Μια έντονη δηµόσια συζήτηση «άνοιξε» η πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε σημαντικές αυξήσεις στις αποδοχές του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, καθώς και των µητροπολιτών της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η σχετική πρόβλεψη περιλαµβάνεται στο άρθρο 56 του πολυνοµοσχεδίου του υπουργείου Εθνικής Οικονοµίας και Οικονοµικών και οδηγεί σε εξίσωση των µηνιαίων, µικτών αποδοχών των ιεραρχών στο ποσό των 4.671,90 ευρώ.
Σύµφωνα µε τα στοιχεία της ρύθµισης, οι αυξήσεις κυµαίνονται από 60% έως και 95%, ενώ µεταβάλλεται συνολικά ο τρόπος υπολογισµού των αποδοχών. Αντί του προηγούµενου συστήµατος βασικού µισθού και επιδοµάτων, υιοθετείται ένα ενιαίο µισθολογικό πλαίσιο, που συνδέεται µε ανώτατες διοικητικές βαθµίδες του κρατικού µηχανισµού. Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, υπερασπίστηκε τη νοµοθετική παρέµβαση, σηµειώνοντας ότι επρόκειτο για πάγιο αίτηµα της Εκκλησίας. Οπως ανέφερε, δυσκολεύεται να αποδεχθεί ότι οι αποδοχές των µητροπολιτών ήταν χαµηλότερες από εκείνες του µουφτή, ενώ υπογράµµισε και το διοικητικό έργο που επιτελούν ως επικεφαλής των µητροπόλεών τους.
Ωστόσο, η ρύθµιση έρχεται σε µια περίοδο κατά την οποία η συζήτηση για τα εισοδήµατα, τις αµοιβές στο ∆ηµόσιο και την οικονοµική πίεση που αντιµετωπίζουν πολλά νοικοκυριά παραµένει έντονη. Για τον λόγο αυτόν, η απόφαση έχει βρεθεί στο επίκεντρο του δηµόσιου διαλόγου, µε διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς τη χρονική συγκυρία και τις προτεραιότητες της οικονοµικής πολιτικής.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Mητροπολίτης Μεσσηνίας, κ. Χρυσόστοµος, µιλώντας στα «Παραπολιτικά», εξηγεί ότι «η απόφαση αυτή είναι µια δίκαιη επίλυση ενός αιτήµατος που υπήρχε ήδη από το 2003. Οταν τότε, για πρώτη φορά, εξοµοιώθηκαν οι µισθοί των αρχιερέων µε τους µισθούς των ανώτατων δικαστικών». Σύµφωνα µε τον ίδιο, «από το 2003 και µετά, µέχρι το 2017 δεν έγινε καµία αναπροσαρµογή αυτής της µισθοδοσίας. ∆ιότι υπήρχε ένα ειδικό µισθολόγιο: ήταν µισθολόγιο θέσεως, χωρίς επιδόµατα, ούτε χρονοεπιδόµατα ούτε κάποια άλλη µορφή επιδόµατος. Και το δεύτερο ήταν ότι εµφανίστηκε η οικονοµική κρίση, όπου πλέον είχαµε ένα πάγωµα των µισθών. Το 2017 άλλαξε το µισθολόγιο. Εντάχθηκε στο γενικό, το ενιαίο µισθολόγιο των δηµοσίων υπαλλήλων, µε αποτέλεσµα οι µισθοί που παίρνουµε να αναπροσαρµοστούν προς τις ισχύουσες νέες µισθολογικές διατάξεις, και µάλιστα ως προς τη θέση την οποία κατέχουµε, την αντίστοιχη θέση του γενικού γραµµατέα των υπουργείων. Ετσι, λοιπόν, έγινε αυτή η αναπροσαρµογή».
Ερωτηθείς κατά πόσο η αύξηση ανταποκρίνεται στις πραγµατικές ανάγκες των επισκόπων, ο µητροπολίτης Μεσσηνίας απαντά ότι «είναι άλλο οι πραγµατικές ανάγκες, άλλο αν ανταποκρίνεται στα µισθολογικά κλιµάκια και στις θέσεις τις οποίες κατέχουµε ως δηµόσιοι λειτουργοί. Το δεύτερο ισχύει».
Μητροπολίτης Μεσσηνίας: “Το ζήτηµα αφορά τη µισθολογική αντιστοίχιση µε τη θέση ευθύνης”
Σχολιάζοντας τις αιτιάσεις για το εάν η αύξηση έρχεται σε αντίθεση µε το πνεύµα της εκκλησιαστικής λιτότητας, ο ίδιος υποστηρίζει ότι το ζήτηµα δεν αφορά τη λιτότητα, αλλά τη µισθολογική αντιστοίχιση µε τη θέση ευθύνης που κατέχουν οι µητροπολίτες στο πλαίσιο του ∆ηµοσίου. «∆εν είναι θέµα εκκλησιαστικής λιτότητας. Είναι θέµα ότι στο ελληνικό ∆ηµόσιο υπάρχει µια αναλογία µεταξύ θέσεως στο ∆ηµόσιο και αντίστοιχης µισθολογικής απολαβής. Το ότι µπορεί να υπάρχει πρόβληµα οικονοµικό µεταξύ των ανθρώπων το αναγνωρίζουµε. Αλλά πρέπει να ξέρετε ότι η Εκκλησία κάθε χρόνο δίνει 117 εκατ. ευρώ για να ανταποκριθεί στα κοινωνικά, τα ποιµαντικά και τα φιλανθρωπικά αιτήµατα του κόσµου. Οταν η επιβάρυνση αυτής της διαφοράς που θα µας δώσουν ανάγεται στο ποσό των 7,2 εκατ. ευρώ και η Εκκλησία δίνει 117 εκατ. για το ποιµαντικό, το κοινωνικό και το φιλανθρωπικό της έργο, καταλαβαίνετε ότι µιλάµε για άνισα πράγµατα. Συγκρίνουµε άνισα πράγµατα. Σκοπός µας δεν είναι να βγούµε και να τα πούµε αυτά, αλλά δυστυχώς αναγκαζόµαστε να λέµε κάποια πράγµατα που δεν επιτρέπεται να λέµε. Ούτε επιτρέπεται να προκαλούµε τους µητροπολίτες να πουν εάν δίνουν ή δεν δίνουν µέρος από τον µισθό τους για τη βοήθεια κάποιων ανθρώπων», ανέφερε χαρακτηριστικά.
“Θέμα της πολιτείας”
Ο µητροπολίτης Μεσσηνίας απαντά και στην κριτική επί του θέµατος που έχει διατυπωθεί από πολίτες που ενδεχοµένως αντιµετωπίζουν οικονοµικές δυσκολίες: «H Eκκλησία δεν είναι για να λύνει τα προβλήµατα αυτά. Η Eκκλησία βοηθάει να λυθούν τα προβλήµατα επικουρικά σε κάθε τοπικό επίπεδο, που είναι οι µητροπόλεις, και ποτέ δεν ασχολείται µε το πώς θα λυθούν τα οικονοµικά, τα µισθολογικά ή τα συνταξιοδοτικά ζητήµατα. ∆εν είναι δικό της ζήτηµα. Οποτε, όµως, κληθεί, εκείνη ανταποκρίνεται. Είναι, νοµίζω, λαϊκισµός να κάνουµε τέτοιου είδους συγκρίσεις. Ούτε επειδή πεινάνε κάποιοι πρέπει να πεινάσουν όλοι, ούτε επειδή είναι κάποιοι πλούσιοι πρέπει να γίνουν όλοι πλούσιοι. ∆εν γίνεται αυτό». Για όσους αµφισβητούν τη συµβολή της Εκκλησίας στην κοινωνική στήριξη, ο κ. Χρυσόστοµος στάθηκε ιδιαίτερα στο φιλανθρωπικό έργο που επιτελείται, υποστηρίζοντας ότι αυτό δεν χρειάζεται δηµόσια προβολή.
«Η Εκκλησία παράγει κοινωνικό έργο. Το κάνουµε. Πρέπει να βγω, όµως, και να πω πόσα δίνω κάθε µήνα από τον δικό µου µισθό για να βοηθήσω φοιτητές ή να βοηθήσω ασθενείς, που είναι κυρίως παιδιά; Πρέπει να βγω να τα πω; Αυτή είναι η δουλειά µου; Ή η δουλειά µου είναι να τους βοηθήσω;». Στο ερώτηµα εάν υπάρχουν και άλλοι επαγγελµατικοί κλάδοι που πιστεύει ότι θα έπρεπε να ενισχυθούν µισθολογικά αντιστοίχως, σηµείωσε ότι πρόκειται για θέµα της Πολιτείας. «∆εν αµφιβάλλω, αλλά δεν είναι δικό µας θέµα αυτό να το πούµε. Αυτό είναι το θέµα της κυβερνήσεως και του οικονοµικού επιτελείου της». Η συζήτηση που άνοιξε µε τη νέα µισθολογική ρύθµιση δεν φαίνεται να κλείνει µε την ψήφιση του νόµου. Αντίθετα, αναµένεται να συνεχιστεί, καθώς οι διαφορετικές προσεγγίσεις γύρω από το ζήτηµα εξακολουθούν να τροφοδοτούν τον δηµόσιο διάλογο.
parapolitika.gr