Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με τίτλο: «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (2016-2026): Απολογισμός και Προοπτικές», πραγματοποιείται στο Παρίσι από 5 έως τις 8 Οκτωβρίου 2026, παρουσία του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου.
Η πρώτη ημέρα του Συνεδρίου περιλάμβανε εισήγηση του Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου, με θέμα «Διακονώντας την πανορθόδοξη ενότητα»: Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ως Πρόεδρος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης».
Ο κ. Ιγνάτιος αναφέρθηκε στην προϊστορία της μεγάλης Συνόδου του 2016, στην Κρήτη και στις προ Συνοδικές διασκέψεις, τις προηγούμενες δεκαετίες, που προετοίμασαν το έδαφος για την πραγματοποίησή της, η οποία έγινε βασική προτεραιότητα της Πατριαρχίας του κ. Βαρθολομαίου. Εμνήσθη δε και της δικής του συμμετοχής στις δύο τελευταίες προ Συνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις (2009, 2015), καθώς και του προκατόχου του, αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου (1986). Έτσι, κατέδειξε ότι «η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος δεν υπήρξε έργο ενός ανθρώπου ή μιας μόνον Εκκλησίας», ενώ εξήρε τον αποφασιστικό ρόλο ευθύνης του Οικουμενικού Πατριάρχου στην διακονία της Πανορθόδοξης ενότητας.
Ο κ. Ιγνάτιος μίλησε για την πρώτη ουσιαστική δοκιμασία που κλήθηκε να διαχειριστεί ο Παναγιώτατος, που ήταν η αποχή της τελευταίας στιγμής τεσσάρων Ορθοδόξων Εκκλησιών, Αντιοχείας, Βουλγαρίας, Γεωργίας και Ρωσίας, η οποία αποκάλυπτε τις «διαφορετικές αντιλήψεις για το πώς συγκροτείται μια Πανορθόδοξη Σύνοδος, πώς νοείται η συναίνεση και ποιος είναι ο ρόλος του πρώτου στην πανορθόδοξη κοινωνία». Η απόφαση πραγματοποίησης της Συνόδου, παρά ταύτα, «κατέστησε σαφές ότι οι συγκεκριμένες απουσίες δεν μπορούσαν να ακυρώσουν τη δυνατότητα των Εκκλησιών που ήταν παρούσες να συνέλθουν συνοδικά. Και από τη στιγμή που η Σύνοδος άρχισε τις εργασίες της, η ευθύνη της προεδρίας άλλαζε πλέον χαρακτήρα, αφού δεν αποσκοπούσε πλέον στη διασφάλιση της πραγματοποίησης της Συνόδου αλλά στην εξασφάλιση ότι αυτή θα λειτουργήσει πράγματι ως Σύνοδος».
Κατά την διάρκεια των εργασιών της Συνόδου, φανερώθηκε, εκ μέρους του Πατριάρχου, «η σφαιρική εικόνα που ο ίδιος έχει για την Ορθοδοξία, αλλά και η γνώση των συγκεκριμένων προσώπων που συγκροτούν τις κατά τόπους Εκκλησίες» και το χάρισμά του «να δημιουργεί τον χώρο μέσα στον οποίο ο άλλος μπορεί να μιλήσει και να ακουστεί· ακόμη και όταν διαφωνεί». Ένα ακόμα κρίσιμο σημείο της Προεδρίας του Πατριάρχου, κατά τον Μητροπολίτη Δημητριάδος, ήταν να καταστεί σαφές ότι «η Σύνοδος δεν συγκλήθηκε για να επικυρώσει μηχανικά όσα είχαν προετοιμαστεί προηγουμένως, αλλά ακριβώς για να τα συζητήσει, να τα κρίνει και, όπου χρειαζόταν, να τα διορθώσει». Αναγνώρισε δε «ως το ουσιαστικότερο γνώρισμα της προεδρίας στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο: Όχι μία προσπάθεια για εξάλειψη της όποιας διαφωνίας, αλλά την κοπιώδης και με διάκριση προσπάθεια ώστε αυτή η διαφωνία να μη μετατραπεί σε ολική ρήξη. Με άλλα λόγια, να παραμένει η συζήτηση ανοικτή μέχρι να επιτευχθεί μία όσο το δυνατόν κοινά αποδεκτή διατύπωση».
Υποστήριξε, επίσης ότι «η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος δεν έλυσε όλα τα προβλήματα της σύγχρονης Ορθοδοξίας. Όμως, αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα για την εκ νέου ενεργοποίηση της συνοδικότητας στην Ορθόδοξη Εκκλησία σε οικουμενικό επίπεδο, και από την άλλη άφησε πίσω της κάποιες εκκρεμότητες. Αυτό όμως δεν αναιρεί τη σημασία της. Ο μακαριστός Κάλλιστος Γουέαρ θεωρούσε ότι το σημαντικότερο επίτευγμά της ήταν ότι επανέφερε στο προσκήνιο το συνοδικό ήθος της Ορθοδοξίας και απέδιδε γι’ αυτό ιδιαίτερη σημασία στην επιμονή και την ηγεσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Ταυτόχρονα, ο ίδιος επέμενε ότι η Κρήτη δεν μπορούσε να είναι η τελευταία Σύνοδος, αλλά η αρχή μιας νέας συνοδικής πορείας».
Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, ο Μητροπολίτης Δημητριάδος τόνισε ότι «η σημασία της προεδρίας του Πατριάρχου Βαρθολομαίου βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτό το σημείο. Ακόμη και σε συνθήκες πραγματικής έντασης, ο Πρώτος δεν καλείται να επιβάλει τη δική του άποψη, αλλά να αναλαμβάνει την ευθύνη της διακονίας της πανορθόδοξης ενότητας. Να δημιουργεί, δηλαδή, τις προϋποθέσεις ώστε όλες οι Εκκλησίες να μπορούν να συναντώνται, να μιλούν, να διαφωνούν και να αναζητούν από κοινού τον δρόμο προς την ενότητα». Υποστήριξε, τέλος «ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ορθόδοξη Εκκλησία παραμένει όχι μία αφηρημένη και θεωρητική επίκληση της συνοδικότητας ως στοιχείο της ταυτότητάς της, αλλά η σταθερή και θαρραλέα προσπάθεια εφαρμογής της στην πράξη. Και γι’ αυτό το λειτούργημα του Πρώτου ως Προέδρου παραμένει απολύτως αναγκαίο».
Ολόκληρη η ομιλία του Σεβασμιωτάτου μπορείτε να την διαβάσετε εδώ.








