Δύο διαφορετικοί δρόμοι ζωής – Ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς καί οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι

Τοῦ Ἀρχιμ. Νήφωνος Συριανοῦ

Πρωτοσυγκέλλου – Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μητροπόλεως Γλυφάδας

Δύο ἐκ διαμέτρου ἀντίθετες εἰκόνες προβάλλει ἐνώπιόν μας ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία. Ἀπό τή μία πλευρά, τόν πλούσιο τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ὁ ὁποῖος ζοῦσε μέσα στήν ἀφθονία καί τήν πολυτέλεια, ἀλλά εἶχε κλεισμένη τήν καρδιά του ἀπέναντι στόν ἀνθρώπινο πόνο. Καί ἀπό τήν ἄλλη, τούς Ἁγίους Ἀναργύρους, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ διέθεταν τήν ἐπιστημονική γνώση καί τήν δυνατότητα ἀποκτήσεως πλούτου ἀπό τήν ἐργασία τους, ἐπέλεξαν νά προσφέρουν δωρεάν τίς ὑπηρεσίες τους, θεραπεύοντας καί ἀνακουφίζοντας τόν πάσχοντα ἄνθρωπο.

Δύο διαφορετικές καρδιές, δύο διαφορετικές στάσεις ζωῆς. Ὁ ἕνας συσσώρευε ἀγαθά γιά τόν ἑαυτό του, οἱ ἄλλοι διέθεταν τά χαρίσματά τους γιά τόν πάσχοντα συνάνθρωπο. Ὁ ἕνας ἀδιαφοροῦσε γιά τόν ἀνθρώπινο πόνο, πού βρισκόταν μπροστά στήν πόρτα του. Οἱ ἄλλοι, ὅμως, ἀναζητοῦσαν τόν ἄνθρωπο πού ὑπέφερε, γιά νά τοῦ προσφέρουν ἀνακούφιση καί θεραπεία. 

Ἄς σταθοῦμε, ὅμως, πρῶτα στήν εὐαγγελική παραβολή.

Ὁ πλούσιος εἶχε τά πάντα. Ζοῦσε μέσα στήν πολυτέλεια, ἀπολάμβανε καθημερινά τά ἀγαθά του. Καί ὅμως, ἔξω ἀπό τήν πόρτα του βρισκόταν ἕνας φτωχός ἄνθρωπος, ὁ Λάζαρος, γεμᾶτος πληγές, πεινασμένος καί ἐγκαταλελειμμένος, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε νά χορτάσει ἀκόμη καί ἀπό τά ψίχουλα πού ἔπεφταν ἀπό τό τραπέζι τοῦ πλουσίου.

Τό τραγικό στήν περίπτωση τοῦ πλουσίου δέν ἦταν ὅτι εἶχε περιουσία, ἀλλά τό ὅτι δέν εἶχε ἀγάπη. Δέν ἦταν ὅτι διέθετε ἀγαθά, ἀλλά ὅτι δέν θέλησε νά τά μοιραστεῖ. Δέν ἀναγνώρισε στόν Λάζαρο ἕναν ἀδελφό, δέν διέκρινε στό πρόσωπό του τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.

Ἀξίζει νά προσέξουμε, ὅτι ὁ Λάζαρος δέν βρισκόταν κάπου μακριά. Ἦταν μπροστά στήν πόρτα τοῦ πλουσίου. Ἦταν ἡ καθημερινή πρόσκληση τοῦ Θεοῦ νά ἀγαπήσει, νά ἐλεήσει, νά προσφέρει. Ἦταν μία εὐκαιρία σωτηρίας πού βρισκόταν καθημερινά μπροστά του. Ἐκεῖνος, ὅμως, παρέμενε ἐγκλωβισμένος στόν ἑαυτό του. Ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται καί ἡ μεγάλη πνευματική ἀλήθεια τῆς παραβολῆς∙ ὁ ἄνθρωπος δέν κρίνεται μόνο ἀπό ὅσα πράττει ἐναντίον τῶν ἄλλων, ἀλλά καί ἀπό ὅσα παραλείπει νά πράξει ὑπέρ αὐτῶν. Γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος, ἀναφερόμενος στήν τελική κρίση, λέγει χαρακτηριστικά: «Ἐπείνασα γάρ, καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καί ἐποτίσατέ με» (Ματθ. 25, 35). Καί ἀποκαλύπτει, ὅτι κάθε πράξη ἀγάπης πρός τόν ἐλάχιστο ἀδελφό μας ἀποτελεῖ πράξη ἀγάπης πρός τόν ἴδιο: «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. 25, 40).

Ἀπέναντι, λοιπόν, στόν πλούσιο τῆς παραβολῆς, ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει σήμερα τούς Ἁγίους Ἀναργύρους, Κοσμᾶ καί Δαμιανό. Ἐκεῖνοι εἶχαν τήν δυνατότητα νά πλουτίσουν ἀπό τήν ἐπιστήμη καί τήν ἐργασία τους. Θά μποροῦσαν νά ἐκμεταλλευθοῦν τήν ἀνάγκη τῶν ἀσθενῶν καί νά μετατρέψουν τόν ἀνθρώπινο πόνο σέ εὐκαιρία προσωπικοῦ κέρδους. Δέν τό ἔκαναν, ὅμως. Ἔγιναν Ἀνάργυροι! Δέν ἐμπορευματοποίησαν τό χάρισμά τους, ἀλλά τό ἔθεσαν στήν ὑπηρεσία τοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἔβλεπαν στό πρόσωπο τοῦ κάθε ἀσθενοῦς ἕναν πελάτη, ἀλλά ἕναν ἀδελφό. Δέν ὑπολόγιζαν τί θά κερδίσουν, ἀλλά τί θά μποροῦσαν νά προσφέρουν. Ἡ ἀναργυρία τους δέν ἦταν ἁπλῶς ἡ ἀπουσία χρηματικῆς ἀμοιβῆς. Ἦταν ἔκφραση μιᾶς βαθύτερης πνευματικῆς ἐλευθερίας. Εἶχαν ἀπελευθερώσει τήν καρδιά τους ἀπό τήν κυριαρχία τοῦ χρήματος καί εἶχαν καταστήσει τήν ἐπιστήμη τους διακονία ἀγάπης. Δέν θεωροῦσαν τά χαρίσματά τους προσωπική ἰδιοκτησία, ἀλλά δωρεά τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία προσέφεραν στόν πάσχοντα συνάνθρωπο.

Ἐάν ὁ πλούσιος εἶχε ἕναν φτωχό ἄνθρωπο ἔξω ἀπό τήν πόρτα του καί δέν τοῦ ἔδωσε οὔτε τά ψίχουλα, οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι εἶχαν μπροστά τους ἀσθενεῖς ἀνθρώπους καί τούς προσέφεραν τήν ἐπιστήμη, τόν χρόνο, τά ἀγαθά καί τήν καρδιά τους.

Ὁ πρῶτος δέν μπόρεσε νά δεῖ στόν φτωχό τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ· οἱ δεύτεροι ἀφιέρωσαν τή ζωή τους γιά νά ὑπηρετήσουν αὐτήν ἀκριβῶς τήν εἰκόνα.

Αὐτή εἶναι ἡ διαφορά ἀνάμεσα στή φιλαυτία καί τήν φιλαδελφία, ἀνάμεσα στή φιλαργυρία καί τήν ἀνιδιοτελῆ προσφορά. Καί αὐτή εἶναι ἡ ἀληθινή ἔννοια τοῦ χριστιανικοῦ πλούτου. Διότι ὁ ἄνθρωπος δέν γίνεται πραγματικά πλούσιος ἀπό ὅσα συγκεντρώνει γιά τόν ἑαυτό του, ἀλλά ἀπό ὅσα προσφέρει μέ ἀγάπη στόν ἀδελφό του. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ὑπενθυμίζει, ὅτι «ἱλαρόν δότην ἀγαπᾶ ὁ Θεός» (Β΄ Κορ. 9, 7), ἐνῷ ὁ Κύριος μᾶς παραδίδει ἕναν λόγο, πού συνοψίζει ὁλόκληρη τή ζωή τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων∙ «Μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἤ λαμβάνειν» (Πράξ. 20, 35).

Τό μήνυμα αὐτό δέν ἀφορᾶ μόνο τούς ἰατρούς καί τούς ἀνθρώπους τῆς ἐπιστήμης. Ἀφορᾶ τόν καθένα μας. Ὅλοι ἔχουμε κάποιο χάρισμα, κάποια δυνατότητα, κάποια εὐθύνη, μέ τήν ὁποίαν μποροῦμε νά ὑπηρετήσουμε τόν ἀδελφό μας. Ἄλλος μέ τά ὑλικά ἀγαθά του, ἄλλος μέ τίς γνώσεις του, ἄλλος μέ τόν χρόνο του, ἄλλος μέ ἕναν παρηγορητικό λόγο καί μία πράξη συμπαράστασης. Δέν χρειάζεται νά εἴμαστε πλούσιοι γιά νά προσφέρουμε. Χρειάζεται νά ἔχουμε καρδιά πού ἀγαπᾶ.

Ἡ παραβολή τοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου μᾶς ὑπενθυμίζει, ὅτι ἡ ἐπίγεια ζωή μας δέν εἶναι τό τέλος. Ὁ θάνατος ἀποκαλύπτει τήν ἀληθινή ἀξία τῶν ἐπιλογῶν μας. Ὁ πλούσιος δέν μπόρεσε νά πάρει μαζί του τά πολυτελῆ ἐνδύματα καί τά πλούσια γεύματα. Οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι, ὅμως, ἄφησαν πίσω τους ἕναν πνευματικό πλοῦτο πού παραμένει ζωντανός μέσα στούς αἰῶνες∙ τό παράδειγμα τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης καί τῆς θυσιαστικῆς προσφορᾶς.

Γι᾿ αὐτό, ἄς ἀναρωτηθοῦμε:: Πόσοι Λάζαροι βρίσκονται στή δική μας πόρτα; Πόσοι ἄνθρωποι περιμένουν ἀπό ἐμᾶς ἕναν λόγο, μία ἐπίσκεψη, μία βοήθεια; Μήπως εἴμαστε τόσο ἀπορροφημένοι ἀπό τίς προσωπικές μας μέριμνες, ὥστε δέν ἀντιλαμβανόμαστε τόν πόνο πού ὑπάρχει δίπλα καί γύρω μας;

Ἄς μήν ἀδικήσουμε τούς ἑαυτούς μας, ζῶντας ὅπως ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς, κλεισμένοι στόν ἑαυτό μας καί ἀδιάφοροι γιά τόν ἀδελφό μας. Ἄς μιμηθοῦμε τούς Ἁγίους Ἀναργύρους, οἱ ὁποῖοι μᾶς διδάσκουν, ὅτι ἡ πραγματική ἀξία τῆς ζωῆς βρίσκεται στήν προσφορά καί ὅτι ὁ ἀληθινός πλοῦτος δέν εἶναι ὅσα κρατᾶμε γιά τόν ἑαυτό μας, ἀλλά ὅσα προσφέρουμε ἀπό ἀγάπη. Ἄς τούς παρακαλέσουμε νά πρεσβεύουν στόν γλυκύτατο Χριστό μας, ὥστε νά θεραπεύει τίς ἀσθένειες τοῦ σώματος, ἀλλά καί τίς πνευματικές ἀσθένειες τῆς ψυχῆς μας∙ τήν φιλαυτία, τήν φιλαργυρία, τήν ἀδιαφορία καί τήν σκληρότητα τῆς καρδιᾶς. Καί ἄς κρατήσουμε βαθιά μέσα μας τό μήνυμα τῆς σημερινῆς ἡμέρας:

Ὁ πλούσιος εἶχε μπροστά του τόν Λάζαρο καί δέν τόν εἶδε. Οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι ἔβλεπαν σέ κάθε ἀσθενῆ τόν ἀδελφό τους καί στό πρόσωπό του τόν ἴδιο τόν Χριστό.

Αὐτό εἶναι τελικά, 

προσφιλεῖς ἀδελφοί, 

τό κριτήριο τῆς χριστιανικῆς μας ζωῆς∙ ὄχι πόσα ἀποκτήσαμε, ἀλλά πόσα προσφέραμε. Ὄχι πόσο πλούσιοι φανήκαμε ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά πόσο πλούσιοι γίναμε σέ ἀγάπη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 

Διαβάστε ακόμα