὰ ἐνέμενε στὴ διαφωνία της, τὸ κείμενο στερούμενο ὁμοφωνίας δὲ θὰ μποροῦσε νὰ ἐγκριθεῖ. Ἡ ἀπουσία ὅμως τῶν ἀπόντων δὲν καταργεῖ τὴν παρουσία τῶν παρόντων καὶ τὴν ὁμοφωνία τους, δηλ. τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀξία τῶν ἀποφάσεων. Τὸ ἴδιο ἀσφαλῶς ἰσχύει καὶ γιὰ τὶς Ἐκκλησίες τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Γεωργίας. Ἐὰν ὁ χρόνος δὲ τοὺς ἔφτανε καὶ τὰ κείμενα ἔπρεπε νὰ τύχουν περαιτέρω ἐπεξεργασίας, γιατὶ δὲ τὸ δήλωσαν τὸ Ἰανουάριο τοῦ 2016; Γιατὶ συμφώνησαν νὰ συγκληθεῖ ἡ Σύνοδος;
  • Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ἐκ τῶν ὑστέρων (τυπικὴ ἔγκριση) τοῦ κειμένου τῶν σχέσεων τῶν Ὀρθοδόξων μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, μπορεῖ ἀνεπιφύλακτα νὰ θεωρεῖ κανείς, ὅτι κατ᾽ οὐσίαν αὐτὴ εἶναι περιττή. Τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας ὑπερακοντίζει ἐπικίνδυνα ὅλες τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες στὶς σχέσεις του μὲ τοὺς ἑτεροδόξους κατὰ τρόπο ἀνεπίτρεπτο καὶ ἀπαράδεκτο. (Τὸ ἴδιο, ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ κείμενο περὶ Γάμου). Πρὸς τὶ λοιπὸν ἡ ἀναγκαιότητα μιᾶς τυπικῆς ἔγκρισης;

***

Γιὰ ὅσους παρὰ ταῦτα ἀρνοῦνται τὴν οὐσία τῶν ἀποφάσεων καὶ παριστάνουν τοὺς «νεοομολογητές»[279], ἴσως εἶναι χρήσιμο νὰ ξαναδιαβάσουν μὲ προσοχὴ τὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν Ε´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ παρετέθησαν στὴν ἀρχή. Γι᾽ αὐτοὺς θὰ ἦταν ἀκόμα χρήσιμο, νὰ διαβάσουν καὶ τὸ ἀκόλουθο ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν Ὁμολογία τοῦ Πατριάρχου Ἰεροσολύμων Δοσιθέου[280] καὶ νὰ προβληματιστοῦν ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ ἐπιδεικνύει στὴ συνοδικὴ λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας:

«Ὡς γὰρ ἡ πᾶσα Γραφὴ ἐστί τε καὶ λέγεται λόγος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, οὐχ ὅτι ἀμέσως ὑπ᾽ αὐτοῦ ἐλαλήθη, ἀλλ᾽ ὅτι ὑπ᾽ αὐτοῦ διὰ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν, οὕτω καὶ ἡ Ἐκκλησία διδάσκεται μὲν ὑπὸ τοῦ ζωαρχικοῦ Πνεύματος, ἀλλὰ διὰ μέσου τῶν ἁγίων πατέρων καὶ διδασκάλων (ὧν κανὼν μετὰ τῆς Γραφῆς καὶ ἔσχατον κριτήριον αἱ οἰκουμενικαὶ ἅγιαι σύνοδοι) καὶ διὰ τοῦτο οὐ μόνον πεπείσμεθα, ἀλλὰ καὶ ἀληθὲς καὶ βέβαιον ἀναμφιβόλως εἶναι ὁμολογοῦμεν, τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν ἀδύνατον ἁμαρτῆσαι ἢ ὅλως πλανηθῆναι ἢ ποτὲ τὸ ψεῦδος ἀντὶ τῆς ἀληθείας ἐκλέξαι. Τὸ γὰρ Πανάγιον Πνεῦμα, ἀείποτε ἐνεργοῦν διὰ τῶν πιστῶς διακονούντων ἁγίων πατέρων καὶ καθηγεμόνων, πάσης ὁποιαδοῦν πλάνης τὴν Ἐκκλησίαν ἀπαλλάττει».

Ὁ Π. Τρεμπέλας[281] ἀποδεχόμενος τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ἀποδοχῆς τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα ὡς ἔκφραση τοῦ καθολικοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας, ἐπισημαίνοντας, ὅτι οἱ ἀποφάσεις «τῆς Αης καὶ Δης καὶ τῆς Ζης [Οἰκουμενικῆς Συνόδου], ἐγένοντο δεκταὶ ὑπὸ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος οὐχὶ ἀμέσως καὶ ἄνευ ἀντιρρήσεων καὶ ἀμφισβητήσεων σφοδρῶν…», παρατηρεῖ, ὅτι: «Ἡ ἀποδοχὴ καὶ ἀναγνώρισις τούτων ὑπὸ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, δὲν ἀποτελεῖ ἐπικύρωσιν τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων, ἄνευ τῆς ὁποίας αὗται θὰ ἦσαν ἄκυροι, ἀποτελεῖ ὅμως μαρτυρίαν ἐξωτερικὴν ἐπισημοτάτην καὶ ἀπρόβλητον περὶ τῆς ἱερότητος αὐτῶν». Ἡ δύναμη τῆς ἀληθείας εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια τῶν ἀποφάσεων ὑπὸ τὴν ἐπιστασίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ δὲν εἶναι θέμα μιᾶς περιστασιακῆς πλειοψηφίας ἢ μειοψηφίας. Ὑπάρχουν πολλὰ ἱστορικὰ παραδείγματα γι᾽ αὐτό. Ἡ διαδικασία τῆς πρόσληψης δὲν εἶναι ἄλλωστε στιγμιαία. Ἀπαιτεῖ χρόνο καὶ τελικὸς κριτὴς εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία στὸ σύνολό της, ἀπὸ τὸ ὁποῖο αὐτονόητα δὲν ἐξαιροῦνται οἱ Ἐπίσκοποι καὶ ὄχι ὅσοι θεωροῦν, ὅτι αὐτοὶ καὶ μόνοι εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἐκκλησία ἀσφαλῶς καὶ δὲν εἶναι αὐτονομημένοι μοναχοί, λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ ἐνεργοῦντες ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς καθολικότητας καὶ τῆς ἑνότητας τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅρια ποὺ καθορίζονται ἀπὸ τὴ δογματικοκανονική μας παράδοση. Μὲ αὐτὸ τὸ ἀλάνθαστο κριτήριο ἐκτιμᾶται, ὅτι οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου δὲν ἔχουν καὶ δὲ θὰ ἔχουν πρόβλημα στὴν ἀποδοχή τους.

Δὲν ἀποτελεῖ ὅμως θανάσιμη ἀλαζονεία τὸ νὰ θέτει κανεὶς τὸν ἑαυτό του πάνω ἀπὸ τὴν αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας; Πῶς μπορεῖ κάποιος τόσο ἀπερίσκεπτα νὰ διακινδυνεύει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μὴ προβάλλλοντας βάσιμες θεολογικὲς ἐνστάσεις; Τὸ κυριώτερο ἐπίτευγμα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὴν Κρήτη δὲν ἦταν ἁπλᾶ ἡ διακήρυξη τῆς ἑνότητας τῶν 10 Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ποὺ συμμετεῖχαν, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιπες 4 ποὺ ἀπουσίαζαν, ἔσπευσαν νὰ διαβεβαιώσουν, ὅτι δὲ διακόπτουν τὴν κοινωνία τους μὲ ἐκεῖνες ποὺ ἦταν παροῦσες, ἀλλὰ ἡ πιστότητά της στὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.

Ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος σχολιάζοντας[282] τὶς ἐπικρίσεις τοῦ Ἀπολλιναρίου κατὰ τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐπειδὴ δὲ χρησιμοποίησε τὸν ὅρο «ὁμοούσιος» γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως ἔπραξε ἡ Α´ Οἰκουμενικὴ γιὰ τὸν Υἱὸ καὶ διερωτώμενος[283], «Καὶ τὶ βλάπτει ἡ μὴ χρήση μιᾶς λέξης, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ εἶναι ὁ ἱερώτερος ὅρος ὁμοούσιος τῆς Α´ Συνόδου, ὅταν ἡ οὐσία τῆς πίστεως σώζεται ἀκεραία;» μεταφέρει τὴν ἀπάντηση τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου στοὺς τότε ἐπικριτὲς καὶ τὴν ἀνάγει στοὺς σημερινοὺς ἐνιστάμενους ζηλωτὲς μὲ τὰ ἑξῆς λόγια[284]:

«Τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ μπῆκε ποτὲ στὴν καρδιά τους; Τὸ κατάλαβαν; Πῶς ἐνεργοῦν ἔτσι; Ἄτιμα καὶ ἀντιπνευματικά (Βλ. Πρὸς Κληδόνιον Α´ § 2-7). Κοροϊδεύοντας τὸν ἁπλὸ λαό, ὅτι τάχα ἔχουν διαβάσει πολλὰ βιβλία (Πρὸς Κληδόνιον § 65); ὅτι ἔχουν γράψει πολλὰ ψυχωφέλιμα βιβλία καὶ ἰδίως ὁμολογιακά (ἔ.ἄ. § 73); καὶ ὅτι τὰ ἐπιχειρήματά τους ἀποτελοῦν ἀποδείξεις γεωμετρικὲς καὶ ἀναγκαῖες, δηλ. τετραγωνικὰ σωστές (ἔ.ἄ. § 53)».

Μητροπολίτης Μελέτιος ἐπισημαίνει[285] ἀκόμα: «Τὴν Ἐκκλησία ἀνέκαθεν ταλαιπωροῦσαν καὶ ταλαιπωροῦν ἐκεῖνοι ποὺ φαντάζονται ὅτι ἐνεργοῦν σωστά· ὅτι ἐνεργοῦν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ».

Μητροπολίτης Μελέτιος μὲ ὀδύνη ἐπισημαίνει[286]: «Πόσο θὰ ἔπρεπε τὸ παράδειγμα αὐτὸ καὶ ἰδιαίτερα ἡ στάση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου νὰ προβληματίζουν μερικοὺς ὑπερλίαν ὀρθοδόξους, ποὺ ἐπ᾽ ὀνόματι τοῦ γράμματος, ἰσοπεδώνουν τὸ ζωοποιοῦν πνεῦμα, ξεχνώντας τὴν ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας;»

Θὰ μποροῦσε νὰ προσθέσει κάποιος κάτι σ᾽ αὐτά; Θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ προσθέσει, ὅτι οἱ ζηλωτὲς δὲν ταλαιπωροῦν μόνο τὴν Ἐκκλησία. Ταλαιπωροῦνται περισσότερο οἱ ἴδιοι. «Φάσκοντες εἶναι σοφοί», χάνονται. Καὶ ὁδηγοῦν ταυτόχρονα στὴν ἀπώλει καὶ ἄλλους. Γι᾽ αὐτὸ ἡ εὐθύνη τους εἶναι μεγάλη. Ἀποπειρῶνται, ἀκόμα καὶ ὅταν δὲν ἔχουν συνείδηση αὐτοῦ, μάταια νὰ σχίσουν καὶ νὰ διαιρέσουν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει ἴσως μιὰ ἠθικὴ αὐτουργία στὸ ὀλίσθημα κάποιων, ἔστω καὶ ὀλίγων. Ὁ ἀριθμὸς ὅμως δὲν ἔχει σημασία. Ἀνήκουμε ὅλοι στὴν ἴδια οἰκογένεια.

Ὑπάρχουν καὶ κάποιοι μοναχοί «τῷ μοναχικῷ κεχρημένοι προσχήματι», οἱ ὁποῖοι δὲν κατάλαβαν ὅτι ὀφείλουν «ὑποτετάχθαι τῷ ἐπισκόπῳ καὶ τὴν ἡσυχίαν ἀσπάζεσθαι καὶ προσέχειν μόνῃ τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ, ἐν οἷς τόποις ἀπετάξαντο προσκαρτεροῦντες»[287], ἀλλὰ προτιμοῦν νὰ κάνουν τὸ δάσκαλο ὑπερβαίνοντας τὰ ὅριά τους. Ξεχνοῦν αὐτὰ ποὺ ἔγραφε ὁ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης[288] γιὰ τὸν ἑαυτό του: «…τὶς γὰρ εἰμι ἐγὼ ὁ τάλας ἵνα ἀντινομοθετῶ; πλὴν ὅτι συμβουλευτικῶς καὶ ἃ ἐν τοῖς ἄλλοις κεφαλαίοις…ἐρωτηθεὶς ἀπεκρίθην, οὐ κανονικῶς, οὐ νομοθετικῶς…ἐπὶ μὴ θεμιτὸν μηδὲ ἐξουσιαστικὸν· ἱερεὺς γὰρ εἰμι, εἰ καὶ ἀνάξιος, οὐκ ἱεράρχης· τοῦ τοιούτου γὰρ καὶ τῶν αὐτῷ ὁμοταγῶν καθολικῶς κανονίζειν καὶ νομοθετεῖν». Ἐὰν ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης μιλάει ἔτσι γιὰ τὸν ἑαυτό του, τὶ θὰ ἔπρεπε νὰ πράττουν σήμερα κάποιοι μοναχοὶ ἢ μοναχές; Ἴσως νὰ παύσουν νὰ ὁμιλοῦν καὶ μάλιστα μὲ τὴν αὐθεντία Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὑπείκοντες στὰ πατερικὰ κελεύσματα[289]: «Τὶ σεαυτὸν ποιεῖς ποιμένα, πρόβατον ὤν; τὶ γίνῃ κεφαλή, ποῦς τυγχάνων; τὶ στρατηγεῖν ἐπιχειρεῖς, τεταγμένοι ἐν στρατιώταις;».

Ἄλλοι, γιὰ νὰ γίνουν περισσότερο πειστικοί, ὁμιλοῦν συχνὰ γιὰ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καὶ «λόγους οἰκείους συντάττοντες»[290] παρουσιάζονται σὲ ὅλα ὡς οἱ αὐθεντικοὶ ἑρμηνευτὲς τῶν θεοφόρων Πατέρων. Ταυτίζουν τὰ χαρισματικὰ μὲ τὰ κανονικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας. Ἐμμένουν στὶς ἀποκλειστικὲς ἐκκλησιολογικὲς θεωρήσεις τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ ποὺ ἐμπνέουν φόβο καὶ τρόμο καὶ δημιουργοῦν ἐνοχές. Ἀδυνατοῦν νὰ συμμετάσχουν στὴν πασχάλεια ἀνεκλάλητη χαρὰ καὶ πνευματικὴ εὐφροσύνη τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴ πλήρη της βεβαιότητα, ὅτι «συν-ανέστησεν ὁ Χριστὸς παγγενῆ (!) τὸν Ἀδὰμ ἀναστὰς ἐκ τοῦ τάφου».

Γιὰ ὅλους ὅμως ἰσχύει ἡ ἐπισήμανση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου[291]:

«Ἐπειδὴ τοίνυν αἱ φωναὶ αὗται καλῶς μὲν νοούμεναι μετὰ τῆς εὐσεβείας εἰσί, κακῶς δὲ ἐξηγούμεναι τὸ δυσσεβὲς ἔχουσι». Εὔχεται καὶ θέλει νὰ ὑποθέτει κανείς, ὅτι αὐτὸ τὸ τελευταῖο συμβαίνει καλῇ τῇ πίστει.

[1]. Actes de la Conference de Cartage, (ἐπιμ. μετ. Serge Lancel), SC 224 (1975) 1132-1134. Mansi IV, 220CD.

[2]. Μητρ. Νικοπόλεως Μελέτιος, Ἡ πέμπτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, Ἀθῆναι 1985, 345.

[3]. Μητρ. Νικοπόλεως Μελέτιος, ὅπ, παρ., 345, ὑποσ. 60.

[4]. Μητρ. Μελέτιος, ὅπ. παρ., 344. Mansi 9, 577 DE.

[5]. C. S. E. L 52, 446-450.

[6]. Μητρ. Μελέτιος, ὅπ. παρ., 346.

[7]. Βλ., ἐνδεικτικά, Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης: Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος, Ἐπισημάνσεις καὶ Σχολιασμοὶ ἐν Συνειδήσει καὶ Ἀληθείᾳ, Ἔκδοση Συνάξεως Ὀρθοδόξων Ρωμηῶν «Φώτης Κόντογλου», Τρίκαλα (Σεπτέμβριος) 2016.

[8]. Ρ. Π. Β´, 693.

[9]. Ζωναρᾶς, Ρ. Π. Β´ 694: «…περὶ τῶν προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων καὶ τὴν ἕνωσιν διασπώντων τῆς ἐκκλησίας…». Βαλσαμών, Ρ. Π. Β´, 695: «…ἀποσχίσῃ ἑαυτὸν ἐκ τούτου, καὶ τοιουτοτρόπως διαρρήξῃ τὴν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας».

[10]. Theodori Studitae Epistulae, Pars altera, CFHB, vol. XXXI/2, Series Berolinensis (Ed. H. –G. Beck–A. Kambylis–Keydell) 1991 (rec. G. Fatouros), Ἐπιστ. 368, 500.

[11]. Ρ. Π. Β´, 692-693.

[12]. Ρ. Π. Β´, 693.

[13]. Νικοδήμου Ἁγιορείτου Πηδάλιον, Θεσσαλονίκη 1991, 35.

[14]. De Unitate 17, 226, SC 500, 224: «arma ille contra ecclesiam portat, contra Dei dispositionem repugnat hostis altaris, aduersus sacrificium christi rebellis, pro fide perfidus, pro religione sacrilegus…contemptis episcopis et Dei sacerdotibus derelictis constituere audet aliud altare, precem alteram inlicitis uocitus facere, dominicae hostiae ueritatem per falsa sacrificia profanare».

[15]. ΡΠ Β´, 39.

[16]. Ὁ Καθηγητὴς Γ. Πουλῆς, Ἐκκλησιαστικὸ Ποινικὸ Δίκαιο. Δοκιμὲς πολλαπλῆς ἀνάγνωσης, Θεσσαλονίκη 2008, 87, ἀναφέρει περίπτωση καταχώρησης-περιγραφῆς τοῦ κανόνα στὸ κεφ. ια´ τοῦ ἀριθμ. 9 χειρογράφου κώδικος μὲ τὸν τίτλο «Νόμος ἐκκλησιαστικός τε καὶ πολιτικός», τοῦ ἔτους 1728, ὑπὸ ἀνωνύμου στὸ Μυστρᾶ. Ἡ ἀναφορὰ βέβαια αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ ἐφαρμογὴ τοῦ κανόνα.

[17]. Ὁ Ι. Παναγόπουλος σὲ ἄρθρο του μὲ τίτλο, «Διακοπὴ Μνημοσύνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ὑπὸ ὑπαγομένων εἰς τὸ κλίμα του Μητροπολιτῶν τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος» καί «Ἀντικανονικὴ ἡ διακοπὴ τοῦ Μνημοσύνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου», Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιον (Μελέται-ἄρθρα-γνωμοδοτήσεις-σχόλια ἐπὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς Νομολογίας), Ἀθῆναι 533, ἀπευθυνόμενος στὸν τότε Μητροπολίτης Ἐλευθερουπόλως Ἀμβρόσιος θεωρεῖ ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση τὴν προγενέστερη συνοδικὴ κατάγνωση τῆς αἵρεσης ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ ιε´ κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας καὶ ἐπισημαίνει: «Ἀλλὰ ἐὰν πρόκειται περὶ αἱρετικῶν δογμάτων ὁ Σεβ. ὑποχρεοῦται νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἐν ποίᾳ Οἰκουμενικῇ ἢ Οἰκουμενικῶς ἐπικυρωθείσῃ Τοπικῇ Συνόδῳ κατεκρίθησαν ταῦτα».

[18]. Σπ. Τρωϊάνος – Γ. Πουλῆς, Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο Ἀθήνα-Κομοτηνή 2003, 588.

[19]. Γ. Πουλῆς, Ἐκκλησιαστικὸ Ποινικὸ Δίκαιο, 85.

[20]. Πρωτ. Εὐάγγελος Μαντζουνέας, Τὰ ἀδικήματα Αἱρέσεως καὶ Σχίσματος κατὰ τοὺς ὀκτὼ πρώτους αἰῶνας, Ἀθῆναι 1977, 44-45.

[21]. Πέτρος Μενεβίσογλου (πρώην) Μητρ. Σουηδίας καὶ πάσης Σκανδιναβίας, Ἱστορικὴ Εἰσαγωγὴ εἰς τοὺς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Στοκχόλμη 1990, 478 ἑπ.

[22]. Ρ. Π. Β´, 688-689, 692, 692-693.

[23]. Ρ. Π. Β´, 688-689.

[24]. Ρ. Π. Β´, 39.

[25]. Ρ. Π. Γ´, 404: «Εἴ τις παρὰ τὴν ἐκκλησίαν, ἰδίᾳ ἐκκλησιάζοι, καὶ καταφρονῶν τῆς ἐκκλησίας, τὰ τῆς ἐκκλησίας ἐθέλοι πράττειν, μὴ συνόντος τοῦ Πρεσβυτέρου κατὰ γνώμην τοῦ Ἐπισκόπου, ἀνάθεμα ἔστω». Συνάξεις ἢ παρασυνάξεις ὁδηγοῦν σὲ καθαίρεση.

[26]. Ρ. Π. Β´, 371.

[27]. Γιὰ τὴν ἐπικοινωνία μὲ ἑτεροδόξους, βλ. ᾽Αρχιμ. (καὶ μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος) Ἱερώνυμος Κοτσώνης, Ἡ κανονικὴ ἄποψις περὶ τῆς ἐπικοινωνίας μετὰ τῶν Ἑτεροδόξων (Intercommunio), ἐν Ἀθήναις 1957, 5 ἑπ. Τὸ κανονικὸ πλαίσιο τῆς ἐπικοινωνίας μὲ ἑτεροδόξους καταγράφεται καὶ ἀναλύεται εὔστοχα καὶ στὸ ἔργο τοῦ Π. Παναγιωτάκου, Σύστημα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου κατὰ τὴν ἐν Ἑλλάδι ἰσχὺν αὐτοῦ. Τὸ Ποινικὸν Δίκαιον τῆς Ἐκκλησίας, Τόμος Γ´, Ἐν Ἀθήναις 1962, 344-350.

[28]. Στὸ ἄρθρο του ὁ Κ. Κυριαζόπουλος, «Διακοπὴ τοῦ Μνημοσύνου ἀπὸ κληρικοὺς καὶ ἡ διακοπὴ κοινωνίας ἀπὸ μοναχοὺς ἢ λαϊκούς, σὲ περίπτωση δημόσιας διακήρυξης αἱρέσεως ἀπὸ Ἐπίσκοπο, Προκαθήμενο ἢ Σύνοδο Ἐπισκόπων, στοιχειοθετεῖ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ποινικὸ ἀδίκημα τοῦ σχίσματος», δὲν ἐπιχειρεῖ καμιὰ οὐσιαστικὴ καὶ ἐπιτυχῆ ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση στὸν Κανόνα. Κυρίως δὲν ἀπαντᾶ στὸ βασικὸ ἐρώτημα, ἐὰν ὑπάρχει στὴν περίπτωσή μας δημόσια διακήρυξη αἵρεσης, υἱοθετώντας τὴ λήψη τοῦ ζητουμένου. Ἡ ἀδυναμία ἀπάντησης στὸ ἐρώτημα ὀφείλεται προφανῶς στὸ ὅτι τὸ ἐρώτημα εἶναι θεολογικὸ καὶ ὄχι νομικό. http://aktinesblogspot.gr/2016/10/blog-post_902html.

[29]. Ἡ πληρέστερη ἔκδοση τῶν κειμένων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου (Ἑλληνικά – Ἀγγλικά – Ρωσσικά – Γαλλικά) ἔχει γίνει στὴ σειρά, Corpus Christianorum Conciliorum Oecumenicorum Generaliumque Dectreta, IV/3, Turnhout 2016 (Brepols). Στὴν παροῦσα ἐργασία χρησιμοποιήθηκε καί ἡ ὑπὸ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ Ἰ. Λότσου, Θεσσαλονίκη 2017 (ἐκδ. CEMES) γενομένη ἔκδοση, ὅπου καί οἱ παραπομπές στὶς σελίδες πρὸς διευκόλυνση τῶν ἀναγνωστῶν.

[30]. Ἰ. Καρμίρης, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Ι, Ἐν Ἀθήναις 1952, 315.

[31]. Ρ. Π. Β´, 181.

[32]. Μεταξὺ αὐτῶν ἡ ἐπὶ Ἱ. Φωτίου Σύνοδος (879/80) ἡ ἀπογορεύσουσα οἱαδήποτε προσθήκη στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως καὶ αἱ Σύνοδοι κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἡσυχαστικῆς ἔριδας (1341, 1347, 1351) περὶ διακρίσεως οὐσίας καὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν στὸ Θεὸ ποὺ ἀποδοκιμάζουν τὴν περὶ κτιστῆς χάριτος διδασκαλία.

[33]. Ρ. Π. Β´, 695.

[34]. Ἰ. Καρμίρης, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Τόμ. 1, Ἀθῆναι 1952, 357-358.

[35]. Ρ. Π. Α´, 261. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ.παρ., 358.

[36]. PG 99, 1052D.

[37]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ.,

[38]. Ρ. Π. Β´, 187-188.

[39]. Βλ. Γρ. Λαρεντζάκης, Ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς καὶ ἡ ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, Κατερίνη 1999, 59. Τοῦ Ἰδίου, Τὸ καθῆκον τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ καταλλαγὴ καὶ ἑνότητα. Ἐξελίξεις καὶ προοπτικὲς τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου, Θεσσαλονίκη 2014, 31-32.

[40]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., τόμ. 2, 575.

[41]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 572, 575.

[42]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 881.

[43]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 875, 876, 882, 884, 887, 891.

[44]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 906.

[45]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 949.

[46]. Ε. Βαρελλά, Ἱστορία τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως, Θεσσαλονίκη, 321-334.

[47]. Γιὰ τὴν ἀπόφαση ἔναρξης διαλόγου μὲ τὴν Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία στὴ Β´ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Ρόδου (1963), Βλ. Γρ. Λαρεντζάκης, Τὸ καθῆκον τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ καταλλαγὴ καὶ ἑνότητα 269-270.

[48]. Γρ. Λαρεντζάκης, ὅπ. παρ., 231-235.

[49]. Vl. Phidas Anathème et schisme. Conséquences ecclésiologique de la levée des anathèmes, Koinonia. Premier Colloque ecclésiologique entre théologiens orthodoxes et catholiques (organisé par la Fondation Pro Oriente), Paris 1975, 85-86: «Par cette levée des anathèmes, ce qui avait été jugé cononiquement a étè comme annulé et le schisme définitif entre l’ Orient et l’ Occident est devenu une situation schismatique attendant, par la levée des différences touchant le dogme, l’ ordre canonique et la vie liturgique, le rétablissement de l’unité de la Église dans la foi droite, dans la vie eucharistique et dans la charité».

[50]. Τόμος Ἀγάπης, Βατικανό-Φανάρι (1958-1970), Ρώμη-Κωνσταντινούπολη 1971, 283.

[51]. PG 25, 552 (Ἐπιστολὴ Ἐγκύκλιοςπρὸς τοὺς ἐπισκόπους Αἰγύπτου καὶ Λιβύης κατὰ Ἀρειανῶν).

[52]. PG 96, 472Β.

[53]. PG 62, 509 (Ὑπόμνημα εἰς τὴν πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολὴν πρώτην, Ὁμιλία Β´).

[54]. Εὐσεβίου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, Βιβλ. 30, SC 41 (1955) 214.

[55]. Εὐσεβίου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, Βιβλ. 7. 2, SC 41 (1955) 212-214.

[56]. Μητρ. Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Σαββᾶτος), Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔκφρασις τῆς συνοδικῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἀθήνα 2017, 139-140.

[57]. Hilarion Alfejev, Geheimnis des Glaubens. Einführung in die orthodoxe dogmatische Theologie (Übers. von H. – J. Röhring), Freiburg/Schweiz 2003, 142-146.

[58]. Hilarion Alfejev, Τὸ Μυστήριο τῆς Πίστης, (ἑλλ. μετ. Ἀγγ. Πελωριάδου), Ἀθήνα 2011.

[59]. Mитpополнт Илаяион (Алфеев), Таинство Веры, (11-е Нздание), Мосва 2017.

[60]. Ἀρχιμ. Ἰουστίνος Πόποβιτς, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενισμός, Θεσσαλονίκη 1974, 224.

[61]. Erzbischof Averkij (Tauschev), Modernität im Lichte des Wortes Gottes. Predigten und Reden, Jordanville 1976, Bd. 4, 371-374, στό: Hilarion Alfejev, Geheimnis des Glaubens, 144 (ὑποσ. 230).

[62]. Hilarion Alfejev, Das Mysterium des Glaubens, ὅπ. παρ., 145, ὑποσ. 233 (Hilarion (Troizkij), Kein Cristentum ohne Kirche, Montréal 1986, 91).

[63]. Hilarion Alfejev, ὅπ. παρ., 146: «Der Gott orthodoxe Christ darf auch nicht vergessen, daß einzig und allein Gott weiß, wo die Grenzen der Kirche sind».

[64]. Ἡ παραπομπὴ εἶναι εἰλημμένη ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Antony Bloom, Συζητήσεις γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν Ἐκκλησία, Moskau 1991, 268.

[65]. Hilarion Alfejev, ὅπ. παρ., 146: «Deshalb darf die Ergebenheit gegenüber der Orthodoxie, die Treue zu ihren Dogmen nicht in einem masslosen Triumphialismus verwandeln…».

[66]. PG 4, 137D. Μητρ. Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας, «Ἡ Ἐκκλησία ὡς Κοινωνία», Καθ᾽ ὁδὸν 10 (1995) 51.

[67]. https:/mospat.ru/gr/documents/attitute-to-the-non-orthodox. Οἱ 7 ἑνότητες τοῦ κειμένου φέρουν τὸν τίτλο: 1. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἁμαρτία τῶν ἀνθρωπίνων διαιρέσεων 2. Ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἀποκατάστασης τῆς ἑνότητας 3. Ἡ ὀρθόδοξη μαρτυρία στὸν ὀρθόδοξο κόσμο. 4. Ὁ διάλογος μὲ τοὺς ἑτεροδόξους. 5. Οἱ πολύπλευροι διάλογοι καὶ ἡ συμμετοχὴ στὸ ἔργο τῶν διαχριστιανικῶν ὀργανισμῶν. 6. Οἱ σχέσεις τῆς ρωσσικῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς ἑτεροδόξους στὸ κανονικό της ἔδαφος. 7. Οἱ ἐσωτερικοὶ στόχοι στὰ πλαίσια τοῦ διαλόγου μὲ τοὺς ἑτεροδόξους.

[68]. Τὸ Α´ Παράρτημα φέρει τὸν τίτλο: «Ἱστορία καὶ χαρακτηρισμὸς τῶν θεολογικῶν διαλόγων μὲ ἑτεροδόξους». Τὸ Β´ Παράρτημα φέρει τὸν τίτλο: «Ἡ συμμετοχὴ στοὺς διεθνεῖς χριστιανικοὺς ὀργανισμούς».

[69]. Στὴν α´ ἑνότητα § 16 ἐπισημαίνεται: «Τὸ ἐκκλησιαστικὸ καθεστὼς τῶν ἀποσχισθέντων δὲν ἐπιδέχεται ἕνα μονοσήμαντο προσδιορισμό. Στὸν διαιρεμένο χριστιανικὸ κόσμο ὑπάρχουν ὁρισμένα γνωρίσματα ποὺ τὸν ἑνοποιοῦν, δηλαδὴ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ πίστη στὸν Χριστὸ ὡς Θεὸ καὶ Σωτήρα, ὁ Ὁποῖος ἦλθε «ἐν σαρκί» (Α´ Ἰω. 1, 1-2, 4, 2, 9) καὶ ἡ εἰλικρινὴς εὐλάβεια». Στὴν προηγούμενη § 15 τοῦ κειμένου ἐπισημαίνεται: «…οἱ κοινότητες, οἱ ὁποῖες ἀποσχίστηκαν ἀπὸ τὴν ἑνότητα μὲ τὴν Ὀρθοδοξία ποτὲ δὲν ἀντιμετωπίστηκαν ὡς στερημένες πλήρως τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἡ διακοπὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴ διαφθορὰ τοῦ εὐλογημένου βίου, ἀλλὰ ὄχι πάντα καὶ στὴν πλήρη ἐξαφάνισή του στὶς ἀποσχισθεῖσες κοινότητες…Παρὰ τὴν διακοπὴ τῆς κοινωνίας, παραμένει κάποια μὴ πλήρης κοινωνία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἐγγύηση τοῦ ἐνδεχομένου ἐπαναφορᾶς στὴν ἑνότητα μέσα στὴν Ἐκκλησία, στὸ καθολικὸ πλήρωμα καὶ στὴν ἑνότητα».

[70]. Bern. Sesbouë, Hors de l’ Église pas de salut Histoire d’une formule et problèmes d’interprétation, Paris 2004, 87-88: «[La très sainte Église romaine] croit fermenent, professe et prêche qu’aucun de ceux qui se trouvent en dehors de l’ Église catholique, ne peuvent devenir participants de la vie éternelle…». Hein. Denzinger, Enchridion symbolorum definitionum et declarationum de rebus fidei et morum, (Hsg.von P. Hünermann, Lateinisch-Deutsch), Freiburg/Br.-Basel-Rom-Wien 2001 (30 Auflage), 468, Nr. 1351.

[71]. Αὐτὸ συνέβη καὶ στὴν Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Πατριάρχου Ταρασίου. Mansi 12, 1118ε.

[72]. D. Stăniloae, Numarul Tainelor, raporturile intre ele și problema Tainelor din afara Bisericii, Orthodoxia, an. VIII (1956) nr. 2, 191-215 (ἐδῶ 209-211).

[73]. Νικολάου Καβάσιλα, Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, PG 150, 452 CD. «Σημαίνεται δὲ ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις, ἀλλ᾽ ὡς ἐν καρδίᾳ μέλη καὶ ὡς ἐν ρίζῃ φυτοῦ κλάδος καὶ καθάπερ ἔφη ὁ Κύριος ὡς ἐν ἀμπέλῳ κλήματα. Οὐ γὰρ ὀνόματος ἐνταῦθα κοινωνία μόνον ἤ ἀναλογίας ὁμοιότης, ἀλλὰ πράγματος ταυτότης. Καὶ γὰρ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ τὰ μυστήρια, ἀλλὰ τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ ταῦτα βρῶσις ἐστιν καὶ πόσις».

[74]. Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱερόθεος, Intervention and Text in the Hierarchy of the Church of Greece (November 2016) regarding the Cretan Council.https://orthodoxethos.com/post/intervention-and-text-in-the-hierarchy-of-the church -of-greece-november-2016-regarding-the-cretan-council.

[75]. Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, Περὶ θείων ὀνομάτων 4, 2-31. PG 3, 732C: «Διὸ οὔτε ὑπόστασιν ἔχει τὸ κακόν, ἀλλὰ παρυπόστασιν, τοῦ ἀγαθοῦ ἕνεκα καὶ οὐχ ἑαυτοῦ γινόμενον». Μάξιμος Ὁμολογητής, Σχόλια εἰς τὰ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, PG 4 53A: «Ὥστε ἀνυπόστατον τὸ κακόν, ἐπειδὴ μὴ μετέχει τοῦ Θεοῦ κατὰ στέρησιν ἕξεως φαινόμενον». Ἰωάννης Δαμασκηνός, Κατὰ Μανιχαίων Διάλογος, PG 94, 1560C: «Διὸ οὐδὲ ὑπόστασιν ἔχει τὸ κακὸν ἀλλὰ παρυπόστασιν, τοῦ ἀγαθοῦ ἕνεκα καὶ οὐχ ἑαυτοῦ γινόμενον».

[76]. Ν. Ματσούκας, Τὸ πρόβλημα τοῦ κακοῦ, Θεσσαλονίκη 1992, 91ἑπ. (ἰδιαίτερα ὑποσημ. 2).

[77]. Στ. Παπαδόπουλος, Θεολογία καὶ Γλῶσσα. Ἐμπειρικὴ θεολογία – Συμβολικὴ γλῶσσα, Ἀθήνα 1997, (ἰδιαίτερα) 65-74.

[78]. L. Wittgenstein, Tractatus Logicophilosophicus, 7, ἑλλ. μετ. Θ. Κιτσόπουλος, Ἀθήνα 1978, 131.

[79]. L. Wittgenstein, ὅπ.παρ., 5.6,110.

[80]. Γρηγόριος Παλαμᾶς, Περὶ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων Α´, 1, 11.

[81]. P. G 32, 528 B (Μ. Βασίλειος): «οἶμαι προσήκειν μίαν ταύτην εἶναι σπουδὴν τοῖς γνησίως καὶ ἀληθινῶς δουλεύουσιν τῷ Κυρίῳ, τὸ ἐπαναγεῖν πρὸς ἕνωσιν τὰς Ἐκκλησίας τὰ πολυμερῶς καὶ ποικιλοτρόπως ἀπ᾽ ἀλλήλων διατμηθείσας» Mansi 13, 404A. (Ἁγ. Ταράσιος) «ὁρῶ καὶ βλέπω τὴν ἐπὶ τὴν Πέτραν Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν τεθεμελιωμένην ἐκκλησίαν αὐτοῦ διεσχισμένην νῦν· καὶ διῃρημένην…». Ὁ Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς καλεῖ, ὅπως ἤδη ἐπεσημάνθη, τὴ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία ὡς ἀδελφὴ Ἐκκλησία. Que supersunt Actorum Graecorum Concilii Florentini…Ed. J. Gill (Concilium Florentinum Documenta et Scriptores. Editum Consilio et Impensis Pontificii Instituti Orientalium, Series B), Ρώμη 1953, 52.

[82]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ.παρ., 572.

[83]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ.παρ., 578.

[84]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ.παρ., 581.

[85]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ.παρ., 689.

[86]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ.παρ., 703, 704,705, 706, 707, 719, 720, 727, 732 .

[87]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ.παρ., 752.

[88]. Βλ. Ἀπόρριψις τῆς παπικῆς προσκλήσεως εἰς τὴν ἐν Βατικανῷ Σύνοδον (1868) ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου ΣΤ´ (1868): «…ἡ ἀνατολικὴ ὀρθόδοξος καὶ καθολικὴ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἐστὶν ἑτοίμη ἀποδέξασθαι… πᾶν ὅ,τι πρὸ τοῦ ἐνάτου αἰῶνος ὡμολόγουν ὁμοφώνως ἥ τε Ἀνατολικὴ καὶ Δυτικὴ Ἐκκλησία». Ἄλλωστε «ἡ φυσικωτέρα ὁδὸς πρὸς τὴν ἕνωσιν ἐστὶν ἡ ἐπάνοδος τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ ἀρχαῖον δογματικὸν καὶ διοικητικὸν καθεστώς». (Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 935, 936).

[89]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 818. Στὸ ἴδιο κείμενο γίνεται λόγος περί «τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας» καὶ γιά «τὸ ἡμέτερον τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας εὐσεβὲς καὶ ὀρθόδοξον φρόνημα».

[90]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 819.

[91]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 858.

[92]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 867, 868, 869.

[93]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 875, 876, 882, 887, 891.

[94]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 881.

[95]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 884. Λίγο προηγουμένως (Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 883) χαρακτηρίζονται ὡς «ἑτεροδιδάσκαλοι».

[96]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 878.

[97]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 897, 898.

[98]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 898 («…ἡ κατάχρησις προεξένησε τέλος πάντων εἰς τὴν παπικὴν Ἐκκλησίαν τὴν ὑπὸ τοῦ Λουθήρου στάσιν καὶ τὸ σχίσμα..».

[99]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 907, 915, 918, 919, 920.

[100]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 911: «…ἕκαστος τῶν εὐσεβῶς ἀνατεθραμμένων καὶ πεπαιδευμένων.. διακρίνει ὅτι οἱ λόγοι καὶ τοῦ νῦν ἐπισκόπου Ρώμης, ὡς καὶ οἱ τῶν ἀπὸ τοῦ σχίσματος προκατόχων αὐτοῦ, οὐκ εἰσὶ ρήματα εἰρήνης…».

[101]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 913, 916, 919, 921.

[102]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 918.

[103]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 919.

[104]. Ἡ διαπίστωση αὐτὴ καταδεικνύει ὅτι ἰσχύει καὶ πρὶν τὸν 20. αἰώνα ἡ παρακάτω ἀξιόλογη ἐπισήμανση τοῦ I. Moga, Das ekklesiologische Selbstverständnis der orthodoxen Kirche. Eine Schatzsuche in den offizielen Dokumenten des 20. Jahrhunderts, στό: Wesen und Grenzen der Kirche. Beiträge des Zweiten Ekklesiologischen Kolloquiums (Hrg. I. Moga- R. Augstin), Innsbruck – Wien 2015, 234: “Auf der theologischen Ebene zeigen viele panorthodoxe Dokumente des 20. Jahrhunderts, dass es sich hierbei nicht um einen ekklesiologischen Exklusivismus handelt, sondern um die anamnetische Martyria des Vor-Bildes der ungeteilten Kirche und um die Sorge für die Kontinuität der einen altkirchlichen Glaubensüberlieferung”.

[105]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 927, 929.

[106]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 928.

[107]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 929.

[108]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 934, 936, 937, 938, 941, 942.

[109]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 934.

[110]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 938.

[111]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 934.

[112]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 949, 950. Στὸ Συνέδριο αὐτὸ συνυπέγραψαν ὁ Μόσχας Ἀλέξιος, ὁ Σερβίας Γαβριήλ, ὁ Ρουμανίας Ἰουστινιανός, ὁ Ἐμέσσης Ἀλέξανδρος καὶ ὁ Λιβάνου Ἠλίας ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας καὶ Ἀντιοχείας, ὁ Bialystok (Πολωνίας) Τιμόθεος, ὁ Κορυτσᾶς Παΐσιος καὶ ὁ Πράγμας Ἐλευθέριος.

[113]. https: www.ec.patr.gr/docdisplay.php. Ἐκκλησία 83 (2006) 420.

[114]. Μητρ. Περγάμου Ἰ. Ζηζιούλας, Ἅγιον Βάπτισμα καὶ Θεία Λειτουργία, στό: Τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Ἡ ἔνταξή μας στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ (Ἔκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία), Ἀθήνα 2002, 21-23.

[115]. Πρωτ. Ἰ. Ρωμανίδης, Πατερικὴ Θεολογία, Θεσσαλονίκη 2004, 96: «Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἐμπειρία τῆς θεώσεως εἶναι ἡ ραχοκοκαλιὰ τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, καθὼς καὶ τὸ θεμέλιο τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας μέχρι σήμερα».

[116]. Ἡ Γ´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξος Διάσκεψις συνῆλθε ἀπὸ 28 Ὀκτωβρίου – 6 Νοεμβρίου 1986 στὸ Chambésy τῆς Γενεύης. Γραμματεία ἐπὶ τῆς Προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, Ἀποφάσεις τῶν τεσσάρων Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων τῶν ἐτῶν 1976-1982-1986-2009 καὶ ἐγκριθέντα κείμενα τῆς Διορθοδόξου Προ­παρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐτῶν 2009 καὶ 2011. https://www/ecclesia.gr/­greek/holysynod/commitees/relations/apofaseis-1976-2009.

[117]. Ἡ Ε´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη συνῆλθε ἀπὸ 10-17 Ὀκτωβρίου 2015 στὸ Chambésy τῆς Γενεύης. Συνοδικὰ XIII. Ε´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξος Διάσκεψις. Πρακτικά-Κείμενα. Ὀρθόδοξον Κέντρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Σαμπεζύ-Γενεύη 2016.

[118]. Γραμματεία ἐπὶ τῆς Προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Σύναξις τῶν Προκαθημένων τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Τελικὰ κείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου (= Secrétariat pour la préparation du Saint et Grand Concile de l’Église Orthodoxe. Documents finals), Ὀρθόδοξον Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Σαμπεζύ-Γενεύη 2016 (=Centre Orthodoxe du Patriarcat Oecuménique, Chambésy-Genève 2016), 39-44 (ἐδῶ, σελ. 39, § 6).

[119]. Πρωτ. Πέτρος Heers, Ἡ ἀναγνώριση τοῦ Βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων ὡς βάση μιᾶς νέας ἐκκλησιολογίας (Συμπόρευση μετὰ τὴ Β´ Βατικανὴ Σύνοδο), στό: «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Μεγάλη προετοιμασία χωρὶς προσδοκίες (Οἱ εἰσηγήσεις καὶ τὰ πορίσματα τῆς θεολογικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς Ἡμερίδας τῆς 23ης Μαρτίου 2016), Τόμ. Β´, Ἀθήνα 2016, 36-59.

[120]. Πρωτ. Πέτρος Heers, ὅπ. παρ., 49-50.

[121]. Πρωτ. Πέτρος Heers, ὅπ.παρ., 50, ὑποσ. 29.

[122]. Πρωτ. Πέτρος Heers, ὅπ. παρ., 50.

[123]. Πρωτ. Πέτρος Heers, ὅπ. παρ.,

[124]. Παρουσιάζονται ἀποσπασματικὰ ἀπόψεις τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου Ἰωάννη (Ζηζιούλα), τοῦ Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ Ἱλαρίωνος (Ἀλφέγιεφ), τοῦ Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Στ. Τσομπανίδη. Ὁ σχολιασμὸς τῶν ἀπόψεων τῶν ἀνωτέρω Μητροπολιτῶν καὶ Θεολόγων ἀπὸ τὸν Πρωτ. Πέτρο Heers δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἐδῶ, ἀφοῦ πρωτίστως ἐνδιαφέρουν αὐτὰ καθ᾽ ἑαυτὰ τὰ κείμενα τῆς Συνόδου.

[125]. Prot. Peter Heers, The «Council» of Crete and the new emerging Ecclesiology: An Orthodox Examination (Lecture delivered at the Clergy Retreat of the Eastern American Diocese of the Russian Orthodox Church Outside of Russia. (Eastern American Diocese of Rocor. http: www.pravoslavie.ru/english/10225.htm

[126]. Βλ. ἀνωτέρω, ὑποσ. ….

[127]. Βλ. τὶς § 15, 17 τῆς α´ ἑνότητας τοῦ κειμένου μὲ τίτλο: «Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἁμαρτία τῶν ἀνθρωπίνων διαιρέσεων».

[128]. Ἀρχ. Ἀθανάσιος Ἀθανασίου, «Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης. Τὸ χρονικὸ μιᾶς προμελετημένης ἐκτροπῆς», στό: Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης…, 9-10.

[129]. Ἀρχ. Παῦλος Δημητρακόπουλος, Τὸ διαθρησκειακὸ ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν θεματολογία τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, στό: «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος».., τόμ. Β´, 78.

[130]. J. Ratzinger, Das neue Volk Gottes. Entwürfe zur Ekklesiologie, Düsseldorf 1969, 401: «Freilich wird diese Heilsmöglichkeit nirgendwo direkt mit den anderen Religionen als solchen in Zusammenhang gebracht, so daß diese etwa als ersatzweise Heilswege geschildert werden».

[131]. Β´ Βατικανή, Lumen Gentium, Cap II, 16 «…Quidquid enim boni et veri apud illos invenitur ab Ecclesia tamquam praeparatio evangelica aestimatur et ab illo datum qui illuminat omnem hominem, ut tandem vitam habeat».

[132]. J. Ratzinger, Das neue Volk Gottes, 399.

[133]. J. Ratzinger, Glaube-Wahrheit-Toleranz. Das Christentum und die Weltreligionen, Freiburg-Basel-Wien 2003, 17: «Man kann sie freilich auch als das Ungenügende, Christuswidrige, der Wahrheit Entgegengesetzte auffassen…».

[134]. J. Ratzinger, Benedikt XVI, Unterwegs zu Jesus Christus, Augsburg 2005, 71: «…die Wahrheit darf und kann keine andere Waffe haben als sich selbst».

[135]. J. Ratzinger, Das neue Volk Gottes, 369.

[136]. J. Ratzinger, Das neue Volk Gottes, 333: «…es nur einen Heilsweg gibt, nämlich den über Christus».

[137]. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὁ J. Ratzinger, Das neue Volk Gottes, 337, ἐπισημαίνει: «Es geht darum, die Dinge von oben zu sehen».

[138]. J. Ratzinger, Salz der Erde. Christentum und Katholische Kirche. Ein Gespräch mit Peter Seewald, Stuttgart 1996, 25: «Insofern ist in der Religionsgeschichte und im Kosmos der Religionen immer auch die Reinigung der Religionen eine ganz große Notwendigkeit».

[139]. J. Ratzinger/Benedikt XVI Glaube und Verunft. Die Regensburger Vorlesung, Freiburg-Basel-Wien 2006, 32. Τοῦ Ἰδίου, Glaube-Wahrheit-Toleranz, 64-65.

[140]. J. Ratzinger, Zur Lage von Glaube und Theologie heute, Communio 25 (1996) 360.

[141]. J. Ratzinger, Glaub-Wahrheit-Toleranz, 94-96.

[142]. J. Ratzinger, Unterwegs zu Jesus Christus, 73.

[143]. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὁ J. Ratzinger, Glaube-Wahrheit-Toleranz, 100, τονίζει χαρακτηριστικά: «Wo das Erkennen unmöglich ist, bleibt nur noch das Handeln übrig».

[144]. J. Ratzinger, Zur Lage von Glaube und Theologie, 370.

[145]. J. Ratzinger, Weggemeinschaft des Glaubens. Kirche als Communio, Augsburg 2002, 182: «Die neue, ideologische Form des Dialogs…zielt ab auf die Relativierung des «Dogmas» -sie ist das Genenteil von «Bekehrung» und «Sendung».

[146]. Noticication on the Book, Toward a Christian Theology of Religious Pluralism by Father Jasques Dupuis, New York 2001, 436: «It must be firmly believed that Jesus Christ is the mediator, the fulfillment and the completeness of revelation».

[147]. Notification, 436: «It is therefore contrary to the Catholic Church to hold that salvific action of the Holy Spirit extends beyond the one universal salvific economy of the Incarnate Word».

[148]. Notification, 436: «…It is contrary to the Catholic faith to consider the different religions of the world as way of salvation complementary to the Church».

[149]. Notification, 437.

[150]. G. Khodre, Das Christentum in einer pluralistischen Welt-das Werk des Heiligen Geistes, στό: Dialog mit anderen Religionen. Material aus der ökumenischen Bewegung (Hrsg. H. J. Margull-St. J. Samartha), Frankfurt 1972, 135: «…Christus ersheint als das Ende des alten Bundes und das Ende der menchlichen Geschichte».

[151]. G. Khodre: The Church als the priveleged Witness of God, στό: Martyria/Mission.The witness of the orthodox Church Today (ed. I. Bria), Geneva 1980, 33.

[152]. G. Khodre, Das Christentum in einer pluralistischen Welt, 136: «Die zeitgenössische Theologie sollte über den Gedanken einer Heilsgeschichte hinausgehen, um die Bedeutung der oikonomia noch einmal herauszufinden…Von daher kommt unser Hinweis auf die Ewigkeit und auf das Handeln des Heiligen Geistes…».

[153]. G. Khodre, Das Christentum in einer pluralistischen Welt, 136.

[154]. G. Khodre, Das Christentum in einer pluralistischen Welt, 137: «Israel ist sinnbildlich gerettet als der Typos und der Vertreter der Menschheit…Das einzig kontinuerliche ist Gottes Treue sich selbst gegenüber».

[155]. G. Khodre, The Church as the Priveleged Witness of God, 33.

[156]. G. Khodre, The Church as the Priveleged Witness of God, 33.

[157]. G. Khodre, The Church as the Priveleged Witness of God, 33: «…Our God is a hidden God».

[158]. G. Khodre, Das Christentum in einer pluralistischen Welt, 138.

[159]. G. Khodre, An Orthodox Perspective of Inter-Religious Dialoque, Current Dialog 19 (1991) 27.

[160]. G. Khodre, Das Christentum in einer pluralistischen Welt, 139: «…ihr Nachspiel…Die Schöpfung ist zum Empfang des Heiligen Geistes befähigt worden».

[161]. G. Khodre, Das Christentum in einer pluralistischen Welt, 139.

[162]. G. Khodre, Das Christentum in einer pluralistischen Welt, 138.

[163]. G. Khodre, Das Christentum in einer pluralistischen Welt, 136.

[164]. G. Khodre, Das Christentum in einer pluralistischen Welt, 136.

[165]. G. Khodre, An Orthodox Perspective of Inter-Religious Dialoguw, Current Dialogue 19 (1991) 26: «It seams that it belongs to a permanent oikonomia of God».

[166]. G. Khodre, Das Christentum in einer pluralistischen Welt, 140. «Es gibt eine universale religiöse Gemeinschaft, die unsere christliche Erfahrung bereichern kann, wenn wir von dem Gebrauchen machen, was uns anbieten».

[167]. G. Khodre, Das Christentum in einer pluralistischen Welt, 141. «…Wahre Mission spottet der Mission».

[168]. G. L. Müller (Hg.), Die Heilsuniversalität Christi und der Kirche. Originaltexte und Studien der römischen Glaubenskongregation zur Erklärung «Dominus Jesus», § 21, Bamberg 2003, (Echter Verlag), 41-42: «Doch aus dem bisher Gesagten…geht klar hervor, daß es dem katholischen Glauben widerspräche, die Kirche als einen Heilsweg neben jenen in den anderen Religionen zu betrachten, die komplementär zur Kirche, ja im Grunde ihr gleichwärtig wären, insofern sie mit dieser zum eschatologischen Reich Gottes konvergierten… Man kann ihnen aber nicht einen göttlichen Ursprung oder eine Heilswirksamkeit ex opere operato zuerkennen, die den christlichen Sakramenten eigen ist».

[169]. Ὁ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Βατικανοῦ γιὰ τὴν προώθηση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας Walter Kardinal Kasper, στὸ ἔργο του: Wege der Einheit. Perspektiven für die Ökumene, Freiburg-Basel-Wien 2005, 240, ὑπεραμυνόμενος τῆς μοναδικότητας τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐπισημαίνει: «Die Bibel bezeugt den einem und einzigen Gott (Dtn 6, 4; Mk 12, 29), der der Vater aller Menschen ist, der Guten wie der Bösen (Mt 5, 45). Sie bekennt den einen Herrn Jesus Christus (I Kor 8, 6; Eph 4, 5). In keinem anderen Namen ist Heil (Apg 4, 12). Er ist der eine und einzige Mittler zwischen Gott und den Menschen (I Tim 2, 5). Er ist der eine Hohepriester, der uns ein und für alle Mal erlöst hat (Hebr 7, 27). Diese Botschaft ist uns ein für alle Mal anvertraut (Jud 3)».

[170]. Ἐνδεικτικά: Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, ὅπ. παρ., 20. Πρωτ. Πέτρος Heers, Ἡ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων ὡς βάση μιᾶς νέας ἐκκλησιολογίας, 40-42.

[171]. Yves Congar, Chrétiens désunis: Principes d’un «oecuménisme» catholique, Paris 1937. Μετ. στὰ Ἀγγλικά, (MA Bousfield) Divided Christendom: a Catholich Study of the Problem of Reunion, London 1939.

[172]. Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, ὅπ. παρ., 20.

[173]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, Ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσιν. Ἀρχὲς καὶ κριτήρια Πατερικῆς Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1993, 137-138.

[174]. Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου, ὅπ. παρ., 20.

[175]. Ὁ Πρωτ. Πέτρος Heers, ὅπ. παρ., 44, ὑποσημ. 16, μνημονεύει χωρίο τοῦ Johannes Feiner, ὅ.π. σ. 68-69, ἐνῶ μέχρι τὸ σημεῖο αὐτὸ δὲν ἔχει ἀναφερθεῖ σὲ κανένα ἔργο του. Στὴν προηγούμενη παραπομπὴ 15 μνημονεύει τὰ Acta Synodalia, III/2, 335 καὶ ἄρθρο τοῦ Walter Kasper, The Decree on Ecumenism-Read A new After Forty Years, χωρὶς καμιὰ περαιτέρω ἔνδειξη, κάτι ποὺ βεβαίως δυσκολεύει μόνο αὐτοὺς ποὺ δὲ ἔχουν σχέση μὲ αὐτὰ καὶ δὲ γνωρίζουν τὰ συγκεκριμένα κείμενα. Ἡ παρατήρηση ὅμως αὐτὴ εἶναι ἐπουσιώδης σὲ σχέση μὲ τὴν οὐσία τῶν θέσεων καὶ τὴν μάταιη προσπάθεια ἀνάγνωσης τοῦ κειμένου τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης ὑπὸ τὸ φῶς τῶν ἐκκλησιολογικῶν θεωρήσεων τῆς Β´ Βατικανῆς.

[176]. Διάταγμα περὶ Οἰκουμενισμοῦ (Unitatis Redinte gratio) τῆς Β´ Βατικανῆς, Cap. III. De Ecclesiis et de communitatibus ecclesialibus a sede apostolica seiunctis, COD, G. Alberigo-G. Dessetti-P. Joannou-Cl. Leonardi-P. Prodi, Bologna 1991, 915-920.

[177]. Βλ. τὶς § 1-6 τοῦ κειμένου, ἀπὸ ὅπου καὶ τὰ ἀποσπάσματα.

[178]. Unitatis Redintegratio, Cap I 3: «Insuper exelementis seu bonis, quibus simul sumptis ipsa Ecclesia aedificatur et vivificatur, quaedam immo plurima et eximia exstare possunt extra visibilia Ecclesiae catholicae saepta…»

[179]. Unitatis Redintegratio, Cap. I 3: «Hi enim qui in Christum credunt et baptismus rite receperunt, in quadam cum Ecclesia catholica communione, etsi non perfecta, constituuntur».

[180]. Lumen Gentium, Cap. II, 15: «Cum illis qui baptizati, christiano nomine decorantur, integram autem fidem non profitentur vel unitatem communionis sub Successore Petri non servant, Ecclesia semetipsam novit plures ob rationes coniunctam». Lumen Gentium, Cap. II, 16.

[181]. Γιὰ τὴ μελέτη τῆς Ἐκκλησιολογίας τῆς Β´ Βατικανῆς καὶ τὴν ἔννοια τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, Βλ. Joseph Cardinal Ratzinger, Die Ekklesiologie der Konstitution Lumen Gentium, στὸ ἔργο του: Weggemeinschaft des Glaubens. Kirche als Communio, Augsburg 2002, 107-131.

[182]. Unitatis Redintegratio, Cap. I, 3: «Proinde ipsae Ecclesiae et Communitates seiunctae, etsi defectus illas pati credimus, nequaquam in mysterio salutis significatione et pondere exutae sunt».

[183]. Ὁ T. M. Németh, Das Orthodoxe Konzil von Kreta (2016). Offene Fragen und Perspektiven, στό: Zentrum und Peripherie. Theologische Perspektiven auf Kirche und Gesellschaft. (Festschrift für Otmar Meuffels), Bamberg 2017, 331-332 ἐπισημαίνει γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ σχετικά: «…Hier kommen antiökumenische Strömungen zum Tragen, die in praktisch jeder autokephalen Kirche in verschiedenen Ausmaß vertreten sind. Für den weiteren ökumenischen Dialog mit der katholischen Kirche ist die deutliche Infragestellung ihres Kirche-Seins v.a. in weiten kreisen der griechischen, bulgarischen und georgischen Orthodoxie ein Alarmzeichen…In dieser Hinsicht brachte das Konzil keine dem II. Vaticanum vergleichbare Öffnung, aber insgesamt an einem klaren Bekenntnis zum ökumenischen Dialog fest»!!!

[184]. Ἐπίσκοπος Γρατιανουπόλεως Δημήτριος Σαλάχας (Πανεπιστημιακὸς καὶ μέλος τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου). Οἱ Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον» καὶ οἱ ἐπιπτώσεις στὸ Διάλογο μὲ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία. http://www.amen.gr/article/oi-sxeseis-tis-rthodocou-ekklisias-pros-ton-loipon-xristianikon-kosmon-kai-oi-epiptoseis-sto-dialogo-me-tin-katholiki-ekklisia. Γιὰ τὶς θετικὲς ἢ ἀρνητικὲς ἀντιδράσεις ἐπὶ τοῦ κειμένου καὶ τῆς ἀπουσίας τῶν 4 Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀπὸ τὴ Σύνοδο, Βλ. Ev. Synek, Das «Heilige und Gross Konzil» von Kreta, Freistadt 2017, 75-80, 113-121.»

[185]. Αὐτὸ τονίζεται μὲ ἔμφαση καὶ στὸ Μήνυμα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν Ὀρθόδοξο λαὸ καὶ κάθε ἄνθρωπο καλῆς θελήσεως. Βλ. Οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, 14.

[186]. Μήνυμα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ὅπ. παρ., 15.

[187]. Ἐγκύκλιος τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη, 2016), στό: Οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, 45.

[188]. Βλ. § 8 τοῦ κειμένου.

[189]. Βλ. § 7 καὶ 8 τοῦ κειμένου.

[190]. Βλ. § 12 τοῦ κειμένου.

[191]. Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιὰ τήν «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο» καὶ ἡ κατάληξή τους. https://aktines.blogspot.gr/2016/09/blog-post-197.html?m=1

[192]. Ὁ Chr. Karakolis, Hat die Kirche Grenzen? Neutestamentlicher Zugang mit Blick auf orthodoxe ekklesiologische Ansätze, στό: Wesen und Grenzen der Kirche, 78, καταλήγει συμπερασμαστικά: «M. E. hat sich herausgestellt, dass es hier um eine deutlich inklusive Ekklesiologie geht. Vorausgesetzt man hat den richtligen christologischen Glauben und hält sich an die ganz fundamentalen ethischen Normen, so sind die Grenzen der Kirche offen».

[193]. PG 90, 297B (Quaestiones ad Thalassium, Ἐρώτησις ΙΕ´).

[194]. PG 94, 821C (Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, 1, 8).

[195]. PG 91, 664D καὶ 665C (Ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής, Μυσταγωγία).

[196]. PG 91 668C καὶ 669B (Ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής, Μυσταγωγία).

[197]. PG 90, 297D (Quaestiones ad Thalassium, Ἐρώτησις ΙΕ´).

[198]. Codex Juris Canonici, Lad.-dt. Ausg., (Butzon und Bercker) Kevelaer 1983, Can. 1086 §1 καί § 2. Οἱ προϋποθέσεις ἀσκήσεως Οἰκονομίας καταγράφονται στοὺς Cann. 1125 καὶ 1126.

[199]. Σύναξη τῶν Προκαθημένων, Τελικὰ κείμενα, 33-34: «…δυνάμενος ὅμως νὰ εὐλογηθῇ κατὰ συγκατάβασιν καὶ διὰ φιλανθρωπίαν, ὑπὸ τὸν ρητὸν ὅρον ὅτι τὰ ἐκ τοῦ γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθῆ καὶ ἀναπτυχῆ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ».

[200]. Eva Synek, Das «Heilige und Grose Konzil» von Kreta, Freistadt 2017, 86.

[201]. Στὴν § 5ii τοῦ Β´ Κεφαλαίου τοῦ κειμένου καταγράφεται: «Ἡ δυνατότης ἐφαρμογῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας ὡς πρὸς τὰ κωλύματα γάμου δὲον ὅπως ἀντιμετωπίζεται ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἑκάστου αὐτοκεφάλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τῶν ἱερῶν κανόνων, ἐν πνεύματι ποιμαντικῆς διακρίσεως, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς σωτηρίας, τοῦ ἀνθρώπου».

[202]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, Τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, Οἰκουμενισμὸς καὶ Παπισμός, Θεσσαλονίκη 2004, 37.

[203]. Π. Τελεβάντος, Τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας ἐπιβεβαιώνει ὅτι ἀπορρίπτει τὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης μόνο γιὰ λόγους ὁμοφωνίας καὶ ὄχι οὐσίας. http://panayiotistelevantos-blogspot.gr/search label.

[204]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως φύλαξ καὶ ἐγγυητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας (Ἀπάντησις εἰς τὸν π. Ἰουστῖνον Πόποβιτς), Κληρονομία 9 (1977) 433-460. Τὸ ἄρθρο αὐτὸ δημοσιεύτηκε ἐκ δευτέρου στὸ ἔργο τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, Κωνσταντινούπολη καὶ Μόσχα, Θεσσαλονίκη 1989, 63-96. Ἀπὸ τὸ τελευταῖο αὐτὸ ἔργο προέρχονται τὰ καταγραφόμενα ἀποσπάσματα.

[205]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ὅπ. παρ., 75.

[206]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ὅπ. παρ., 74-75.

[207]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ὅπ. παρ., 76.

[208]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ὅπ. παρ., 79.

[209]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ὅπ. παρ., 81.

[210]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ὅπ. παρ., 82.

[211]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ὅπ. παρ., 85.

[212]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ὅπ. παρ., 87.

[213]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ὅπ. παρ., 88.

[214]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ὅπ. παρ., 89.

[215]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ὅπ. παρ., 92.

[216]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ὅπ. παρ., 92.

[217]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ὅπ. παρ., 93.

[218]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ὅπ. παρ., 93-94.

[219]. Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, ὅπ. παρ., 95.

[220]. Μητρ. Νικοπόλεως Μελέτιος, Ὁ ἅγιος Νεκτάριος καὶ ἡ στάσις του ἔναντι τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν σχισμάτων, Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «᾽Εκκλησία», Ἔτος ΟΔ´ (1997) 119-122.

[221]. Τὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας μὲ συνοδικὴ ἀπόφαση τὴν 16 Νοεμβρίου 2016 ἀπεφάσισε ὄχι μόνο τὴ συμμετοχή του στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀναβάθμιση τῆς συνεργασίας του στὸ Παναφρικανικὸ Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν. http:www.romfea.gr/epikirotita-xronika/11484-to: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀφρικῆς θὰ συνεχίσει νὰ συμμετέχει ἐνεργὰ σὲ ὅλους τοὺς ἐπισήμους διαχριστιανικοὺς καὶ διαθρησκειακοὺς διαλόγους, παρὰ τὶς ὅποιες δυσκολίες καὶ προβλήματα τὰ ὁποῖα κατὰ καιροὺς ἀναφύονται. Ἐκτὸς τῆς συμμετοχῆς μας στὸ ΠΣΕ, ἀναβαθμίζουμε τὴν παρουσία καὶ δράση μας στὸ Παναφρικανικὸ Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν. Ὀφείλουμε μὲ ταπείνωση κάθε στιγμὴ νὰ καταθέτουμε τὴν μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, τὴν πληρότητα τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως, τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία διαφυλάττει. Πορευόμενοι στὰ ἴχνη τοῦ Ἰησοῦ, ὀφείλουμε νὰ γινόμεθα ὄργανα καταλλαγῆς καὶ νὰ καλλιεργοῦμε τὴν εἰρηνικὴ συνύπαρξη τῶν ἀνθρώπων, σεβόμενοι καὶ προασπιζόμενοι τὴν ἐθνική, φυλετικὴ καὶ θρησκευτική τους διαφορετικότητα. Ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν καὶ θρησκευμάτων καλούμεθα νὰ ἐργαστοῦμε γιὰ τὴν καταπολέμηση κάθε συστηματικῆς ἀδικίας καὶ τοῦ δαιμονικοῦ, μὲ ὅποια μορφὴ καὶ ἂν ἐμφανίζεται καὶ ἀκυρώνει τὴ ζωὴ τοῦ βαρέως ταυματισμένου καὶ αἱμορραγοῦντος ποιμνίου μας».

[222]. Βλ. Στ. Τσομπανίδης, Ἡ συμβολή τῆς Ὀρθόδοξης ἐκκλησίας καὶ Θεολογίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, Θεσσαλονίκη 2008, 29-37.

[223]. Εἶναι σημαντικὴ ἡ ἐπισήμανση τοῦ Μητρ. Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, 106-107, ὅτι ἡ συγκεκριμένη παράγραφος δὲν ἔχει σχέση μὲ τή «βαπτισματικὴ Θεολογία». Ἀναφέρεται στὴν ἐπιστροφὴ τῶν ἑτεροδόξων στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, βάσει τοῦ 7. κανόνα τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ 95. τῆς Πενθέκτης.

[224]. Στ. Τσομπανίδης, «Ὑπὲρ τῆς οἰκουμένης». Μελέτες γιὰ τὴν οἰκουμενικὴ κίνηση καὶ τὴν ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας στὸ σημερινὸ κόσμο, Θεσσαλονίκη 2014, 637-646. (Ἡ Δήλωση τοῦ Τορόντο (1950). «Ἡ Ἐκκλησία, αἱ Ἐκκλησίαι καὶ τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν».). Ὀρθοδοξία 25 (1950) 323-332.

[225]. Στ. Τσομπανίδης, ὅπ. παρ. 661 (§ 11 τοῦ κειμένου).

[226]. Βλ. Φειδᾶς, Τὸ ζήτημα τῆς συμπροσευχῆς μετὰ τῶν ἑτεροδόξων κατὰ τοὺς ἱεροὺς κανόνας, στό: Ἡ συμπροσευχὴ μὲ τοὺς ἑτεροδόξους κατὰ τὴν ὀρθόδοξη θεολογικὴ παράδοση (Γρ. Λαρεντζάκης, Κ. Σκουτέρης, Βλ. Φειδᾶς), Θεσσαλονίκη 2011, 112.

[227]. Στ. Τσομπανίδης, Ἡ συμβολὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ Θεολογίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, 207-210.

[228]. Βλ. καὶ § 19 τοῦ κειμένου τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου.

[229]. Στ. Τσομπανίδης, ὅπ.παρ., 640 (Κεφ. 3, ε´: «Τὸ ἀποτελεῖν μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. δὲν συνεπάγεται τὴν ἀποδοχὴν εἰδικῆς διδασκαλίας, ἀφορώσης τὴν φύσιν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος)».

[230]. Στ. Τσομπανίδης, ὅπ.παρ., 642.

[231]. Τὸ ἐγκριθὲν τελικὸ κείμενο τονίζει κατὰ κατηγορηματικὸ τρόπο ὅτι «Τὸ Π.Σ.Ε δὲν εἶναι καὶ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπιτρέπεται νὰ καταστῇ ὑπέρ-Ἐκκλησία».

[232]. Στ. Τσομπανίδης, ὅπ.παρ., 643.

[233]. Ἰουστῖνος, Ἀπολογία, Πρώτη ὑπὲρ Χριστιανῶν, 44, PG 6, 396Α.

[234]. Ἰουστῖνος, Ἀπολογία, Πρώτη ὑπὲρ Χριστιανῶν, PG 6, 397C.

[235]. Ἰουστῖνος, Ἀπολογία, Δευτέρα ὑπὲρ Χριστιανῶν, 8, PG 6, 457Β.

[236]. Ἰουστῖνος, Ἀπολογία, Πρώτη ὑπὲρ Χριστιανῶν, 13, PG 6, 465BC.

[237]. Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Ἐπιτάφιος εἰς τὸν πατέρα, παρόντος Βασιλείου, P. G. 35, 992.

[238]. Βλ. ὑποσ. 44.

[239]. Ἰουστῖνος πρὸς Τρύφωνα Ἰουδαῖον Διάλογος, XXIII, PG 525C.

[240]. Μάξιμος Ὁμολογητής, Quaestiones ad Thalassium, Ἐρώτησις ΙΕ´, PG 90, 297B.

[241]. Στ. Τσομπανίδης, ὅπ.παρ., 57: «Στή διατύπωσή της, ἰδίως ὅσον ἀφορᾶ στὸ πρῶτο μέρος τῆς Δήλωσης γιὰ τὸ τί δὲν εἶναι τὸ Π.Σ.Ε., συνέβαλε ἀποφασιστικὰ ἀπὸ ὀρθόδοξη πλευρὰ μὲ τὶς παρεμβάσεις του ὁ π. Γεώργιος Florovsky».

[242]. Congegatio pro doctrina fidei. Declaratio Dominus Iesus de Iesu Christi atque ecclesiae unicitate et universalitate salvific, G. L. Müller (Hg.), Die Heilsuniversalität Christi und der Kirche. Originaltexte und studien der römischen Glaubenskongregation zur Erklärung “Dominus Jesus”, München 2003, 61:

  • § 16: «Verbis “subsistit in” Concilium Vaticanum duas voluit doctrinales affirmationes invicem componere: altera ex parte, Christi Ecclesiam non obstantibus christianorum divisionibus, solummodo in Ecclesia Catholica plene existere pergere; ex altera vero inveniri “extra eius compaginem elementa plura santificationis et veritatis”, videlicat in Ecclesiis et Communitatibus ecclesialibus nondum in plena communione cum Ecclesia Catholica».
  • § 17. «Unica ergo est Christi Ecclesia, subsistens in Ecclesia Catholica, cuius moderatio spectat ad Petri Successorem et ad Episcopos in communione cum eο».

[243]. Εὐσέβιος Καισαρείας, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, Ι, Β´, 3. SC 31, 6. Μ. Βασίλειος, Κατ᾽ Εὐνομίου 2, PG. 29, 609 B: «Ἄρα οὐχὶ περὶ οὗ μεμαθήκαμεν ὅτι καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος; …Εἰ γὰρ καὶ ὕστερον ἐγένετο τῆς μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, ἀλλ᾽ οὐδὲ πρότερον ἀπηξίου τὴν τοῦ ἀγγέλου προσηγορίαν».

[244]. Εὐσέβιος, Εἰς τὸν βίον τοῦ μακαρίου Κωνσταντίνου τοῦ βασιλέως 3, 53. PG 20, 1116B. Γρηγόριος Θεολόγος, Εἰς τὰ Θεοφάνεια, PG 36, 313 AB. Σωζόμενος, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, 1, 1. PG 67, 853A-856A. Ἰουστῖνος, Ἀπολογία Α´ 63, 7-12. PG 6, 424C. Μ. Ἀθανάσιος, Κατὰ Ἀρειανῶν 3, 14, PG 26, 349C-352AB. Μ. Βασίλειος, Κατ᾽ Εὐνομίου 2 PG 29, 609AB. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ Θεολογίας καὶ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, PG 90, 1137CD.

[245]. Πέτρου Θεουπόλεως καὶ πάσης Ἀνατολῆς Πατριάρχου λόγος, P.G. 120, 812B: «Καὶ παρακαλῶ καὶ ἱκετεύω καὶ δέομαι καὶ νοερῶς τῶν σῶν ἁγίων ἐφάπτομαι ποδῶν, ἵνα τοῦ ἄγαν ἀκριβοῦς ἡ θεοειδὴς ἐνδοῦσα μακαριότης σου, συνέλθῃ τοῖς πράγμασιν».

[246]. Πέτρου Θεουπόλεως καὶ πάσης Ἀνατολῆς Πατριάρχου λόγος, P. G. 120, 812D-813A.: Ὡς ἔγωγε τὴν ἐμὴν γνώμην φανερῶ [φανερώσω]· εἰ καὶ τὴν ἐν τῷ ἁγίῳ Συμβόλῳ προσθήκην διορθώσαιντο, οὐδὲν ἂν ἕτερον ἐπεζήτουν· ἀδιάφορον καταλιπὼν σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ περὶ τῶν ἀζύμων ζητήματα…».

[247]. http://www.vatican.va/roman curia/pontifical councils/chrstuni/ch orthodox docs / rc pe chrstuni doc 2070013 documento-ravenna en. html.

[248]. http://www.vatican.va/roman curia/pontifical/chrstuni/ch orthodox docs / rc christuni doc 20160921 sinodality-primacy en. html.

[249]. Ev. Synek, ὅπ.παρ., 80. http://www.ecupatria. org/2016/12/17/meeting-of-the-joint-preparatory-commitee-of-orthodox-lutheran-theological dialogue.

[250]. Κείμενο Chieti, 18: «…For example, prompted by historical cinrcumstances the Seventh Ecumenical Council (Nicaea II, 787) gave a detailed description of the criteria as then understood: the agreement (symphoia) of the heads of the churches, the cooperation (synergeia) of the bishop of Rome, and the agreement of the other patriarchs (symphronountes)».

[251]. Mansi 13, 208 E.

[252]. Ἐξ᾽ ἄλλου παρατηρητέον, ὅτι καὶ ἡ μὴ ὑπογραφὴ τῶν κειμένων ἀπὸ κάποιους ἐκ τῶν παρόντων Ἐπισκόπων ὀφείλεται καὶ σὲ πρακτικὲς δυσκολίες καὶ ὄχι στὴν ἄρνησή τους νὰ ὑπογράψουν τὰ κείμενα. I. Moga, Die Orthodoxe Kirche nach dem Konzil auf Kreta, στό: Religion und Gesellschaft in Ost und West 44/11 (2016) 9: «Durch den verspäteten Abschluss der Konzilsarbeiten am Samstag Abend konnten die Betreuer nicht mehr alle Bischöfe für eine Unterschrift erreichen, so das Zeugnis von Konzilsteilnehmern».

[253]. Mansi 17, 493 BC. Mansi 17, 508B.

[254]. Θεόδωρος Στουδίτης, Ἐπιστ. 478, ὅπ. παρ., 697.

[255]. Mansi 13, 208E: «οὐκ ἔσχε συνεργὸν τὸν τηνικαῦτα τῆς Ρωμαίων πάπαν, ἢ τοὺς περὶ αὐτὸν ἱερεῖς, οὔτε διὰ τοποιτηρητῶν αὐτοῦ, οὔτε δι᾽ ἐγκυκλίου ἐπιστολῆς, καθὼς νόμος ἐστὶ ταῖς συνόδοις ἀλλ᾽ οὔτε συμφρονοῦντας αὐτῇ τοὺς πατριάρχας τῆς ἕω, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, καὶ τῆς ἁγίας Πόλεως, ἢ τοὺς σὺν αὐτοῖς μύστας καὶ ἀρχιερεῖς».

[256]. Μ. Βασίλειος, Τοῖς ἐν Ταρσῷ πρεσβυτέροις, Ἐπιστολὴ ΡΙΓ, P.G. 32, 528A.

[257]. Πέτρου Θεουπόλεως καὶ πάσης Ἀνατολῆς πατριάρχου λόγος, P. G. 120, 813A.

[258]. Ρ. Π. Γ´, 3, 5.

[259]. Ρ. Π. Δ´, 89-92, 197-198. Β´, 13, 158-159, 187-188, 529-531.

[260]. Ρ. Π. Δ´, 91.

[261]. Ρ. Π. Δ´, 197-198.

[262]. Ρ. Π. Β´, 133. Γ´, 176-177.

[263]. Ρ. Π. Β´, 187-188.

[264]. Ρ. Π. Β´, 529-531.

[265]. Ρ. Π. Β´, 133.

[266]. Ρ. Π. Β´, 286: «Ἐπίσκοπον εἰς πρεσβυτέρου βαθμὸν φέρειν, ἱεροσυλία ἐστίν. Εἰ δὲ αἰτία τις δικαία ἐκείνους ἀπὸ τῆς πράξεως τῆς ἐπισκοπῆς ἀποκινεῖ, οὐδὲ πρεσβυτέρου τόπον κατέχειν ὀφείλουσιν. Εἰ δὲ ἐκτός τινος ἐγκλήματος ἀπεκινήθησαν τοῦ ἀξιώματος, πρὸν τὴν τῆς ἐπισκοπῆς ἀξίαν ἐπαναστρέψουσιν…».

[267]. Mansi 12, 1118E: «…ἡ ἁγία σύνοδος ἀπεφήναντο, ὅτι τοὺς προσερχομένους ἐκ τῆς αἱρέσεως, ἀκολουθοῦσα τοῖς ἁγίοις πατράσιν, προσδέχεσθαι χρή, ἐὰν ἑτέρα αἰτία οὐκ ἐκβάλλῃ τοὺς τοιούτους ἐκ τῆς ἱερατικῆς τάξεως».

[268]. Ρ. Π. Β´, 61-62, 62, 65, 66.

[269]. Ρ. Π. Β´, 188.

[270]. Βλ. Φειδᾶς, Τὸ κύρος τοῦ βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν καὶ τὸ ζήτημα τοῦ ἀναβαπτισμοῦ, Ὀρθοδοξία (Β´ Περίοδος) 11/2 (2004) 431.

[271]. Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Περὶ Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας, 3, 1. PG. 3, 452. Μητρ. Περγάμου, Ἰωάννης Ζηζιούλας, ὅπ. παρ., 22.

[272]. https://mospat.ru/en/2016/07/16/news 133743/: «As the menbers of the Holy Synod stressed, it has been the principle of consencus that has continued the basis for pan-Orthodox cooperation throughout the conciliar proceess. They stated that the holding of a Council in the absence of consent from a number of aufoceplalous Orthodox Churches violates the principle; therefore, the Council that took place in Crete cannot be considered to be pan. Orthodox, while the documents adopted by it to be considered expressing pan-Orthodox consensus».

[273]. http://www.antiochpatriarchate.org/en/page/statement-of-the-secretariat-of-the-holy-synod-of-antioch-balamand-27-June-2016/1448/.

[274]. Declaration of the Holy Synod of the Bulgarian Orthodox Churc. On the Council of Crete and the text «Relation of the Orthodox Church with the Rest of the Christian World (15.11.2016). https://orthodoxethos.com/post/official-text-declaration-of-the-holy synod-of-the-bulgarian-orthodox-church».

[275]. Ev. Synek, ὅπ. παρ., 118.

[276]. http://ecupatria.org/2016/12/17/meeting-of-the-joint-preparatory-committee-of-orthodox-lutheran-theological-dialogue.

[277]. Ev. Synek, ὅπ. παρ., 80: «Ein weiteres positives Signal, dass kein genereller «Ecumexit» im Gange ist, war die Entsendung eines Delegierten seitens der Kirche von Georgien zum Vorbereitungstreffen im panorthodoxen Dialog mit den Lutheranern im Dezember in Zypern».

[278]. http://www.patriarchate.ge/geo/wminda-sinodis-sxdomis-oqmi-22/.

[279]. Ὁ Pant. Kalaizides, Quelques réflexions conclusives au terme du colloque, Contacts 65/Nr. 243 (2013) 625 (Tagungsdokumentation: Comprendre les enjeux du prochain Concile de l’Èglise Orthodoxe), ἔξω ἀπὸ τὴν εὐθύνη τῆς ποιμαντικῆς ἀντιμετώπισης τοῦ προβλήματος, παρατηρεῖ ἤδη πρὶν τὴ σύγκληση τῆς Συνόδου: «Il est temps-kairos-pour-nos responsables d’Èglise et pour nous tous, d’en finir avec cette caricature de fidelité à la Traditions, ces «ayatollahs» orthodoxes qui se croient responsables pour l’orthodoxie toute entière et qui, en dénonçant le Pape de Rome pour ses prétentions à la primauté et à une jurisdiction universelle, font exactement ce qu’ils lui reprochent, non en tant qu’individus mais en tant que collège d’anciens, come magistère des pères spirituelles les plus éclirés et déifiés». Ἡ περιγραφὴ τῆς στάσης τῶν ζηλωτῶν εἶναι ὀρθή, ἡ ἀντιμετώπισή τους ὅμως ἀπαιτεῖ σύνεση, μετροπάθεια καὶ κυρίως ἕνα αὐθεντικὸ διάλογο ἀγάπης.

[280]. Ἰ. Καρμίρης, ὅπ. παρ., 755 (Ὅρος ΙΒ´)

[281]. Π. Τρεμπέλας, Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 1959, τόμ. Β´, 407-408.

[282]. Μητρ. Νικοπόλεως Μελέτιος, εἰδικὴ περίπτωσις οἰκονομίας στὸν Ἅγιο Γρηγόριον, στό: Πρακτικὰ τοῦ Ἐπιστημονικοῦ Συμποσίου «Μνήμη ῾Αγίων Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ Μεγάλου Φωτίου, ᾽Αρχιεπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως, Θεσσαλονίκη 1994, 129-134.

[283]. Μητρ. Νικοπόλεως Μελέτιος, ὅπ. παρ., 131.

[284]. Μητρ. Νικοπόλεως Μελέτιος, ὅπ. παρ., 133.

[285]. Μητρ. Νικοπόλεως Μελέτιος, ὅπ.παρ., 129.

[286]. Μητρ. Νικοπόλεως Μελέτιος, ὅπ. παρ., 131-132.

[287]. ΡΠ. Β´, 225-226. Κανὼν Δ´ τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

[288]. Θεόδωρος Στουδίτης, Ἐπιστολὴ 358, ὅπ. παρ., 492-493.

[289]. ΡΠ Β´, 454 (ΞΔ´ κανὼν Πενθέκτης).

[290]. ΡΠ Β´, 346 (ΙΘ´ κανὼν τῆς Πενθέκτης).

[291]. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Κατὰ Ἀπολλιναρίου πρὸς Κληδόνιον Ἐπιστολή Β´, PG 37, 200A.