Χαιρετισμός του Αρχιεπισκόπου Κύπρου στο Συνέδριο των Αποδήμων Κυπρίων
Άρχων (5443 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Χαιρετισμός του Αρχιεπισκόπου Κύπρου στο Συνέδριο των Αποδήμων Κυπρίων

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΥΠΡΟΥ

ΚΥΡΙΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Β΄

ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΩΝ ΑΠΟΔΗΜΩΝ

21 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ  2017

 

Χαιρετίζω, με ιδιαίτερη συγκίνηση, την εδώ παρου­σία σας, αγαπητοί απόδημοι. Σας καλωσορίζω με πα­τρική αγά­πη στην κοινή μας πατρίδα και σας διαβε­βαιώνω πως πάντα σας θυμό­μαστε, όσο μακριά κι αν βρίσκεστε κι όσα χρόνια κι αν λείπετε.

Ο ερχομός σας στην Κύπρο, κάθε καλοκαίρι, γι᾿ αυτό το συνέδριο, που είναι ένας επαινετός θεσμός, μας δίνει την ευκαι­ρία του συμπροβληματισμού τόσο στα δικά σας ιδιαίτερα προ­βλήματα, που αντιμετωπίζετε στις ξένες χώρες που ζείτε όσο και στα κοινά μας προ­βλήματα, τα δικά σας και τα δικά μας, που έχουν σχέση με την κοινή μας αγαπημένη πατρίδα και τους κινδύ­νους που διατρέχει.

Κι είναι, πιστεύω, πολύ επωφελής η ανταλλαγή από­ψεων, πείρας και γνώσεων, προκειμένου να αντιμε­τωπί­ζονται σωστά τόσο τα χρονίζοντα όσο και τα αναφυόμενα νέα προβλήματα, και να τροχιοδρομούν­ται λύσεις, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Στο σημαντικό αυτό συνέδριο, επιθυμώ να εστιάσω την προσοχή μου στο μεγάλο εθνικό μας πρό­βλημα και τους κινδύνους που διατρέχει σήμερα η πατρί­δα μας. Στο θέμα αυτό σεις, οι απόδημοι, έχετε ένα μεγάλο πλεονέ­κτημα, σε σχέση με μας, που δεν απομακρυνθήκαμε από την Κύπρο. Μπορείτε να αντιλαμβάνεσθε πιο καθαρά τους κινδύνους και να αξιολογείτε τις κατα­στάσεις χωρίς σκοπιμότητες. Εμείς, ίσως από τη συνήθεια που δημιουργεί η καθημερινότητα και η ροή του χρόνου, ίσως και από την άνετη προσωρινότητα στην οποία παραδοθήκαμε, έχουμε – σχεδόν –  ισοπεδωθεί. Διολισθήσαμε, πιεζόμενοι, ίσως, και από την ωμή πραγματικότητα των τετελεσμένων της βίας και της εισβολής, σε απαράδεκτες θέσεις και δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε τι είναι εφικτό και τι ενδοτισμός, ποια είναι τα όρια της σύνεσης και ποια της ψυχικής αδυναμίας. Σε σας, η αίσθηση του χρέους προς την πατρίδα δεν αλλοιώθηκε από τότε που φύγατε από αυτή. Η ζωή στα ξένα συνεχίζεται, αλλά στην πατρίδα η ζωή μένει μέσα σας, όπως την αφήσατε. Γι᾿ αυτό και αρνείσθε απαράδεκτους συμβιβασμούς. Γι᾿ αυτό και εμείς ελπίζουμε στην κρίση, στον πατριωτισμό σας και στην έμπρακτη βοήθειά σας.

Θεωρώ την ευκαιρία κατάλληλη να εκθέσω την υπερκομ­ματική και μακράν οποιασδήποτε σκοπιμότητας θέση της Εκκλησίας στο εθνικό μας θέμα και να καλέσω όλους σε εγρή­γορση. Έχοντας την ευθύνη ενός τρισχιλιετούς ελληνικού και ενός δισχιλιετούς χριστιανικού παρελθόντος, οφείλουμε να δούμε πώς θα επιβιώσουμε και εθνικά και βιολογικά στη γη μας. Για να επιβιώσουμε σήμερα, να μην αφανιστούμε από τον κατακτητή και να μην καταντήσουμε μία υποσημείωση στα κατάστιχα της Ιστορίας, χρειάζεται ομοψυχία και ενότητα στόχων και σκοπών.Χρειάζεται, δίχως άλλο, και η γνώση των στόχων και των επιδιώξεων του κατακτητή. Μέσα από αυτή τη γνώση και με την ομοψυχία μας θα πρέπει να καταβάλουμε κάθε προσπάθεια για ματαίωση των Τουρκικών επιδιώξεων.

Σήμερα, οι Τουρκικοί στόχοι για την Κύπρο είναι ευδιάκριτοι από όλους. Στηριζόμενη στην αδιαφορία των ξένων αλλά κυρίως στη δική μας νωχέλεια και απροθυμία για αγώνα, η Τουρκία δεν κρύβει ότι στόχος της είναι η «ανάκτηση της Κύπρου», η κατάληψη και Τουρκοποίηση, δηλαδή, ολόκληρης της πατρίδας μας. Ο στόχος αυτός ήταν διαχρονικός. Ήδη από τη δεκαετία του ’50 το σχέδιο Νιχάτ Ερίμ αυτό τον στόχο έθετε, και αυτός ο στόχος υλοποιείται έκτοτε με κάθε λεπτομέρεια. Τώρα, όμως, ο στόχος αυτός, έγινε αντιληπτός από όλους

Δεν είναι δύσκολο στον οποιοδήποτε να παρακολουθήσει την καθημερινή συστηματική προσπάθεια υλοποίησης αυτών των επιδιώξεων από την Τουρκία. Δώσαμε, κατά τη διάρκεια των πολύχρονων συνομιλιών, υπέρμετρα προνόμια στην Τουρκική πλευρά: Ενώ αποτελούν το 18% του πληθυσμού, τούς αναγνωρίσαμε «πολιτική ισότητα». Δεκτήκαμε σε κάθε βήμα της διακυβέρνησης να υπάρχει αναγκαστικά και θετική Τουρκική ψήφος, πράγμα που σημαίνει αναγνώριση σ’ αυτούς του veto σε κάθε πτυχή του κυβερνητικού έργου. Υποσχεθήκαμε την εκ περιτροπής προεδρία. Δεν θεωρούν, όμως, εύκολη την υλοποίηση του στόχου τους μόνο με αυτά. Γι’ αυτό και ζητούν, λυσσαλέα, την κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη δημιουργία νέου κράτους εξ υπαρχής, που να μπορούν σε οποιαδήποτε στιγμή να το εξουδετερώσουν και να μας οδηγήσουν σε ομηρεία. Γι’ αυτό και μεταφέρουν συνεχώς εποίκους, ώστε σε δεδομένη στιγμή, όταν θα έχουν την πλειοψηφία του πληθυσμού και η διεθνής κοινότητα θα έχει ξεχάσει την υφή του προβλήματος μας, να επιδιώξουν ενιαίο κράτος – κάτι το οποίο αρνούνται να αποδεκτούν τώρα – και δημοψήφισμα, επαναλαμβάνοντας την εμπειρία τους στην Αλεξανδρέττα. Είναι για τον ίδιο λόγο που προωθούν λαθρομετανάστες στις ελεύθερες περιοχές για να τους έχουν ως πέμπτη φάλαγγα στις τάξεις μας, όποτε τους χρειαστούν, και δημιουργώντας κλίμα ανασφάλειας στον λαό μας να τον οδηγήσουν σε φυγή, αφήνοντας ελεύθερο το έδαφος σ’ αυτούς. Είναι γι’ αυτό που ζητούν επεμβατικά δικαιώματα, παραμονή Τουρκικών στρατευμάτων, και τις λεγόμενες τέσσερεις ελευθερίες για τα εκατομμύρια των Τούρκων.

Γνωστοί, λοιπόν, και πασιφανείς οι στόχοι της Τουρκίας.
Εμείς πώς αντιδρούμε;

Προσγειωμένοι από την ταπείνωση της προδοσίας, όχι απλώς των αφρόνων, που διενήργησαν το πραξικόπημα και άνοιξαν διάπλατα τις πύλες στον εχθρό, αλλά και των συνειδητών προαγωγών των Τουρκικών και γενικά των ξένων συμφερόντων, οι οποίοι δρουν διαχρονικά, και που δεν έλειψαν δυστυχώς καμιά φορά από το έθνος μας, εγκαταλείψαμε το δίκαιο και στραφήκαμε στον συμβιβασμό. Σε αναζήτηση μιας, αν όχι δίκαιης, τουλάχιστον βιώσιμης λύσης. Μιας  λύσης που θα εξασφάλιζε τη διαβίωσή μας στην πατρογονική μας γη. Έτσι, ενώ πριν την εισβολή ήταν αδιανόητη για μας μια λύση ομοσπονδίας, η οποία είναι και αντίθετη με τη λογική για το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά της Κύπρου, δεχτήκαμε εξ ανάγκης, μετά την εισβολή, μια τέτοια λύση. Λύση, όμως, πραγματικής ομοσπονδίας. Αυτήν την πραγματική ομοσπονδία προσδιορίζουν και οι τέσσερεις κατευθυντήριες γραμμές Μακαρίου Ντενκτάς του 1977 και σ’ αυτήν παρέπεμπε και η συμφωνία Κυπριανού-Ντενκτάς του 1979.

Στην προσπάθεια εξεύρεσης λύσης δεχθήκαμε, από το 1990, κακώς κατά τη γνώμη μου, και τον όρο «διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία», με όλες τις επικίνδυνες ασάφειες που προσδίδει σ’ αυτήν η Τουρκική πλευρά, και, παρόλο που οι υποχωρήσεις μας συνεχίστηκαν, η Τουρκική αδιαλλαξία δεν κάμφθηκε. Γι’ αυτό και το Εθνικό Συμβούλιο, στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, για να προσδιορίσει τα όρια των υποχωρήσεών μας, ύστερα από μια τετραήμερη συνεδρία, κατέληξε ομόφωνα στα κριτήρια που θα πρέπει να χαρακτηρίζουν την επιδιωκόμενη λύση.

Οκτώ χρόνια μετά και από αυτή την απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου, τις ειλικρινείς προσπάθειες που καταβάλαμε και τις νέες, επικίνδυνες για τη διαβίωσή μας, παραχωρήσεις που κάναμε, βρισκόμαστε και πάλι σε αδιέξοδο. Σε κάθε μας υποχώρηση η Τουρκία μεταθέτει τον στόχο της, προβάλλοντας νέες αξιώσεις. Γι’ αυτό με όλη την ειλικρίνεια και όλη την ευθύνη που επιβάλλει η θέση μου, ως Προκαθημένου της Κυπριακής Εκκλησίας, και εκφράζοντας την αγωνία της Εκκλησίας, μπροστά στους κινδύνους που αντιμετωπίζουμε, εισηγούμαι όπως:

Για τελευταία φορά γίνει προσπάθεια εξεύρεσης μιας λειτουργικής λύσης με βάση τα ομόφωνα συμπεράσματα του Εθνικού Συμβουλίου και τις Συμφωνίες Κορυφής. Παρόλο που μια τέτοια λύση, αν επιτευχθεί, δεν θα είναι δίκαιη, ούτε θα εκπληρώνει τους νόμιμους και προαιώνιους πόθους του λαού μας, πιστεύουμε ότι θα είναι βιώσιμη γιατί θα περιλαμβάνει πολλά  θετικά στοιχεία, όπως αυτά περιγράφονται στην ομόφωνη απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου:  Το νέο κράτος, κατά την απόφαση αυτή, θα είναι μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα έχει μια και μόνη κυριαρχία, μια διεθνή προσωπικότητα και ιθαγένεια. Σ’ αυτή τη λύση θα προνοείται (έτσι διαλαμβάνει η ομόφωνη απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου) αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής και των εποίκων και δεν θα υπάρχουν εγγυητές και εγγυήσεις. Θα προνοείται, ακόμη, και απογραφή του πληθυσμού από αξιόπιστο διεθνή οργανισμό, πριν από τη λύση, η οποία θα πρέπει να επιτυγχάνει την ενότητα του χώρου, του λαού, των θεσμών και της οικονομίας.

Αν, παρ’ ελπίδα, η πρότασή μας αυτή δεν βρει ανταπόκριση από την άλλη πλευρά δεν θα πρέπει να παρασυρθούμε και πάλι σε ατέρμονες διαδικασίες. Θα πρέπει όλοι, ως ένας άνθρωπος, να προχωρήσουμε σε επανατοποθέτηση του προβλήματός μας στις σωστές του διαστάσεις, ως προβλήματος εισβολής και κατοχής,  παρ΄ όλες τις δυσκολίες που η απόφασή μας αυτή θα συνεπάγεται, λόγω του διαρρεύσαντος μεγάλου χρονικού διαστήματος. Σ’ όσους αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα μίας τέτοιας προσπάθειας, δηλώνουμε με κάθε ειλικρίνεια: Δεν είμαστε το κέντρο της γης, και το ξέρουμε. Ούτε και πολυάριθμος λαός είμαστε, και δεν το αγνοούμε. Από απόψεως πολεμικής τεχνολογίας βρισκόμαστε σε μειονεκτική θέση, και δεν το ξεχνούμε. Όμως οι αγώνες σήμερα, όπως και πάντα, δεν εξαρτώνται από την αριθμητική ούτε και μόνο από την πολε­μική υπεροχή.  Όπως ορθά επισημαίνει, ήδη από την αρχαιότητα, ο Θουκυδίδης, οι πόλεμοι συνήθως δεν εξελίσσονται, όπως ήταν η πρόβλεψη των εμπνευστών τους. Απρόοπτοι και αστάθμητοι παράγοντες αναδεικνύουν αδυναμίες για τους μεγάλους και ευκαιρίες για τους μικρούς. Ο σύγχρονος κόσμος, εξάλλου, ευαισθητοποιείται, καθη­μερινά και περισσότερο, στα ανθρώπινα δικαιώματα. Και δεν είναι δυνατόν η παγκόσμια κοινωνία, και ιδιαίτερα η Ευρώ­πη, να συνεχίσει να υποκρίνεται υπερασπιζόμενη την ευημερία των ζώων και μεριμνώντας για τη διατήρηση του περιβάλλοντος και να κλείνει τα μάτια μπροστά στον ευτελισμό της ανθρώπινης ζωής και την καταρ­ράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Οφείλουμε, λοιπόν, σε τέτοια περίπτωση να επαναφέρουμε το θέμα μας ως θέμα εισβολής και κατοχής, με αίτημα την απελευθέρωση και όχι την απλή επανένωση. Μπορούν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας να αντιτεθούν σ’ ένα τέτοιο αίτημά μας που θα τεκμηριώνεται πλήρως;

Τι το πιο λογικό και αφοπλιστικό, ακόμα και για τους εχθρικά διακείμενους προς εμάς, το να απαιτήσουμε και για τον λαό μας ό,τι απολαμβάνουν όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι και γενικά όλοι οι ελεύθεροι άνθρωποι;

Αν κάθε Ευρωπαίος έχει το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης παντού, σε όλη την Ευρώπη, ακόμα και στη δική μας κατεχόμενη πατρίδα, εμείς γιατί να μην έχουμε αυτό το δικαίωμα στην ίδια την πατρίδα μας;

Αν κάθε Ευρωπαίος μπορεί να εγκαθίσταται ελεύθερα, όπου θέλει σε όλη την Ευρώπη, ακόμα και στη δική μας κατεχόμενη πατρίδα, γιατί εμείς να μην μπορούμε να επιστρέψουμε στα χωριά και στις πόλεις μας;

Αν όλοι οι Ευρωπαίοι έχουν το δικαίωμα απόκτησης περιουσίας σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, ακόμα και στη δική μας κατεχόμενη  πατρίδα, γιατί οι δικές μας περιουσίες να μην μας επιστρέφονται;

Και αν παντού ισχύει το «ένας άνθρωπος μία ψήφος» γιατί σ’ εμάς το 18% να επιβάλλεται στο 82% και με τα διάφορα «veto» να παραλύει το Κράτος;

Θα πρέπει, με συνέπεια, να προβάλουμε  τις πιο πάνω αξιώσεις μας, απαιτώντας, ταυτόχρονα, την αποχώρηση όλων των στρατευμάτων κατοχής και των εποίκων. Μπορούν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας, να πουν ότι όλα αυτά ισχύουν μόνο για εκείνους και όχι για μας; Αφού, όμως, εμείς δεχόμαστε να διαπραγματευόμαστε για εκπτώσεις στα δικαιώματά μας, τους δίνουμε το τέλειο άλλοθι για να μην ενδιαφέρονται για μιαν ορθή, δημοκρατική και δίκαιη λύση του προβλήματός μας. «Βρέστε τα», μας λεν, «και εμείς θα αποδεχτούμε ό,τι εσείς συμφωνήσετε».

Δεν μέμφομαι και δεν κατακρίνω κανένα με όσα ανέφερα πιο πάνω. Εκφράζω μόνο την αγωνία και, παράλληλα,  τις θέσεις της Εκκλησίας μπροστά στους θανάσιμους κινδύνους που αντιμετωπίζουμε. Και ελπίζω να εισακουστώ.

Τι πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε; Γιατί δεν αρκεί μόνον η διαπίστωση της λανθασμένης πορείας. Χρειάζεται μια θετική πρόταση εξόδου από τα αδιέξοδα.

Κύριε Πρόεδρε, κύριοι εκπρόσωποι των Κομμάτων, αγαπητοί μας Απόδημοι,

Πιστεύω ότι ο νέος πρόεδρος που θα εκλεγεί, πρέπει αυτή την πολιτική να ακολουθήσει∙ και επιβάλλεται να υποστηριχθεί από όλες τις πολιτικές δυνάμεις, και από τους αποδήμους μας για να μπορέσει να φέρει σε πέρας το δύσκολο αυτό έργο. Η Εκκλησία δηλώνει παρούσα. Οι κίνδυνοι είναι γνωστοί και ο αγώνας σκληρός. Δυστυχώς, άλλη γραμμή δεν υπάρχει. Η μοιρολατρία και η ηττοπάθεια εις ουδέν ωφελεί.

Εκφράζω και πάλι τη χαρά και την ικανοποίησή μου για την παρουσία μου ανάμεσά σας, αγαπητοί Κύπριοι της διασπο­ράς. Επιδαψιλεύω σ᾿ όλους τις ευλογίες της Εκκλησίας, και εύχομαι κάθε επιτυχία στο συνέδριό σας, για το καλό της Πατρίδας μας και του Ελληνισμού.

 

 Ο ΚΥΠΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

 

Εκκλησία Κύπρου