Θρησκευτικός τουρισμός: Προσκύνημα ή τουριστική περιήγηση;

Του Επαμεινώνδα Μανδρώνη

Στο περιθώριο της προσκυνηματικής επισκέψεως του Συνοδικού Γραφείου Προσκυνηματικών Περιηγήσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη, την Πρήγκιπο, τη Νίκαια της Βιθυνίας και την Προύσα, δόθηκε η ευκαιρία για μια ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων γύρω από τον θρησκευτικό και προσκυνηματικό τουρισμό, αλλά και για μια σειρά από ζητήματα που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο αυτός μπορεί να αναπτυχθεί, χωρίς να αποσυνδεθεί από τον ποιμαντικό του χαρακτήρα.

Στο πλαίσιο της επίσκεψης, στην οποία συμμετείχε και ο Διευθυντής Στρατιωτικών Ιερέων, Πρωτοπρεσβύτερος Ταξίαρχος Νεκτάριος Μαρκάκης, προσκεκλημένος του Διευθυντή του Συνοδικού Γραφείου, Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτη Σπυρίδωνα Κατραμάδου, πραγματοποιήθηκε μια ανεπίσημη συζήτηση με αφορμή τις εισηγήσεις και τις τοποθετήσεις που είχαν προηγηθεί από τους συμμετέχοντες και τους εισηγητές.

Δεν επρόκειτο για συνέντευξη, ούτε για μια προγραμματισμένη ή δομημένη συζήτηση. Ήταν μια αυθόρμητη ανταλλαγή σκέψεων, η οποία, ωστόσο, ανέδειξε ζητήματα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να σχεδιαστεί και να αναπτυχθεί ο θρησκευτικός τουρισμός.

Παρακάτω καταγράφονται ορισμένοι από τους προβληματισμούς που τέθηκαν, όχι ως μια ολοκληρωμένη τοποθέτηση, αλλά ως συμβολή σε έναν ευρύτερο διάλογο για τη δεοντολογία και τις προϋποθέσεις ανάπτυξης του προσκυνηματικού τουρισμού.

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που αναδείχθηκαν αφορά τον ίδιο τον σκοπό της ανάπτυξης του θρησκευτικού τουρισμού.

Τι θέλουμε πραγματικά να πετύχουμε; Ποιος είναι ο σκοπός του και ποιος ο ρόλος του μέσα στη ζωή της Εκκλησίας;

Το ερώτημα αυτό οδηγεί αναπόφευκτα και σε μια σειρά από επιμέρους προβληματισμούς. Ποια θα πρέπει να είναι τα όρια, ώστε η ανάπτυξη των προσκυνηματικών περιηγήσεων να μην οδηγήσει, σε αποδυνάμωση της ενοριακής ζωής; Πώς μπορεί να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο ο πιστός θα συμμετέχει σε προσκυνηματικές επισκέψεις, χωρίς αυτές να αποτελούν υποκατάστατο της σταθερής σχέσης του με την ενορία και την τοπική Εκκλησία;


Με άλλα λόγια, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να καλλιεργηθεί μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η πίστη δεν εξαντλείται στην προσκυνηματική μετακίνηση και στην επίσκεψη σε ιερούς τόπους, αλλά συνδέεται πρωτίστως με τη συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας.

Στο ίδιο πλαίσιο τέθηκε και ένας ακόμη προβληματισμός: ο θρησκευτικός τουρισμός δεν θα πρέπει να εξελιχθεί σε μια αναζήτηση «χαρισματικών γερόντων» ή συγκεκριμένων προσώπων, εις βάρος της ποιμαντικής παρουσίας και του έργου του εφημερίου μέσα στην ενορία.

Προσκύνημα ή απλώς περιήγηση;

Ένα δεύτερο ζήτημα αφορά τον κίνδυνο ο θρησκευτικός τουρισμός να περιοριστεί τελικά σε έναν κατάλογο προορισμών και σε έναν «τουριστικό οδηγό» για μεμονωμένους περιηγητές-προσκυνητές.

Η προσκυνηματική περιήγηση μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μια οργανωμένη μετακίνηση από έναν τόπο σε έναν άλλο. Ιδιαίτερα όταν η ίδια η ενορία αναλαμβάνει την οργάνωση μιας ιεραποδημίας, οι συμμετέχοντες μπορούν να διατηρούν την αίσθηση ότι δεν ταξιδεύουν απλώς ως τουρίστες ή μεμονωμένοι προσκυνητές, αλλά ως μέλη μιας συγκεκριμένης εκκλησιαστικής κοινότητας.

Η διάσταση αυτή δημιουργεί μια διαφορετική προσέγγιση του προσκυνήματος, καθώς η περιήγηση συνδέεται με την ενοριακή ζωή και όχι απλώς με την επίσκεψη σε έναν θρησκευτικό χώρο.

Ο ρόλος της Θείας Λατρείας

Ένα ακόμη ερώτημα αφορά το περιεχόμενο των ίδιων των προσκυνηματικών επισκέψεων.


Οι συμμετέχοντες σε μια θρησκευτική περιήγηση θα είναι απλώς επισκέπτες και θεατές θρησκευτικών χώρων; Θα περιορίζονται στην προσκύνηση ενός ναού, μιας εικόνας ή ενός Ιερού Λειψάνου ή θα υπάρχει δυνατότητα η επίσκεψη να οδηγεί σε ουσιαστικότερη συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας στη Θεία Λατρεία;

Από αυτή την άποψη, τίθεται και ένα πρακτικό ζήτημα: θα πρέπει το πρόγραμμα μιας προσκυνηματικής περιήγησης να προσαρμόζεται, όπου είναι δυνατόν, στη λειτουργική ζωή του τόπου ή θα σχεδιάζεται αποκλειστικά με βάση τις ανάγκες και το πρόγραμμα των μετακινούμενων προσκυνητών;

Μια διαφορετική πρόταση για τις ιεραποδημίες

Μέσα από αυτή τη συζήτηση αναδείχθηκε και μια ενδιαφέρουσα προοπτική: η προσκυνηματική περιήγηση θα μπορούσε, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να σχεδιάζεται όχι μόνο ως επίσκεψη σε έναν ιερό τόπο, αλλά και ως αφορμή για την οργάνωση και τέλεση Θείας Λατρείας σε ναούς, ιερές μονές, αλλά και προσκυνήματα που βρίσκονται σε απομακρυσμένες περιοχές.

Μια τέτοια προσέγγιση, βεβαίως, προϋποθέτει συνεργασία με την οικεία εκκλησιαστική αρχή. Η οποιαδήποτε ακολουθία θα πρέπει να πραγματοποιείται με τον προβλεπόμενο εκκλησιαστικό τρόπο, είτε από επιχώριο κληρικό είτε, με την σχετική άδεια, από τον συνοδό κληρικό της προσκυνηματικής ομάδας.

Έτσι, η προσκυνηματική περιήγηση μπορεί να αποκτήσει μια επιπλέον διάσταση, να μην μεταφέρει απλώς ανθρώπους σε έναν τόπο, αλλά να δημιουργεί παράλληλα δεσμούς με την τοπική Εκκλησία και να συμβάλλει στη λειτουργική ζωή ακόμη και απομακρυσμένων εκκλησιαστικών κοινοτήτων.

Οι παραπάνω προβληματισμοί δεν επιχειρούν να δώσουν μια ολοκληρωμένη απάντηση στο σύνθετο ζήτημα του θρησκευτικού και προσκυνηματικού τουρισμού.

Θέτουν, όμως, ορισμένα βασικά ερωτήματα τα οποία δύσκολα μπορούν να αγνοηθούν, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία ο προσκυνηματικός τουρισμός βρίσκεται στο επίκεντρο πρωτοβουλιών, συνεργασιών και οργανωμένων δράσεων από την Εκκλησία, την Πολιτεία και τους φορείς του τουρισμού.


Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο η αύξηση των προσκυνηματικών μετακινήσεων ή η ανάδειξη περισσότερων θρησκευτικών προορισμών. Είναι και η διαμόρφωση ενός πλαισίου μέσα στο οποίο η ανάπτυξη του θρησκευτικού τουρισμού θα μπορεί να συνδυάζεται με τον σεβασμό στον πνευματικό χαρακτήρα των τόπων, στην εκκλησιαστική τάξη και στην ενοριακή ζωή.

Και ίσως αυτό ακριβώς να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που χρειάζεται να συζητηθούν περαιτέρω, ποια θα πρέπει να είναι τα όρια, οι αρχές και οι προϋποθέσεις του θρησκευτικού και προσκυνηματικού τουρισμού.

Διαβάστε ακόμα