Προσπάθειες ενότητος των Εκκλησιών κατά τον 20ο αιώνα
Άρχων (7684 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Προσπάθειες ενότητος των Εκκλησιών κατά τον 20ο αιώνα

Δρος Ιωάννου Π. Μπουγά – Θεολόγου

Ουδέποτε μέχρι τώρα η επιθυμία για ένωση των χριστιανικών Εκκλησιών δεν εκδηλώθηκε κατά τρόπο τόσο καθολικό και ενεργό όπως τα τελευταία έτη, όπου ο ισλαμικός φονταμενταλισμός απειλεί να αιματοκυλίσει τον κόσμο, καθώς και κάθε μορφής φανατισμοί επιτίθενται συνεχώς στους πιστούς του Χριστού. Όσο περισσότερο αυξάνει η βία στην ανθρωπότητα τόσο περισσότερο καθίσταται ή ανάγκη ενώσεως των χριστιανικών Εκκλησιών. Οι περισσότεροι πιστοί κατανοούν ότι ο Χριστιανισμός διαιρούμενος εξασθενεί και οι εχθροί του ενισχύονται και πολλαπλασιάζονται πολυπληθείς και πολύτροποι.

Σήμερα οι προσπάθειες ενότητος των Εκκλησιών συγκινούν τους πιστούς των διαφόρων χριστιανικών ομολογιών παρότι οι χριστιανικές ομολογίες είναι πολλές και η Εκκλησία του Χριστού πολλαπλώς χωρισμένη.

Ο διάλογος, οι διάφορες συναντήσεις, οι από κοινού προσευχές συναντούν ενθουσιώδεις πιστούς και εργάτες της χριστιανικής συμφωνίας και ενώσεως και η σημερινή πραγματικότητα είναι συγκινητική και ιδιαιτέρως ελπιδοφόρα έτσι ώστε σύντομα να επέλθει και η εκ της Θειας Ευχαριστίας και των Μυστηρίων συμφωνία.

Από το 1920 η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου με αδελφική επιστολή που απέστειλε σε όλες τις χριστιανικές Εκκλησίες έθεσε τις βάσεις του διαλόγου όλων των χριστιανών. Ως πρώτο όρο συνεννοήσεως αναγνώριζε την άρση κάθε δυσπιστίας και στην συνέχεια ομιλούσε για αμοιβαία φιλία. Μέχρι σήμερα έγιναν πολλές συναντήσεις, πολλές συνδιασκέψεις και ήγγικεν η ώρα και της μυστηριακής ενώσεως, κάτι το οποίο επιθυμούν πολλοί πιστοί.

Πολλοί σήμερα πλέον είναι σε θέση να συμμετάσχουν σε διάλογο με ετεροδόξους Χριστιανούς, να προσευχηθούν μαζί τους κάνοντας κάτι που είναι φυσικό και χριστιανικό δηλαδή η κοινή προσευχή με ετεροδόξους Χριστιανούς.

Και η κοινή προσευχή θα φέρει την αγάπη και αντιστρόφως η αγάπη δημιουργεί κοινωνία, η κοινωνία αγαπά την ενότητα και η ενότητα διατηρεί την αγάπη.

Πολλοί είναι οι κληρικοί αυτοί, οι οποίοι αγωνιστήκαν τον προηγούμενο αιώνα για την προσέγγιση με σκοπό την ενότητα των χριστιανικών Εκκλησιών σε αντίθεση με τους ελαχίστους φωνασκούντες αντιτιθεμένους στην θεόσταλτη ένωση, κατ’ επίφασιν χριστιανούς, οι οποίοι επικαλούνται συνεχώς διαφόρους περιπλανώμενους μοναχούς, συνταξιούχους θεολόγους καθηγητές και λοιπούς μη υπάκουους στο συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας.

Ενδεικτικά αναφέρονται τα παρακάτω παραδείγματα, τα οποία βεβαιως δεν είναι τα μοναδικά, αλλά καταδεικνύουν ότι εξέχοντες προσωπικότητες της Ορθοδόξου Εκκλησίας από τον περασμένο αιώνα επιθυμούσαν τον διάλογο και την συνάντηση με σκοπό την ένωση των Εκκλησιών και βεβαιως όλες αυτές οι προσπάθειες οδήγησαν στην σημερινή κατάσταση, ολίγον προ των θυρών της ενώσεως.

Μια σπουδαία εκκλησιαστική προσωπικότητα, η οποία αναφέρεται στο παρόν άρθρο και επεδίωξε την ένωση των Εκκλησιών ήταν ο Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτης, Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, από όταν υπηρετούσε ως εφημέριος της ελληνικής κοινότητος στην Τεργέστη.

«ΑΓΓΛΙΚΑΝΟΙ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΚΛΗΡΙΚΟΙ-Κατ’ επιστολήν εκ Τεργέστης, αφίκετο προ τινων ημερών εις την πόλιν ταύτην ό πανιερ. λόρδος επίσκοπος Γιβραλτάρης κ. Knight. Εις την γενομένην πρός τιμήν αυτού δεξίωσιν έν τω ναώ των αγγλικανών παρευρέθησαν, επί προσκλήσει, ό συμπροϊστάμενος της ελληνικής έν Τεργέστη κοινότητος πανοσιολογ. αρχιμ. κ. Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτης, φέρων επικαμήλαυκον και σταυρόν και το παράσημον των ιπποτών του Σωτήρος, και ο γενικός πρόξενος της Ελλάδος κ. Αλ. Βαρατάσης, γενόμενοι δεκτοί μετά πολλών ενδείξεων ευλαβείας και τιμής, ό δε πανοσιολογ. κ. Ιεζεκιήλ ωδηγήθη εις το Ιερόν, ιστάμενος επί ιδιαιτέρας έδρας. Μετά την δοξολογίαν, έν τη αιθούση, ό πανιερ. Γιβραλτάρης ειπών ψόγους πολλούς και καλούς υπέρ τε της ορθοδόξου Εκκλησίας και τού ελληνικού έθνους, ηύξατο υπέρ ενώσεως τών Εκκλησιών ορθοδόξου και Αγγλικανικής. Ό πανοσ. αρχιμ. κ. Ιεζεκιήλ εξέφρασε την ευγνωμοσύνην αυτού και εβεβαίωσε τόν λόρδον επίσκοπον ότι και οι έλληνες και έν γένει οι ορθόδοξοι υπό των αυτών αισθημάτων κατέχονται, καθώς απέδειξεν η υποδοχή, ης έτυχον οι της Αγγλικανικής Εκκλησίας επίσκοποι προ τινος έν Ιεροσολύμοις και Πετρουπόλει. Την του αγγλικανού και του έλληνος κληρικού συνάντησιν περιέγραψαν αι της Τεργέστης εφημερίδες Ριcοlο, Corriere Adriatico και LOsservatore Triestino. (ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, εν Κωνσταντινουπόλει 19 Μαΐου 1912, έτος ΛΒ΄ αριθμ. 21, σελ. 181-182)

Άλλη σημαντική εκκλησιαστική προσωπικότητα του περασμένου αιώνα, η οποία ήταν υπέρμαχος του διαλόγου των Εκκλησιών ήταν ο Αρχιμανδρίτης Κύριλλος Αργέντης εφημέριος στην ορθόδοξη κοινότητα της Μασσαλίας της Γαλλίας, ο οποίος ανέπτυξε αντιστασιακή δράση επί γερµανικής κατοχής.

Το 1964 πραγματοποιήθηκε ομιλία του πατρός Κυρίλλου ενώπιον Ορθοδόξων, Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών αποσπάσματα της οποίας παρατίθενται κάτωθι.

«Κατά το διάστημα από 16-25 παρελθόντος Ιανουαρίου 1964 έλαβον χώραν εις την Lyon (Γαλλίας) διάφορες εκδηλώσεις εντός των πλαισίων της «εβδομάδος της προσευχής δια τήν ενότητα των Εκκλησιών»… Την εσπέραν της Τρίτης (21 Ιανουαρίου) ηκούσθη εις τόν αυτόν χώρον ή φωνή της Ορθοδοξίας διά του στόματος του π. Κυρίλλου Αργέντη, εφημερίου της Ελληνικής Κοινότητος της Μασσαλίας, όστις ώμίλησε με θέμα «Τί σκέπτεται ένας Ορθόδοξος επί της ενότητος των Χριστιανών». Διά πρώτην φοράν ηκούετο η Ορθόδοξος άποψις κατά τήν διάρκειαν των κατ’ έτος τελουμένων αυτών εκδηλώσεων, διό και η συρροή του κόσμου ήτο καταπληκτική. Ήδη πολύ πριν αρχίση η ομιλία, το ακροατήριον είχε καλύψει την τεραστίαν αίθουσαν, το υπερώον, τους πλαγίους διαδρόμους και αυτάς τας βαθμίδας των κλιμάκων.

   Ύστερα από ένα σύντομον πρόλογον του π. Michalon, ο ορθόδοξος κληρικός εκάλεσε το ακροατήριον εις κοινήν προσευχήν, απαγγείλας εις γαλλικήν γλώσσαν το «Βασιλεύ Ουράνιε…».

   Έν συνεχεία, με μίαν άνεσιν καταπληκτικήν, δηλωτικήν της βαθείας θεολογικής του καταρτίσεως και με άριστον χειρισμόν της γαλλικής γλώσσης, ακολουθών απλούν σχεδιάγραμμα, προσέφερεν μίαν υπέροχον πνευματικήν πανδαισίαν και επέστησε την προσοχήν όλων εις την ονόματι και πράγματι ορθόδοξον θεώρησιν τών δυσκολιών, αι οποίαι φράσσουν τον δρόμο προς την Ενότητα.

   Έν αρχή διετύπωσε τήν ανάγκην της ενότητος και υπέμνησεν, ότι εις την Λειτουργίαν τού Μεγάλου Βασιλείου και συγκεκριμένως εις την ευχήν μετά τον καθαγιασμόν των Τιμίων Δώρων υπογραμμίζεται ότι δια της θυσίας είμεθα ηνωμένοι εν Αγίω Πνεύματι. Λέγοντες, εξάλλου, το «Πάτερ ημών», διαβεβαιώνομε την φλέγουσαν επιθυμίαν μας δια την Ενότητα. Είναι λοιπόν εκπληκτικόν ότι οι διαιρέσεις παραμένουν.

   Τά εμπόδια, τα όποια πρέπει να παραμερισθούν, διά να φθάσωμεν εις την ποθητήν Ενότητα είναι α) το πνεύμα της έριδος. «Προτιμούμε να καθορίζωμε την θέσιν μας κατ’ αντίθεσιν πρός τους άλλους. Αυτό είναι αλήθεια όσον αφορά τα παιδιά, τους Πατριάρχας και τους Πάπες! Όσον ολιγώτερον ζωντανή είναι η πίστις, τόσον πιο σφοδρός είναι ο φανατισμός της αντιδικίας». Το φάρμακον εις την περίπτωσιν αυτήν είναι να ζητήσωμε να πάμε πρός τά πνεύμα τής αληθείας, επιστρέφοντες εις τας πηγάς, εις τήν Βίβλον… και αφού υπέμνησεν, ότι το Άγιον Πνεύμα έπαιξε και παίζει πρωταρχικόν ρόλον εις την άνθρωπίνην σωτηρίαν, εξέφρασε την γνώμην ότι «οι καθολικοί καί οι προτεστάνται, ακόμη και οι Ορθόδοξοι, οφείλουν να εμβαθύνουν περισσότερου και να σπουδάσουν εις το ζήτημα, δια να ξαναδώσουν εις το Άγιον Πνεύμα την υψηλήν του θέσιν».

   Ή φωνή της Ενότητος, εσυνέχισεν ο π. Κύριλλος, είναι η μεταρρύθμισις εκάστης Εκκλησίας. «Πρέπει εκάστη Εκκλησία να μεταρρύθμιση εαυτήν. Εάν κάθε μία από αυτάς αντανακλά το αληθινόν πρόσωπον του Χριστού, θα γίνη εύκολον εις όλους να επανεύρουν τον ίδιον Χριστόν εις τους άλλους».

   Τέλος, αφού ετόνισεν την σημασίαν της ταπεινοφροσύνης, της πτωχείας και της αληθούς αγάπης ως θεμελίων της «αλλαγής» εκάστης Εκκλησίας, επέμεινεν εις τήν έννοιαν του «παλαιού άνθρωπου», ο όποιος είναι η αρχή των εμποδίων, ο εχθρός που πρέπει, εντός ενός ψυχολογικού και μυστα­γωγικού πλάνου, να σταυρωθή…

   Το τέλος της ομιλίας τού π. Κυρίλλου εκάλυψαν ενθουσιώδη χειροκροτήματα. Έν συνεχεία και εν μέσω βαθείας συγκινήσεως απηγγέλθη υπό του καθολικού ιερέως π. Michalon προσευχή από το Ευχολόγιον τού Σεραπίωνος και το «Πάτερ ημών», πάντοτε γαλλιστί, υφ’ όλου τού ακροατηρίου.

   Τήν ωραιοτάτην αυτήν ομιλίαν, η οποία έδωσε το θριαμβευτικόν «παρών» της Ορθοδοξίας και απετέλεσε γεγονός δια την μεγαλούπολιν της lyon, παρηκολούθησαν… εκλεκταί προσωπικότητες της θρησκευτικής ζωής …κληρικοί και λαϊκοί θεολόγοι καί λοιποί επιστήμονες, φοιτηταί κ.λ.π.…» (Πέτρου Πανταζοπούλου, στο περιοδικό ΔΙΔΑΧΗ Μάρτιος Απρίλιος 1964 τεύχ.195, σελ.330-331)

Άλλη σημαντική εκκλησιαστική προσωπικότητα είναι Μητροπολίτης Γαλλίας Μελέτιος Καραμπίνης, ο οποίος ως Αρχιμανδρίτης στο Παρίσι, το έτος 1949 επαινεί δύο σπουδαίους Ιεροκήρυκες έναν Ρωμαιοκαθολικό και έναν Προτεστάντη ξεπερνώντας έτσι τα στεγανά που κάποιοι θέλουν να θέτουν ανάμεσα στις χριστιανικές Εκκλησίες αναγνωρίζοντας ότι την χριστιανική αλήθεια μπορεί να την διδάξουν Κληρικοί κάθε Εκκλησίας. Αναφέρει σε δημοσίευμα του: « …Αι ομιλίαι αυταί δεν ομοιάζουν με τις συνήθεις, έχουν κάτι το ξεχωριστόν, το ιδιαίτερον. Περιστρέφονται κυρίως εις κοινωνικά θέματα και εκφράζουν τρόπον τινα την επίσημον γνώμην της Εκκλησίας επί κοινωνικών προβλημάτων και κατευθύνσεων. Δι ΄αυτόν δε ακριβώς τον λόγον αποδίδεται μεγάλη σημασία εις αυτάς και οι χριστιανοί τας αναμένουν πάντοτε μετ’ εξαιρετικού ενδιαφέροντος.

   Κατά την περίοδον αυτήν εις το Παρίσι, σύμφωνα με την ανωτέρω συνήθεια, δύο μεγάλοι ιεροκήρυκες με τας ομιλίας των έχουν προσελκύση το ενδιαφέρον και την προσοχήν των Παρισινών. Ο πρώτος είναι ο Καθολικός ιερεύς Ρικέ, εκ του τάγματος των Φραγκισκανών αδελφών, ιεροκήρυξ εις την Παναγίαν των Παρισίων. Ο δεύτερος είναι ο διαμαρτυρόμενος Παστέρ Μπεγκνέρ προϊστάμενος της εν Γαλλία Προτεσταντικής Εκκλησίας και είς εκ των τεσσάρων προέδρων της Οικουμενικής κινήσεως…». ( ΔΙΔΑΧΗ Ιανουάριος 1949 1964 τεύχ. 28, σελ.22-23) Από το ανωτέρω απόσπασμα καταδεικνύεται ότι οι αληθινοί πιστοί του Ευαγγελίου του Χριστού με κάθε τρόπο ξεπερνούν τις όποιες συμβατότητες και επιδιώκουν την ενότητα.

Πλησιάζει ή ώρα όπου, οι προσπάθειες των προαναφερόμενων, αλλά και άλλων πολλών Κληρικών και Λαϊκών θα οδηγήσουν στην ποθητή ενότητα των Εκκλησιών και η μια του Χριστού Εκκλησία θα ειρηνεύση και πάντες οι χριστιανοί θα « λέγωσι το αυτό κατηρτισμένοι εν τω αυτώ νοΐ και τη αυτή γνώμη» (Α’ Κορινθ. 1.10).