Μην διώχνουμε τον Χριστό από την ζωή μας
Άρχων (18015 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Μην διώχνουμε τον Χριστό από την ζωή μας

 Του Μητροπολίτη Βεροίας Παντελεήμονα

«Καί ἰδόντες αὐτόν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπό τῶν ὁρίων αὐτῶν» (Ματθ. 8.34).

Τό θαῦμα τῆς θερα­πείας δύο δυστυχισμένων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι βρισκόταν κάτω ἀπό τήν ἐπήρεια τοῦ πο­νηροῦ πνεύματος, περιγράφει ἡ εὐ­αγ­γελική περικοπή. Δύο δυστυχισμέ­νων ἀνθρώπων τούς ὁποίους οἱ συνάνθρωποί τους τούς εἶχαν ἐγκαταλείψει ἄσπλαγχνα μό­νους ἔξω ἀπό τήν πόλη τους, στό νε­κρο­τα­φεῖο, καί οἱ ὁποῖοι κατέφυγαν στό ἔ­λεος τοῦ φιλανθρώπου Ἰησοῦ πού διήρ­χετο ἀπό τά μέρη τους.

Καί ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς τούς θεράπευσε ἐκ­βά­λοντας ἀπό μέσα τους τό δαιμόνιο πού τούς ταλαιπωροῦσε καί τούς ἀπέδωσε ὑγι­εῖς στίς οἰκογένειές τους καί τούς συν­αν­θρώ­πους τους, ἀντί νά δεχθεῖ τήν εὐχα­ριστία καί τήν εὐγνωμοσύνη τῶν ἀνθρώ­πων, βρέθηκε ἀντιμέτωπος μέ τήν ἀγνω­μο­σύνη καί τήν ἀχαριστία τῶν κατοίκων τῆς πόλεως.

Ὁλόκληρη ἡ πόλη, γράφει ὁ ἱερός εὐ­αγγελιστής Ματθαῖος, βγῆκε, ὅταν ἔμαθε τή θεραπεία τῶν δύο δαιμονισμένων, γιά νά συναντήσει τόν Ἰησοῦ. Ἀλλά δέν βγῆ­κε γιά νά τόν εὐχαριστήσει γιά τήν ἴαση τῶν δύο συνανθρώπων  τους, παρά μόνο γιά νά τόν παρακαλέσουν γιά κάτι πού στά αὐτιά κάθε λογικοῦ ἀνθρώπου ἠχεῖ ἀπό­λυτα παρά­λογο. «Καί ἰδόντες αὐτόν πα­ρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπό τῶν ὁρί­ων αὐτῶν». Μόλις, δηλαδή, τόν εἶδαν, τοῦ ζήτησαν νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τά ὅρια τῆς πόλεώς τους. Τοῦ ζήτησαν νά φύ­γει ἀπό τήν πόλη τους, γιατί ὁ Χριστός ἐπέτρεψε στό πονηρό πνεῦμα πού συνεῖχε τίς ψυχές τῶν δύο δαιμονισμένων νά μπεῖ μέσα σέ μία ἀγέλη χοίρων πού ἔβοσκε ἐκεῖ κοντά, καί ἡ ἀγέλη ὑπό τήν ἐπήρεια τοῦ δαίμονος «ὥρμησεν κατά τοῦ κρημνοῦ εἰς τήν θάλασσαν καί ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδα­σι», γράφει ὁ ἱερός εὐαγγελιστής.

Νά, ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ζητοῦν οἱ Γα­δα­ρηνοί νά φύγει ὁ Χριστός: τό ὑλικό συμ­­φέρον. Ἔχασαν μία ἀγέλη χοίρων, πού παράνομα ἐξέτρεφαν, καθώς ὁ μω­σαϊ­κός νόμος ἀπαγόρευε τό χοιρινό κρέας, θεώρησαν τόν Χριστό ὑπεύθυνο γι’ αὐτήν τήν κατα­στρο­φή καί τοῦ ζήτησαν νά φύ­γει. Συγκρίνοντας τή θεραπεία δύο ἀν­θρώ­πων μέ τό οἰκο­νομικό ὄφελος ἀπό τήν ἀγέλη τῶν χοίρων ἔκριναν πώς τό δεύ­τερο, τά χρήματα, τό κέρδος ἦταν πιό σημαντικό καί πιό οὐσιαστικό γι’ αὐτούς. Συγκρίνοντας τήν εὐλογία τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ μέ τή χρηματική ζημιά πού τούς προξένησε ἡ καταστροφή τῶν χοί­ρων θεώρησαν πώς προτιμοῦσαν τά χρή­μα­τα ἀπό τόν Χριστό, ἔστω καί ἄν γνώ­ρι­ζαν πολύ καλά ὅτι τά χρήματα πού εἰσέ­πρατταν ἀπό τήν ἐκτροφή τῶν χοίρων ἦταν ἀπαγορευμένα, ἦταν προϊόν ἁμαρ­τίας καί παρακοῆς τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Οἱ Γαδαρηνοί προτιμοῦν τό χρῆμα ἀπό τόν Χριστό, τό κέρδος ἀπό τήν χάρη· διώχνουν τόν Χρι­στό καί ὅσα καλά συνοδεύουν τήν παρουσία του, γιά νά μή χάσουν τό πρόσ­καιρο κέρ­δος. Καί ἐνῶ ἄλλοι παρακαλοῦν τόν Χριστό νά τούς ἐπισκεφθεῖ, αὐτοί τόν παρακαλοῦν νά φύγει.

Περίεργη ἡ ἀπόφασή τους, ὅμως δέν εἶναι οἱ μόνοι πού παίρνουν μιά τέτοια ἀπό­φαση, γι’ αὐτό καί ὁ ἱερός εὐαγγε­λι­στής ἀναφέρεται σ’ αὐτή τήν ἐπιλογή καί τήν παράκληση τους· ἀναφέρεται γιά νά προβληματίσει καί ὅλους ἐμᾶς πού ἀκού­οντάς της θά βιαστοῦμε νά κατηγορή­σου­με τούς Γαδαρηνούς καί νά ποῦμε πώς ἄν ἐμεῖς εἴμασταν στή θέση τους δέν θά τό κά­ναμε ποτέ.

Καί ὅμως, ἀδελφοί μου, ἄν ἐξετάσουμε προσεκτικά τή ζωή μας, θά διαπιστώ­σου­με πώς πολλές φορές καί ἐμεῖς φερόμαστε μέ τόν ἴδιο τρόπο μέ τόν ὁποῖο συμ­πε­ρι­φέρ­θηκαν καί οἱ Γαδαρηνοί. Ἄν ἐξετά­σου­με τή ζωή μας θά διαπιστώσουμε πώς καί ἐμεῖς συχνά προτιμοῦμε τό κέρδος, τήν ὑλική ἀπόλαυση, τήν πρόσκαιρη εὐ­χα­ρί­στηση, ἀπό τόν Χριστό. Θά διαπιστώ­σουμε ὅτι συχνά ἐπιλέγουμε ἐν γνώσει μας τήν ἁμαρτία καί διώ­­χνουμε τόν Χρι­στό ἀπό τή ζωή μας. Γιατί τί ἄλλο κά­νουμε ἀπό αὐτό πού ἔκαναν οἱ Γαδαρηνοί, ὅταν παραδείγματος χάριν ἀντί νά ἀντα­πο­κριθοῦμε στό κάλεσμα τῆς καμπάνας πού μᾶς καλεῖ τήν Κυριακή στή θεία λει­τουργία, ἐμεῖς ἐπιλέγουμε νά πᾶμε στίς δουλιές μας, νά πᾶμε ἐκδρομή ἤ νά κοι­μη­θοῦμε γιατί τό προηγούμενο βράδυ ξενυ­χτήσαμε διασκεδάζοντας; Τί ἄλλο κάνου­με, ὅταν ἀντί νά ἀνταποκριθοῦμε στήν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ νά κατοικήσει διά τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας στήν ψυχή μας, ἐμεῖς ἀδιαφοροῦμε καί ἐπιλέ­γου­με νά ζήσουμε μέ τρόπους πού μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Θεό καί ἀπό τή συμ­μετοχή μας στό μυστήριο τῆς κοινω­νίας μαζί του; Τί ἄλλο κάνουμε ὅταν ἀντί νά ἐπιλέγουμε νά συναντήσουμε τόν Χρι­στό μέσα ἀπό τόν δρόμο τῆς προσευχῆς καί τῆς μετανοίας, ἐμεῖς προτιμοῦμε νά ἀπασχολοῦμε τή σκέψη καί τήν ψυχή μας μέ πράγματα ἐγκόσμια, μέ μέριμνες βιω­τι­κές, μέ σκέψεις καί πράξεις ἐφάμαρτες. Τί ἄλλο κάνουμε ὅταν βρισκόμαστε μέσα στόν ναό τοῦ Θεοῦ καί ἀντί ἡ προσοχή μας καί ἡ σκέψη μας νά εἶναι στραμμένη στόν Θεό, ἀπασχολεῖται μέ ὅ,τι συμβαίνει γύρω μας ἤ ἀκόμη καί μέ ὅ,τι συμβαίνει ἔξω ἀπό τόν ναό, μέ ὅ,τι ἀφήσαμε στό σπί­τι μας, μέ ὅ,τι ἔχουμε νά κάνουμε στή συ­νέ­χεια, μέ ὅλα τά θέματα καί τά προβλή­ματα πού μᾶς ἀπασχολοῦν. Ἄν κάνουμε κάποια ἀπό αὐτά ἤ κάποια παρόμοια εἶναι σάν νά λέμε στόν Χριστό, πού μᾶς προ­­σφέ­ρει τή χάρη καί τήν εὐλογία του καί ἐπιθυμεῖ νά κατοικήσει στήν ψυχή μας ὅτι δέν τόν θέλουμε καί τόν παρα­κα­λοῦμε νά φύγει μακριά μας.

Γι’ αὐτό, ἀδελφοί μου, ἄς προσέχουμε τίς ἐπιλογές τῆς ζωῆς μας, γιά νά μή βρε­θοῦμε στή θέση τῶν Γαδαρηνῶν τῆς σημε­ρινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς καί στερη­θοῦμε τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί σ’ αὐτή τή ζωή καί στή μέλλουσα.

 

Εκτύπωση