Του Ιωάννου Π. Μπουγά, Θεολόγου
Τον τελευταίο καιρό στον εκκλησιαστικό χώρο της Ελλάδος, παρατηρείται μία συνεχής επιθετικότητα εναντίον των Μητροπολιτών της Εκκλησίας, με διάφορα άρθρα στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Επιθετικότητα, η οποία προέρχεται από ανθρώπους, οι οποίοι μπήκαν σε ναό κατά τη διάρκεια της βάπτισής τους και έκτοτε δεν ξαναμπήκαν, αλλά και από κάποιους, οι οποίοι θέλουν να λέγονται ορθόδοξοι χριστιανοί υπερασπιζόμενοι την αλήθεια της πίστεως και τις περισσότερες φορές ανήκουν σε διάφορες φατρίες, οργανώσεις, ομάδες, ή ακόμη και σε παρέες καφενείου.
Οι διάφορες επιθέσεις ενάντια στους Επισκόπους δεν είναι βεβαίως νέο φαινόμενο. Οι υποτιθέμενες κατηγορίες, οι οποίες συνήθως εκτοξεύονται από ιδεοληπτικούς, αναφέρονται σε ηθικές παρεκτροπές, οικονομικές ατασθαλίες, κακή διοίκηση, μη υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων, αφωνία απέναντι στην εθνική προδοσία της χώρας μας, στην οικονομική εξαθλίωση και υποδούλωση του λαού μας και πολλά άλλα ευφάνταστα κατηγορητήρια. Τα χρησιμοποιούν όλα αυτά προκειμένου να διασύρουν τους Επισκόπους στα «έντυπα και ηλεκτρονικά ιεροεξεταστικά ειδώλια».
Όλοι αυτοί, οι κρίνοντες τους Επισκόπους, αγνοούν ότι στην Εκκλησία ο Επίσκοπος είναι μοναδικός και μόνος. Μοναδικός στη συγκεκριμένη Επισκοπή και πάντα σε σχέση με το σώμα της Εκκλησίας και μόνος πάντα πάλι σε σχέση με τον εαυτό του, δηλαδή όσο και αν φαίνεται ότι ευρίσκεται μαζί με άλλους ανθρώπους, σε ξεχωριστή θέση μάλιστα. Στην πραγματικότητα ενώ είναι μοναδικός είναι μόνος, νοιώθει όπως και ο Χριστός, που εβίωσε πολλές φορές την εμπειρία της μοναξιάς. Δεν έχει ποιόν να εμπιστευτεί, να μιλήσει, να διαδεχθεί μαζί του. Είναι γνωστά σε όλους τα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα. Συνήθως οι περί τον Επίσκοπο λαϊκοί και κληρικοί έχουν ένα κίνητρο και έναν σκοπό, το συμφέρον.
Πολλοί πιστοί αναμιγνύονται στον τρόπο διαχειρίσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας και της διοικήσεως των εκκλησιαστικών Ιδρυμάτων και των Ενοριών με κίνητρα κυρίως οικονομικά αλλά και ψηφοθηρικά. Άλλοι έχουν άποψη για τις αμαρτίες και τις παραλείψεις των άλλων και ιδιαιτέρως των κληρικών και είναι έτοιμοι να καταδικάσουν αλλά και να συκοφαντήσουν τους αγάμους, και όχι μόνον, κληρικούς, κινούμενοι από ηθικιστικά ελατήρια πίσω από τα οποία και πάλι κρύβεται ίδιον όφελος εξαιτίας των δικών τους ανασφαλειών και επιθυμιών. Άλλοι και άλλες πάλι θέλοντας να ικανοποιήσουν την όποια ψυχολογική τους ανασφάλεια κινούνται περί τον Επίσκοπο, πιστεύοντας ότι δεν μπορεί ούτε στιγμή να κάνει ο επίσκοπος χωρίς αυτούς.
Όλες αυτές οι αλλοτριωτικές του εκκλησιαστικού γεγονότος εκδηλώσεις πραγματοποιούνται από ανθρώπους οι οποίοι έχουν υποκριτική συμπεριφορά και όπως προαναφέρθηκε, συμφεροντολογικά κίνητρα, βέβαιο είναι ότι θεωρούν την Εκκλησιαστική κοινότητα ως κάτι το χρήσιμο και χρηστικό, το οποίο τυχαίνει να έχει κάποια θέση στην κοινωνία.
Για όλους αυτούς η Εκκλησία δεν είναι η μεταμορφωτική δύναμη των ανθρώπων και του κόσμου, αλλά ο χώρος για συναισθηματική ηρεμία, ψυχολογική ανακούφιση και ηθική βελτίωση. Αφού δεν έχει δύναμη μεταμόρφωσης η Εκκλησία δεν έχει και ο Επίσκοπος, ο όποιος είναι για αυτούς ένας καλός κρατικός υπάλληλος με εξουσία.
Η παρούσα αναφορά δεν σκοπεύει να υπερασπιστεί Επισκόπους, εξάλλου δεν είναι έργο του λαϊκού μέλους της Εκκλησίας η κατηγορία και ο έπαινος των Ποιμένων της Εκκλησίας. Σκοπό έχει να προβληματίσει για το λόγο, για τον οποίο εκφέρονται αυτές οι κατηγορίες και οι αποδόσεις ευθυνών. Βεβαίως οι κατηγορίες πολλές φορές έχουν το ίδιο κίνητρο με τους επαίνους, το συμφέρον. Είτε δηλαδή κατηγορείς, είτε επαινείς τον Επίσκοπο κίνητρο έχεις το οικονομικό ή οποιοδήποτε άλλο μικροσυμφέρον. Καταντήσαμε όλοι να έχουμε απόψεις για το τι πρέπει να πράξει και πως να το πράξει ο Επίσκοπος.
Κρίνουμε δηλαδή τον Επίσκοπο και κατακρίνουμε αυτόν με τα δικά μας ιδιοτελή κριτήρια. Μάλιστα εκφραζόμαστε ως εξής με τον γελοίο τρόπο -ο χαρακτηρισμός είναι επιεικής- «εγώ αν ήμουν Επίσκοπος θα έκανα,..». Ουδέν σχόλιον, τέτοιες κουβέντες φανερώνουν ανθρώπους παντελώς άσχετους με τον εκκλησιαστικό τρόπο του «ζήν» και σχετικούς με τον συμφεροντολογικό τρόπο του παρεκκλησιαστικώς «χαμέρπειν».
Όταν καθυβρίζουμε και κατακρίνουμε τους Επισκόπους μοιάζουμε με τους ανθρώπους αυτούς που όταν κάνουν λάθη βρίζουν το κεφάλι, το χέρι, το μάτι τους. Στην ουσία δηλαδή κάνοντας αυτήν την «κριτική του καφενείου» στους Επισκόπους, ασκούμε κριτική σε μας τους ιδίους μόνο που εθελοτυφλούμε. Αν έχουμε τις όποιες αντιρρήσεις καταθέτουμε αυτές στον Επίσκοπό μας, ως Ποιμένα, και αυτός τις καταθέτει εν τω σώματι των Επισκόπων, εν τω σώματι της Εκκλησίας εν Συνόδω, η οποία και θα λάβει τις αποφάσεις.
Αλλά, υπάρχει και βαθύτατη άγνοια για τη θέση του Επισκόπου στην Εκκλησία. Ο Επίσκοπος ταυτίζεται με την Επισκοπή του. Ταύτιση με την Επισκοπή σημαίνει όχι απλώς την λήψη ενός ονόματος, αλλά μία εκκλησιαστική σύναξη , όπου είμαστε όλοι εμείς και ο Επίσκοπος ένα σώμα.
Η αφοσίωση μας στον Επίσκοπο και στην εκκλησιαστική μας σύναξη πρέπει να είναι σταθερή, ειλικρινής και με επίγνωση, ανωτέρα συμφερόντων, μακριά από πειρασμούς εξουσίας, δόξας καί χρημάτων. Αφοσίωση σημαίνει ότι ο πιστός για κάθε ζήτημα που αφορά την εκκλησιαστική του σύναξη και όλη την Εκκλησία ομιλεί, όχι για να πιέσει και να προσβάλει τους Επισκόπους, αλλά για να καταδείξει την υιική του φιλοστοργία και υπακοή, χωρίς υστεροβουλίες προκειμένου να ικανοποιεί το συμφέρον του, αλλά για να θριαμβεύσει δια του Επισκόπου το κοινό συμφέρον και να δοξασθεί η Εκκλησία, γιατί μέσα σε Αυτήν, ως δοξαζόμενο μέλος, ο κάθε πιστός ζη το παρόν, προσδοκά και ελπίζει το σωτήριο μέλλον.
Είναι ανάγκη να κατανοήσει ο κάθε πιστός ότι οι με υστεροβουλία ενέργειες μας, χάριν του ατομικού συμφέροντος, σχετικά με τον Επίσκοπό μας, επιφέρουν την εξευτέλιση της Εκκλησίας και ημών ως μελών αυτής.
Αποτελεί η επιθετικότητα εναντίον των Επισκόπων, ένα από τα φαινόμενα εκκοσμίκευσης στην Ορθόδοξη Εκκλησία και η λύση είναι να αφοσιωθούμε περισσότερο και ειλικρινέστερα στην Εκκλησία και στους Επισκόπους για την σωτηρία μας, Να κατανοήσουμε ποιά είναι η θέση μας ως «βασιλείου ιερατεύματος», γιατί εκτός Εκκλησίας και Επισκόπου δεν υπάρχει σωτηρία, αφού Εκκλησία και Επίσκοπος είναι το ίδιον όνομα και πράγμα, κάτι το οποίο βιώνουν και σήμερα οι ευσεβείς στον Χριστό πιστοί, το λείμμα, το οποίο ποτέ δεν θα εκλείψει από την Εκκλησία του Χριστού και την ανθρωπότητα. Ο Χριστός ήταν, είναι και θα είναι μαζί με αυτό.
Αυτό το ευσεβές λείμμα αποτελεί και τον οδηγό για την αλλαγή στην κοινωνία και τη μεταμόρφωση αυτής σε κοινωνία σχέσων, σύμφωνα με την παρακάτω πρακτική:
«Πήγε κάποτε ο αββάς Αμμωνάς σε κάποιον τόπο για να γευματίσει. Εκεί κοντά ήταν και ένας αδερφός που είχε κακή φήμη. Συνέβη μάλιστα να πάει και να μπει στο κελί του αδελφού η γυναίκα για την οποίαν τον κακολογούσαν. Οι κάτοικοι της περιοχής, μόλις το έμαθαν, ξεσηκώθηκαν και πήραν την απόφαση να διώξουν τον μοναχό από το κελί. Και όταν πληροφορήθηκαν ότι ο Επίσκοπος Αμμωνάς βρισκόταν στην περιοχή τους, πήγαν και τον παρακάλεσαν να πάει μαζί τους.
Σαν τα ‘μαθε αυτά ο αδελφός, πήρε την γυναίκα και την έκρυψε μέσα σε ένα μεγάλο πιθάρι.
Κατέφθασε το πλήθος και ο αββάς Αμμωνάς αντιλήφθηκε τι συνέβη, αλλά χάριν του Θεού σκέπασε το γεγονός.
Μπήκε λοιπόν στο κελί του αδελφού, κάθισε πάνω στο πιθάρι και διέταξε να ερευνήσουν το κελί.
Όταν όμως έψαξαν και δεν βρήκαν την γυναίκα, τους είπε ο αββάς Αμμωνάς: «Τι συμβαίνει λοιπόν; Ο Θεός να σας συγχωρέσει».
Και αφού προσευχήθηκε, απομάκρυνε τον κόσμο. Έπιασε τότε από το χέρι τον αδελφό και του είπε: «Πρόσεχε την ψυχή σου αδελφέ» και με τον λόγο αυτόν, έφυγε.» (Τό Μέγαν Γεροντικόν, τόμ. Β΄, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου Τό Γενέσιον της Θεοτόκου, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 471).

