Μακάριος Παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης, ἕνα ἅγιος ἁπλοϊκὸς ποιμένας λογικῶν προβάτων

Του Δρος Χαραλάμπους Μπούσια, Μέγα Υμνογράφου της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας

νας σύγχρονος Ἅγιος, ποὺ συνδύαζε, ὅπως ἔλεγε, τρυφερότητα καὶ ἀκαμψία, λεπτότητα καὶ δύναμη, εὐαισθησία καὶ αὐστηρότητα, εἶναι τὸ διαμάντι τοῦ Πλατάντου τῶν Τρικάλων, ὁ ἀγαθὸς λευΐτης, Γέροντας Δημήτριος Γκαγκαστάθης. Μὲ τὴν τρυφερότητα πλησίαζε τὶς καρδιές, μὲ τὴν ἀκαμψία ἔμενε ἀκλότητος στὶς ἀρχὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Μὲ τὴν λεπτότητα τῆς συνειδήσεως προσέγγιζε τὸ θεῖο μὲ τὴν δύναμη τῶν ἔργων πλησίαζε τὴν λογική του ποίμνη. Μὲ τὴν εὐαισθησία παρηγοροῦσε καρδιὲς καὶ μὲ τὴν αὐστηρότητα ἔλεγχε τοὺς ἀσεβεῖς καὶ πρωτίστως ἔλεγχε τὸν ἑαυτό του. Ἦταν αὐστηρὸς στὸν ἑαυτό του καὶ ἐπιεικὴς στοὺς ἄλλους ἐφαρμόζοντας τὸ Παύλειο!  «Τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις» (Φιλιπ. δ΄ 5). 

Ὁ Παπα-Δημήτρης δὲν ἦταν κάτοχος τῆς σοφίας τοῦ κόσμου. Μὲ δυσκολίες τελείωσε τὸ δημοτικὸ στὸ χωριό του. Ἦταν βοσκὸς προβάτων καὶ ἀξιώθηκε νὰ γίνει καὶ βοσκὸς ψυχῶν. Ἀπὸ μικρὸς εἶχε πλήρη ἐπικοινωνία μὲ τὸν Χριστό μας μέσα ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τῆς προσευχῆς, εἶχε μνήμη θανάτου καὶ πόθο ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ὅταν ἔκλεινε τὰ πρόβατα στὴν στάνη πήγαινε μὲ δάκρυα κατ’ εὐθείαν στὴν Ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του, στοὺς ἀγαπημένους του Ταξιάρχες, γιὰ νὰ ζητήσει τὴν χάρη τους, νὰ τοὺς διακονήσει, νὰ τοὺς νοιώσει κοντά του. Ὅταν δὲν κατόρθωνε νὰ τὸ κάνει, γιὰ κάποιους λόγους ποὺ ἦταν πέρα ἀπὸ τὶς δυνάμεις του, γονάτιζε ἐκεῖ ποὺ ἦταν στὰ βουνὰ καὶ ἔκλαιγε, ζητώντας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ συγγνώμη, γιατὶ  βρισκόταν μακριὰ ἀπὸ τὸν οἶκο Του. Διάβαζε μὲ πολλὴ κατάνυξη βίους Ἁγίων καὶ τοὺς αἰσθανόταν φύλακες, εὐεργέτες καὶ προστάτες, τοὺς ἔνοιωθε δίπλα του. Εἶχε ζωντανὴ τὴν αίσθηση τῆς παρουσίας τους.

Ὁ θεόπνευστος καὶ θεόσοφος ἱερέας καὶ λειτουργὸς τῶν ἀχράντων τοῦ Θεοῦ μυστηρίων, ποὺ ἀξιωνόταν νὰ μυροβλύζει ἡ Ἁγία Τράπεζα ὅταν λειτουργοῦσε,  ἂν καὶ ὀλιγογράμματος, πατὴρ Δημήτριος,  ζητοῦσε καθημερινὰ τὸν θεῖο φωτισμὸ γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ διδάσκει, νὰ συμβουλεύει καὶ νὰ ἐμπνέει τοὺς νέους. Ὡς φοιτητὴς θυμᾶμαι πῶς μὲ ἐνέπνεε μὲ τὰ γράμματά του καὶ τὶς προσευχές του. Ἦταν στήριγμα καὶ ἕνωνε γῆ καὶ οὐρανὸ μὲ τὶς προσευχές του καὶ τὴν ἰσάγγελη βιοτή του. Θυμᾶμαι πόσο τὸν εὐλαβεῖτο ἡ Ἐκκλησία μας καὶ τί ὑποδοχὴ τοῦ ἔκαναν οἱ Μονὲς τῶν Ἁγίων Μετεώρων σὲ μιὰ ἐπίσκεψή του σὲ αὐτές, ποὺ ἀξιώθηκα νὰ παρευρεθῶ.

Ὁ τότε Μητροπολίτης του, ὁ Τρίκκης καὶ Σταγῶν Σεραφεὶμ τοῦ ἔγραφε κατὰ τὴν ἀσθένειά του: 

«Ἀγωνίζεσαι ἕνα θαυμαστὸν ἀγῶνα καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐξέρχεσαι πάντοτε νικητής».

Ὁ Ὅσιος Ἐφραίμ, ὁ Κατουνακιώτης, ἔγραφε:

«Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως ἐμεῖς οἱ ἀνάξιοι σᾶς ἐνθυμούμεθα στὴν προσευχή μας, ἔτσι καὶ σεῖς νά μᾶς ἐνθυμῆσθε, ἀγαπητὲ ἀδελφέ. Ποτὲ δὲν θὰ σᾶς ξεχάσω. Τὸ πρόσωπό σας λὲς καὶ χαράχτηκε μέσα στὴν ψυχή μου. Τὰ λόγια σας τὰ θεῖα ἀντηχοῦν συνεχῶς στὰ αὐτιά μου. Εὐλογημένη ἡ ὥρα ποὺ σᾶς γνώρισα. Εὐλογημένη ἡ συνάντησίς μας. Δόξα τῷ ἁγίῳ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».

Ὁ μακαριστὸς ἡγούμενος τῆς Σιμωνόπετρας, Γέροντας Αἰμιλιανός, ὁ ὁποῖος τὸν τιμοῦσε ἰδιαίτερα, ἔγραφε:

«Πόσο μοῦ ἀρέσει αὐτὸ ποὺ κάνατε, ὅτι δηλαδὴ σηκώνεσθε γιὰ προσευχὴ στὶς δύο τὴν νύκτα. Μέσα στὴν σιωπή τῆς νυκτιᾶς μιὰ ψυχὴ νὰ δοξολογῆ μόνη τὸν Δημιουργό Της. Πόσο θὰ χαίρεται τὴν ὥρα ἐκείνη ὁ ἄγγελός της; …
Μὲ συγκινεῖ ἡ εὐλάβειά σας εἰς τοὺς Ταξιάρχας, ποὺ ἀσφαλῶς θὰ μεσιτεύσουν στὸν Κύριο γιά σᾶς. Ἰδιαίτερη, ὅμως, ἐντύπωση μοῦ κάνει ἡ πνευματικὴ ἐγκαρτέρησίς σας γιὰ τὸν σάλον ποὺ συνετάραξε τὸ σκάφος τῆς Ἐκκλησίας μας».

Γιὰ τὴν προσευχὴ ἔγραφε κάποτε σὲ ἐπιστολή του ὁ π. Δημήτριος:

«Ἡ προσευχὴ εἶναι ἕνα τηλέφωνο, ἕνας ἀσύρματος ποὺ ἐπικοινωνεῖς κατ’ εὐθεῖαν μὲ τὸν Θεό. Παίρνεις τὸ νούμερο διὰ νὰ πιάσεις μὲ τὸ τηλέφωνο τῆς προσευχῆς τὸν Θεὸ καὶ Ἐκεῖνος ἀπαντᾶ. Τὸν ἀκοῦς καθαρά, πολὺ κοντὰ τὸν αἰσθάνεσαι. Ὅταν ἔχεις κάτι, νὰ παίρνεις τὸ τηλέφωνο καὶ νὰ μιλᾶς στὸν Θεό. Ἐκεῖνος σὰν πονετικὸς Πατέρας θὰ σοῦ ἀκούσει καὶ θὰ γεμίσει τὴν καρδιά σου ἀπὸ χαρά, εἰρήνη, ἀγάπη».

Ὁ μακαριστὸς Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Γρηγορίου, Γέροντας Γεώργιος Καψάνης, θαυμάζοντας τὴν προσευχητικὴ αὐτὴ κατάσταση τοῦ πατρὸς Δημητρίου ἔγραφε: 

«Τὸ πρόγραμμα τῆς προσευχῆς ποὺ ἐφαρμόζετε εἶναι πράγματι θαυμάσιο καὶ ἱκανὸ νὰ πτερώσει τὴν ψυχὴ καὶ νὰ τὴν ἑνώσει μὲ τὸν ποθούμενο Κύριο. Εὔχεσθε καὶ ἡμεῖς νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν παρόμοιον πρόγραμμα».

Διαβάστε ακόμα