Του Πρωτ. Κωνσταντίνου Παπαθανασίου, Ἐφημ. Ι. Ναού Κοιμ. Θεοτόκου Παλαιού Φαλήρου
Σε νέα έκδοση κυκλοφορήθηκε το έργο της Ιεράς Γυναικείας Κοινοβιακής Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Αιγιαλείας με τίτλο «Ιερομόναχος Ευσέβιος Γιαννακάκης – Επίγειος άγγελος και ουράνιος άνθρωπος».
Στις 608 σελίδες του βιβλίου καταγράφεται η οσία ζωή και το πνευματικό έργο της εξέχουσας αυτής εκκλησιαστικής προσωπικότητας, του χαρισματικού Γέροντος Ευσεβίου. Η αφήγηση ξεκινά από την παιδική ηλικία και τη νεανική του προετοιμασία, ενώ περιλαμβάνει τη θητεία του στο αλβανικό μέτωπο κατά τη διάρκεια του 1940. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη μοναχική του πορεία στην Ιερά Μονή Αγίας Λαύρας και την πολυετή διακονία του ως ιερέας στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, όπου προσέφερε παρηγοριά στους ασθενείς.
Παράλληλα, το βιβλίο ιστορεί τον ρόλο του ως κτίτορα και ιδρυτή ιερών μονών, καθώς και τη δράση του ως πνευματικού καθοδηγητή πολυάριθμων πιστών. Η βιογραφία ολοκληρώνεται με την εξιστόρηση των τελευταίων ημερών του, την οσιακή του κοίμηση (19 Ιουνίου 1995) και τη διαρκή πνευματική του κληρονομιά. Πρόκειται για μια συνολική παρουσίαση ενός ενάρετου βίου αφιερωμένου στην ορθόδοξη εκκλησιαστική άσκηση, την αφειδώλευτη ποιμαντική αγάπη και την έμπρακτη προς πάντας φιλανθρωπία.
Η παρουσία του πολυσέβαστου Γέροντος αποτέλεσε ένα αληθινό δώρο της ευσπλαχνίας του Κυρίου, αφενός μεν για το κλεινόν άστυ των Αθηνών, αφετέρου δε για την ευλογημένη επαρχία της Αιγιαλείας. Διαβάζοντας κανείς αυτές τις σελίδες, η σκέψη ανατρέχει εύκολα πολλά χρόνια πίσω. Ήταν Οκτώβριος του 1956, όταν ένας νέος έφτασε από την Πάτρα στην Αθήνα ως πρωτοετής φοιτητής της Θεολογίας. Από θεία ευλογία, βρήκε στέγη στο Φοιτητικό Οικοτροφείο «Ο Απόστολος Παύλος», το οποίο βρισκόταν στους Αμπελοκήπους, μια ανάσα από το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο.
Εκεί, στα υπόγεια του νοσοκομείου, κάθε Κυριακή, ο εφημέριος του ιδρύματος –ο ταπεινός λευίτης του Υψίστου– τελούσε την αναίμακτη θεία Μυσταγωγία για τους ασθενείς και το νοσηλευτικό προσωπικό. Ωστόσο, η χάρη της λειτουργίας προσέλκυε και πλήθος εξωτερικών επισκεπτών, οι οποίοι προσέρχονταν ελεύθερα για να λατρεύσουν τον ζώντα Θεό και να μεταλάβουν των Αχράντων Μυστηρίων από το Ποτήριον της Ζωής.
Το κείμενό σας συνεχίζει στο ίδιο εξαιρετικό, κατανυκτικό ύφος! Υπάρχουν μόνο ελάχιστα σημεία που χρειάζονται προσοχή, κυρίως ένα τυπογραφικό λάθος («έλεγα» αντί για «έλεγε») και κάποιες μικρές εκφραστικές βελτιώσεις στον επίλογο για να αποφευχθούν επαναλήψεις (π.χ. το «εκ νέου επανέκδοση» είναι πλεονασμός, αφού η επανέκδοση σημαίνει ήδη έκδοση εκ νέου).
Σύντομα, η σεβάσμια μορφή του κατέστη κύριος πόλος έλξης για τους εκκλησιαζομένους. Σεμνός, ταπεινός, ήρεμος και γλυκομίλητος, εξέπεμπε μια βαθιά θεϊκή γαλήνη που σαγήνευε τις ψυχές των πιστών. Κατάφερνε έτσι το ακατόρθωτο: αν και το κρύο περιβάλλον ενός νοσοκομειακού υπογείου δεν προσφερόταν εκ φύσεως για προσευχή, η δική του προσευχητική παρουσία το μετέτρεπε σε έναν κατανυκτικό χώρο λατρείας.
Με τον εμπειρικό λόγο του, ο Γέροντας δίδασκε στις μοναχές την τέχνη για την αντιμετώπιση των λογισμών. Ως όπλα στον αόρατο αυτό πόλεμο προέβαλλε την περιφρόνησή τους και την ευχή του Ιησού. Έλεγε χαρακτηριστικά:
«Γιατί να δίνουμε χρόνο στο λογισμό; Είναι πολύτιμος, πολυτιμότατος ο χρόνος για το μοναχό και τη μοναχή. Έχουμε δουλειές, έχουμε κανόνα, έχουμε την ευχή να λέμε, έχουμε το διακόνημά μας, το Χριστό έχουμε, γιατί να χάνουμε χρόνο με το λογισμό;
Να μην κουβεντιάζουμε με τους λογισμούς· τελεία, τελεία περιφρόνηση. Οι λογισμοί, άμα δεν τους δώσεις σημασία, φεύγουν, δεν θα σταθούν. Άμα τους κρατάμε, θα κάνουν φωλιά μέσα… Έχουμε κάνει καμιά συμφωνία και εταιρεία με τους λογισμούς; Ή έχουμε ιδιαίτερο ενδιαίτημα να τους υποδεχθούμε, να τους δώσουμε καφέ και γλυκό, να τους περιποιηθούμε;» (σελ. 436).
Δεν έλεγε ποτέ πολλά. Ακόμα και στις συμβουλές ήταν φειδωλός. Ο λόγος του όμως ήταν διεισδυτικός· χαρασσόταν ανεξίτηλα στην καρδιά του άλλου. Είχε το χάρισμα να στρέφει τη συζήτηση από τα κοσμικά και ανώφελα στα πνευματικά, χωρίς να ελέγχει. Ο λόγος του ήταν πάντα πνευματικός και πατερικός. Μακριά από κάθε εκκοσμίκευση και υπερηφάνεια, μιλούσε απλά και ανεπιτήδευτα, χωρίς υπονοούμενα. Ήταν αυθεντικός, ακέραιος και ευθύς. Ό,τι έλεγε, αυτό εννοούσε. Δεν γνώριζε διπλωματίες ή κολακείες, και πίστευε με απλό λογισμό κάθε άνθρωπο. Προικισμένος με την αρετή της αγαθωσύνης, είχε αγαθή καρδιά και αγαθούς λογισμούς.
Κλείνοντας, θεωρούμε μεγάλη ευλογία την παρούσα έκδοση, που πραγματοποιήθηκε με την επιμέλεια του Εκκλησιαστικού Οργανισμού της Αποστολικής Διακονίας. Πρόκειται για τη δέκατη (Ι΄) έκδοση, καθώς έχουν ήδη κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα δεκαοκτώ χιλιάδες αντίτυπα. Ας ευχηθούμε να πορευόμαστε σύμφωνα με τις θεόσοφες διδαχές του και να μας συνοδεύουν πάντοτε οι ευχές του μακαρίου Γέροντα και πνευματικού μας Πατέρα.




