Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης
2 Φεβρουαρίου 2019 Κοινοποιήστε

Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης

Του Ιερομ. Ιωακείμ Οικονομίκου, Ιεροκήρυκα της Ι. Μ. Κίτρους

Επάνω στον όμορφο και κατάφυτο λόφο της Ελπίδος στην Χάλκη των Πργκηπιποννήσων, ο μέγας Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος ο Ομολογητής τον 9ο αιώνα, χτίζει την Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος. Ένα Μοναστήρι πού θα διαδραματίσει για τους επόμενους αιώνες μια σημαντική πορεία, ενώ θα αποτελέσει από τα μέσα του 19ου αιώνος το πνευματικό φυτώριο της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.     

Το 1540, η Ιερά Μονή ανακαινίζεται από τον Ηγούμενο Μητροφάνη (1450 – 1454) μετέπειτα Πατριάρχη Μητροφάνη Γ’ (1565 – 1572). Το 1821 το κτήριο της Ιεράς Μονής καταστράφηκε από πυρκαγιά. Την σημερινή μορφή, πήρε η Ιερά Μονή το 1844 επί Πατριάρχου Γερμανού του Δ’. Είναι η χρονιά κατά την οποία ξεκίνησε η λειτουργία της Θεολογικής Σχολής φιλοξενουμένης στην Ιερά Μονή.   

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1844, ο Πατριάρχης Γερμανός Δ’ (α’ 1842 – 1845, β’ 1852 – 1853), έχοντας συλλειτουργούς τους Αρχιερείς του Θρόνου, τέλεσε τα εγκαίνια του Ναού της Ιεράς Μονής επ’ ονόματι της Αγίας Τριάδος. Την 1η Οκτωβρίου του ιδίου έτους, ο Μητροπολίτης Γέρων Καισαρείας Παΐσιος, ο πρώτος τη τάξει Μητροπολίτης μετά τον Πατριάρχη σύμφωνα με το Συνταγμάτιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τέλεσε τον αγιασμό της ενάρξεως λειτουργίας της Σχολής. Τα μαθήματα ξεκίνησαν στις 8 του μηνός Οκτωβρίου.     

Στις 28 Ιουνίου του 1894, η περιοχή συγκλονίστηκε από ένα δυνατό σεισμό, με αποτέλεσμα το κτήριο της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Χάλκης, να υποστεί αρκετές και σημαντικές ζημιές. Η αποκατάσταση των ζημιών ξεκίνησε με έρανο που πραγματοποιήθηκε εντός της Ομογενείας. Τότε ο Μεγάλος Ευεργέτης του Γένους Παύλος Σκυλίτσης – Στεφάνοβικ, με επιστολή του πρός τον Πατριάρχη Άνθιμο Ζ’ (1895 – 1987), ανέλαβε εξ ολοκλήρου την ανοικοδόμηση του κτηρίου της Ιεράς Μονής και της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Η ανακαίνιση κράτησε ένα χρόνο και τα εγκαίνια έγιναν στις 6 Οκτωβρίου 1986.      

Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, έγινε για να καλύψει εκτός από τις ανάγκες της επιμορφώσεως του κλήρου της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, την συνεχή αύξηση των γραμμάτων κυρίως τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη, και την ανάγκη καλλίτερης και συστηματικότερης θεολογικής καταρτίσεως έναντι του υλισμού, του αθεϊσμού, και διαφόρων άλλων κοινωνικοπολιτικών συστημάτων πού επικρατούσαν την εποχή εκείνη.   

Καθ’ ὀλη την διάρκεια λειτουργίας της Σχολής της Χάλκης, οργανώθηκε με βάση τους Εκπαιδευτικούς Κανονισμούς πού εκδόθηκαν κατά τα έτη 1845, 1853, 1857, 1874, 1898, 1903, 1951. Ο Κανονισμός του 1951 είναι και ο πρώτος που εγκρίθηκε από την Τουρκική Πολιτεία και το Υπουργείο Παιδείας της Τουρκίας. Για την εσωτερική λειτουργία της Σχολής, υπήρχαν οι Εσωτερικοί Κανονισμοί.    

Για την αντιμετώπιση των διαφόρων προβλημάτων, το Οικουμενικό Πατριαρχείο προέβη στην σύσταση της “Εφορίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης”.   Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, μπορεί  εδαφικά και εκκλησιαστικά να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η ακτινοβολία και το κύρος της έχει να κάνει με όλη την Ορθοδοξία, αφού σε αυτήν σπούδασαν πολλοί θεολόγοι από όλο τον ορθόδοξο κόσμο. Το επίπεδο και η επιστημονική κατάρτιση των καθηγητών της Χάλκης ήταν υψηλό. Επειδή η Σχολή φιλοξενούνταν μέσα σε ένα Ιστορικό Μοναστήρι, η ζωή και όλο το πρόγραμμα είχε άμεση σχέση με την Ιερά Μονή, αφού οι Καθηγητές και οι μαθητές θεωρούνταν αδελφοί της Μονής.         

Οι μαθητές εντός της Σχολής φορούσαν ένα κοντόρασο. Οι έξοδοι ήταν περιορισμένοι και αυτές σε ορισμένες ημέρες. Οι Φοιτητές στο τέλος του τετάρτου έτους των σπουδών τους, κατέθεταν Εναίσιμη Διατριβή. Οι απόφοιτοι λάμβαναν τον τίτλο του “Διδασκάλου της Ορθοδόξου Χριστιανικής Θεολογίας” σε ιδιαίτερη τελετή πού λάμβανε χώρα την πρώτη Κυριακή του Ιουλίου εκάστου έτους, στην οποία παραβρίσκονταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης και οι Συνοδικοί Αρχιερείς. Ο εκάστοτε Σχολάρχης ήταν και ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής.       

Τα μαθήματα τα οποία διδάσκονταν οι φοιτητές κατά την διάρκεια των σπουδών τους, ήταν: “Εισαγωγή στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη, Εξηγητική της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, Ιερά Ερμηνευτική, Ιερά Κριτική, Εβραϊκή Αρχαιολογία, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ιστορία των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, Πατρολογία, Χριστιανική Αρχαιολογία και Αρχιτεκτονική, Δογματική, Συμβολική, Απολογητική, Ιστορία των Δογμάτων, Χριστιανική Ηθική, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Λειτουργική, Κατηχητική, Ποιμαντική, Ομιλητική, Εγκυκλοπαιδεία της Θεολογίας, Φιλοσοφική Ηθική,  Ιστορία της Φιλοσοφίας, Ιστορία των Θρησκευμάτων, Βυζαντινή Μουσική, Υγιεινή. Για τους Τούρκους υπηκόους σπουδαστές, υπήρχε και το μάθημα της Τουρκικής Φιλολογίας.   

Το 1915, το Τουρκικό Κράτος λόγω των πολιτικών εξελίξεων της εποχής, καταλαμβάνει το κτήριο της Σχολής και το μετατράπει σε Στρατώνα,  ενώ μετά την Συνθήκη του Μούδρου το 1918, η Σχολή επανέρχεται στα χέρια των Ρωμηών και του Πατριαρχείου.   

Με την εγκαθίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας από τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, η Σχολή από Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα όπως ήταν όλα τα προηγούμενα χρόνια, υποβιβάζεται σε Ημιγυμνάσιο ενώ λίγο μετά προστίθενται δύο τάξεις του Λυκείου, και αναβιβάζεται σε Λύκειο. Την περίοδο αυτήν αρχίζουν να εισέρχονται και τα μαθήματα της τουρκικής γλώσσης.    Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Σχολή αναβιβάζεται σε Ανωτάτη Επαγγελματική Ιδιωτικού Δικαίου, χαρακτήρα πού κρατά μέχρι και το κλείσιμό της.   

Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, διαθέτει μία πλούσια Βιβλιοθήκη, με σπάνια βιβλία και χειρόγραφα. Από την ίδρυση της Σχολής, η Βιβλιοθήκη της συνεχώς εμπλουτίζεται με καινούργια βιβλία και δωρεές προσωπικών βιβλίων,  ενώ τα τελευταία χρόνια επί της Ηγουμενίας του Μητροπολίτου Προύσης Ελπιδοφόρου, έγιναν σημαντικές συνεργασίες τόσο με την Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων όσο και μέ άλλες Βιβλιοθήκες Πανεπιστημίων και Ιδρυμάτων. Η Σχολή διαθέτει ακόμα Ιατρείο, Νοσοκομείο και Γυμναστήριο.    

Η λειτουργία της Σχολής, αρχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα από το Υπουργείο Παιδείας της Τουρκίας, από το 1960 και μετά, με διάφορα μέτρα που οδήγησαν τελικά στο άδικο κλείσιμό της. Το 1967 – 1968, πάρθηκε η απόφαση δια της οποίας οι φοιτητές που προέρχονταν από χώρες στις οποίες υπήρχαν ήδη Θεολογικές Σχολές, έπρεπε να επιστρέψουν πίσω και να συνεχίσουν εκεί τις σπουδές τους. Αυτό οδήγησε στον μαρασμό της Σχολής, αφού ήδη το ποίμνιο της Πόλεως είχε μειωθεί, λόγω των γεγονότων του 1955 και του 1964. Τελικά με Νόμο του Κράτους το 1971, κρατικοποιούνται τα Ιδιωτικά Πανεπιστήμια αναστέλλοντας με αυτόν τον τρόπο την λειτουργία της Θεολογικής Σχολής.    

Από την Θεολογική Σχολή της Χάλκης, αποφοίτησαν 951 σπουδαστές. Από αυτούς οι 343 έγιναν Επίσκοποι, 12  Οικουμενικοί Πατριάρχες, 4 Πατριάρχες Αλεξανδρείας και Αντιοχείας. Άλλοι 318 έγιναν Κληρικοί και οι υπόλοιποι λαϊκοί Θεολόγοι.   Σήμερα η Σχολή, συνεχίζει να φιλοξενείται στην Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος, στο όμορφο  Νησί της Χάλκης επάνω στο λόφο της Ελπίδος, περιμένοντας την ευλογημένη ημέρα από τον Θεό να ανοίξει και πάλι τις πύλες στους φοιτητές της. Άλλωστε αυτός είναι και ο πόθος του αποφοίτου της Σχολής, Παναγιωτάτου Οικουμενικού μας Πατριάρχου κυρίου Βαρθολομαίου, ο οποίος αγωνίζεται για τον σκοπό αυτόν.    

Από της ιδρύσεως της Σχολής μέχρι και σήμερα οι Σχολάρχες που κόσμησαν την λαμπρή αυτή θέση είναι οι κάτωθι:   

Ο Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως Κωνσταντίνος Τυπάλδος (1844 – 1864), ο πρώτος Σχολάρχης.

Ο Σταυρουπόλεως Κωνσταντίνος, είναι αυτός πού έφερε στην επιφάνεια την Ιερά Μνήμη του Αγίου Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του ιδρυτού της Ιεράς Μονής, εκδίδοντας και την ακολουθία του Αγίου Φωτίου.

Ο Γερμανός Γρηγοράς (1869 – 1869, 1877 – 1897).

Ο Μητροπολίτης Σελευκείας Γερμανός Στρηνόπουλος. (1907 – 1922)

Ο Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως Ιωακείμ Πελεκάνος. (1924 – 1931).

Ο Μητροπολίτης Φιλαδελφείας Αιμιλιανός (1932 – 1942).

Ο Μητροπολίτης Νεοκαισαρείας Χρυσόστομος Κορωναίος (1942 – 1950).

Ο Μητροπολίτης Ικονίου Ιάκωβος (1951 – 1955).

Ο Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως Μάξιμος, επί του οποίου έκλεισε άδικα και αναίτια η Σχολή.

Ο Μητροπολίτης Θεοδωρουπόλεως Γερμανός (+2018)

Ο Μητροπολίτης Μοσχονησίων Απόστολος, νύν Γέρων Δέρκων.

Ο Μητροπολίτης Προύσης Ελπιδοφόρος, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 

Εκτύπωση