Του Πρωτ. Κωνσταντίνου Παπαθανασίου, Εφημ. Ι. Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου Παλαιού Φαλήρου
«Ἐπί σοί χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις, ἀγγέλων τό σύστημα καί ἀνθρώπων τό γένος, ἡγιασμένε ναέ καί παράδεισε λογικέ, παρθενικόν καύχημα, ἐξ ἧς Θεός ἐσαρκώθη καί παιδίον γέγονεν ὁ πρό αἰώνων ὑπάρχων Θεός ἡμῶν. Τήν γάρ σήν μήτραν θρόνον ἐποίησε καί τήν σήν γαστέρα πλατυτέραν οὐρανῶν ἀπειργάσατο. Ἐπί σοί χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις· δόξα σοι».
Τό μεγαλυνάριο αὐτό τῆς Θεοτόκου πού ψάλλεται κατά τή θεία Λειτουργία τοῦ Μεγ. Βασιλείου ἐγκωμιάζει καί ἐξυμνεῖ τήν παρθενία καί ἁγιότητα τῆς Παναγίας, μέ ἰδιαίτερη ἀναφορά στή συμβολή της στό μυστήριο τῆς Ἐνσαρκώσεως: Σέ Ἐσένα χαίρεται, Κεχαριτωμένη, ὅλη ἡ πλάση· τό σύνολο τῶν ἀγγέλων καί τό γένος τῶν ἀνθρώπων. Ἐσύ πού εἶσαι ναός ἁγιασμένος καί παράδεισος πνευματικός, τό καύχημα τῶν παρθένων, ἀπό τήν ὁποία ὁ Θεός σαρκώθηκε καί ἔγινε παιδί, Αὐτός πού εἶναι ὁ προαιώνιος Θεός μας. Γιατί τή δική Σου μήτρα τήν ἔκανε θρόνο Του, καί τήν κοιλιά Σου τή δημιούργησε πλατύτερη ἀπό τούς οὐρανούς. Σέ Ἐσένα χαίρεται, Κεχαριτωμένη, ὅλη ἡ πλάση· δόξα σέ Σένα.
Ὅλα αὐτά πού συμβαίνουν εἶναι ἕνα πραγματικό πανηγύρι, λέει ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Ὅλοι συναντιοῦνται σ’ αὐτό, στήν ἴδια χαρά. Ὅλοι ζοῦν καί δίνουν καί σ’ ἐμᾶς τήν ἴδια εὐφροσύνη: Ὁ Δημιουργός, τά δημιουργήματα ὅλα, ἡ ἴδια ἡ μητέρα τοῦ Δημιουργοῦ πού τοῦ πρόσφερε τή φύση μας καί τόν ἔκαμε ἔτσι κοινωνό στίς χαρμόσυνες συνάξεις καί τίς γιορτές μας.
Στό ἱερό κείμενο τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ἡ ἔννοια τῆς χαρᾶς εἶναι κυρίαρχη καί ἐκφράζεται τόσο ἄμεσα μέ τή λέξη χαρά ὅσο καί ἔμμεσα μέσῳ συνωνύμων, ρημάτων ἀγαλλίασης καί τοῦ ἐπαναλαμβανόμενου χαιρετισμοῦ πρός τή Θεοτόκο. Ἀκολουθοῦν συγκεκριμένες –ἐνδεικτικές– ἐκφράσεις ταξινομημένες ἀνά κατηγορία:
1. Ἐκφράσεις πού περιέχουν τή λέξη «χαρά»:
«Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ χαρά ἐκλάμψει»: Ἡ Παναγία προσφωνεῖται ὡς ἐκείνη μέσῳ τῆς ὁποίας θά λάμψει ἡ χαρά στόν κόσμο.
«Χαῖρε χαρᾶς δοχεῖον»: Χαρακτηρίζεται ὡς τό σκεῦος πού περιέχει τή χαρά, μέσῳ τοῦ ὁποίου λύνεται ἡ κατάρα τῆς προμήτορος Εὔας (μέ τό προπατορικό ἁμάρτημα).
«Χαρᾶς αἰτία χαρίτωσον ἡμῶν τόν λογισμόν»: Ἀποκαλεῖται ἡ ἴδια ἡ αἰτία τῆς χαρᾶς.
«Χαῖρε Δέσποινα, δι’ ἧς χαρᾶς πληρούμεθα»: Ἡ πηγή ἀπό τήν ὁποία οἱ πιστοί γεμίζουν μέ χαρά.
«…οἱ διά σοῦ τῆς χαρᾶς, μέτοχοι γενόμενοι τῆς ἀϊδίου»: Οἱ πιστοί γίνονται μέτοχοι τῆς αἰώνιας χαρᾶς μέσῳ τῆς Θεοτόκου.
2. Ἡ λέξη «Χαῖρε» ὡς διαρκής πρόσκληση χαρᾶς:
«Χαῖρε»: Ἀποτελεῖ τήν κεντρική καί ἀλλεπάλληλη προσφώνηση σέ κάθε περιττό οἶκο τῶν Χαιρετισμῶν, εἶναι ἀπό μόνη της μιά προστακτική χαρᾶς. Ἀκούγεται 144 φορές στούς μισούς ἀπό τούς 24 οἴκους, λαμβάνοντας τό ὄνομά της ἡ Ἀκολουθία: “Χαιρετισμοί”.
«Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε»: Ἡ κατακλείδα τῶν δώδεκα περιττῶν οἴκων.
«Χαῖρε ἡ Κεχαριτωμένη»: Ὁ ἀρχαγγελικός χαιρετισμός πού συνοψίζει τή χάρη καί τή χαρά πού φέρει ἡ Θεοτόκος.
3. Ἐκφράσεις πού ὑπονοοῦν τή χαρά (συνώνυμα καί μεταφορές). Τό ὑμνογραφικό κείμενο χρησιμοποιεῖ πλῆθος ἄλλων ὅρων γιά νά περιγράψει τό αἴσθημα τῆς πνευματικῆς εὐφορίας:
α) Ἀγαλλίαση καί εὐφροσύνη, λ.χ. «…κρατήρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν», ὡσάν κανάτι πού κερνᾶ ψυχική εὐφορία.
β) Χαρμονή καί γηθοσύνη, λ.χ. «…καί ᾄσω γηθόμενος, ταύτης τά θαύματα», δηλ. θά ἀνυμνήσω γεμάτος ἀπό ἀγαλλίαση τά θαυμάσια μεγαλεῖα της.
«Χαῖρε τῶν Ἀγγέλων χαρμονή», δηλ. εἶσαι ἡ χαρά τῶν Ἀγγέλων.
«…οἶνον στάζοντα, τόν τάς ψυχάς εὐφραίνοντα», σάν τό ὥριμο σταφύλι πού ἀποστάζει κρασί (τή ζωή) καί εὐφραίνει τίς ψυχές ἐκείνων πού μέ πίστη σέ δοξάζουν.
γ) Ἑορταστικές καί κινητικές ἐκφράσεις, λ.χ. «…τά οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ· χαῖρε, ὅτι τά ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς», συμμετοχή σε κοινό χορό χαρᾶς: γίνεται ἀφορμή τά οὐράνια νά ἀγάλλονται μαζί μέ τή γῆ· τά ἐπίγεια νά συγχορεύουν μέ τά οὐράνια.
«…τό δέ βρέφος ἐκείνης [τῆς Ἐλισάβετ]… ἔχαιρε! καί ἅλμασιν ὡς ᾄσμασιν, ἐβόα…», τό βρέφος ἐκείνης (ὁ Ἰωάννης) μόλις κατάλαβε τόν χαιρετισμό της σκίρτησε ἀπό χαρά· καί μέ σκιρτήματα ἀντί γιά ὕμνους, φώναζε δυνατά.
«Ἅπας γηγενής, σκιρτάτω τῷ πνεύματι… πανηγυριζέτω δέ…», δηλ. κάθε θνητός ἄς σκιρτήσει ἀπό ἐνθουσιασμό… ἄς πανηγυρίσει.
«…φαιδρῶς πανηγυρίζων», πανηγυρίζω γεμάτος ἀπό χαρά.
δ) Μακαρισμός· «Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε τήν Θεοτόκον… τήν ἀειμακάριστον», εἶναι ἄξιο πραγματινά, νά ἐγκωμιάζουμε ἐσένα τή Θεοτόκο, τήν πάντοτε ἐγκωμιαζομένη.
«Εὐφημεῖ σε, μακαρίζοντα τά πέρατα», δηλ. σέ εὐφημεῖ καί σέ ἐγκωμιάζει ὅλος ὁ κόσμος.
Αὐτές οἱ σταχυολογημένες ἐκφράσεις συνθέτουν τήν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ὡς κέντρου μιᾶς παγκόσμιας γιορτῆς, ὅπου ἡ λύπη καί ἡ «ἀρά» ἀντικαθίσταται ἀπό τή λυτρωτική χαρά τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Στίς φράσεις ἀντανακλῶνται σωτηριολογική χαρά, εὐχαριστιακή καί μυστηριακή, πνευματική μέθεξη, ἐσωτερική καί ψυχική, ὑμνητική καί τιμητική, λειτουργική δοξολογία, συλλογική ἐκκλησιολογική εὐφροσύνη.
Σύμφωνα μέ τή θεομητορική ὑμνογραφία τῶν Χαιρετισμῶν, ἡ Παναγία ἀποτελεῖ τήν αἰτία τῆς παγκόσμιας χαρᾶς καί τοῦ θαυμασμοῦ ὅλης τῆς πλάσης, καθώς μέσῳ αὐτῆς συντελέστηκαν τό μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ καί ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου. Εἰδικότερα, οἱ λόγοι γιά τούς ὁποίους «ἐπί Σοί χαίρει» ὅλη ἡ κτίση, οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι, ὅπως ἀναφέρονται στόν Ἀκάθιστο Ὕμνο, εἶναι οἱ ἑξῆς:
α) Ἀνακαίνιση τῆς κτίσης: Ἡ Παναγία εἶναι ἐκείνη μέσῳ τῆς ὁποίας «νεουργεῖται ἡ κτίσις» (ἀνακαινίζεται ἡ πλάση) καί ὁ Κτίστης γίνεται βρέφος. Ἡ παρουσία της προκαλεῖ τόν θαυμασμό ὅλης τῆς φύσης τῶν Ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλάγησαν βλέποντας τόν ἀπρόσιτο Θεό νά γίνεται προσιτός ἄνθρωπος.
β) Ἕνωση οὐρανοῦ καί γῆς: Μέσα ἀπό τό πρόσωπό της, τά ἐπουράνια «συναγάλλεται τῇ γῇ» καί τά ἐπίγεια «συγχορεύει οὐρανοῖς». Θεωρεῖται ἡ «ἐπουράνιος κλῖμαξ» μέσῳ τῆς ὁποίας κατέβηκε ὁ Θεός καί ἡ «γέφυρα» πού μεταφέρει τούς ἀνθρώπους ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό.
γ) Λύτρωση τοῦ ἀνθρώπινου γένους: Ἡ Παναγία προσφωνεῖται ὡς ἡ «ἀνάκλησις» (ἐπανάκληση) τοῦ πεσόντος Ἀδάμ καί ἡ «λύτρωσις» τῶν δακρύων τῆς Εὔας. Μέ τόν τοκετό της λύθηκε ἡ ἀρχαία παράβαση καί ἄνοιξε ὁ Παράδεισος.
δ) Πηγή χαρᾶς καί φωτός: Εἶναι τό «χαρᾶς δοχεῖον» μέσῳ τοῦ ὁποίου ἡ χαρά ἐκλάμπει στόν κόσμο, ἐνῶ ἡ κατάρα, ἡ «ἀρά», ἐκλείπει. Ἐπίσης, ἀποκαλεῖται «ἀστήρ ἐμφαίνων τόν Ἥλιον» (τό ἄστρο πού φανερώνει τόν Ἥλιο Χριστό) καί «αὐγή μυστικῆς ἡμέρας».
ε) Σύνδεσμος μέ τή θεότητα: Οἱ ὕμνοι τήν περιγράφουν ὡς ἐκείνη πού ἕνωσε τήν ἀποδιωγμένη φύση τοῦ γένους μας μέ τούς οὐράνιους ἀγγέλους. Εἶναι ἡ «τράπεζα» πού βάσταξε τόν Ἄρτο τῆς Ζωῆς καί ἡ «πηγή» τοῦ ζῶντος ὕδατος.
Συνοπτικά, ἡ χαρά τῆς πλάσης πηγάζει ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ Παναγία ἔγινε τό «χωρίον τοῦ ἀχωρήτου», ἐπιτρέποντας στόν Θεό νά εἰσέλθει στήν ἀνθρώπινη ἱστορία γιά νά θεραπεύσει, νά ἀποκαταστήσει καί νά δοξάσει τή δημιουργία Του. Γι’ αὐτό ἡ φράση «Σέ Ἐσένα χαίρεται, Κεχαριτωμένη, ὅλη ἡ πλάση· τό σύνολο τῶν ἀγγέλων καί τό γένος τῶν ἀνθρώπων» δέν εἶναι ποιητική ὑπερβολή· εἶναι συμπύκνωση ὁλόκληρης τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας τῆς σωτηρίας.
α) «Χαίρεται ὅλη ἡ πλάση» – γιατί ἡ Παναγία ἀφορᾶ ὁλόκληρη τή δημιουργία. Ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου δέν τραυμάτισε μόνο τόν ἄνθρωπο, ἀλλά τό σύνολο τῆς κτίσης (Ρωμ. 8,22). Μέ τήν Παναγία ἔδειξε πώς ὁ Θεός δέν μένει ἔξω ἀπό τήν κτίση, ἀλλά εἰσέρχεται μέσα της, πραγματικά καί σωματικά. Ἡ Θεοτόκος γίνεται ὁ τόπος ὅπου ἡ ἄκτιστη χάρη συναντᾶ τήν κτιστή φύση, τό σημεῖο ἀπ’ ὅπου ἀρχίζει ἡ ἀνακαίνιση ὅλου τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτό δέν χαίρεται μόνο ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά ὅλη ἡ πλάση.
β) «Τό σύνολο τῶν ἀγγέλων», γιατί οἱ ἄγγελοι θαυμάζουν αὐτό πού δέν τούς δόθηκε. Οἱ ἄγγελοι βλέπουν τόν Ἄκτιστο νά χωρεῖται σέ ἀνθρώπινο σῶμα (μήτρα), τήν ἀνθρώπινη φύση νά ὑψώνεται ἐκεῖ ὅπου αὐτοί διακονοῦν. Ἡ Παναγία γίνεται ὑψηλότερη ἀπό τά Χερουβίμ, ἐπειδή ἔφερε ἐντός της τόν Θεό. Ἡ χαρά τῶν ἀγγέλων εἶναι δοξολογική ἔκσταση μπροστά στό μυστήριο.
γ) «Τό γένος τῶν ἀνθρώπων», γιατί ἡ Παναγία εἶναι ἡ δική μας ἀπάντηση στόν Θεό. Ἡ σωτηρία δέν ἔγινε μέ ἐξαναγκασμό. Ὁ Θεός περίμενε τό «γένοιτό μοι». Στήν Παναγία ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα λέει “ναί” στόν Θεό, ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι πιά μόνο πεσμένος, ἀλλά συνεργός τῆς θείας οἰκονομίας. Μέ μία φράση: Χαίρεται ἡ κτίση πού ἀνακαινίζεται, χαίρονται οἱ ἄγγελοι πού βλέπουν τό μυστήριο, χαίρεται ὁ ἄνθρωπος πού σώζεται!

