Παναγία Εξακουστή: Πώς σώθηκε το «ξακουστό» Μοναστήρι
Άρχων (18459 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Παναγία Εξακουστή: Πώς σώθηκε το «ξακουστό» Μοναστήρι

Στις 17 Αυγούστου, συμπληρώθηκαν 25 χρόνια από τη μεγαλύτερη πυρκαγιά που σημειώθηκε ποτέ στην ευρύτερη περιοχή της Ιεράπετρας.

Ο συνταξιούχος αγρονόμος της τότε Αγροφυλακής κ. Κώστας Ν. Νοτάκης, θυμάται και εξιστορεί τις δύσκολες ώρες που έζησε τότε η Ιεράπετρα, τις μάχες που δόθηκαν για να σωθεί ο τόπος που υπηρετούσε, και αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της περιπέτειας που έζησαν οι μοναχές στο μοναστήρι της Παναγίας της Εξακουστής στις Μάλλες, που είχε περικυκλωθεί από τη φωτιά.

«Τον Αύγουστο του 1994 η πύρινη λαίλαπα έκαψε πολλές χιλιάδες στρέμματα δάσους και καλλιεργημένης έκτασης. Σ’ αυτή τη φωτιά αντιμετώπισα και έζησα καταστάσεις που έμειναν ανεξίτηλες στην μνήμη μου.

Στις 17 Αυγούστου του 1994 είχα την καθιερωμένη συνάντηση με τους Αγροφύλακες της περιοχής. Την ώρα της ενημέρωσης – εκπαίδευσης, χτύπησε το τηλέφωνο και ενημερώθηκα ότι στην αγροτική περιοχή Μεσελέρων, στην τοποθεσία Κάτω Πρίνα, είχε εκδηλωθεί πυρκαγιά. Αμέσως ενημέρωσα τον προϊστάμενο μου Διοικητή Αγροφυλακής Λασιθίου, Αστυνομία, Δήμο, Νομαρχία και Πυροσβεστική. Στην συνέχεια διέκοψα την συνάντηση και έφυγαν όλοι οι αγροφύλακες για τα χωριά τους, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους.

Αυτή η πυρκαγιά ήταν πρωτοφανής. Ο αέρας, σαν εφιάλτης, στρατηγός και μαέστρος, κατεύθυνε την φωτιά όπου του έκανε κέφι. Έτσι, η φωτιά πήγαινε πάνω – κάτω, πέρα – δώθε. Σαν εξαγριωμένος εκδικητής συμπεριφερόταν. Σε δύο ώρες από τους Μεσελέρους έφτασε στα νότια παράλια της Ιεράπετρας, ύστερα πήγε στην Καλαμαύκα, μετά στον Ξερόκαμπο, στην Ανατολή, στο Μύρτος και μετά προς τις Μάλλες», αναφέρει.

Ο άνισος αγώνας
Ο συνταξιούχος αγρονόμος συνεχίζει και συγκλονίζει: «Για τρεις μέρες δίναμε έναν άνισο αγώνα, με συνεχείς προσπάθειες όλων των δυνάμεων πυρόσβεσης από εδάφους, πυροσβεστικά οχήματα, αυτοσχέδια πυροσβεστικά με ντεπόζιτα σε αγροτικά οχήματα, ψεκαστήρες, πεζοπόρα τμήματα στρατού και πολιτών εθελοντών με φούντες κλαδιών, αλλά και από αέρα έριχναν νερό συνέχεια κατά την διάρκεια της μέρας αεροπλάνα και ελικόπτερα, για να γλυτώσουμε ένα δέντρο, ένα σπίτι, ένα μετόχι, ένα ζώο ήμερο ή άγριο. Εκατοντάδες άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, δίναμε απεγνωσμένα τον ίδιο αγώνα. Ήταν πολύ τραγικό, μπροστά στα μάτια μας, να χάνονται περιουσίες κι εμείς να παρακολουθούμε ανήμποροι.

Τρελή η πορεία της φωτιάς και του αέρα, που άλλαζε συνέχεια κατευθύνσεις, με κίνδυνο να εγκλωβίσει και να κάψει ανθρώπους. Πιστεύω πως μόνο με την βοήθεια του Χριστού και της Παναγίας δεν θρηνήσαμε θύματα, πέρα από τα μελίσσια, τα πουλιά και τα ζώα, ήμερα και άγρια που χάθηκαν», θυμάται ο τέως αγρονόμος κ. Κώστας Νοτάκης.

Την τρίτη ημέρα η φωτιά προχώρησε πάνω από τις τοποθεσίες Καρκάσα Ανατολής, Γαβρίλη Μύρτου, Μαραυγάδες Μουρνιών και Συκιά Μαλλών. Τα μάτια και η σκέψη όλων των κατοίκων στράφηκαν προς την Μονή την Παναγίας της Εξακουστής. Λες και η φωτιά ήθελε να δοκιμάσει την δύναμη της πίστης τους.

Συναγερμός, να σωθεί το μοναστήρι
Μέσα και έξω από την Μονή, εκατοντάδες άνθρωποι, με ότι μέσο έβρισκαν προσπαθούσαν να δημιουργήσουν συνθήκες ενάντια στην φωτιά. Μα η φωτιά δεν λογάριαζε τίποτα. Σαν αχόρταγο θεριό «έτρωγε» ότι έβρισκε μπροστά της και όλο και πλησίαζε το Μοναστήρι με τρομακτικό θόρυβο. Προς το βράδυ, δόθηκε εντολή από την Πυροσβεστική και την Αστυνομία: Να εκκενωθεί το μοναστήρι!

«Ήταν 19 Αυγούστου του 1994, ημέρα Παρασκευή και ώρα 20:20. Η Ηγουμένη Φεβρωνία μαζί με τις καλόγριες και πολλούς άλλους πιστούς, πήραν μαζί τους ότι πολύτιμο μπορούσαν από Ιερά Σκεύη και Εικόνες και τα μετέφεραν σε ασφαλές μέρος στις Μάλλες. Όλοι έφυγαν ύστερα από πίεση των υπηρεσιών, επειδή υπήρχε άμεσος κίνδυνος να καεί το Μοναστήρι. Ακούγοντας την διαταγή της εκκένωσης ζαλίστηκα. Μου κόπηκαν τα γόνατα κι έχασα το κουράγιο μου. Για πρώτη φορά διαπίστωνα το μέγεθος της αδυναμίας μου. Ξαφνικά, σαν ζωντανή οπτασία, ήρθε στο νου μου «η φλεγόμενη και μη καιόμενη Βάτος του Μωυσή», που είχαμε μάθει στα θρησκευτικά στο σχολείο.

Σαν από θαύμα ανάκτησα τις δυνάμεις μου, στυλώθηκα στα πόδια μου και γεμάτος πίστη και θάρρος ψιθύρισα: Η Παναγία θα με βοηθήσει!, Το ένιωσα! Το πίστεψα! Το μοναστήρι δεν πρέπει να καεί! Όχι δεν θα καεί!! Δεν φεύγω, είπα μέσα μου. Αμέσως ξέχασα τα πάντα και άρχισα να ασχολούμαι με το σβήσιμο της φωτιάς που έκαιγε σε πολλά σημεία στον περίβολο της Μονής. Εκείνη την ώρα διαπίστωσα ότι υπήρχε και άλλο ένα άτομο που σκέφτηκε όπως εγώ, πήρε τις ίδιες αποφάσεις με μένα, κι έτσι συναποφασίσαμε να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις και πιστέψαμε ότι θα τα καταφέρουμε. Ήταν ο Ηλίας Βολυράκης, υποπυραγός υποδιοικητής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Αγίου Νικολάου, που κι αυτός πίστευε ότι το μοναστήρι δεν πρέπει να καεί. Από κοινού σβήναμε εστίες έχοντας ο ένας το θάρρος του άλλου.

Ξαφνικά είδαμε ότι έχει πάρει φωτιά η αποθήκη με το σανό και άλλες τροφές των ζώων της Μονής. Τρέξαμε με λάστιχα και κουβάδες. Μετά από προσπάθειες πολλών ωρών τα καταφέραμε. Πήραμε βαθιά ανάσα, σηκώσαμε τα μάτια προς τον ουρανό και κάναμε τον Σταυρό μας. Φαίνεται πως ο Αίολος, ο θεός του ανέμου, υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με Την Πλατυτέρα των Ουρανών.

Ίσως ο τρελός «Άνεμος» από ντροπή, ίσως και από φόβο, να ταπεινώθηκε και μετάνιωσε γι’ αυτό ησύχασε, αφού ήρθε αντιμέτωπος έξω από το σπίτι της Μητέρας όλων μας, κι έτσι, για καλή μας τύχη, μετά τα μεσάνυχτα ευτυχώς κόπασε τελείως. Και ξαφνικά είδαμε ένα κυπαρίσσι δίπλα στο μεγάλο κυπαρίσσι της Μονής που έπιασε φωτιά! Μια φλόγα έγινε όλο, από κάτω μέχρι πάνω για μερικές στιγμές, και ύστερα έσβησε με μεγάλη βοή, πολύ γρήγορα, και το κυπαρίσσι έμεινε ανέπαφο! Δεν κάηκε. Το είδαμε κι οι δυο. Κοιταχτήκαμε χωρίς να μιλούμε. Μα γρήγορα οι μικροεστίες απέσπασαν πάλι το ενδιαφέρον μας.

Μετά τα μεσάνυχτα, συναντηθήκαμε στον περίβολο της Μονής με την Μοναχή Ολυμπία, που είχε παραμείνει στο Μοναστήρι, αγνοώντας τις προτροπές της Ηγουμένης και των υπηρεσιών.

– Έλα να φύγουμε, της είπε ένας πυροσβέστης, αλλιώς θα σε πάρω σηκωτή!

– Δεν πάω πουθενά, είπε αυτή ήρεμα. Θα καώ με την Παναγία!

Η Μοναχή που έμεινε ήταν η Ολυμπία, η σημερινή Ηγουμένη, που την διακρίνει η ταπεινότητα, η προσήλωση στα Άγια, η αυτοπεποίθηση και το θάρρος της.

Εμείς τότε της είπαμε:

– Νομίζαμε ότι έφυγες, έπρεπε να είχες φύγει! Τι θες εσύ εδώ που είναι επικίνδυνα;

– Όχι έμεινα, είπε, πίστευα ότι θα σβήσει η φωτιά.

-Τα καταφέραμε! Είπαμε εμείς με την βοήθεια της Παναγίας.

– Ναι, το μοναστήρι γλίτωσε, είπε. Άξιζε η προσπάθεια!

Το πρόσωπο της ακτινοβολούσε κι έδειχνε απέραντη γαλήνη και ηρεμία από συγκίνηση και χαρά. Τότε μας είπε ότι είδε κι αυτή το κυπαρίσσι που άναψε κι έσβησε με τον ίδιο τρόπο που το είδαμε κι εμείς. Σκεφτήκαμε ότι ήταν καλό σημάδι.

Στην συνέχεια κι οι τρεις μαζί, προσπαθήσαμε και σβήσαμε όλες τις μικροεστίες κι έτσι το έργο μας και ο σκοπός μας τελείωσε με επιτυχία. Άρχισε όμως να ξημερώνει, κι ήρθαν από τις Μάλλες η Ηγουμένη Φεβρωνία και πολλοί πιστοί και υπηρεσίες, αφού δεν υπήρχε πλέον κανένας κίνδυνος.

Άρχισαν να κλαίνε όλοι όπως κι εμείς από χαρά και συγκίνηση. Προσευχηθήκαμε στην Μεγαλόχαρη και την ευχαριστήσαμε ο καθένας μας με τον δικό του τρόπο.

Η Ηγουμένη Φεβρωνία μας αγκάλιασε κλαίγοντας και προσευχόμενη, κρέμασε στον λαιμό έναν Σταυρό με μαύρο κορδόνι, σε μένα και τον Ηλία. Τον Σταυρό αυτό τον έχω πάνω μου και δεν τον έχω βγάλει από τότε από τον λαιμό μου», καταλήγει στην αφήγηση του ο κ. Κώστας Νοτάκης.

 

 NeaKriti.gr

Εκτύπωση