“Προσδοκώ Ανάσταση Ζωντανών”

Του Αρχιμ. Σεραφείμ Σιγιάννη, Υποψ, Διδάκτορος Νομικής ΕΠΚ, LLM ΑΠΘ Θεωρία Δικαίου – Εκκλησιαστικό Δίκαιο & LLM UNIC Ανθρώπινα Δικαιώματα – Κοινωνική Δικαιοσύνη, Θεολόγου – Νομικού 

Μηδέν ἐστίν ὁ ἄνθρωπος, Μηδέν ἡ δύναμίς του,

Μηδέν ἡ βασιλεία του, Μηδέν ἡ ὕπαρξίς του

Μηδέν ὁ πλοῦτος – δόξα καί ἰσχύς, Μηδέν ἡ ὡραιότης

Τά πάντα ὄναρ καί σκιά, Τά πάντα Ματαιότης

‘Η ἔννοια «οφθαλμός αντί οφθαλμού» συνδέεται συχνά μέ τήν Παλαιά Διαθήκη καί ἐμφανίζεται σέ πολλά κεφάλαια, κυρίως στό Λευϊτικόν καί στήν Ἔξοδον. Ἡ ἰδέα αὐτή καλύπτεται στόν Μωσαϊκό Νόμο, πού ὀνομάζεται ἐπίσης νόμος τοῦ Μωυσή, ὁ ὁποῖος καθόρισε τήν ἠθική καί νομική συμπεριφορά τῶν Ἰσραηλιτῶν.

Ἡ ἀνταποδοτική δικαιοσύνη μέ τήν κυριολεκτική της ἔννοια ἐνσαρκώνεται ἀπό τόν κανόνα «ὀφθαλμός ἀντί ὀφθαλμοῦ». Ἀπαιτεῖ ἡ ποινή νά εἶναι κατάλληλη γιά τό ἔγκλημα πού διαπράχθηκε, διασφαλίζοντας ὅτι ὁ δράστης θά ἐπωμισθεῖ τό κόστος τῶν πράξεών του. Ὁ κανόνας αὐτός δημιουργήθηκε γιά νά διασφαλίσει τό αἴσθημα δικαιοσύνης στήν τιμωρία, ἀποτρέποντας τήν ὑπερβολική ἐκδίκηση ἤ βεντέτα.

Αὐτή ἡ νομική στρατηγική διακρίνεται γιά τήν ἀκρίβειά της. Ἡ τιμωρία ποσοτικοποιεῖται, δείχνοντας ὅτι ἡ δικαιοσύνη πρέπει νά ἀπονέμεται μέ μετρημένο καί ἀναλογικό τρόπο. Ἀποδοκιμάζει τίς σκληρές ἤ αὐθαίρετες τιμωρίες. Ἡ ἀρχή «ὀφθαλμός ἀντί ὀφθαλμοῦ» λειτουργεῖ ἀποτρεπτικά γιά τούς ἀνθρώπους ἀπό τό νά ἐπιδίδονται σέ ἐπιβλαβεῖς συμπεριφορές, καθιστώντας τους ἀπολύτως ὑπεύθυνους γιά τά ἀποτελέσματα.

Ἡ ἀφορμῇ για τήν συγγραφή τῆς παρούσης μελέτης που ἑδράζεται στην Π.Δ. ὡς ἀνταποδοτική δικαιοσύνη εἶναι ἡ ἀλλοίωση τῆς ἒννοιας «ὀφθαλμὸς αντί ὀφθαλμοῦ» και ἡ ἐφαρμογῇ τῆς διδασκαλία του Χριστού η οποία θεμελιώνεται στην Κ.Δ., «καὶ καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως», τό ὁποῖον ἐπικεντρώνεται στή δύναμη τῆς ἔννοιας «Χριστός», ἀφοῦ πρόκειται γιά μιά μεγάλη ἔννοια ἡ ὁποία μέσα στήν ζωή μας καί στήν καθημερινότητά μας ἔχει περάσει ἀλλά δέν ἔχει κατανοηθεῖ. 

«Ἐν τοῦτο γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστέ, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις ».

Η νομική ἀντιλήψῃ υπό το πρίσμα τῆς ὁποίας ἑρμηνεύονταν η Π.Δ., πνευματοποιεῖτε ἀπό τόν  Ἰησοῦ Χριστό προσφέροντας μιά νέα πρακτική γιά τή “δικαιοσύνη” καί τήν “τιμωρία” στο Εὐαγγέλιον τοῦ Ματθαίου. Ἐξετάζοντας ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὁ Ἰησοῦς παρουσιάζει μιά ριζική ἐπανεξέταση τῆς ἐκδίκησης. Λέει στούς μαθητές του νά «γυρίζουν καί τό ἄλλο μάγουλο» ὅταν τούς χαστουκίζουν, νά περπατοῦν ἕνα μίλι παραπάνω ἄν ἀναγκαστοῦν καί νά δίνουν σέ ὅσους ζητοῦν.

Αὐτές οἱ διδασκαλίες δίνουν μεγάλη ἔμφαση στή μή βία, στή συγχώρεση τῶν ἄλλων καί στήν ἀπόρριψη τῶν ἀντιποίνων. Ὁ Ἰησοῦς πηγαίνει ἀκόμα πιό μακριά γιά νά μεταδώσει τήν ἐπαναστατική ἰδέα νά ἀγαπᾶ κανείς τούς ἀντιπάλους του. Προτρέπει «τοὺς ὀπαδούς τοῦ» νά προσεύχονται γιά ἐκείνους πού τούς βλάπτουν, τονίζοντας τήν σημασία μιᾶς στάσης συγχώρεσης καί εἰρήνης ἀντί γιά ἀντίποινα.

– Τί εἶναι Χριστός;

Χριστός, ἐτυμολογικά, σημαίνει αὐτός πού λαμβάνει τό χρίσμα, ὁ ἐκλεκτός σέ ἐλεύθερη ἀπόδοση, ἀλλά γιά τόν χριστιανό σημαίνει ἐλευθερία. Δεῖτε γιατί σημαίνει ἐλευθερία. Πρόκειται γιά μιά ἀσυμβίβαστη προσωπικότητα, ἕναν ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς του ὁ ὁποῖος δέν δίστασε νά μιλήσει ἀληθινά, γνήσια μέ εὐθύτητα καί σταθερότητα λόγων. Γιατί ὅμως σήμερα μετά ἀπό 2.026 χρόνια τόν ἀποκαλούμε ἐλευθερία; Γιατί ΕΙΝΑΙ! Ἀδέσμευτος ἀπό τά κοσμικά στερεότυπα, ἀπρόβλεπτος, ἀνερμήνευτος πολλές, μέ κεντρικό ἄξονα ζωῆς τήν σταυροειδῆ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, δλδ η κάθετη προσωπική σχέση που ἀναπτύσσουμε με τον Θεό εάν δεν επεκταθεί οριζόντια προς την κοινωνία με τους συνανθρώπους «δεν  μπορούμε να έχουμε θεοκοινωνια».

Πολλοί σχολιαστές προσωπικοτήτων, ἄγευστοι ἀπό πίστη καί Ὀρθοδοξία ἔχουν ἀναλύσει τόν Χριστό. Οἱ περισσότεροι μιλᾶνε γιά ἕνα πρόσωπο μέ τεράστια ἔκταση, μιά ἐμβληματική προσωπικότητα, ἕνα φωτεινό πρόσωπο πού στήν οὐσία του ξεχώριζε. Δέν ἦταν ποδηγέτης, δέν ἀποτελοῦσε ἕναν ἡγέτη ὅπως οἱ προβεβλημένοι, ἀλλά οὔτε ἕναν μεταρρυθμιστή ἐπαναστάτη. Ὁ Χριστός ἦταν ἀσυμβίβαστος «ἐπαναστάτης». Ὁ Χριστός ἦταν μοναδικός.

Κοιτᾶξτε τί συμβαίνει στήν πραγματικότητα· μᾶς ἐνδιαφέρουν γενικῶς αὐτά τά στοιχεῖα ἀλλά ἐπιδερμικά παντελῶς. Διότι οἱ χριστιανοί ἔχουμε βίωμα. Τό βίωμα εἶναι ἰσχυρότερο ἀπό κάθε ἀνάλυση, τί νά μᾶς πεῖ ἕνας ἀναλυτής ὅταν ἐγώ ζῶ μέ αὐτή τήν ὀντότητα, ἀφιερώνω τή ζωή μου, προσφέρω τήν ὕπαρξή μου, βαφτίζομαι χριστιανός, ἀφοσιώνομαι, ἀλλά προσέξτε, δέν τό κάνω γιατί μέ ἐνέπνευσε, δέν τό κάνω γιατί μοῦ δίνει αὔξηση στόν μισθό, τό κάνω γιατί εἶναι ὁ ΘΕΟΣ μου, γιατί συνειδητοποιῶ ὅτι ὁ Θεός δέν ὑπάρχει, ἀλλά ΕΙΝΑΙ· εἶναι στήριγμα, εἶναι πατέρας, εἶναι τό πᾶν, ὅπως ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος. «Τί ἔχουν νά μᾶς ποῦν οἱ ξενόφερτοι γιά τόν Χριστό, αὐτοί δέν ἔχουν καταλάβει ἀκόμα ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν».

Οἱ διδασκαλίες τοῦ Ἰησοῦ, μποροῦν νά κατανοηθοῦν ὡς ὑπερβαίνουσες τήν κυριολεκτική τιμωρία πού περιγράφεται στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὑποστηρίζει ἕνα καλύτερο εἶδος δικαιοσύνης πού βασίζεται στό ἔλεος, τή συμπόνια καί τή συμφιλίωση καί ὄχι στήν ἄκαμπτη ἰσοτιμία και στήν τιμωρία. Ἐστιάζει στήν καρδιά, λέγοντας ὅτι ἡ τέλεια δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ ὄχι μόνο ἐξωτερικές πράξεις ἀλλά καί ἐσωτερική μεταμόρφωση τῆς καρδιᾶς. Προτρέπει σέ μιά πιό ἐμπεριστατωμένη κατανόηση τῆς δικαιοσύνης πού λαμβάνει ὑπόψη τήν ὑγεία της ψυχής καί τήν πνευματική ἀνάπτυξη τόσο τοῦ θύματος ὅσο καί τοῦ δράστη (θύτη). Ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς προωθεῖ μιά πνευματοποιημένη ἐκδοχή τῆς δικαιοσύνης πού ὑπερβαίνει τό γράμμα τοῦ νόμου, τό παράδειγμα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δίνει ἔμφαση στή νομική ἀκρίβεια καί τήν ἐξωτερική κρατική τιμωρία.

Ἄν καί ἡ διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ ἑστιάζει στίς εὐρύτερες ἐπιπτώσεις τῶν πράξεων κάποιου, στίς σχέσεις καί τήν κοινότητα, ἡ ἐντολή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἑστιάζει κυρίως σέ ἀτομικές πράξεις ἐκδίκησης. Ἡ ἐξέλιξη τῆς ἔννοιας τῆς δικαιοσύνης καί τῆς ἀνταπόδοσης ἀπό τό «ὀφθαλμός ἀντί ὀφθαλμοῦ» στίς διδασκαλίες τοῦ Χριστοῦ ἐν κατακλεῖδι, εἶναι ζωτικής σημασίας δηλαδή ουσιαστική. Ὁ Ἰησοῦς προσέφερε ἕνα ὑψηλότερο ἠθικό πρότυπο πού εἶχε ὡς ἐπίκεντρο τή συγχώρεση, τή μή ἀντίσταση καί τήν ἀλλαγή τῶν ἀνθρώπων καί τῶν κοινοτήτων μέσω τῆς ἀγάπης καί τῆς συμφιλίωσης. Ἡ προσέγγιση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης προσπαθοῦσε νά διασφαλίσει τήν ἀνάλογη τιμωρία. Αὐτή ἡ πνευματοποίηση τῆς δικαιοσύνης μᾶς ἀναγκάζει νά σκεφτοῦμε τίς ἐπιπτώσεις τῶν πράξεων στόν ἐσωτερικό μας ἑαυτό καί στίς διαπροσωπικές μας σχέσεις, ἐκτός ἀπό τίς ἄμεσες ἐπιπτώσεις τους.

Ἡ αἰώνια ἀπορία πως παρουσιάζεται ο Χριστός στην ζωή μας, ενσαρκώνεται στην κυριολεξία στο  πρόσωπο του εχθρού μας, «Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί», ἡ δυναμική τῆς παρουσίας του Χριστού,  ἡ ἑκούσια καί συνειδητή ἐπιλογή νά εἶναι ἀναμεσά μας, ἀλλά καί μακριά μας, νά φανερώνεται ἀλλά νά εἶναι ἀφανής. «Ἀπροϋπόθετη σιωπή, ἀπροϋπόθετη ὑπακοή, ἀπροϋπόθετη χαρά: ὅ,τι εἶναι φυσικό γιά τά λουλούδια καί τά πουλιά εἶναι τέχνη γιά τόν ἄνθρωπο. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως δέν ὀφείλουν μόνο νά τά μιμηθοῦν, ἀλλά καί νά ἐπιλέξουν νά διδαχθοῦν ἀπό αὐτά τή σιωπή, τήν ὑπομονή καί τή χαρά. Μέ ἄλλα λόγια, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι μποροῦμε καί πρέπει νά ἐπιλέγουμε τόν ἑαυτό μας, καί μέ αὐτόν τόν τρόπο καί μόνο νά γινόμαστε τελικά ὁ ἑαυτός μας».

Ἡ παρουσία τῆς θεότητας τοῦ Χριστοῦ θά ἦταν πιό λογική στό μυαλό μας ἄν περιελάμβανε τό μεγαλεῖο καί τή λαμπρότητα τοῦ Θείου, ὡστόσο ο ανθρώπινος νους δεν δύναται να χωρέσει το μεγαλειο της θεότητας, «Ἄπειρον τό θεῖον καί ἀκατάληπτον· καί τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καί η ἀκαταληψία. Ὅσα δε λέγομεν ἐπί Θεοῦ καταφατικῶς, οὗ τήν φύσιν, ἀλλά τά περί τήν φύσιν δηλοῖ· οὐδέν γαρ τῶν ὄντων ἔστιν», ἒτσι ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ στο σχέδιο τῆς οἰκονομίας ἐπιλέγει ἀντί νά βγάλει τήν καλύπτρα, νά γεννηθεῖ καί νά κρύψει ἀκόμα περισσότερο τή θεότητά Του, νά εἶναι ἀθόρυβος, νά εἶναι ἀνεπαίσθητος, με αὐτόν τόν τρόπο γίνεται καταληπτός. 

 Ὁ Παῦλος Εὐδοκίμωφ ἀναφέρει ρεαλιστικότατα: «ὁ Θεός κρύβεται καί μέσα ἀπό τήν φανέρωσή του καί αὐτό εἶναι τό μεγάλο μυστήριο τοῦ κρυμμένου Θεοῦ». Καί ἐδῶ ἔρχεται τό ἐπιστέγασμα σέ ὅλα πού κάνει τήν πίστη μας καί τή θεολογία μας μοναδική. Ἡ νέα δυναμική προσέγγιση τοῦ Εὐαγγελίου ἀναστατώνει σύμπασα τήν κοινή γνώμη τοῦ σύγχρονου κόσμου εκείνης της εποχής καθότι «ὁ Θεός τῶν χριστιανῶν εἶναι ἀπό τούς πιό παράξενους, δέν μοιάζει σέ τίποτα μέ τίς ἀνθρώπινες ἰδέες γιά τόν Θεό καί αὐτός ὁ ἀνήκουστος χαρακτήρας καθορίζει τήν πνευματική ζωή» ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Βόμβα μεγατόνων, ὅλο καινούργιο, ὅλο πρωτοποριακό, ὅλο μοναδικό καί ΟΛΟ ΑΛΗΘΙΝΟ. Η μοναδικότητα του Θεου, η ασφάλεια της αληθινής πίστης και η προσωπική συγκατάθεση στην τηρηση των εντολών Του, πραγματωνεται ορθά μόνο «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν».

Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός μας καί πάνω σέ αὕτη τή φωτεινή μοναδική καί ἀληθινή θεότητα βασίζουμε τήν ὕπαρξή μας, πάνω σέ αὐτή τή μοναδική θεότητα στηρίζουμε τή ζωή μας, πάνω σέ αὐτή τή θεότητα προσδοκοῦμε τήν ἀνάστασή μας  «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας».  Η μόνη ταύτιση που ὑπάρχει στην σχέση του  Θεού με τόν ἄνθρωπον καί τήν Τριαδική Θεότητα, στέκει στήν ἀνεξαρτησίᾳ που προσφέρει η ἐλεύθερη βούληση καί τό μόνο που ἀπομένει είναι να προσδοκᾶ, να ἐπιμένει, να περιμένει, να ΑΓΑΠΑ. «Εἶναι δυνατή σάν τόν θάνατο ἡ ἀγάπη καί ἀχόρταγος ὁ πόθος σάν τόν Ἅδη». Στην αγάπη δινεται η μεγαλύτερη ἔμφαση καί ὀφείλουμε ὅλοι νά κατανοήσουμε την μοναδικότητα «τῆς αγαπώσης καρδίας» καί να τό πάρουμε ἀπόφαση «τήν σωτηρία τήν ἐπιφέρει μόνον ὁ Χριστός καί ὄχι ὁ Χριστιανισμός ὡς σύστημα». Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Δαμασκηνός Παπανδρέου στήν Ναζιστική Γερμανία ὅταν ἄνθησε ὁ Προτεσταντισμός εἶπε: «οἱ κυβερνῆτες, τό στοίχημα μέ τούς χριστιανούς δέν εἶναι ἡ ἔνταξή τους στήν πίστη πού καθοδηγεῖ τίς πράξεις τους, ἀλλά ἡ ἔνταξή τους στό σύστημα πού λέγεται Χριστιανισμός μέσα ἀπό τόν ἔλεγχό τοῦ συστήματος, θά κυβερνήσουνε». 

Αὐτό δέν θά γίνει ποτέ στήν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, δέν εἶναι χαράτσι ἡ πίστη, οὔτε ὑπουργεῖο ἡ ἐκκλησία, «ὁ Θεός τήν αἴνεσίν μου μή παρασιωπήσῃς, ὅτι στόμα ἁμαρτωλοῦ καί στόμα δολίου ἐπ’ ἐμέ ἠνοίχθη. Ἐλάλησαν κατ’ ἐμοῦ γλώσση δολία καί λόγοις μίσους ἐκύκλωσάν με καί ἐπολεμήσαν με δωρεάν. Ἀντί τοῦ ἀγαπᾶν με, ἐνδιέβαλλόν με, ἐγώ δέ προσηυχόμην. Και ἔθεντο κατ’ ἐμοῦ κακά ἀντί ἀγαθῶν καί μῖσος ἀντί τῆς ἀγαπήσεώς μου». Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ζωντανός ὀργανισμός μέ κεφαλή τόν Θεό! «Ἔλθετε καί ἄς ἐπιστρέψουμε πρός τόν Κύριον. Διότι αὐτός διεσπάραξε καί θέλει μᾶς ἰατρεύσει. Ἐπάταξε καί θέλει περιδέσει τήν πληγήν ἡμῶν» καί προσευχητικά καταφεύγουμε σέ Ἐκεῖνον, τόν Ἕνα καί Ἀληθινό Θεό καί παραθέτουμε τά μοίχεια τοῦ εἶναι μας καί τόν προσκαλοῦμε νά μᾶς ἀναμορφώσει. «Κατά τό πλῆθος τῶν ὀδυνῶν μου ἐν τῇ καρδίᾳ μου, αἱ παρακλήσεις σου εὔφραναν τήν ψυχήν μου. Καί ἐγενετό μοι Κύριος εἰς καταφυγήν καί ὁ Θεός μου εἰς βοηθόν ἐλπίδος μου».

Οἱ ἀναλύσεις αὐτές φαντάζουν κουραστικές καί ξένες ὡς πρός τή δική μας ἀντίληψη καί κατανόηση. Εἶναι περίπλοκα σχήματα πού μᾶς μπερδεύουν. Δεν ἀρκεῖ μόνο νά κρατήσουμε τα τρία σημεῖα ΠΙΣΤΗ, ΑΓΑΠΗ, ΕΛΠΙΔΑ. Χρειαζόμαστε ακόμα, Εμπιστοσύνη στόν Χριστό,  Ἀγάπη στήν Ἐκκλησία Του, Ἐλπίδα ὅτι καί μέσα ἀπό τή φτωχή μας προσπάθεια να αποδεχτούμε ἀπροϋπόθετα τόν ἀδελφόν μας, ὁ Θεός θά ἐκτιμήσει τά προτερήματά μας, τά ταλέντα μας καί θά μᾶς ὁδηγήσει στή σωτηρία!

Κλείνοντας αὐτή τήν συλλογιστική πορεία, ἐπιθυμῶ νά κάνω μιά ἀναφορά σέ ἕνα γεγονός τοῦ Γεροντικοῦ ἀπό τήν ζωή καί τήν διδακτική δράση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας:

«Ἦταν ἕνας γέροντας ἀσκητής καί ἀναχωρητής, ὁ ὁποῖος ἀσκήτευσε σ’ ἕναν ἔρημο τόπο 70 χρόνια, μέ νηστεία, παρθενία καί ἀγρυπνία.

Στά τόσα δέ χρόνια πού δούλευε στόν Θεό, δέν ἀξιώθηκε νά δεῖ καμία ὀπτασία καί ἀποκάλυψη ἐκ Θεοῦ. Καί σκέφθηκε, λέγοντας τοῦτο: “Μήπως γιά καμίαν ἀφορμή πού δέν ξέρω ἐγώ, δέν ἀρέσει τοῦ Θεοῦ ἡ ἄσκησή μου, καί ἡ ἐργασία μου εἶναι ἀπαράδεκτη; Μήπως γιά τοῦτο δέν μπορῶ νά ἔχω ἀποκάλυψη καί νά δῶ κανένα μυστήριο;”.

Αὐτά λογιζόμενος ὁ γέροντας, ἄρχισε νά δέεται καί νά παρακαλεῖ τόν Θεό περισσότερο, προσευχόμενος καί λέγοντας: “Κύριε, ἐάν σοῦ ἀρέσει ἡ ἄσκησή μου καί δέχεσαι τά ἔργα μου, δέομαί σου ὁ ἁμαρτωλός καί ἀνάξιος, νά χαρίσεις καί σέ μένα κάποιο ἀπό τά χαρίσματά σου, γιά νά πληροφορηθῶ μέ μία φανέρωση ἑνός μυστηρίου ὅτι ἄκουσες τή δέησή μου, γιά νά περνῶ θαρρετά καί πληροφορημένα τήν ἀσκητική μου ζωή”.

Ἐνῶ τά ἔλεγε αὐτά ὁ ἅγιος γέροντας καί παρακαλοῦσε, ἄκουσε τή φωνή τοῦ Θεοῦ νά τοῦ λέει: “Ἄν μέ ἀγαπᾶς καί θέλεις νά δεῖς τή δόξα μου, πήγαινε μέσα στή βαθύτατη ἔρημο, καί θά σοῦ ἀποκαλυφθοῦν μυστήρια”. Ὅταν ἄκουσε αὐτή τή φωνή ὁ γέροντας, βγῆκε ἀπό τό κελλί του. Ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκε, τόν συνάντησε ἕνας ληστής, ὁ ὁποῖος ὅταν εἶδε τόν ἀββᾶ, ὅρμησε μέ βία ἐναντίον του, θέλοντας νά τόν σκοτώσει.

Ὅταν τόν ἔπιασε, τοῦ εἶπε: “Σέ καλή ὥρα σέ συνάντησα, Γέροντα, γιά νά τελειώσω τήν ἐργασία μου καί νά σωθῶ. Διότι ἐμεῖς οἱ ληστές ἔχουμε τέτοια συνήθεια καί τέτοιο νόμο καί πίστη. Ὅτι δηλαδή ὅποιος μπορέσει νά κάνει ἑκατό φόνους, πηγαίνει στόν παράδεισο. Ἐγώ, μετά ἀπό πολλούς κόπους ἕως τώρα, ἔκανα ἐνενήντα ἐννιά φόνους. Μοῦ λείπει ἀκόμα ἕνας γιά νά τελειώσω τήν ἑκατοντάδα μου καί νά σωθῶ. Λοιπόν, σοῦ χρωστάω μεγάλη χάρη καί σέ εὐχαριστῶ, γιατί σήμερα γιά σένα θ’ ἀπολαύσω τόν παράδεισο”.

Ὅταν ἄκουσε τά λόγια τοῦ ληστῆ ὁ γέροντας, ξαφνιάστηκε καί τρόμαξε μέ τόν ξαφνικό καί ἀνέλπιστο πειρασμό. Καί ἀφοῦ μέ τό νοῦ του κοίταξε πρός τόν Θεό, σκέφτηκε καί εἶπε:

“Αὐτή εἶναι ἡ δόξα σου, Δέσποτα Κύριε, πού θέλησες νά δείξεις σέ μένα τόν δοῦλο σου; Τέτοια συμβουλή ἔδωσες σέ μένα τόν ἁμαρτωλό, νά βγῶ ἀπό τό κελλί μου, γιά νά μέ πληροφορήσεις τέτοιο φοβερό μυστήριο; Μέ τέτοιες δωρεές ἀμείβεις τούς κόπους τῆς ἀσκήσεως πού ἔκανα γιά σένα; Τώρα ἀληθινά γνώρισα, Κύριε, ὅτι ὅλος ὁ κόπος τῆς ἀσκήσεώς μου ἦταν μάταιος· καί ὅλες οἱ προσευχές μου θεωρήθηκαν ἀπό σένα σίχαμα καί βδέλυγμα. Ὅμως εὐχαριστῶ τή φιλανθρωπία σου, Κύριε, ὅτι, καθώς γνωρίζεις, παιδεύεις τήν ἀναξιότητά μου, ὅπως μοῦ πρέπει, γιά τίς ἀμέτρητες ἁμαρτίες μου καί μέ παρέδωσες στά χέρια τοῦ ληστῆ καί φονιᾶ”.

Αὐτά λέγοντας ὁ γέροντας, λυπημένος, δίψασε πολύ καί εἶπε στό ληστή: “Παιδί μου, ἐπειδή μέ τό νά εἶμαι ἁμαρτωλός, μέ παρέδωσε ὁ Θεός στά χέρια σου νά μέ θανατώσεις καί νά γίνει ἔτσι ἡ ἐπιθυμία σου, ὅπως τό θέλησες, καί ἐγώ στεροῦμαι τή ζωή, σάν κακός ἄνθρωπος πού εἶμαι, γι’ αὐτό σέ παρακαλῶ κάνε μου μία χάρη καί ἕνα πολύ μικρό θέλημα καί δός μου λίγο νερό νά πιῶ, καί μετά ἀποκεφάλισέ με”.

Ὅταν ἄκουσε ὁ ληστής τόν λόγο τοῦ γέροντα, θέλοντας μέ προθυμία νά ἐκπληρώσει τήν ἐπιθυμία του, ἔβαλε στή θήκη τό σπαθί, πού κρατοῦσε, καί ἔβγαλε ἀπό τόν κόρφο του ἕνα δοχεῖο καί πῆγε στό ποτάμι πού ἦταν ἐκεῖ κοντά καί ἔσκυψε νά τό γεμίσει, γιά νά φέρει στόν γέροντα νά πιεῖ. Καί ἐκεῖ πού προσπαθοῦσε νά γεμίσει τό ἀγγεῖο, πέθανε.

Ὅταν πέρασε λίγη ὥρα καί δέν ἐρχόταν ὁ ληστής, σκεπτόταν ὁ γέροντας καί ἔλεγε: “Μήπως καί ἦταν νυσταγμένος καί ἔπεσε καί ἀποκοιμήθηκε καί γιά αὐτό ἀργεῖ καί ἔτσι μπορῶ νά φύγω καί νά πάω στό κελλί μου; Ἐπειδή ὅμως εἶμαι γέρος, φοβᾶμαι, γιατί δέν ἔχω δύναμη νά τρέξω, θά κουραστῶ καί θά μέ προφθάσει, καί στόν θυμό του θά μέ τυραννήσει χωρίς λύπη, κόβοντάς με ζωντανό σέ πολλά κομμάτια. Λοιπόν ἄς μή φύγω, ἀλλά ἄς πάω στό ποτάμι, νά δῶ τί κάνει”.

Πῆγε λοιπόν ὁ γέροντας μέ τέτοιες σκέψεις καί τόν βρῆκε πεθαμένο. Ὅταν τόν εἶδε γέμισε θαυμασμό καί ἔκπληξη. Καί σηκώνοντας τά χέρια του στόν οὐρανό ἔλεγε: “Κύριε φιλάνθρωπε, ἐάν δέν μοῦ ἀποκαλύψεις τό μυστήριο αὐτό, δέν κατεβάζω τά χέρια μου. Λυπήσου λοιπόν τόν κόπο μου καί φανέρωσέ μου αὐτό τό πρᾶγμα”.

Ἐνῶ προσευχόταν ὁ γέροντας, ἦλθε Ἄγγελος Κυρίου καί τοῦ εἶπε: “Βλέπεις, ἀββᾶ, αὐτόν πού βρίσκεται μπροστά σου πεθαμένος; Ἐξ αἰτίας σου πέθανε μέ αἰφνίδιο θάνατο, γιά νά γλυτώσεις ἐσύ καί νά μή σέ θανατώσει. Λοιπόν θάψε τον ὡς ἕνα σωσμένο. Διότι ἡ ὑπακοή πού ἔκανε σέ σένα καί ἔκρυψε τό φονικό σπαθί στή θήκη του, γιά νά πάει νά σοῦ φέρει νερό, νά σβήσει τή φλόγα τῆς δίψας σου, μέ αὐτό τό ἔργο καταπράϋνε τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ καί τόν δέχθηκε ὡς ἐργάτη τῆς ὑπακοῆς. Καί ἡ ὁμολογία τῶν ἐνενήντα ἐννέα φόνων θεωρήθηκε ὡς ἐξομολόγηση.

Λοιπόν θάψε τον καί ἔχε τον μέ τούς σωσμένους. Καί γνώρισε ἀπ’ αὐτό, τό πέλαγος τῆς φιλανθρωπίας καί εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ. Καί πήγαινε χαίροντας στό κελλί σου καί νά εἶσαι πρόθυμος στίς προσευχές σου καί νά μή λυπᾶσαι καί νά λές, ὅτι πώς εἶσαι ἁμαρτωλός καί στερημένος ἀπό ἀποκάλυψη.

Γιατί ὅπως εἶδες σοῦ ἀπεκάλυψε ὁ Θεός ἕνα μυστήριον. Νά ξέρεις δέ καί τοῦτο, ὅτι ὅλοι οἱ κόποι τῆς ἀσκήσεώς σου εἶναι δεκτοί ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, διότι δέν ὑπάρχει κανένας κόπος πού γίνεται γιά τόν Θεό καί νά ἀπορρίπτεται ἀπ’ αὐτόν”.

Ἀφοῦ ἄκουσε αὐτά ὁ γέροντας ἔθαψε τόν νεκρό».

Ἡ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου Θεοῦ δέν ἀφήνει κανέναν ἀνελέητο, κανέναν μόνο. Ὁ Χριστός μᾶς ξέρει, ἐπιμένει στήν πόρτα, χτυπᾶ καί ξαναχτυπᾶ καί περιμένει νά ἀνοίξουμε. «Νομοθέτησόν με Κύριε, Συνέτισόν με καί ἐξερευνήσω τόν νόμον σου καί φυλάξω αὐτόν ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ μου. Ὁδήγησόν με ἐν τῇ τρίβῳ τῶν ἐντολῶν σου, ὅτι αὐτήν ἠθέλησα. Κλῖνον τήν καρδία μου εἰς τά μαρτύριά σου, καί ἀπόστρεψον τούς ὀφθαλμούς μου, τοῦ μή ἰδεῖν ματαιότητα. Καί ἔλθοι ἐπ’ ἐμέ τό ἔλεός σου Κύριε, τό σωτήριον σου κατά τόν λόγον σου». 

Κοιτᾶξτε ὅμως μιά οὐσιαστική στιγμή, προσκαλεῖ κάθε στρατιώτη ἐλεύθερα νά προσεγγίσει τή θεία χάρη καί νά ἀγωνιστεῖ μαζί του, ὅμως ἡ ζωή μας ἔχει τόση δυσκολία πού ὅπως «ἕνας ἀναμμένος φοῦρνος δέν ἀρκεῖ γιά νά ψήθει τό ψωμί», ἔτσι καί ἡ πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ χωρίς τή δική μας συγκατάθεση δέν ἀρκεῖ γιά τή σωτηρία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Coelho, Paulo, Τό ἐγχειρίδιο τοῦ πολεμιστῆ τοῦ φωτός, Ἐκδοτικός Οἶκος Α. Α. Λιβάνη, Ἀθήνα 1998.

Γεροντικό: Ἀποφθέγματα τῶν Ἁγίων Γερόντων, τόμ. Α΄. Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2013.

Δεσπότης, Σωτήριος Σ., Ὁ Κώδικας τῶν Εὐαγγελίων: Ἑρμηνεία καί ἑρμηνευτική τῶν Συνοπτικῶν Εὐαγγελίων, Ἐκδόσεις Σταμούλη, Ἀθήνα 2009.

Eliot, T. S., Ἡ ἰδέα μιᾶς χριστιανικῆς κοινωνίας, Μετάφραση Λένα Παπαθεμελῆ, ἐπιμ. Δημήτριος Βαμβακᾶς, Πρόλογος Δαμασκηνοῦ Παπανδρέου, Ἐκδόσεις Ἁρμός, Ἀθήνα 2013.

Εὐδοκίμωφ, Παῦλος, Ἡ πάλη μέ τόν Θεό, Πατριαρχικό Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1991.

Ἡ Καινή Διαθήκη, Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 2007.

Ἡ Παλαιά Διαθήκη κατά τούς Ἑβδομήκοντα, Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 2012.

Kierkegaard, Søren, Τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ καί τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ: Τρεῖς θεοσεβεῖς λόγοι, Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθήνα 2018.

Papathanasiou, Evangelos, Yunanistan Trakya’sınıda, mezar geleneği ve tipolojisi (Yüksek Lisans Tezi, T.C. Trakya Üniversitesi, Sosyal Bilimler Enstitüsü, Görsel Kültür Anabilim Dalı), Edirne 2019.

Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης, Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν, Ἱερά Μονή Χρυσοπηγῆς, Χανιά 2014.

Σταμούλης, Χρυσόστομος Α., Τί γυρεύει ἡ ἀλεπού στό παζάρι; Κείμενα γιά τό διάλογο τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τήν πόλη, τήν πολιτική καί τόν πολιτισμό, Ἐκδόσεις Ἁρμός, Ἀθήνα 2016.

Yu, Bok-Kon, Ἡ ἀποστολή τοῦ Ἰησοῦ καί τῶν μαθητῶν στό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο. Διδακτορική διατριβή, Τμῆμα Θεολογίας, Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Θεσσαλονίκη 2005.

Διαβάστε ακόμα