Είναι προοδευτικός ο νέος νόμος ή οδηγεί «πίσω ολοταχώς»;
Άρχων (6690 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Είναι προοδευτικός ο νέος νόμος ή οδηγεί «πίσω ολοταχώς»;

Του Αρχιμ. Ιακώβου Κανάκη

Είναι ένα καίριο ερώτημα αυτό που τίθεται με αφορμή την ψήφιση του νομοσχεδίου περί της ταυτότητας  φύλου. Το θέμα έχει ξεφύγει κατά πολύ και η αντιπαράθεση καλά κρατεί μιας και με τον τρόπο αυτό η κοινωνία ασχολείται με ένα και όχι με τα πολλά που δυστυχώς την ταλαιπωρούν και την βασανίζουν. Είναι αυτό που απλά λέγεται και σε άλλες περιπτώσεις, ότι βλέπουμε το δέντρο αλλά χάσαμε το δάσος. Αυτό σε καμμία περίπτωση βεβαίως δεν σημαίνει ότι κάθε δέντρο (κάθε ψυχή) δεν έχει μοναδική αξία και τιμή και χρειάζεται γι᾽αυτήν η μέριμνα της πολιτείας και φυσικά της Εκκλησίας.

Είναι γεγονός ότι τα όσα συζητούνται και νομοθετούνται τα τελευταία έτη δημιουργούν διάφορες αντιδράσεις σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Άλλοι σοκάρονται, άλλοι αντιδρούν, άλλοι απλώς παρακολουθούν και άλλοι σιγούν…Δεν σημαίνει ότι όσοι σιγούν είναι αδιάφοροι, ούτε πάλι όσοι αντιδρούν είναι «συντηρητικοί» και φορούν παρωπίδες. Το μεγάλο πρόβλημα όμως είναι ότι δημιουργείται μια κατάσταση πόλωσης, μια αντιπαράθεση που δεν είναι γόνιμη, που οδηγεί στα άκρα και που μάλλον δεν θα οδηγήσει σε κάποια λύση το προκείμενο θέμα, του προσδιορισμού περί της ταυτότητας και της αλλαγής δηλαδή  του φύλου.

Ένα ακόμα σημείο που πρέπει νά σημειωθεί, με αφορμή τα γεγονότα περί του νομοσχεδίου, είναι το ότι όλα έγιναν γρήγορα, σαν να πρέπει όλα να γίνουν γρήγορα, σαν να έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος, αφού όλα τα «λάθη» των προηγουμένων πρέπει να διορθωθούν. Η βιασύνη όμως ποτέ δεν είναι καλός σύμβουλος. Τέτοια ευαίσθητα θέματα χρειάζεται να συζητούνται εκτενώς, να λαμβάνονται υπόψη όλες οι γνώμες, να αποφαίνεται η επιστημονική κοινότητα, να συζητείται στην κοινωνία το όλο ζήτημα και ώριμα να θεσπίζεται ένας νόμος του κράτους. Η ελληνική μας καταγωγή άλλωστε μας έχει δείξει αυτόν τον δρόμο για πολλά θέματα στο διάβα των αιώνων, θέτοντας έτσι και τις βάσεις της δημοκρατίας. Οφείλουμε λοιπόν να ευθυγραμμιζόμαστε με τις κατευθύνσεις που μας έχει διδάξει αυτή η υψηλή μας παρακαταθήκη. Στον διάλογο που αποτελεί πεμπτουσία της δημοκρατίας δεν αποκλείεται κανείς και γίνεται σεβαστή η γνώμη του καθενός που συμμετέχει σε αυτόν. Το σημαντικό λοιπόν σε ένα θέμα που απασχολεί την κοινωνία είναι να γίνεται πραγματική διαβούλευση των θεμάτων και τα κίνητρα μας να είναι αγαθά. Πρωτίστως να μας απασχολεί η διευκόλυνση του πολίτη και σε καμμία περίπτωση να μην υφίσταται εκμετάλευσή του μέσω  της κομματοποίησης του θέματος για φτηνούς πολιτικούς σκοπούς.

Το ζήτημα της ψήφισης νόμου περί του προσδιορισμού φύλου στα παιδιά από την εφηβική τους ηλικία ανοίγει και άλλα θέματα προς συζήτηση. Έτσι για παράδειγμα, είναι  άδικο να λέγεται για την Ἐκκλησία ότι είναι «απάνθρωπη» και μακρυά του σφυγμού και των προβλημάτων της κοινωνίας. Αυτή η εκτίμηση για την Εκκλησία δηλώνει  άγνοια της αποστολής και του έργου τους πού ισχύει από την ίδρυσή της μέχρι και σήμερα. Η Εκκλησία αντιθέτως λειτούργησε πάντοτε ως μάνα μέσα στην ιστορία. Σε αυτήν θα δεις τον ασθενή, τον μοναχικό, τον ηλικιωμένο, τον ανήμπορο και τόσους άλλους ανθρώπους που ανήκουν σε αυτές που ονομάζουμε ευπαθείς ομάδες. Και όχι μόνο θα τους δεις να υπάρχουν, αλλά και να δραστηριοποιούνται μέσα σε αυτήν και παράλληλα συχνά να πετυχαίνουν και σε άλλους  τομείς της κοινωνίας. Η Εκκλησία είναι όντως ανοικτή αγκαλιά για όλους και αν σε κάποιο χώρο και χρόνο δεν είναι έτσι, απλώς δεν εκπροσωπείται επαρκώς και επιτυχώς. Μέσα στις δομές της η Εκκλησία με υπευθυνότητα, με σεβασμό αλλά κυρίως με κίνητρο την αγάπη περιθάλπει κάθε άνθρωπο άσχετα με την ιδιαιτερότητα και την δυσκολία που έχει. Δεν κρύβει όμως την αλήθεια στον άνθρωπο, κατανοεί αλλά σημειώνει ταυτόχρονα την αλήθεια, την αλήθεια που δεν είναι ενα ανθρώπινο κατασκεύασμα, ούτε καν μια ανθρώπινη φιλοσοφία, αλλά μια αποκεκαλυμμένη αλήθεια. Άρα για την Εκκλησία είναι εντελώς αταίριαστος ο χαρακτηρισμός «απάνθρωπη», «άκαμπτη» κτλ. και αυτό το γνωρίζουν καλύτερα όσοι έτυχαν της βοήθειάς της.  Η Εκκλησία είναι φιλόστοργη, είναι θεραπευτήριο που ο καθένας εισέρχεται, θεραπεύεται και βρίσκει τον εαυτό του.

Περί της ουσίας του νέου νόμου επικαλούνται τα πορίσματα της επιστήμης. Μα και αυτοί οι επιστήμονες (γενετιστές, βιολόγοι, ψυχίατροι κτλ) διαφωνούν μεταξύ τους. Ποιά είναι λοιπόν αυτά τα πορίσματα που απετέλεσαν τις στέρεες βάσεις και οδήγησαν στην θέσπιση ενός τέτοιου  νόμου;

Όμως το μεγαλύτερο κακό είναι άλλο, είναι η γρήγορη και επιδερμική προσέγγιση του θέματος, με επιχείρημα ότι έχουμε μείνει πίσω, ότι πρέπει να βιαστούμε για να συμβαδίσουμε με τον πολιτισμένο κόσμο.  Δεν σημαίνει όμως ότι όποιος πιθηκίζει σε ό,τι του προσφέρεται από το εξωτερικό, ότι βρίσκεται τότε σε έναν ορθό δρόμο. Αν κρίνουμε από την κατάσταση που βιώνεται σε αυτόν τον «πολιτισμένο» κόσμο θα καταλάβουμε ότι τα γεγονότα δεν συνάδουν με τον πολιτισμό. Το ανθρώπινο πρόσωπο ευτελίζεται και οι κοινωνικές ανισότητες αυξάνουν. Το επιχείρημα λοιπόν ότι έτσι κάνουν οι ευρωπαίοι δεν έχει πλέον ισχύ. Αν ψηλαφήσουμε το συγκεκριμένο θέμα, έτι περαιτέρω, θα παρατηρήσουμε ότι αυτό που σήμερα συζητούμε έχει απασχολήσει άλλες χώρες πολύ πριν από εμάς. Σε εκείνες «έγινε τό πείραμα» με την εφαρμογή παρόμοιων νόμων και τα αποτελέσμα δεν ήταν καθόλου καλά. Τόσο τα παιδιά που άλλαξαν φύλο σε μεγάλο βαθμό δεν ευτύχησαν, αλλά και άλλα που ακολούθησαν ένα δρόμο μιμητισμού των πρώτων οδηγήθηκαν σε μεγάλα αδιέξοδα. Και είναι λογικό αυτό γιατί  πολλές φορές ένας νέος άνθρωπος δεν μπορεί να κρίνει τι ακριβώς του συμβαίνει. Βρίσκεται σε σύγχυση και αυτό έχει σαν συνέπεια να πράττει επιπόλαια και ανώριμα. Θα πει κάποιος ότι θα υπάρχει επιτροπή που θα κρίνει πότε θα γίνεται το ένα ή το άλλο. Εδώ όμως αρχίζουμε να μπαίνουμε  σε αχαρτογράφητη περιοχή διότι δεν πρόκειται για την κατάσταση του ποδιού ή του χεριού κάποιου ανθρώπου, αλλά για θέματα βαθύτερα που αφορούν στην ψυχική του υπόσταση και ύπαρξη.

Τελικά πάντως, ο κάθε νόμος κρίνεται και άρα εφαρμόζεται ή απαξιώνεται εκ των πραγμάτων στην εφαρμογή του. Το ίδιο έχει συμβεί για πολλά θέματα στο παρελθόν, μόνο που στις μέρες μας φαίνεται ότι κάπου έχει χαθεί το μέτρο και αυτό προκαλεί κάποια ανησυχία και κοινωνική αστάθεια και ανασφάλεια. Αυτό πάντως που έχουμε χρέος και ευθύνη απο την μεριά της Εκκλησίας είναι να κατηχούμε τους ανθρώπους για την ανεκτίμητη αξία της ψυχής και του σώματος, όπως και για την σωτηρία του συναμφότερου αυτών. Φυσικά χρέος μας είναι και να διαμαρτυρόμαστε για όσα πιστεύουμε ότι δεν προάγουν, αλλά οδηγούν τον άνθρωπο προς τα πίσω. Τα νέα παιδιά κατανοούν πλήρως πολλά πράγματα και καταστάσεις από ότι νομίζουμε εμείς ότι μπορούν να κάνουν, γι᾽αυτό και η ενημέρωσή τους για τα πιστεύω της Εκκλησίας μπορεί και πρέπει να γίνεται από την πολύ μικρή τους ηλικία. Η Εκκλησία δεν έχει να φοβηθεί τίποτα γιατί απλά έχει την Αλήθεια και η Αλήθεια αυτή είναι που ελευθερώνει και ζωογονεί τον άνθρωπο, που του δίνει νόημα ζωής. Η αλήθεια που σαρκώνει η Εκκλησία είναι πάντοτε επίκαιρη και εφαρμόσιμη. Η αλήθεια αυτή έχει από μόνη της μια δυναμική που μεταμορφώνει τον άνθρωπο και τον ομορφαίνει πνευματικά. Η προσπάθειά μας, η αγωνία μας, είναι αυτή η αλήθεια να  διδάσκεται υγιώς αφού πρώτα βιώνεται από όσους έχουν την ευθύνη του έργου της κατήχησης καί της πνευματικης καθοδήγησης των πιστών.