Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης – 29 Μαΐου 1453
28 Μαΐου 2020 Κοινοποιήστε

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης – 29 Μαΐου 1453

Της Μαριτίνας Γκόρου, Αποφοίτου Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου  / Arxon.gr

Ιστορική Αναδρομή

Η πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ξεκινά το 1204 με την 4η Σταυροφορία. Ο Δόγης της Βενετίας Ενρίκο Δάνδολο, προφασιζόμενος νέα σταυροφορία, μετέφερε 40.000 πολεμιστές, πλιατσικολόγους, με τα πλοία, οι οποίοι πραγματοποίησαν επίθεση στις 12 Απριλίου. Οι συνέπειες ήταν πραγματικά καταστροφικές αφού η Βυζαντινή Αυτοκρατορία λεηλατήθηκε, διαμελίστηκε και οι βυζαντινές επαρχίες διαμοιράστηκαν ανάμεσα στους Λατίνους.

Η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης έγινε στις 25 Ιουλίου του 1261 από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο, ο οποίος προσπάθησε να αναδιοργανώσει την αυτοκρατορία του Βυζαντίου.

Τα δυτικά κράτη έδωσαν ελάχιστη ή και καθόλου βοήθεια στην Κωνσταντινούπολη. Ο Παπισμός και οι ηγέτες της Δυτικής Ευρώπης για να στηρίξουν στρατιωτικά τους Βυζαντινούς ζητούσαν από τον βυζαντινό αυτοκράτορα να συμφωνήσει με αυτούς τους όρους δυο φορές, το 1274 στη Σύνοδο της Λυών και το 1439 στη Σύνοδο της Ferrara-Φλωρεντία. Βασική τους θεολογική διαφορά ήταν το δόγμα του Filioque. Η στρατιωτική στήριξη που είχαν υποσχεθεί οι Δυτικοί είτε δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, είτε ήταν χωρίς αποτέλεσμα. Με την επιστροφή του αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄, μετά την τελευταία Σύνοδο, δημιουργήθηκαν ρήξεις ανάμεσα σε ενωτικούς και ανθενωτικούς.

Όταν ο Κωνσταντίνος ανέλαβε αυτοκράτορας, στις 6 Ιανουαρίου του 1449 στο Μυστρά, η κατάσταση της Πόλης ήταν άσχημη. Προσπάθησε λοιπόν με κάθε τρόπο να τη σώσει παρά το γεγονός ότι δεν είχε αρκετούς οικονομικούς πόρους και ικανοποιητική στρατιωτική δύναμη. Μια σανίδα σωτηρίας ήταν η πραγματοποίηση ενός γάμου με μια νύφη από βασίλειο που θα μπορούσε να προσφέρει τη βοήθεια του στο Βυζάντιο. Όμως λόγω της κατάστασης της Πόλης κανένα βασίλειο δεν έδειχνε το ενδιαφέρον του. Τελικά έκανε πρόταση στην Μαρία ή Μάρα Μπράνκοβιτς, χήρα του Μουράτ Β’ και θετή μητέρα του Μωάμεθ Β’, όμως αυτή αρνήθηκε.

Στις 12 Δεκεμβρίου του 1452 στην Αγία Σοφία μνημονεύτηκε το όνομα του Πάπα και κηρύχθηκε η Ένωση των Εκκλησιών, που είχε ψηφίσει η Σύνοδος της Φλωρεντίας και ο αυτοκράτορας ομολόγησε προσχώρηση. Ο Κωνσταντίνος πίστευε έτσι πως οι ομόθρησκοι θα προσέφεραν τη στήριξη τους και η Πόλη δεν θα έπεφτε στα χέρια των Τούρκων. Στον αντίποδα, με αυτή του την ενέργεια προκάλεσε το μίσος των φανατικών ορθοδόξων με επικεφαλής τον Γεννάδιο Σχολάριο, που υποστήριξε πως για τιμωρία η Κωνσταντινούπολη θα πέσει.

Στις 26 Ιανουαρίου ο Γενουάτης Ιωάννης Ιουστινιάνης ήρθε να βοηθήσει με δυο πλοία και μαχητές εφοδιασμένους με δικά του έξοδα. Μέχρι τον Απρίλιο είχε φθάσει στρατιωτική εθελοντική δύναμη. Αυτοί ήταν: αρκετοί Λατίνοι από την Ανκόνα, Βενετοί και Έλληνες από την Κρήτη, πέντε Βενετικά πλοία εξοπλισμένα με χρήματα της Βενετικής κοινότητας της Πόλης και με μέλη της Γενουατικής και Καταλανικής κοινότητας.

Ο αυτοκράτορας όλο αυτό το διάστημα ήθελε να προετοιμάσει την Πόλη για την πολιορκία. Οι κρατικές αποθήκες γέμισαν με αγαθά διαφόρων ειδών. Όσον αφορά το νερό η Πόλη ήταν καλυμμένη εξαιτίας των υπόγειων δεξαμενών που είχε. Στα τείχη επισκεύασε βιαστικά ό,τι μπορούσε και έγινε βαθιά εκσκαφή της τάφρου. Προέβη στην οργάνωση και αποστολή νέων πρεσβειών σε διάφορους χριστιανικούς ηγεμόνες. Επίσης στρατολόγησε άνδρες, πήρε δάνειο από τις εκκλησίες και τα μοναστήρια και τον Μάρτιο του 1453 έκλεισε με αλυσίδα τον Κεράτιο Κόλπο, έτσι ώστε να εμποδίσει την είσοδο των Οθωμανικών πλοίων.

Ο Μωάμεθ στρατολόγησε τον Ούγγρο μηχανικό Ουρβανό για να φτιάξει την “μπομπάρδα”, με σκοπό να ρίξει τα Θεοφύλακτα τείχη του Βυζαντίου, ένα κανόνι δηλαδή που το έσερναν βόδια και σε κάθε πλευρά του βρίσκονταν διακόσιοι άνδρες για να στηρίζουν το κάρο που το μετέφερε.
Στις 5 Απριλίου ξεκίνησε η πολιορκία. Ο σουλτάνος υπερείχε σε στόλο, πυροβολικό και ο στρατός του ήταν πάνω από εκατό χιλιάδες άνδρες. Οι Βυζαντινοί δεν ήταν πάνω από οκτώ χιλιάδες στρατιώτες. Ο Μωάμεθ απέκλεισε την Κωνσταντινούπολη από θάλασσα και στεριά. Στις 9 Απριλίου τα πλοία στο λιμάνι παρατάχθηκαν σε θέση μάχης.

Ο Κωνσταντίνος εγκατέστησε το αρχηγείο του στα δεξιά της Πύλης του Αγίου Ρωμανού. Ακριβώς απέναντί του ήταν ο Μωάμεθ. Ακριβώς δίπλα του ήταν το μεγάλο κανόνι. Κοντά στον αυτοκράτορα βρισκόταν ο Ιωάννης Ιουστινιάνης και η βοήθεια που είχε καταφέρει να συλλέξει. Ο σουλτάνος έστησε και άλλα εβδομήντα κανόνια, τα οποία έριχναν συνεχώς έχοντας ως στόχο να κατεδαφίσουν τα τείχη. Οι Βυζαντινοί από την άλλη μεριά προσπαθούσαν αδιάκοπα να διορθώνουν τις ζημιές.

Στις 18 Απριλίου κατέρρευσε ένα μέρος των τειχών κι αυτό έδωσε την εντύπωση στον Μωάμεθ ότι με μία επίθεση η Πόλη θα ήταν δική του, όμως απέτυχε. Το μόνο που κατάφερε ήταν αρκετές απώλειες και αυτό έδωσε μεγαλύτερο θάρρος για την κατασκευή των τειχών. Στις 21 Απριλίου ο Φλαντανελάς με τρία Γενουάτικα πλοία και ένα Βυζαντινό, φορτωμένα προμήθειες, προχώρησαν στη διάλυση του ναυτικού αποκλεισμού, συγκρούστηκαν με τα οθωμανικά πλοία και εισήλθαν νικητές στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Μωάμεθ πείσμωσε πιο πολύ και έβαλε εργάτες να σκάψουν λαγούμια κάτω από τα τείχη, τα οποία σταμάτησαν λόγω του υγρού πυρ που είχαν στη διάθεσή τους οι Βυζαντινοί. Επόμενη ενέργεια του σουλτάνου ήταν να αποκλείσει ακόμα περισσότερο τους Βυζαντινούς και γι’ αυτό πέρασε τα πλοία του από το Βόσπορο στον Κεράτιο Κόλπο δια μέσου της ξηράς με δίολκο. Ως λύση οι Βυζαντινοί βρήκαν το κάψιμο των πλοίων των Οθωμανών. Βενετοί και Γενουάτες συγκρούστηκαν για το ποιος θα το αναλάβει, με αποτέλεσμα το σχέδιο να διαρρεύσει και να πάρουν οι Οθωμανοί τα απαραίτητα μέτρα. Το σχέδιο προδόθηκε πιθανότατα από τους Γενουάτες του Γαλατά, οι οποίοι είχαν εμπορικές συναλλαγές με τους Οθωμανούς πολύ πριν την άλωση αλλά παράλληλα και με τους Βυζαντινούς. Η μόνη τους ελπίδα πλέον ήταν η Δύση.

Στις 7 Μαΐου οι Τούρκοι χρησιμοποιώντας κλίμακες προσπάθησαν να φτάσουν στο εσωτερικό τείχος, όμως απέτυχαν με μεγάλες απώλειες. Στη συνέχεια προσπάθησαν να γεμίζουν την τάφρο με πέτρες, ξύλα, χώματα και πτώματα αλλά οι Λατίνοι και οι Βυζαντινοί τα βράδια την καθάριζαν και επιδιόρθωναν τα τείχη.

Από τα μέσα Απριλίου φημολογείτο πως πλοία της Γαληνοτάτης έφταναν στον Ελλήσποντο για να διακόψουν την πολιορκία. Ο Κωνσταντίνος ανακουφισμένος έστειλε ένα ταχύπλοο αυτοκρατορικό πλοίο για να συναντήσει το Βενετικό και να πάρει πληροφορίες που θα τους χρησίμευαν. Το πλοίο επέστρεψε χωρίς όμως ευχάριστα νέα γιατί πουθενά δεν συνάντησε το Βενετικό.

Στις 21 Μαΐου ο Μωάμεθ έστειλε πρέσβη στα τείχη και ζήτησε από τον αυτοκράτορα να παραδοθεί ειρηνικά. Ο Κωνσταντίνος τον ενημέρωσε πως δεν είναι δική του η πόλη για να του την παραδώσει και ότι έχουν αποφασίσει να πεθάνουν με την θέλησή τους. Στις 27 Μαΐου ο σουλτάνος συγκάλεσε συμβούλιο για το αν θα συνεχιζόταν η πολιορκία ή όχι. Ο Βεζίρης Τσανταρλή Χαλίλ πασά, ο οποίος ήταν το δεξί χέρι του Μωάμεθ, δεν ήθελε την πτώση της Βασιλεύουσας διότι θεωρούσε πως θα χαθεί πολύς κόσμος και ότι μετά από καιρό θα ήταν πιο εύκολο να παρθεί μια πόλη που αποδυναμωνόταν με το χρόνο στα χέρια των Βυζαντινών και προσπαθούσε να σταματήσει την πολιορκία. Τελικά αποφασίστηκε ότι θα συνεχίσουν και η μέρα έναρξης ορίστηκε η 29η Μαΐου. Λόγω αυτού ο σουλτάνος τον εκτέλεσε αμέσως μετά την Άλωση της Πόλης την 1η Ιουνίου με την κατηγορία ότι συνεννοούνταν κρυφά με τους Βυζαντινούς. Ο Μωάμεθ υποσχέθηκε στο στράτευμα τριήμερη λεηλασία. Οι Βυζαντινοί από την άλλη μεριά προσπαθούσαν να επιδιορθώσουν τα τείχη κυρίως στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού με ό,τι υλικά είχαν.

Στις 28 Μαΐου έγινε κατανυκτική λειτουργία στην Αγία Σοφία όπου παρευρέθηκε ο αυτοκράτορας, κοινώνησε και ζήτησε συγχώρεση από όλους. Στη συνέχεια επέστρεψε ο καθένας στη θέση του. Η επίθεση άρχισε τρεις με τέσσερις ώρες πριν ξημερώσει η 29η Μαΐου και από τις τρεις πλευρές της Πόλης. Η έφοδος άρχισε με τα σώματα των ατάκτων. Η πρώτη και η δεύτερη έφοδος αποκρούστηκαν με επιτυχία. Τότε ο Μωάμεθ διέταξε να προχωρήσουν στη μάχη οι γενίτσαροι. Ο Ιουστινιάνης είχε τοποθετηθεί στο κρισιμότερο σημείο, όπου τραυματίστηκε θανάσιμα, με αποτέλεσμα να ζητήσει να φύγει. Ο Κωνσταντίνος τον παρακάλεσε να μείνει όμως δεν κατάφερε να τον μεταπείσει.

Αυτή του η κίνηση έφερε σύγχυση στους αμυνόμενους και οι Τούρκοι εισέβαλαν κατά δεκάδες μέσα στην Πόλη από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Ο αυτοκράτορας συνέχισε να πολεμά γενναία, ώσπου έπεσε νεκρός. Ο θάνατος του στις επάλξεις των τειχών σήμανε και το τέλος της βυζαντινής πρωτεύουσας. Παρόλα αυτά το νεκρό σώμα του δε βρέθηκε ποτέ.
Οι Οθωμανοί ξεκίνησαν αμέσως τη λεηλασία, μάζευαν σκλάβους, έσφαζαν όσους προσπαθούσαν να αντισταθούν και κατέστρεφαν εκκλησίες. Μόνο λίγοι Κωνσταντινουπολίτες κατάφεραν να σωθούν. Το βράδυ μπήκε ο σουλτάνος στην Πόλη και οι Γενουάτες του Γαλατά του έδωσαν τα κλειδιά. Επίσης ο Γεννάδιος έγινε πατριάρχης υπό το νέο κύριό του, τον σουλτάνο Μωάμεθ Β΄. Το σημαντικότερο ήταν ότι καθώς ήταν έφιππος και αντίκρυζε την απόλυτη καταστροφή ο σουλτάνος είπε: «Τι πόλη δώσαμε στο κούρσεμα και στην καταστροφή!»

Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης διήρκησε πενήντα τέσσερις μέρες και ήταν το τέλος μιας μακράς και ένδοξης ιστορίας.

Οιωνοί και Προφητείες

Μια από τις προφητείες που υπάρχουν για την Άλωση της Πόλης είναι αυτή που έκανε ο Άγιος Κωνσταντίνος ότι δηλαδή είχε σταθεί στην Αγία Σοφία και δείχνοντας προς την Ανατολία είπε πως από αυτό το μέρος θα έρθει αυτός που θα τον εξολοθρέψει. Επίσης λεγόταν πως αν στην αυτοκρατορία βρισκόταν αυτοκράτορας με το όνομα Κωνσταντίνος και η μητέρα του είχε το όνομα Ελένη, τότε η Κωνσταντινούπολη θα αφανιζόταν. Η τρίτη έλεγε πως όταν θα έχουν πανσέληνο, η Πόλη θα πέσει στα χέρια των Οθωμανών. Επιπλέον, το πρωινό της 25ης Μαΐου μαζεύτηκε κόσμος στην εκκλησία του Σωτήρος στη Χώρα όπου γινόταν περιφορά της εικόνας της Παναγίας της Οδηγήτριας. Ξάφνου η εικόνα έπεσε κι όσο κι αν προσπάθησαν δεν μπόρεσαν να τη σηκώσουν. Αυτή η σκηνή ερμηνεύτηκε ως πολύ κακός οιωνός διότι φάνηκε πως η Θεϊκή Παρουσία τους είχε εγκαταλείψει. Τέλος φημολογείται ότι έκαιγε μια φωτιά πάνω στον τρούλο της Αγίας Σοφίας όπου ξαφνικά πήρε μια μορφή και αμέσως μετά χάθηκε. Οι Βυζαντινοί το ερμήνευσαν ως ότι ο Θεός δε θα τους έδινε τη βοήθειά Του αλλά οι Τούρκοι χάρηκαν πάρα πολύ γιατί ένιωσαν ότι τα πράγματα είναι με το μέρος τους.

Ποιήματα για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Γεώργιος Βιζυηνός. Ο Τελευταίος Παλαιολόγος

– Τον είδες με τα μάτια σου, γιαγιά τον Βασιλέα
ή μήπως και σου φάνηκε, σαν όνειρο να πούμε,
σαν παραμύθι τάχα;

– Τον είδα με τα μάτια μου, ωσάν και σένα νέα,
Πα να γενώ εκατό χρονών, κι ακόμα το θυμούμαι
σαν νάταν χθες μονάχα.

– Απέθανε, γιαγιά;

– Ποτέ, παιδάκι μου, κοιμάται.

– Και τώρα πια δεν ημπορεί
γιαγιάκα να ξυπνήση;

– Ω, βέβαια! Καιρούς καιρούς,
σηκώνει το κεφάλι,
και βλεπ’ αν ήρθεν η στιγμή,
πόχει ο Θεός ορίσει.

– Πότε, γιαγιά μου, πότε;

– Οταντρανέψης, γιόκα μου,
να αρματωθείς, και κάμης,
τον όρκο στην Ελευθεριά,
συ κι όλη η νεολαία,
θα σώσετε την χώρα.
Κι ο βασιλιάς θα σηκωθεί
τον Τούρκο να χτυπήση.
Και χτύπα-χτύπα, θα τον πα
πίσω στην κόκκινη μηλιά,
και πίσω από τον ήλιο,
που πια να μη γυρίση!


Κωνσταντίνος Καβάφης, Θεόφιλος Παλαιολόγος

Ο τελευταίος χρόνος είν’ αυτός. Ο τελευταίος των Γραικών
αυτοκρατόρων είν’ αυτός. Κι’ αλλοίμονον
τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του.
Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη
ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος
λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην».

Α Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο
πόσον καϋμό του γένους μας, και πόση εξάντλησι
(πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό)
η τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν.

Πάρθεν
Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά• δικά μας, Γραικικά.

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την• πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιληάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κ’ είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την• πήραν την Σαλονίκη.

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρυνών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

Μα αλοίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόληνέρται»
με στο «φτερούλιναθεχαρτίνπεριγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελονκονεύ’ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ’ την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκαςέν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αοιλλή εμάς να βάϊ εμάς η Ρωμανία πάρθεν».

 

Βιβλιογραφία

Γεώργιος Φραντζής-Νικολό Μπάρμπαρο, Η Πόλις Εάλω, Το Χρονικό της Πολιορκίας και της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους

Ρότζερ Κρόουλι, Κωνσταντινούπολη 1453 Η τελευταία μεγάλη πολιορκία

Εκτύπωση