Του Πρωτοπρ. Κωνσταντίνου Κρυπωτού, Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου της Ι. Μ. Μαντινείας και Κυνoυρίας, υποψηφίου Διδάκτορος του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας ΕΚΠΑ
Επιτέλους, κάποια στιγμή πρέπει όλοι μας, κληρικοί και λαϊκοί, να συνειδητοποιήσουμε ποιον δρόμο αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε και τι ακριβώς είναι η Εκκλησία. Το γράφω με πόνο ψυχής και πρώτα απ’ όλα το γράφω για εμάς τους κληρικούς.
Η Ιερωσύνη δεν είναι επάγγελμα, δεν είναι καριέρα, δεν είναι δημόσιες σχέσεις, δεν είναι προσωπική προβολή και ασφαλώς δεν είναι ένα διαβατήριο που μας επιτρέπει να περιφερόμαστε από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη ως αυτόκλητοι σωτήρες, αναζητώντας ακροατήρια, θαυμαστές και πνευματικούς οπαδούς. Η Ιερωσύνη είναι Σταυρός, ευθύνη, διακονία, θυσία και καθημερινή απολογία ενώπιον του Θεού για τις ψυχές που Εκείνος εμπιστεύθηκε στα χέρια μας.
Δυστυχώς, όμως, με μεγάλη μου λύπη βλέπω αδελφούς κληρικούς να στέκονται διαρκώς μπροστά στην κάμερα ενός κινητού τηλεφώνου και να αισθάνονται ότι πρέπει να έχουν άποψη για τα πάντα και να τη δημοσιοποιούν.
Ο ένας θα μιλήσει για τα τατουάζ, ο άλλος για τον αυνανισμό, ο άλλος για τις προσωπικές και ερωτικές σχέσεις των ανθρώπων, άλλος θα φθάσει στο σημείο να χαρακτηρίσει μία τραγουδίστρια «ιεραπόστολο» και κάθε ημέρα πρέπει να υπάρχει μία καινούργια δήλωση, ένα καινούργιο βίντεο, μία καινούργια ατάκα που θα προκαλέσει συζήτηση, σχόλια, προβολές και κοινοποιήσεις.
Αναρωτιέμαι πραγματικά: αυτή είναι η αποστολή μας; Γι’ αυτό φορέσαμε το ράσο; Αυτό μας ζήτησε ο Χριστός όταν μας κάλεσε στην Ιερωσύνη; Να γίνουμε σχολιαστές της επικαιρότητας και πρωταγωνιστές των κοινωνικών δικτύων;
Ο κόσμος έχει χορτάσει από ανθρώπους που μιλούν. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που αγαπούν. Έχει ανάγκη από πατέρες. Από ιερείς που θα γονατίσουν μπροστά στην Αγία Τράπεζα, που θα εξομολογήσουν ώρες ολόκληρες χωρίς κάμερες, που θα μπουν στο νοσοκομείο, που θα περάσουν την πόρτα μιας φυλακής, που θα καθίσουν δίπλα στον μοναχικό ηλικιωμένο, που θα βοηθήσουν κρυφά μια οικογένεια που πεινά, που θα ακούσουν ένα παιδί που βρίσκεται σε απόγνωση και που το βράδυ θα κλείσουν την πόρτα τους και θα προσευχηθούν για τον πόνο των ανθρώπων που συνάντησαν. Αυτή είναι η Ιερωσύνη.
Και υπάρχουν, δόξα τω Θεώ, χιλιάδες άγνωστοι ιερείς που τη διακονούν έτσι, σε χωριά, σε πόλεις, σε νοσοκομεία, σε ιδρύματα, σε φυλακές, σε ακριτικές ενορίες, χωρίς κάμερες, χωρίς ακολούθους, χωρίς χειροκροτήματα και χωρίς κανείς να γνωρίζει το όνομά τους.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη σοβαρότερο. Πού ακούστηκε ιερέας να παρουσιάζεται περίπου ως θεραπευτής του σακχάρου ή οποιασδήποτε άλλης ασθένειας; Πού ακούστηκε να ζητούν από ανθρώπους να φέρουν προσωπικά αντικείμενα ή ακόμη και εσώρουχα για να «διαβαστούν», ώστε δήθεν να βρουν ταίρι; Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το Ευαγγέλιο, τα Ιερά Μυστήρια και την ορθόδοξη πνευματική ζωή; Από πότε η Εκκλησία έγινε μαντείο; Από πότε ο ιερέας έγινε μέντιουμ; Από πότε η ευχή της Εκκλησίας μετατράπηκε σε μαγική συνταγή που υπόσχεται γάμο, υγεία, χρήματα, επιτυχία ή λύση κάθε ανθρώπινου προβλήματος; Αυτά δεν είναι το φρόνημα της Ορθοδοξίας. Η Εκκλησία δεν λειτουργεί με μαγικές πράξεις και ο ιερέας δεν κατέχει κάποια προσωπική υπερφυσική δύναμη την οποία ενεργοποιεί κατά παραγγελία.
Τα Μυστήρια δεν είναι μαγεία. Η ευχή δεν είναι ξόρκι. Το πετραχήλι δεν είναι φυλαχτό. Ο Σταυρός δεν είναι γούρι. Η Θεία Κοινωνία δεν είναι μαγικό φίλτρο και ο πνευματικός δεν είναι μάντης που γνωρίζει ποιον θα παντρευτείς, πότε θα παντρευτείς, τι θα σου συμβεί αύριο ή από ποια ασθένεια θα θεραπευτείς.
Η Εκκλησία προσεύχεται για τον ασθενή, στέκεται δίπλα του, ζητά το έλεος και τη Χάρη του Θεού, αλλά δεν μετατρέπει την πίστη σε υποκατάστατο της ιατρικής ούτε τον ιερέα σε θαυματοποιό. Και επιτρέψτε μου εδώ να απευθυνθώ και στους πιστούς με αγάπη αλλά και με απόλυτη ειλικρίνεια: αδελφοί μου, μην είστε αφελείς.
Το λέω με μεγάλη λύπη και όχι για να προσβάλω κανέναν. Μην πιστεύετε οτιδήποτε ακούτε μόνο και μόνο επειδή το είπε κάποιος που φορά ράσο. Το ράσο δεν καταργεί την ανθρώπινη αδυναμία ούτε εξασφαλίζει το αλάθητο. Μην τρέχετε από τη μια άκρη της Ελλάδος στην άλλη επειδή ακούσατε ότι κάπου υπάρχει ένας «γέροντας που τα ξέρει όλα», που «βλέπει τα πάντα», που «θεραπεύει», που γνωρίζει το παρελθόν σας και προβλέπει το μέλλον σας. Μην αναζητάτε στην Εκκλησία μάγους με ορθόδοξο περίβλημα. Έχουμε Χριστό. Έχουμε Ευαγγέλιο. Έχουμε Θεία Ευχαριστία. Έχουμε μετάνοια. Έχουμε εξομολόγηση. Έχουμε προσευχή. Έχουμε την ελευθερία που μας χάρισε ο ίδιος ο Θεός. Τι περισσότερο αναζητούμε;
Και κάτι ακόμη που με πονά ιδιαίτερα ως ιερέα: πρέπει να σταματήσει επιτέλους αυτή η ιδιότυπη κατηγοριοποίηση της Ιερωσύνης σε βαθμίδες αγιότητος. Η Ιερωσύνη είναι μία. Είναι η Ιερωσύνη του Χριστού. Δεν υπάρχει η Ιερωσύνη του απλού παπά του χωριού και από πάνω μία άλλη, δήθεν ανώτερη, Ιερωσύνη του «χαρισματικού γέροντα». Άλλο πράγμα η προσωπική αγιότητα, την οποία γνωρίζει και κρίνει ο Θεός, και άλλο το Μυστήριο της Ιερωσύνης. Δεν αποκτά περισσότερη Ιερωσύνη κάποιος επειδή τον ακολουθούν χιλιάδες άνθρωποι. Δεν έχει περισσότερη Χάρη στο πετραχήλι του επειδή έχει εκατοντάδες ή χιλιάδες πνευματικά παιδιά. Δεν γίνεται περισσότερο ιερέας επειδή τα βίντεό του συγκεντρώνουν χιλιάδες προβολές ούτε επειδή όπου πηγαίνει συγκεντρώνονται πλήθη. Και ο άγνωστος παπάς του τελευταίου χωριού, όταν στέκεται ενώπιον της Αγίας Τραπέζης και τελεί κανονικά τα Μυστήρια της Εκκλησίας, δεν έχει «λιγότερο Χριστό» από τον διάσημο πνευματικό που συγκεντρώνει πλήθη.
Ας προσέξουμε λοιπόν πολύ την προσωπολατρία. Όταν ο πιστός παύει να λέει «πηγαίνω στην Εκκλησία» και αρχίζει να λέει «πηγαίνω στον τάδε», υπάρχει κίνδυνος. Όταν θεωρεί ότι μόνο ένας συγκεκριμένος κληρικός μπορεί να τον βοηθήσει, υπάρχει πρόβλημα. Όταν ο λόγος ενός πνευματικού αποκτά στη συνείδηση των ανθρώπων μεγαλύτερη βαρύτητα από το ίδιο το Ευαγγέλιο, τότε έχουμε χάσει το μέτρο. Και όταν εμείς οι ίδιοι οι κληρικοί αρχίζουμε να απολαμβάνουμε αυτή την εξάρτηση των ανθρώπων από το πρόσωπό μας, τότε οφείλουμε πρώτοι να αναρωτηθούμε πού τελειώνει η πνευματική πατρότητα και πού αρχίζει η προσωπολατρία.
Ο αληθινός πνευματικός πατέρας δεν κρατά τον άνθρωπο δεμένο επάνω του. Τον παίρνει από το χέρι και τον οδηγεί στον Χριστό. Δεν ζητά χειροκρότημα. Δεν δημιουργεί αυλή. Δεν κατασκευάζει μύθο γύρω από το όνομά του. Δεν παρουσιάζει κάθε φυσιολογικό γεγονός ως θαύμα και κάθε προσωπική του σκέψη ως θεία αποκάλυψη. Γνωρίζει ότι είναι διάκονος και όχι ιδιοκτήτης της Χάριτος. Και για να μην παρεξηγηθώ από κανέναν, εγώ που γράφω αυτές τις γραμμές δεν θεωρώ τον εαυτό μου καλύτερο από κανέναν. Το αντίθετο. Εγώ είμαι ο χειρότερος όλων. Γνωρίζω τις αδυναμίες μου, γνωρίζω τα λάθη μου, γνωρίζω τις πτώσεις μου και γνωρίζω πολύ καλά πόσες φορές δεν στάθηκα στο ύψος της Ιερωσύνης που μου εμπιστεύθηκε ο Θεός. Δεν γράφω ως κριτής κανενός και δεν διεκδικώ για τον εαυτό μου ούτε αγιότητα ούτε πνευματική ανωτερότητα. Πρώτος εγώ έχω ανάγκη από μετάνοια. Πρώτος εγώ έχω ανάγκη από το έλεος και τη συγχώρηση του Θεού. Και αν υπάρχει ένας άνθρωπος τον οποίο πρέπει καθημερινά να ελέγχω αυστηρά, αυτός είναι πρώτα ο εαυτός μου. Όμως ακριβώς επειδή γνωρίζω πόσο ανάξιος είμαι μπροστά στο μεγαλείο της Ιερωσύνης, πονώ όταν τη βλέπω να κινδυνεύει να μετατραπεί σε θέαμα, σε προσωπική προβολή, σε εύκολη θαυματολογία, σε κατασκευή «χαρισματικών» προσωπικοτήτων και σε καλλιέργεια προσωπολατρίας. Δεν καταδικάζω πρόσωπα. Ο Θεός γνωρίζει τις καρδιές όλων μας και Εκείνος μόνο είναι ο Κριτής. Μιλώ όμως για νοοτροπίες και φαινόμενα που θεωρώ ότι πληγώνουν το εκκλησιαστικό φρόνημα και σκανδαλίζουν ανθρώπους. Και όσα λέω στους αδελφούς μου τα λέω πρώτα στον εαυτό μου.
Ας φοβηθούμε λίγο τον Θεό εμείς οι κληρικοί. Ας ξαναθυμηθούμε την ημέρα της χειροτονίας μας. Ας θυμηθούμε το δέος με το οποίο πλησιάσαμε για πρώτη φορά την Αγία Τράπεζα. Ας θυμηθούμε ότι το πετραχήλι που περνάμε στον λαιμό μας δεν είναι παράσημο, δεν είναι τίτλος εξουσίας, δεν είναι μέσο αναγνωρισιμότητας. Είναι ζυγός ευθύνης. Κάποτε θα αφήσουμε τα κινητά, τις κάμερες, τα μικρόφωνα, τα ταξίδια, τα πλήθη, τις δημοσιεύσεις και τα χειροκροτήματα και θα σταθούμε μόνοι ενώπιον Εκείνου που μας εμπιστεύθηκε την Ιερωσύνη Του. Εκεί δεν θα υπάρχουν ακόλουθοι και προβολές. Δεν θα υπάρχουν τίτλοι και προσφωνήσεις. Θα υπάρχει μόνο το ερώτημα εάν αγαπήσαμε τον λαό Του, εάν σκύψαμε πάνω στον πόνο του και κυρίως εάν τον οδηγήσαμε στον Χριστό ή εάν, Θεός φυλάξοι, τον κάναμε να εξαρτηθεί από εμάς. Δεν είμαι σωτήρας κανενός. Δεν είμαι θαυματοποιός.
Δεν είμαι κάτοχος κάποιας ιδιαίτερης Χάριτος. Είμαι ένας αμαρτωλός ιερέας που ο Θεός, χωρίς να το αξίζω, με αξίωσε να στέκομαι μπροστά στην Αγία Του Τράπεζα και να υπηρετώ τα Άγια Μυστήριά Του. Και κάθε ημέρα Τον παρακαλώ να με ελεήσει και να μη γίνω ποτέ εμπόδιο ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και στον Χριστό.
Γι’ αυτό ας αφήσουμε τους εντυπωσιασμούς, τις δήθεν υπερφυσικές ικανότητες, τις προφητείες, τις μαγικές «συνταγές», τις ατελείωτες διαδικτυακές εμφανίσεις και την κατασκευή πνευματικών ειδώλων. Ας επιστρέψουμε στην απλότητα του Ευαγγελίου, στην Αγία Τράπεζα, στο πετραχήλι, στην προσευχή, στη μετάνοια, στην έμπρακτη αγάπη, στον άνθρωπο που πονά και μας χρειάζεται. Η Εκκλησία δεν χρειάζεται σταρ. Δεν χρειάζεται μάγους. Δεν χρειάζεται αυτόκλητους σωτήρες. Έχει ήδη Σωτήρα. Τον Ιησού Χριστό. Και εμείς οι ιερείς έχουμε μία μόνο μεγάλη τιμή και συγχρόνως μία φοβερή ευθύνη: να είμαστε διάκονοί Του και ποτέ αντικαταστάτες Του.



