Πανηγύρισε ο Μητροπολιτικός Ναός Ναούσης
6 Αυγούστου 2020 Κοινοποιήστε

Πανηγύρισε ο Μητροπολιτικός Ναός Ναούσης

Την Πέμπτη 6 Αυγούστου πανηγύρισε ο Μητροπολιτικός Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναούσης. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων λειτούργησε, κήρυξε τον θείο Λόγο και στο τέλος της θείας Λειτουργίας ευλόγησε τους καρπούς της αμπέλου.

Στην ομιλία του ο Σεβασμιώτατος τόνισε:

«Λάμψον καί ἡμῖν τοῖς ἁμαρ­τω­λοῖς τό φῶς σου τό ἀΐδιον».

Μέ αὐτή τήν ἱκεσία πρός τόν ἐν τῷ ὄρει Θαβώρ μεταμορ­φω­θέν­τα Χριστό κατα­κλείει ὁ ἱερός ὑμνο­γράφος τό ἀπολυτίκιο τῆς μεγά­λης δεσποτικῆς ἑορτῆς τῆς Μετα­μορ­φώσεως πού ἑορ­τάζουμε σήμε­ρα, ἰδιαιτέρωςστόνπανη­γυ­ρί­ζο­ντααὐτόνἱερόναό. 

Καί ἡ ἱκεσία αὐτή πε­ριλαμβάνει συγχρόνως τρεῖς πα­ρα­δοχές: ἡ πρώ­­τη ὅτι ζοῦμε στό σκο­τάδι καί ἔχουμε ἀνάγκη τό φῶς. Ἡ δεύτερη ὅτι εἴμεθα ἁμαρτωλοί καί ἡ τρίτη ὅτι τό φῶς τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀΐ­διο, δηλαδή διαρκές καί αἰώνιο.

«Λάμψον καί ἡμῖν τοῖς ἁμαρτω­λοῖς τό φῶς σου τό ἀΐδιον». 

Στή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας τό σκότος συν­δέεται μέ τήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τό φῶς μέ τήν παρουσία του, διότι τό φῶς ἀποτελεῖ συστατικό στοιχεῖο τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ καί ἐνέργεια τῆς θείας οὐσίας. 

Φῶς εἶναι τό πρῶτο πού δημι­ουρ­γεῖ ὁ Θεός ἐπά­νω τῆς ἀβύσσου καί μέ αὐτό ὑποδη­λώ­νει τήν παρουσία του στόν κό­σμο. Φῶς, μέ τή μορφή φαεινοῦ ἀ­στέρος ἐπάνω ἀπό τό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, εἶναι αὐτό τό ὁποῖο σημα­τοδο­τεῖ τήν ἐναν­θρώ­­πηση τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύ­νης Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἦρθε στόν κόσμο γιά νά λάμψει «τοῖς ἐν σκό­τει καί σκιᾷ θανάτου καθημέ­νοις» καί ὁ ὁποῖος μᾶς διαβε­βαιοῖ ὅτι αὐτός εἶναι «τό φῶς τό ἀληθινό, τό φῶς τοῦ κόσμου».

Ἡ ἔννοια τοῦ φωτός δια­τρέ­χει τή διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ, καί πρός τό φῶς του, πού δέν εἶναι φῶς τε­­χνη­τό, δέν εἶναι φῶς κτιστό, ἀλλά φῶς ἀΐδιο καί ἄκτιστο πού προ­έρχεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, διότι εἶναι ἔκφραση τοῦ Θεοῦ, ἐπιδιώ­κει νά ὁδηγήσει ὁ Χριστός τούς μαθητές του καί ὅλο τόν κό­σμο.

Αὐτό τό ἀΐδιο καί ὑπερκόσμιο φῶς τῆς Θεό­τητός του, ἕνα φῶς τό ὁποῖο ὁ Χριστός συγκάλυπτε, ὅταν κυ­κλο­φοροῦσε ἀνάμεσα στούς ἀν­θρώ­πους, διότι δέν μποροῦσαν νά ἀντέ­ξουν τή θέα του, δείχνει ὁ Χρι­στός στούς τρεῖς μαθητές του κατά τήν ἡμέρα τῆς Μεταμορφώ­σεώς του. Τούς ἀφήνει νά δοῦν ἕνα ἐλάχιστο τμῆμα τῆς θείας ἐλ­λάμψεώς του, τούς ἀφήνει νά δοῦν πῶς εἶναι πραγ­ματικά ὁ Θε­ός, πῶς θά τόν δοῦν οἱ ἄνθρωποι κατά τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας του πα­ρου­σίας καί πῶς θά τόν βλέπουν οἱ ἅγιοι, «ὅταν ἐκ­λάμψωσι» καί αὐτοί «ὡς ὁ ἥλι­ος»στή βασιλεία του.

 Καί εἶναι τόσο τό φῶς καί εἶναι τόση ἡ λάμψη τῆς Θεότητος, ὥστε οἱ τρεῖς μαθητές ἀδυνατοῦν νά τήν ἀτενίσουν. Γι’ αὐτό καί πέ­φτουν στό ἔδαφος καί καλύπτουν τά πρό­σωπά τους, γιατί δέν μπο­ροῦν νά ἀντέξουν τό φῶς τῆς Θεό­τητος τοῦ Ἰησοῦ πού ἀποκαλύ­πτε­ται ἐνώπιόν τους. 

Ἡ ἐμπειρία τῶν τριῶν μαθητῶν εἶναι ἀναμ­­φίβολα συγκλονιστική, εἶναι μονα­δι­κή. Ἄν καί δέν ἀντέ­χουν νά κοι­τά­ξουν τό φῶς, τό φῶς τούς ἑλκύει, γιατί τό φῶς πού μέ δυσκο­λία βλέπουν εἶναι ὁ ἀπο­κε­κα­λυμμένος Θεός. Γι’ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Πέ­τρος ζητᾶ ἀπό τόν Ἰησοῦ νά μεί­νουν ἐκεῖ, μαζί μέ τόν προφήτη Μω­υσῆ καί τόν προ­φήτη Ἠλία, γιά νά βλέπουν συνε­χῶς τό φῶς τῆς Θεότητος, τό φῶς τοῦ Θεοῦ. «Καλόν ἐστι ἡμᾶς ὧδε εἶναι», λέει.

Ἡ ἐπιθυμία πού ἐξέφρασε ὁ ἀπό­στολος Πέτρος ἀπο­τέλεσε καί ἀπο­τελεῖ εὐχή καί ἐπι­θυμία ὅλων τῶν πιστῶν, ἀποτέλεσε καί ἀποτελεῖ εὐχή καί ἐπιθυμία ὅλων τῶν ἁγί­ων, εὐχή καί ἐπιθυμία τῆς Ἐκκλη­σίας μας. Χωρίς τό φῶς τοῦ Χρι­στοῦ ὁ κόσμος εἶναι σκο­τει­νός, οἱ ψυχές μας εἶναι σκοτεινές, οἱ ζωές μας εἶναι σκοτεινές. Τό φῶς τοῦ Χριστοῦ εἶναι αὐτό πού διεισ­δύει μέσα μας καί φωτίζει ὅλα τά σκο­τει­νά σημεῖα τοῦ ἔσω ἀνθρώπου μας καί τά ἀνακαινίζει καί τά με­τα­μορφώνει ὑπό μία ὅμως προϋ­πό­θεση. 

Καί ἡ προϋπόθεση αὐτή εἶναι νά συνειδητοποιήσουμε καί νά ἀνα­γνω­­ρί­σουμε τήν ἁμαρτωλότητά μας. 

Ἄν νομίζουμε ὅτι δέν εἴμεθα ἁμαρτωλοί, τότε εἶναι σάν νά νο­μί­­­ζουμε ὅτι ἔχουμε τό φῶς, ἄρα δέν χρει­αζόμεθα τό φῶς τοῦ Χρι­στοῦ. Καί τότε τό φῶς τοῦ Χριστοῦ δέν ἔρχεται καί παραμένουμε στό σκοτάδι μας.

Πολλές φορές συγχέουμε τά φῶ­τα τοῦ κόσμου μέ τό φῶς τοῦ Χρι­στοῦ. Καί νομίζουμε πώς τά ἐξω­τε­ρικά φῶτα τῆς δόξης, τῆς ἐπι­τυχίας, τῶν ἀνέσεων καί τῶν ἀπο­λαύσεων τοῦ κόσμου μποροῦν νά φωτίσουν τή ζωή μας καί νά δια­λύσουν τά σκοτάδια μας. Ὅμως αὐτά ἐπιτυγχά­νουν τό ἀντί­θετο ἀκρι­βῶς. Ἀκόμη καί ἄν προ­σωρινά μᾶς παρέχουν κά­­ποιο φῶς, στή συνέ­χεια μᾶς ἀφή­νουν σ’ ἕνα βαθύτερο σκοτάδι.

Ἄν ὅμως παραδεχθοῦμε τήν ἀδυ­ναμία μας καί τήν ἁμαρτωλότητά μας, τό­τε ὁ Χριστός θά λάμψει καί σέ μᾶς τό φῶς του τό ἀΐδιον, τό ὁποῖο θά μᾶς φω­­τίζει ὄχι μόνο προσωρινά ἀλλά διαρκῶς μέχρι τήν ἡμέρα τῆς πα­ρου­σίας του. Ἀρκεῖ νά τοῦ τό ζη­τοῦ­με. Ἀρκεῖ νά τόν παρακα­λοῦ­με καί ἐ­μεῖς: «Λάμψον καί ἡμῖν τοῖς ἁμαρ­­τωλοῖς τό φῶς σου τό ἀΐ­δι­ον». Ἀρκεῖ νά θέλουμε καί νά ἀγωνιζόμεθα νά γίνουμε «τέκνα φωτός» καί νά περιπατοῦμε στό φῶς τῆς θείας του χάριτος. Καί αὐτό ἐξαρτᾶται ἀπό ἐμᾶς, ἐφόσον ἐπιθυμοῦμε αὐτό τό φῶς, τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο ὅλοι μας ἔχουμε ἀνάγκη, ὅποιοι καί ἄν εἴμεθα, διότι χωρίς τό φῶς ἡ ζωή μας εἶναι σκοτεινή. Ἄς ζητοῦμε, λοιπόν, καί ἄς ἐπικαλούμεθα τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιατί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκριβῶς αὐτό τό φῶς, τό ὁποῖο φωτίζει τά σκοτάδια μας καί μᾶς ὁδηγεῖ στό φῶς τό ἀληθινό πού εἶναι ὁ Χριστός.

ΓΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ
Εκτύπωση