«Η θεία ανταμοιβή των αξίων δούλων»

Του Παντελή Λεβάκου, υπ. Δρ., Τμήμα Θεολογίας ΕΚΠΑ στο Arxon.gr

Ο Θεάνθρωπος, αφού παρήλθαν οι επευφημίες των μικρών παιδιών και των άβουλων ενηλίκων Ιουδαίων, το απόγευμα της Κυριακής κατέλυσε στη Βηθανία και συγκεκριμένα στο σπίτι του Λαζάρου. Την επόμενη ημέρα, ο Κύριος επιστρέφει στα Ιεροσόλυμα και κατά τη διάρκεια της διαδρομής συναντά μία συκιά, της οποίας ο καιρός της καρποφορίας δεν έχει φθάσει. Ο Διδάσκαλος δράττει την ευκαιρία ώστε να εξηγήσει στους Μαθητές το πόσο σημαντικό είναι ο άνθρωπος να διαθέτει πίστη. Η απόφασή Του να ξηράνει την άκαρπη συκιά, ασφαλώς δεν εκπορεύθηκε από εκδικητικά κριτήρια· ο άνθρωπος, ο οποίος είναι κενός από πίστη, δεν είναι άξιος να ελκύσει τη χάρη του Θεού. Ο πιστός άνθρωπος, ο οποίος πιστεύει αγνά και αληθινά, αυτός είναι άξιος του θείου ελέους.

Ο Ιησούς Χριστός μεταβαίνει στο Ναό και γίνεται αποδέκτης «ερωτημάτων» από τους ιερατικούς εκπρόσωπους του λαού· ασφαλώς, οι ιερατικοί ταγοί δεν επεδίωκαν τη διδαχή αλλά τον εμπαιγμό του Λυτρωτή. Οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού, θέτοντας το ερώτημα περί της προελεύσεως της εξουσίας του Θεανθρώπου, αντί να παγιδεύσουν τον Κύριο, καταλήγουν να εμπαίζονται από το αδιέξοδο στο οποίο περιήλθαν. Ο υμνογράφος στηλιτεύει την απόφασή τους να προκαλέσουν τον Σωτήρα, λέγοντας «Συναγωγή πονηρή και μοιχαλίδα (στο φρόνημα), εσύ η οποία δεν διαφύλαξες την πίστη σου, γιατί (εξακολουθείς να) κατέχεις μία διαθήκη, της οποίας δεν είσαι (άξια) κληρονόμος; γιατί καυχάσαι ότι ο Θεός – Πατέρας κατά το παρελθόν έδειξε το έλεός Του προς εσένα, ενώ εσύ τώρα αθετείς τον Υιό Του; Εσύ δεν ήσουν εκείνη η οποία δεν αποδέχθηκε τους Προφήτες, οι οποίοι ομίλησαν περί του Υιού του Θεού; και δεν εντράπηκες ούτε τα ίδια τα (πνευματικά) τέκνα σου, τα οποία φώναξαν· Δόξα στον Υιό του Δαβίδ, ας είναι ευλογημένος Εκείνος ο οποίος έρχεται στο όνομα του Κυρίου».

Η απάντηση του Δεσπότη Χριστού στην πονηρία του ιερατείου έρχεται με τις παραβολές αφ’ ενός του ανθρώπου ο οποίος έστειλε τους δύο υιούς του να εργασθούν στον αμπελώνα του και αφ’ ετέρου των πονηρών δούλων, οι οποίοι προσπαθούσαν να αποτρέψουν κάθε προσπάθεια να καλλιεργηθεί ο αμπελώνας του Κυρίου τους. Ως προς την πρώτη παραβολή, ως αληθινός εργάτης στον αμπελώνα του πατέρα του αναδείχθηκε εκείνος ο υιός ο οποίος έδειξε μεταμέλεια και παρά την αρχική του άρνηση, προσήλθε να εργασθεί. Στη δεύτερη παραβολή, οι άνομοι δούλοι όχι μόνο φόνευσαν τους συναδέλφους δούλους, αλλά (φόνευσαν) και τον υιό του αφέντη τους· η έκβαση της παραβολής ήθελε τους αγνώμονες δούλους να αναμένουν την κρίση του αφεντικού τους. Ως προς την πρώτη παραβολή, οι θεωρητικά αμαρτωλοί άνθρωποι κατακτούν ευκολότερα την αέναη κοινωνία με το Θεό, σε αντίθεση με το ιουδαϊκό ιερατείο όπου, πάντοτε θεωρητικά, φημιζόταν για τη μετάνοια και τους «τρανούς» πνευματικούς αγώνες. Ως προς τη δεύτερη παραβολή, το ιουδαϊκό ιερατείο αφού εξολόθρευσε τους Προφήτες, τώρα σπεύδει να εξαλείψει τον «Υιό του ανθρώπου», ο Οποίος δημιούργησε τριγμούς στο έωλο ηθικολογικό κατασκεύασμά τους.

«Είναι πραγματικά φοβερό να περιπέσεις στην κρίση του ζώντος Θεού, επειδή αυτός είναι ο Κριτής των ενθυμήσεων και των όσων βασανίζουν τις (ανθρώπινες) καρδιές. Δεν είναι επιτρεπτό, άλλωστε, σε κανένα να εισέλθει στις καρδιές των πιστών και να αμφισβητήσει την αγνή πίστη τους. Αλλά, οφείλουμε να προσέλθουμε με πραότητα και φόβο απέναντι στο Χριστό, ώστε να λάβουμε το έλεος, τη χάρη και την άμεση βοήθεια στις δυσκολίες». Οι Ιουδαίοι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι επέλεξαν να διαβάλλουν το Λυτρωτή και να Τον οδηγήσουν στον Τίμιο Σταυρό, αγνοώντας ότι θα έλθει η στιγμή της Τελικής Κρίσης. Οι Απόστολοι ερωτούν τον Κύριο για την ώρα εκείνη της Κρίσεως, με την απάντηση του Χριστού να περιλαμβάνει την πρόρρηση πολέμων, ασθενειών, ακραίων φυσικών φαινομένων και θλίψεων. Επιπλέον, ο Ιησούς εφιστά την προσοχή στους ψευδοπροφήτες, οι οποίοι θα εκμεταλλευθούν τον ανθρώπινο πόνο και την απελπισία προκειμένου να προωθήσουν τις απόψεις τους. Ομολογουμένως, όποιος υπομείνει όλα τα παραπάνω, θα αξιωθεί του Παραδείσου και όποιος λιγοψυχήσει, θα στερηθεί την αέναη κοινωνία με το Θεό.

Ένα παράδειγμα υπομονής και ταπείνωσης, το οποίο κατόρθωσε να ανταπεξέλθει στα δεινά του βίου με «οδηγό» την εμπιστοσύνη στο Θεό, ήταν ο «πάγκαλος» Ιωσήφ. Όντας υιός του πατριάρχη Ιακώβ, ο Ιωσήφ κατόρθωσε να επιβιώσει από τη ζήλια των αδελφών του και από τη φυλάκιση στην Αίγυπτο. Ο Θεός τον αναβίβασε στο θρόνο της Αιγύπτου και επέτρεψε στους αλαζόνες αδελφούς του να ταπεινωθούν ενώπιόν του. Ο Ιωσήφ έλαβε τον «άφθαρτο στέφανο», σε αντίθεση με τους Ιουδαίους αρχιερείς και πρεσβυτέρους οι οποίοι προσέθεσαν κρίματα στις ψυχές τους. Ο Ιωσήφ, όπως οι «τελώνες και οι πόρνες», θεωρήθηκε απόβλητος των ανθρώπων και με τη χάρη του Θεού κατάφερε να κερδίσει όχι μόνο την κοσμική αναγνώριση, αλλά και την Ουράνια Πατρίδα. Είμαστε σε θέση εμείς να υπερκεράσουμε τη φιλαυτία μας και να αξιωθούμε της θείας ανταμοιβής της Ουράνιας Βασιλείας, επιδεικνύοντας εφάμιλλη ταπείνωση με τον Ιωσήφ;

Στο ερώτημα αυτό, απαντά ο επίσκοπος Πατάρων και μάρτυρας Μεθόδιος (312), τονίζοντας ότι «ας μην αγνοήσουμε, αγαπητοί, τη χάρη του Θεού ώστε να μην ευρεθούμε έξω από τον ουράνιο νυμφώνα του Θεού. Κανένας ας μην αγνοήσει ότι ο Ουράνιος Βασιλέας έρχεται (να θυσιασθεί) και πρόθυμα να ανοίξουμε την καρδιά μας σε Εκείνον. Με ψαλμούς και ύμνους να Τον ευχαριστήσουμε για τον παρεχόμενο άφθαρτο στέφανο σε όσους αγωνίζονται (πνευματικά) και ευλογούνται από Αυτόν. Ας μην γίνουμε όπως οι αγνώμονες, οι οποίοι τυφλώθηκαν από το φθόνο τους και στράφηκαν ενάντια στο Δεσπότη. Ας μην γίνουμε όπως οι ανίεροι ιερείς, οι οποίοι αγανάκτησαν από την παρουσία του Θεού και παρέμειναν στην απιστία τους. Ας στρέψουμε τους οφθαλμούς και την καρδιά μας προς την αλήθεια, ώστε να συναντήσουμε τον Βασιλέα της Δόξης». Ας ομοιάσουμε, λοιπόν, στον «πάγκαλο» Ιωσήφ και ας καταπολεμήσουμε την πνευματική μας κενότητα, ώστε με εγρήγορση να αναμένουμε την έλευση του Εσταυρωμένου Νυμφίου της Εκκλησίας, Αμήν!

Διαβάστε ακόμα
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin