Του Αρχιμ. Ειρηναίου Παναγιωτόπουλου
Είναι στιγμές στη ζωή του ανθρώπου που κατακλύζεται από συναισθήματα, είτε από ένα χαρούμενο γεγονός, είτε από ένα άσχημο. Πολλές φορές ένα λυπημένο συναίσθημα, ένα δάκρυ, μια στεναχώρια, σε κάνει να σκεφτείς τη ματαιότητα των πραγμάτων και το εφήμερο της ζωής.
Αυτές τις ημέρες συγκλονίστηκε η ζωή μου από ένα γεγονός που συνέβη χωρίς να το περιμένω.
Ο αδελφός και φίλος μου, Αρχιμ. Ιουστίνος Τσαγκούρης, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 59 ετών.
Ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, λίγο πριν αρχίσει την Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία για την εορτή του Αγίου Παντελεήμονος, ήταν η αρχή του τέλους.
Για δυόμισι μήνες πάλευε με τη ζωή και τον θάνατο, ευρισκόμενος κυριολεκτικά στα χέρια του Θεού.
Σε όλες τις επισκέψεις μου στο νοσοκομείο, όσο και αν του μιλούσα, δεν έπαιρνα απάντηση· ούτε καν ένα βλέμμα, μια ματιά, μια κίνηση. Άκουγα για τις παρακλήσεις που γίνονταν καθημερινά από τους πιστούς στην ενορία του, την Αγία Βαρβάρα Τριπόλεως, για τις προσευχές από παντού — στα μοναστήρια του κόσμου και στο Άγιον Όρος, που αγαπούσε και σεβόταν.
Ο χρόνος τελείωνε βασανιστικά. Η προσευχή όμως και η ελπίδα δεν τελειώνουν ποτέ προς τον Θεό της αγάπης.
Όμως πολλές φορές, προς το τέλος, δεν ήξερα τι να προσευχηθώ. Να προσευχηθώ για ένα θαύμα, να σηκωθεί και να λειτουργήσει πάλι εκείνη τη δύσκολη Κυριακή που έπεσε ξαφνικά; Ή να τον πάρει ο Θεός για να μην ταλαιπωρείται άλλο;
Δύσκολο πράγμα η προσευχή· η απαίτηση από τον Θεό να σου κάνει αυτό που επιθυμείς, τη στιγμή που εσύ δεν ζεις όπως θέλει ο Θεός. Προτίμησα να παρακαλώ τον Θεό να γίνει το θέλημά Του, όποιο κι αν είναι αυτό.
Ήταν ώρα αυτά που κηρύττω στον λαό του Θεού, ως ιερέας, να τα κάνω πράξη.
Ο Θεός απάντησε. Έγινε το θέλημά Του.
Αργά το βράδυ της Παρασκευής έφυγε για να λειτουργήσει στο Υπερούρανιο Θυσιαστήριο, αφού ήταν αδύνατο να λειτουργήσει πλέον στο επίγειο, το οποίο διακόνησε επί 37 χρόνια.
Οι επόμενες δύο ημέρες ήταν, ανθρώπινα, πολύ δύσκολες.
Όμως, βλέποντας το ταλαιπωρημένο αλλά ήρεμο και γαλήνιο λείψανό του, ερχόταν στο μυαλό μου η εικόνα της Αναστάσεως του Χριστού μας — αυτήν την Ανάσταση που πίστευε και κήρυττε και ο ίδιος πάντοτε.
«Ἐγώ εἰμι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ Ζωή·
ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται».
Αδελφέ μου και συλλειτουργέ,
φίλε μου αγαπημένε, σε αποχαιρετώ με την πεποίθηση ότι θα βρεθούμε πάλι κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας.
Εσύ, που βρίσκεσαι τώρα κοντά στον Χριστό, να δέεσαι για την αναξιότητά μου και την ιερατική διακονία μου, αλλά και για τους ανθρώπους που μου εμπιστεύθηκε ο Θεός.
Στείλε παρηγοριά στους γονείς, τα αδέλφια και τα ανίψια σου, που είναι πικραμένοι. Σκέπασε τα αναρίθμητα πνευματικά παιδιά σου, που ήρθαν στην κηδεία σου, παρ’ όλη τη βροχή, να φιλήσουν το χέρι σου. Ύψωσε τα χέρια σου για να προσευχηθείς για τους φίλους και συμμαθητές σου που θλίβονται σήμερα.
Ευλόγησέ μας για τελευταία φορά.
Καλό Παράδεισο.
Καλή Ανάσταση.

