Η χριστιανική αφετηρία της σύγχρονης «Ανακουφιστικής Φροντίδας»

Του Κλεάνθη Νιζάμη – Δρ. Βιοηθικής & Χριστιανικής Ηθικής, ΜSc Βιολόγος, Θεολόγος

Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να γίνεται λόγος για την «Ανακουφιστική φροντίδα», μια έννοια εν πολλοίς άγνωστη όχι μόνο στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο, αλλά και στον επιστημονικό. Σύμφωνα με τον ορισμό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.), η Ανακουφιστική φροντίδα (Α.Φ.) αποτελεί μια «προσέγγιση που στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν προβλήματα που συνδέονται με απειλητικές για τη ζωή ασθένειες, καθώς και των οικογενειών τους, μέσω της πρόληψης και ανακούφισης του πόνου»[1]. Η Α.Φ. λαμβάνει υπόψη και ενσωματώνει τις ψυχολογικές και πνευματικές πτυχές της φροντίδας και προσφέρει ένα πλαίσιο υποστήριξης της οικογένειας, προκειμένου αυτή να προσαρμοστεί, να αντιμετωπίσει την ασθένεια του μέλους που νοσεί και να διαχειριστεί τη δυσκολία και το δικό της πένθος στην απώλεια[2]. Με την προσφορά της Α.Φ., είτε κατ’ οίκον από μέλη της οικογένειας, είτε σε δομές παροχής υπηρεσιών εξειδικευμένης φροντίδας που αναπτύσσονται για ασθενείς που δεν υπάρχει λόγος να βρίσκονται στα νοσοκομεία (ασθενείς τελικού σταδίου, μακροχρόνιοι ασθενείς, υπέργηροι, ασθενείς με άνοια κ.λπ.), αποφεύγεται η ιδρυματοποίηση και ο ασθενής βρίσκεται στο χώρο του με όλα τα θετικά που συνεπιφέρει η εξέλιξη αυτή.

Η έννοια της φροντίδας για τον άνθρωπο, αποκτά μέσα από τη χριστιανική διδασκαλία την αξία της αρετής και κατά τη βυζαντινή περίοδο σημειώνεται η αφετηρία της συστηματικής οργάνωσης νοσοκομείων και ξενώνων[3]. Από τα πρώτα Βυζαντινά χρόνια, ήδη από τον 4ο αιώνα μ.Χ., παρατηρείται μια εξειδίκευση και εστίαση των Βυζαντινών νοσοκομείων (ξενώνων) αποκλειστικά στη φροντίδα και τη θεραπεία των ασθενών, η οποία κορυφώθηκε τα χρόνια του Ιουστινιανού (527 – 565 μ.Χ.) και μέχρι τον 12ο αιώνα μ.Χ.. Θα μπορούσε λοιπόν κάλλιστα να υποστηριχθεί, πως στο Βυζάντιο συναντούμε την πρώτη οργανωμένη, με τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα, δομή νοσοκομείου με εξειδικευμένη νοσηλεία σε κλινήρεις ασθενείς και ιατρικές υπηρεσίες στον γενικό πληθυσμό. Επίσης, οι ξενώνες αυτοί θεωρούνται οι απαρχές των σύγχρονων ξενώνων ανακουφιστικής φροντίδας για αποκατάσταση, φιλοξενία και προετοιμασία στο στάδιο που μεσολαβεί μεταξύ της ασθένειας, η οποία απαιτεί συγκροτημένη νοσηλευτική φροντίδα σε νοσοκομείο και της επιστροφής στο σπίτι[4].

Ο συνδυασμός της επιστήμης της ιατρικής με το κοινωνικό μήνυμα του Ευαγγελίου, το οποίο κάνει λόγο για αγάπη, φιλανθρωπία, φιλευσπλαχνία και αγαθοεργία, πέτυχε τη δημιουργία δομών ευποιίας, όπου έβρισκαν εφαρμογή οι παραπάνω εντολές μέσα στα πλαίσια της ιατρικής πράξης. Τα παραδείγματα δομών ανακουφιστικής φροντίδας, περίθαλψης και μέριμνας κατά τη Βυζαντινή εποχή είναι ουκ ολίγα. Ενδεικτικά παραδείγματα, ο περίφημος «Ξενών του Παντοκράτορος», οι ξενώνες του Σαμψών, του Ευβούλου και της Ειρήνης στο Πέραμα και μεταγενέστερα του Θεοφίλου, του Μαρκιανού και του Ναρσή[5]. Παρόμοια ευαγή ιδρύματα και ξενώνες συναντούμε και σε άλλες ακμάζουσες πόλεις της εποχής αυτής πέραν της Κωνσταντινούπολης. Εκτός από τη μνημειώδη Βασιλειάδα στην Καισάρεια, στην Ιερουσαλήμ έχουμε τα παραδείγματα της αυτοκράτειρας Ευδοκίας που έκτισε οίκους ευσεβείας, του ηγουμένου Θεοδοσίου που ασχολήθηκε με οίκους παροχής ιατρικής φροντίδας και του αγίου Σάββα με τις εισηγήσεις του προς τον αυτοκράτορα για τη δημιουργία νοσοκομειακής δομής για τους ασθενείς της πόλης[6]. Από αναφορές των πηγών, γνωρίζουμε για μονάδες ανακούφισης στην Αλεξάνδρεια από τον 8ο αιώνα μ.Χ., την Αντιόχεια από τον 6ο, την Κρήτη από τον 8ο, τη Νικομήδεια από τον 9ο, τη Θεσσαλονίκη και την Αίνο της Θράκης από τον 12ο και τη Νίκαια της Βιθυνίας από τον 13ο[7].

Ο άνθρωπος αγωνίζεται και προσδοκά την ανακούφιση και την παυσίπονη λύτρωση, καθώς αυτή η μάχη του είναι συνώνυμη με τη μάχη για τη ζωή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Όπως εύστοχα έχει διατυπωθεί, «ο άνθρωπος επιθυμεί πάντοτε να αποφεύγει οτιδήποτε προκαλεί πόνο και οδύνη. Αντιστέκεται σε ό,τι επιφέρει θλίψεις και δοκιμασίες. Και η επιθυμία αυτή ανταποκρίνεται προφανώς στη φύση του ανθρώπου και τη θεία καταγωγή του»[8]. Οι παράγοντες «θρησκευτικότητα» και «πνευματικότητα», ο οποίοι έχουν αρχίσει τα τελευταία χρόνια να λαμβάνονται σημαντικά υπόψη μέσα στο πλήθος των βιολογικών, ψυχολογικών, κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων που επηρεάζουν την ψυχοσωματική ανταπόκριση του οργανισμού στην ασθένεια και τη θεραπεία, έρχονται να επαληθεύσουν την Εκκλησία για την μακραίωνη ενεργό συμμετοχή Της στους μηχανισμούς ανακουφιστικής φροντίδας και μέριμνας. Η Εκκλησία συμβάλλει καθοριστικά, σφραγίζοντας με τον δικό Της τρόπο, τη σύσσωμη και σύναιμη μάχη της ανθρωπότητας απέναντι στη φθορά, την απώλεια και τον θάνατο.


[1]WHO, Palliativecare, Ο ορισμός της Ανακουφιστικής φροντίδας όπως αυτός δόθηκε αρχικά το 2002 και αναθεωρήθηκε το 2020, από την επίσημη ιστοσελίδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO), https://www.who.int/health-topics/palliative-care

[2] Stephen R. Connor et al., Global atlas of palliative care at the end of life, 2nd edition, εκδ. Worldwide Palliative Care Alliance & WHO, London 2020, σ. 11

[3]ΓερασίμουΠεντόγαλου, Εισαγωγήστηνιστορίατηςιατρικής, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 168. σ. 29.

[4] Κλεάνθη Νιζάμη, Ανακουφιστική φροντίδα στην παιδική ηλικία. Θεολογική προσέγγιση και εμπειρική έρευνα, Διδακτορική Διατριβή, Θεσσαλονίκη 2022, σ. 189.

[5]TimotheyS. Miller, Η γέννησις του νοσοκομείου στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία,μετάφρ. Νικόλαος Κελερμένος, εκδ. Βήτα, Αθήνα 1998, σ. 119 – 121.

[6] Κλεάνθη Νιζάμη, Ανακουφιστική φροντίδα στην παιδική ηλικία. Θεολογική προσέγγιση και εμπειρική έρευνα, ό.π., σ. 193 – 194.

[7]Ό.π.

[8] Βασιλείου Ι. Καλλιακμάνη, «Πνευματική και κοινωνική προσέγγιση του ασθενούς», στο Κοινωνική Θεολογία, Από την Μεταθρησκευτική ανθρωπολογία στην ηθική των θρησκειών, Αφιερωματικός Τόμος στον Καθηγητή και Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Ε.Κ.Π.Α. Απόστολο Β. Νικολαΐδη, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2020, σ. 391.

Φωτο: familycomforthospice.org

Διαβάστε ακόμα
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin