Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ’
Στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας συχνά χρησιμοποιοῦνται συγκεκριμένες λέξεις καί φράσεις, πού ἔχουν ἀποκτήσει, θά λέγαμε, «ἐκκλησιαστική ἰδιότητα». Κάποιες ἀπό αὐτές δέν χρησιμοποιοῦνται πάντοτε καί ἀπό ὅλους ὀρθῶς, σύμφωνα μέ τούς κανόνες τῆς γραμματικῆς ἤ τοῦ συντακτικοῦ. Ἀπό τήν ἄλλη ὑπάρχουν στά βιβλικά κείμενα διάφοροι στίχοι μέ κάποια δυσκολία στήν ἑρμηνεία τους καί εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐπεξήγηση γιά τήν κατανόησή τους. Ἔτσι παρακάτω παρουσιάζουμε τέτοιες λέξεις ἀπό ὅλα τά μέρη τοῦ λόγου (οὐσιαστικά, ἐπίθετα, ἀντωνυμίες, ρήματα κλπ.) πού χρησιμοποιοῦμε εἴτε στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας εἴτε σέ κηρύγματα εἴτε καί σέ γραπτά κείμενα. Προσέτι, παρουσιάζουμε λέξεις καί φράσεις, πού ἀξίζει ν’ ἀποδοθῆ ἡ ἑρμηνεία τους, γιά τήν καλύτερη κατανόηση τοῦ περιεχομένου τῆς θείας διδασκαλίας τῶν Γραφῶν.
Α. Μερικές περιπτώσεις κανόνων τονισμοῦ καί σημείων στίξεως, πρωτίστως τοῦ κόμματος.
α. Ἀπό τίς Εὐαγγελικές περικοπές:
1. «Ὑμεῖς ἐστε τό φῶς τοῦ κόσμου» (Ματθ. 5,14). Τό «ἐστε» δέν ἔχει τόνο. Ἀποβάλλεται κατ’ ἔγκλισιν τόνου, ἐπειδή ἡ προηγούμενη λέξη τονίζεται στή λήγουσα. Κατά τήν ἀνάγνωση συμπροφέρεται μέ τήν προηγούμενη λέξη, τονίζοντας κανονικά τό «ὑμεῖς».
2. «Ὅτι πρίν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρίς ἀπαρνήση με» (Ματθ. 26,75). Μετά τήν λέξη «φωνῆσαι», κατά τήν ἀνάγνωση, κάνουμε μία μικρή παύση, ὡς ἄν ὑπῆρχε κόμμα.
3. «Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος» (Λουκ. 16,1). «Ἄνθρωπός τις». Τό «τις» δέν θά τονισθῆ καθόλου καί θά ἀκουσθῆ ὁ τόνος του πιό ἁπαλά στήν τελευταία συλλαβή τῆς προηγούμενης προπαροξύτονης λέξεως, στήν ὁποία ἔχει μεταφερθῆ. Δηλαδή, τό «ἄνθρωπός» θά ἀκουσθῆ μέ δύο τόνους, ἀλλά μέ πιό δυνατόν τόν πρῶτο, πού εἶναι ὁ κύριος τόνος τῆς λέξεως.
4. «Καί ἀπῆλθε πρός ἑαυτόν θαυμάζων τό γεγονός» (Λουκ. 24,12). Μετά τήν λέξη «ἑαυτόν» κάνουμε μία παύση, ὡς ἄν ὑπῆρχε κόμμα.
5. «Ψηλαφήσατέ με καί ἴδετε ὅτι πνεῦμα σάρκα καί ὀστέα οὐκ ἔχει καθώς ἐμέ θεωρεῖτε ἔχοντα» (Λουκ. 24,39). Ἐδῶ στή φράση αὐτή θά κάνουμε μικρές παύσεις, ὡς κόμματα, μετά τό «με» καί μετά το ρῆμα «ἴδετε…». Ὄχι παύση ἤ κόμμα μετά τήν λέξη «πνεῦμα», ἐπειδή ἐδῶ τό «ὅτι» σημαίνει «διότι».
6. «Ἔστι δέ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπί τῇ προβατικῇ κολυμβήθρᾳ, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστί Βηθεσδά, πέντε στοάς ἔχουσα» (Ἰω. 5,2). «Ἐπί τῇ προβατικῇ» (πύλῃ) ἐννοεῖται, σέ πτώση δοτική. Χωρίς κόμμα, ἀλλά μέ παύση κατά την ἀνάγνωση. Κόμμα, μετά τήν λέξη «κολυμβήθρα», πού εἶναι σέ ὀνομαστική.
β. Ἀπό τήν Θεία Λειτουργία:
1. «Τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, δεσποίνης ἡμῶν…». Ἐδῶ ὑπάρχουν κόμματα καί χρειάζεται προσοχή. Ἐπίσης, ἡ λέξη «ὑπερευλογημένης» τονίζεται ὄχι στή συλλαβή «-πέρ-», ἀλλά στή συλλαβή «-με-».
2. «Σοφία˙ ὀρθοί˙ ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου». Μετά τήν λέξη «ἀκούσωμεν» δέν σταματᾶμε. Δέν ἔχει κόμμα. Προσέχουμε βέβαια καί τήν ἄνω τελεία, ὥστε νά κάνωμε παύση μετά τίς λέξεις «σοφία» καί «ὀρθοί».
3. «Καί πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἐκ σοῦ τοῦ Πατρός τῶν φώτων». Ὁ τόνος τοῦ «ἐστί» μεταβιβάζεται ὡς ὀξεῖα στή λήγουσα τῆς προηγουμένης προπαροξύτονης λέξεως. Κατά δέ τήν ἀνάγνωση δέν τονίζεται πολύ, διότι εἶναι δευτερεύων τόνος.
4. Προσέτι, ἕνα λάθος πού ἀκούγεται κατά τήν εὐχή τῆς εὐλογίας τῶν ἄρτων (Ἀρτοκλασία) εἶναι στή φράση «πεντακισχιλίους ἄνδρας χορτάσας». Πολλοί ἐκφωνοῦν λανθασμένα «πεντάκις χιλίους», δηλαδή μέ δύο λέξεις, ὁπότε ὅμως τό ἀριθμητικό ἐπίρρημα πεντάκις δέν προσδιορίζει τό «χιλίους», ἀλλά τήν μετοχή «χορτάσας» καί ἔτσι ἀλλάζει τό νόημα (=τούς χόρτασες πέντε φορές). Ὅταν ὅμως εἶναι ἀπόλυτο ἀριθμητικό ἐπίθετο, ὅπως στήν περίπτωση αὐτή, γράφεται καί διαβάζεται ὡς μία λέξη (δισχίλιοι, τρισχίλιοι, τετρακισχίλιοι κλπ. Πεντακισχίλιοι ἄνδρες=5.000 ἄνδρες).
5. Τέλος, στόν Ὄρθρο ἡ σωστή ἐκφώνηση εἶναι: «Τήν Θεοτόκον καί μητέρα τοῦ φωτός ἐν ὕμνοις τιμῶντες μεγαλύνωμεν». Εἶναι «μητέρα», χωρίς τελικό «-ν», διότι πρόκειται γιά αἰτιατική ἐνικοῦ οὐσιαστικοῦ τρίτης κλίσεως, «ἡ μήτηρ, τῆς μητρός».
B. Ἑρμηνευτική προσέγγιση μερικῶν βιβλικῶν φράσεων καί στίχων.
- Σχετικά μέ τήν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου:
«Καί οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν ἕως οὗ ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον» (Ματθ. 1,25). Δηλαδή: «καί ποτέ δέν ἐγνώρισε αὐτήν (ὁ Ἰωσήφ τήν Μαριάμ- Παναγία) ὡς σύζυγον οὔτε πρίν γεννήσει τόν πρῶτον καί μοναδικόν Υἱόν της οὔτε καί μετά ταῦτα».
Κακοδοξοῦν οἱ διάφοροι αἱρετικοί, ἑρμηνεύοντας ὅτι ἡ συγκεκριμένη φράση «ἕως οὗ» σημαίνει ὅτι τό «οὐκ ἐγίνωσκεν» ἰσχύει μόνον μέχρι τὴν γέννηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ σωστή ἑρμηνεία εἶναι ὅτι τὸ «ἕως οὗ» δηλώνει ὅτι ἡ Παναγία, γεννῶσα τὸν Χριστὸν, ἦταν παρθένος, χωρίς νά ὑποννοεῖται τό ἀντίθετον μετά τήν Θείαν Γέννησιν. Τρία παραδείγματα ἐκ τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὁδηγοῦν στὴν ὀρθὴ ἑρμηνεία:
α) Στὸ πρῶτο βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς γράφεται: «Καὶ ἐξελθών (ὁ κόραξ μετά τόν Κατακλυσμόν), οὐκ ἀνέστρεψεν ἕως ξηρανθῆναι τὸ ὕδωρ ἀπὸ τῆς γῆς» (Γεν. 8,7). Φυσικά, δέν ἐπέστρεψε οὔτε κατόπιν.
β) Στὸ βιβλίο Βασιλειῶν ἀναφέρεται: «Καὶ τῇ Μελχόλ, θυγατρὶ Σαούλ, οὐκ ἐγένετο παιδίον ἕως τῆς ἡμέρας τοῦ ἀποθανεῖν αὐτήν» (Β’ Βασιλ. 6,22). Ἐννοεῖται ὅτι καὶ μετὰ τὸν θάνατόν της δὲν γέννησε!
γ) Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος γράφει τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου: «Ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾽ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28,20). Άναντιρρήτως καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν συντέλεια τοῦ αἰῶνος, ὁ Κύριος θὰ εἶναι παρών.
Στοὺς Εὐαγγελιστές Ματθαῖο καὶ Λουκᾶ ἀναγράφεται ὁ ὅρος «πρωτότοκος» γιὰ τὸν Χριστόν (Ματθ. 1,25). «Τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον» (Λουκ. 2,7). Ἰσχυρίζονται οἱ αἱρετικοὶ ὅτι ἡ λέξη «πρωτότοκος» σημαίνει ὅτι γεννήθηκαν κατόπιν καὶ ἄλλα τέκνα ἀπὸ τὴν Παναγία. Τὴν ἀπάντηση ὡραιότατα μᾶς δίδει ὁ Θεοφύλακτος, ὁ ὁποῖος ὑπογραμμίζει ὅτι «πρωτότοκος λέγεται ὁ πρῶτος τεχθείς, κἂν μὴ δεύτερος ἐτέχθη» (Ἑρμηνεία εἰς τό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιον, PG-123, 721C).
Ὑπάρχουν καί ἄλλοι αἱρετικοὶ, οἱ ὁποῖοι παρερμηνεύοντας τὰ χωρία Ματθ. 12, 46-49, Μάρκ. 3, 32, 34 καὶ Λουκ. 8, 19-20, ὅπου γίνεται λόγος περὶ ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ, λέγουν ὅτι ἡ Παναγία εἶχε καί ἄλλα παιδιά. Ἡ ἑρμηνεία ὅμως εἶναι ὅτι οἱ ὀνομαζόμενοι «ἀδελφοὶ» τοῦ Χριστοῦ ἢ ἦσαν κατ’ ἄνθρωπον συγγενεῖς Αὐτοῦ ἀπό την Παναγία Μητέρα Του –καθ’ ὅτι μὲ τὸν ὅρο «ἀδελφοὶ» ὀνομάζονταν καὶ λοιποὶ συγγενεῖς (π.χ. Γεν. 13, 8, 11) ἢ ἦσαν τέκνα τοῦ Ἰωσήφ ἐκ γυναικὸς αὐτοῦ θανούσης πρὸ τῆς μνηστείας αὐτοῦ μετὰ τῆς Θεοτόκου.
Ὁμοφώνως οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου καὶ ἐξαίρουν τὴν παρθενίαν Αὐτῆς, τὸ ἄχραντον καὶ ἀμόλυντον, πρό, κατά, καὶ μετὰ τὸν τόκον Αὐτῆς καί μάλιστα πρῶτοι οἱ Ἀποστολικοὶ Πατέρες: ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος λέγει ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐγεννήθη «ἀληθῶς ἐκ Παρθένου» (Πρός Σμυρναίους 1, ΒΕΠ 2,280). ὁ Ἰουστῖνος, ὁ ἀπολογητὴς καὶ μάρτυς, λέγει: «Δύναμις Θεοῦ ἐπελθοῦσα τῇ παρθένῳ ἐπεσκίασεν αὐτὴν καὶ κυοφορῆσαι παρθένον οὖσαν πεποίηκε» (Ἀπολογία Α’ 33,4 καί Διάλογος, 76-78, ΒΕΠ 3,178).
Στὸν β΄ ὅρον τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου σαφῶς ἀναγράφεται ὁ ὅρος «ἀειπάρθενος»: «Εἴ τις οὐχ ὁμολογεῖ… καὶ σαρκωθέντος (τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ) ἐκ τῆς ἁγίας ἐνδόξου Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας… ἀνάθεμά ἐστιν» (Ἰω. Καρμίρη, Τά δογματικά καί συμβολικά μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ.1, ἐν Ἀθήναις 1960 στίχ. 193). Καὶ στὴν Συναπτὴ τῆς Θείας Λειτουργίας ἀπαντᾶται ἐπίσης ὁ ὅρος «ἀειπάρθενος».
2. Σχετικά μέ τήν τροφή τοῦ Προδρόμου Ἰωάννου:
«Αὐτός δέ ὁ Ἰωάννης… ἡ τροφή αὐτοῦ ἦν ἀκρίδες καί μέλι ἄγριον» (Ματθ. 3,4). Δηλαδή, ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἔτρωγε ἀκρίδες, ἀπό ἐκεῖνες πού κατά κοπάδια ἤρχοντο ἀπό τήν Ἀραβία καί ἄλλες περιοχές καί μέλι, τό ὁποῖον ἄγρια μελίσσια ἀποθήκευαν σέ σχισμές βράχων ἤ κουφάλες δένδρων. Ὡς δέ ἑρμηνεύει ὁ καθηγητής Τρεμπέλας «οἱ λαοί τῆς Ἀνατολῆς συνηθίζουσι νά τρώγωσι ταύτας (ἀκρίδας) εἴτε προσφάτους εἴτε παστάς, οὕτω καί εἰς τούς Ἰσραηλίτας καί ὑπό τοῦ νόμου ἦτο ἐπιτετραμμένη ἡ χρῆσις αὐτῶν ὡς τροφῆς. Καί σήμερον ἀκόμη οἱ πτωχοί τῶν μερῶν ἐκείνων τρώγουσιν αὐτάς εἴτε βραζομένας ἐν τῷ ὕδατι εἴτε ψηνομένας ἐν κλιβάνῳ» (Ὑπόμνημα, Ἀθῆναι 1951, σελ. 60). Βλ. καί Λευϊτικόν 11,22.
Ὑπάρχει ὅμως καί ἡ ἄποψη ὅτι οἱ ἀκρίδες αὐτές ἦταν βλαστάρια χόρτων, δηλαδή οἱ κορφές κάποιων βοτάνων.
- Σχετικά μέ τόν Ἀπόστολο Πέτρο.
«Σύ εἶ Πέτρος καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τήν ἐκκλησίαν» (Ματθ. 16,18). Δηλαδή, «εἶσαι Πέτρος καί ἐπάνω εἰς αὐτήν τήν πέτραν τῆς ὁμολογίας σου θά οἰκοδομήσω ἀσάλευτον τήν Ἐκκλησίαν μου», εἶπεν ὁ Κύριος. Ὡστόσο, ἀπό τά μέσα τοῦ 3ου αἰῶνα, ἡ παραπάνω φράση παρερμηνεύθηκε καί χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικῶς ἀπό τούς Λατίνους, προκειμένου νά δικαιολογήσουν τό παντάπασιν ἀστήρικτον παπικόν πρωτεῖον ἐξουσίας. Ἡ φράση «ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ» ἀναφέρεται σαφῶς στήν ὁμολογία τοῦ Πέτρου, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ὄχι στό πρόσωπο τοῦ Πέτρου. Ἄλλωστε ὑπάρχει ἡ διδασκαλία «ἡ δέ πέτρα ἦν ὁ Χριστός» (Α’ Κορ. 10,4) καί «θεμέλιον γάρ ἄλλον οὐδείς δύναται θεῖναι παρά τόν κείμενον, ὅς ἔστιν Ἰησοῦς Χριστός» (Α’ Κορ. 3,11). Ἔπειτα, ἡ ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καί λύειν στήν Ἐκκλησία δέν ἀποτελεῖ προσωπικό προνόμιο τοῦ Πέτρου, ἀλλά δικαίωμα ὅλων τῶν Ἀποστόλων (Ματθ. 18,8 καί Ἰω. 20,23).
- Σχετικά μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.
«Καί ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης» (Ματθ. 27,64). Ζήτησαν οἱ Ἀρχιερεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι ἀπό τόν Πιλάτο νά φρουρηθῆ ὁ τάφος τοῦ Χριστοῦ, μήπως ἔλθουν οἱ μαθητές Του νύκτα, Τόν κλέψουν καί ποῦν στό λαό ὅτι ἀνεστήθη ἐκ τῶν νεκρῶν. Αὐτή θά ἦταν ἡ τελευταία πλάνη, γιατί ἡ πρώτη πλάνη κατ’ αὐτούς ἦταν τό ὅτι μερικοί Τόν εἶχαν πιστέψει ὡς Μεσσία. Ἡ «ἐσχάτη πλάνη», ἡ δεύτερη καί χειρότερη ἀπό τήν πρώτη, «θά εἶναι», ἔλεγαν, «ἡ ἀνάστασή Του».
- Σχετικά μέ τή σημασία τῆς λέξεως «νομικός».
«Καί ἰδού νομικός τις ἀνέστη ἐκπειράζων αὐτόν καί λέγων…» (Λουκ. 10,25). Δηλαδή, κάποιος Νομοδιδάσκαλος σηκώθηκε καί, μέ σκοπό νά πειράξει τόν Χριστό καί ν’ ἀποδείξει σ’ Αὐτόν ὅτι δέν γνωρίζει τόν Νόμον, Τοῦ εἶπε…». «Νομικός» ἐν προκειμένῳ εἶναι ὁ διδάσκαλος τοῦ Νόμου τοῦ Μωϋσέως, δηλαδή τῶν Γραφῶν. Δέν εἶναι «νομικός» ἐκεῖνος πού ἔχει σπουδάσει τήν νομική ἐπιστήμη μέ τά σημερινά ἐπιστημονικά δεδομένα, ἀλλ’ ὁ ἑρμηνευτής τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου στή Συναγωγή τῶν Ἑβραίων.
- Σχετικά μέ τούς Ἕλληνες καί τά «Ἔθνη».
«Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ» (Ἰω. 12,20). Δηλαδή ἦσαν ἐκεῖ κατά τάς ἡμέρας ἐκείνας μερικοί προσήλυτοι Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀνεβῆ εἰς τά Ἱεροσόλυμα γιά νά προσκυνήσουν κατά τήν ἑορτήν τοῦ Πάσχα. «Δέν πρόκειται περί Ἰουδαίων λαλούντων τήν ἑλληνικήν, ἀλλά περί ἐθνικῶν προσηλύτων, οἷος ὁ εὐνοῦχος τῆς Κανδάκης (Πράξ. κ’, 27) καί δι’ οὕς ἐν τῷ ἱερῷ εἶχε καθορισθῆ ἴδιος τόπος, ἡ αὐλή τῶν ἐθνῶν» (Παν. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, Ἀθῆναι 1969, σελ. 449). Ἕλληνες ἐν προκειμένῳ ἀποκαλοῦνται οἱ ἐθνικοί, δηλ. οἱ εἰδωλολάτρες (Βλ. καί Ματθ. 18,17 Α’ Κορ. 12,2,Γ’ Ἰω. 7). Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπρόκειτο νά ἐπεκταθῆ καί στά ἔθνη.
Γ. Τύποι, πού χρησιμοποιοῦνται κατά τήν ἀναφορά μας σέ Ἱερό Ναό, ἀναλόγως τῆς περιστάσεως, ὅπως π.χ. γιά θεμελίωση, ἀνέγερση, ἀνακαίνιση, ἐγκαίνια ἤ ὡραϊσμόν τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ.
α) «Τίθησι θεμέλιον ὁ………………»
«Θεμέλιον τέθηκεν ὁ …………………..»
Θεμέλιον τίθημι = θέτω θεμέλιο λίθο.
«Ἐθεμελιώθη» =θεμελιώθηκε: Εἶναι παθητικός ἀόριστος τοῦ ρήματος θεμελιόομαι – οῦμαι =θεμελιώνομαι .
β) «Ἀνηγέρθη» = ἀνεγέρθηκε: Εἶναι παθητικός ἀόριστος τοῦ ρήματος ἀνεγείρομαι, πού σημαίνει οἰκοδομοῦμαι, κτίζομαι.
γ) «Ἀνεκαινίσθη» =ἀνακαινίσθηκε ὁ Ναός κατόπιν ἐπισκευῶν (ἀνά=ξανά καί καινός=καινούργιος).
δ) «Ἐνεκαινιάσθη» =ἐγκαινιάσθηκε, ἔγινε δηλαδή ἡ τελετή τῶν Ἐγκαινίων τοῦ Ναοῦ καί ἔτσι ὁ Ναός «ἡγιάσθη» =ἁγιάσθηκε, καθιερώθηκε, ἔγινε κτίσμα ἱερό, ἀφιερωμένο στή Λατρεία τοῦ Θεοῦ.
«Ἐγκαινισμός» =ἀφιέρωση, καθιέρωση. Ἐγκαινίζω=καθιερώνω καί ἐγκαινιάζομαι =καθιερώνομαι, στήν περίπτωση Ἱεροῦ Ναοῦ.
«Ἐγκαίνια ἐτέλεσεν ὁ…………………»
«Ἐγκαίνια ἐποίησεν ὁ…………………»
«Ἐγένετο τά ἐγκαίνια»
«Γέγονε ἡ ἱερά τελετή τῶν ἐγκαινίων τῇ…………»
«Τόν ἐγκαινισμόν ἐποιήσατο ὁ……………….»
«Ἐτέλεσε θυρανοίξια ὁ…………………»
«Εὐλογήθη» ἤ «ηὐλογήθη» ἤ «εὐλογήθηκε» ἤ «ηὐλόγησε» ἤ «ἐπηυλόγησε».
ε) «Ὡράϊσεν, ἱστορήσας τοιχογραφίας…» =ἐκαλλώπισε, ἐκόσμησε, ἐστόλισε (τόν Ναό) ζωγραφίζοντας τοιχογραφίες-ἁγιογραφίες.
«Ἱστορήθη…» =ἁγιογραφήθηκε (ὁ Ναός).
στ) «Ἐδωρήσατο…» =ἐχάρισε, προσέφερε ὡς δῶρο.
ζ) «Τεθησαύρισται τά ἱερά λείψανα…». Εἶναι παρακείμενος τοῦ ρήματος θησαυρίζομαι, ἀπό τό οὐσιαστικό θησαυρός, πού σημαίνει ὁτιδήποτε φυλάσσεται ἀποθηκευμένο σέ κάποιο χῶρο (ἐξ οὗ καί θησαυροφυλάκιο=χῶρος φύλαξης θησαυροῦ). Ἑπομένως: «τά ἱερά λείψανα ἔχουν θησαυρισθῆ, ἀποθηκευθῆ, φυλαχθῆ…».
η) «Τόν ἀνδριάντα ἤ τήν προτομήν ….. ἀπεκάλυψεν (=ξεσκέπασε, ἀφαίρεσε τό κάλυμμα ἀπό αὐτόν/-ήν) ὁ………..».
Δ. Σχετικά μέ κύρια ὀνόματα.
α) Τό ὀρθόν εἶναι:
1. Ὁ Πλάτων καί ὄχι ὁ Πλάτωνας.
2. Ὁ προφήτης Ἠλίας ἤ (ἑβρ.) Ἠλιοῦ, γενική τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ.
3. Οἱ Παῦλος καί Σίλας «ἀναχθέντες οὖν ἀπό τῆς Τρωάδος εὐθυδρομήσαμεν εἰς Σαμοθράκην, τῇ δέ ἐπιούσῃ εἰς Νεάπολιν, ἐκεῖθέν τε εἰς Φιλίππους… (Πράξ. 16, 11-12). Οἱ Φίλιπποι, εἶναι το ὄνομα τῆς πόλεως (αἰτιατική: τούς Φιλίππους).
4. Τά ἐπώνυμα, μετά ἀπό τά ὀνόματα τῶν Ἀρχιερέων, γράφονται μέ ἄρθρο καί ἐντός παρενθέσεως, μόνον για τούς κεκοιμημένους: π.χ. Χρυσοστόμου (τοῦ Παπαδοπούλου), Διονυσίου (τοῦ Ψαριανοῦ).
β) Ἐσφαλμένες ἐκφράσεις εἶναι:
«Ὁ Μητροπολίτης μίλησε ἀπό τοῦ ἄμβωνος (sic). Ὁ Ἀρχιερεύς ὁμιλεῖ εἴτε ἀπό τόν Δεσποτικόν Θρόνον εἴτε ἀπό τόν Σολέα.
– «Τελέσθηκε ἡ Λειτουργία τοῦ Ἑσπερινοῦ» (sic). Τό ὀρθόν εἶναι ἡ Ἱερά Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ.
– «Ὁ πάτερ …» (λάθος) ἀντί ὁ «πατήρ …» (σωστό).
– Στόν Χερουβικό Ὕμνο ἐνίοτε ἀκούγεται ἕνα λάθος. Δηλ., «Ὡς τόν βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξάμενοι». Sic. «Ὑποδεξόμενοι» εἶναι τό σωστό. Ἡ λέξη ὑποδεξόμενοι εἶναι μετοχή χρόνου μέλλοντος, πτώσεως ὀνομαστικῆς πληθυντικοῦ ἀριθμοῦ, τοῦ ρήματος «ὑποδέχομαι», συνθέτου ἐκ τῆς προθέσεως «ὑπό» καί τοῦ ρήματος «δέχομαι». Ἡ μετοχή μέλλοντος μετά τοῦ ὡς, «ὡς ὑποδεξόμενοι», εἶναι τελική καί δηλώνει σκοπόν, δηλαδή «γιά νά ὑποδεχθοῦμε» (τόν Βασιλέα τῶν ὅλων, τόν Χριστόν).
-Κάποιες ἄλλες λανθασμένες ἐκφράσεις εἶναι:
«Ἡ ἁγία Σωτήρα»: Πρόκειται γιά λάθος. Δέν ὑπάρχει κάποια ἁγία Σωτήρα. Ἐννοεῖται, ἐν προκειμένῳ ἡ ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.
– «Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ ἀποκεφαλιστής». Ἄν γραφεῖ «ἀποκεφαλισθείς» εἶναι σωστό. Διαφορετικά εἶναι λάθος, διότι σημαίνει ὅτι κόβει κεφάλια, ἀποκεφαλίζει.
Ε. Ἄλλες φράσεις.
Ἡ ἐκφορά καί ἡ ἑρμηνεία τους.
- «Ὑπέρ τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν ἔθνους» ἤ «γένους». Ὑπάρχει διαφοροποίηση τῶν δύο αὐτῶν λέξεων καί ἐννοιῶν.
Ἔθνος: Εἶναι σύνολο προσώπων μέ κοινή γλῶσσα, φυλή, θρησκεία, κοινό ἱστορικό καί πολιτιστικό παρελθόν καί κοινές ἐπιδιώξεις.
Γένος: Ἡ ἔννοια αὐτή ἔχει τά χαρακτηριστικά τοῦ Ἔθνους ἀλλά δέν ἔχει συγκεκριμένη κρατική ὑπόσταση. Τό Γένος ἔχει οἰκουμενική διάσταση.
Περαιτέρω, καλόν εἶναι νά γνωρίζουμε ὅτι:
Πολιτεία: Εἶναι τό συνολικό φαινόμενο τῆς ὀργανωμένης συμβιώσεως τῶν ἀνθρώπων.
Κράτος: Εἶναι λαός ἐγκατεστημένος σέ ὡρισμένη χώρα, ἑνωμένος λειτουργικά καί ὀργανωμένος σέ σύστημα διαρκοῦς φύσεως, σχηματισμοῦ καί ἀσκήσεως τῆς αὐτοδύναμης κρατικῆς ἐξουσίας. Τά μέλη τοῦ Κράτους ὀνομάζονται πολῖτες. Κατ’ ἀκολουθίαν, τό κράτος δέν ταυτίζεται μέ τό ἔθνος καί καλόν θά εἶναι νά ἐκφωνοῦμε: «Ὑπέρ τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν ἔθνους, πάσης ἀρχῆς καί ἐξουσίας ἐν τῷ κράτει ἡμῶν καί τοῦ κατά ξηράν…τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».
Λαός: Εἶναι τό σύνολο τῶν πολιτῶν τοῦ κράτους, ἀνεξαρτήτως φύλου, ἡλικίας, θρησκείας κλπ. Ἐννοεῖται, Λαός τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντες οἱ βαπτισμένοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ἀνεξαρτήτως τῆς χώρας καταγωγῆς τους, ἔστω καί ἄν δεν εἶναι πολῖτες τοῦ κράτους στό ὁποῖο εὑρίσκονται ἤ κατοικοῦν μόνιμα ἤ προσωρινά.
- Ἡ «δεξιά τοῦ Ὑψίστου».
Ἡ «δεξιά τοῦ Ὑψίστου» σημαίνει τήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ καί τό δι’ αὐτῆς θαυμαστό Του ἔργο χάριν τῶν ἀνθρώπων. Τό δεξιό χέρι εἶναι τό πλέον ἐνεργητικό μέλος τοῦ σώματος καί ἀπό τούς πανάρχαιους αἰῶνες θεωρεῖται ὡς σύμβολο δυνάμεως.
Ἡ ὅλη φράση εὑρίσκεται στόν 76ο Ψαλμό, στίχο 11: «Καί εἶπα˙νῦν ἠρξάμην, αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου». Δηλαδή «Καί εἶπα˙ Τώρα ἤρχισα νά ἐννοῶ. Αὐτή ἡ ἀλλοίωσις καί μεταβολή, τήν ὁποίαν ὑπέστη τό ἔθνος μου, εἶναι ἔργον τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου καί ἐγένετο πρός τό καλόν μας» (Ψαλμοί, ἔκδ. Σωτήρ, 1992, σ. 315). Ὁ Ψαλμός εἶναι μία ἱκεσία καί παρουσιάζει τόν Ψαλμωδό ν’ ἀνακαλεῖ στή μνήμη του τά θαυμαστά ἔργα τοῦ Θεοῦ. Τόν στίχο αὐτό τόν ἀκοῦμε ὅταν ψάλλεται τό ἑορταστικό Προκείμενο «Τίς Θεός μέγας» (Ψαλμ. 15,10) κατά τούς μεθεόρτους ἑσπερινούς τῶν μεγάλων Δεσποτικῶν Ἑορτῶν, ἀλλά καί στό τέλος τῶν Χειροτονιῶν.
Ὡς ἀναφέρει καί ὁ ὁμότιμος καθηγητής τῆς Λειτουργικῆς Παν. Σκαλτσῆς, ὁ στίχος αὐτός ἔχει καί Χριστολογική ἑρμηνεία. Ἤτοι: Ἡ μεταβολή (ἀλλοίωση) τοῦ ἔθνους, στό ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ ψαλμωδός, ἔχει τήν ἀναφορά της στά «κατά τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ πεπραγμένα, ὅς ἐστι δεξιά τοῦ Πατρός» (Μεγάλου Ἀθανασίου, Ὑπόθεσις εἰς τόν 76ο ψαλμόν, PG 27,348A). Ὁ Χριστός ἐπίσης, κατά τόν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, «καθ’ ἡμᾶς γέγονε καί εἰς τό κρεῖττον ἠλλοίωσεν». Καταδέχθηκε δηλαδή νά γίνει ἄνθρωπος ὅμοιος μέ μᾶς κατά τήν φύσιν, γιά νά μᾶς δώσει τήν δυνατότητα τῆς καλῆς ἀλλοιώσεως. «Καί πᾶς δέ, εἴτε ἐκ κακίας ἐπιστρέφων ἤ ἐν ἀρετῇ μένων καί προκόπτων, λεγέτω˙ «Νῦν ἠρξάμην˙ αὕτη ἡ ἀλλοίωσις, ἥν ἡ δεξιά τοῦ Ὑψίστου χαρίζεται (ὁ Χριστός δηλαδή), τό ἀεί διά τῶν γυμνασίων τῆς εὐσεβείας ἐπί τό μεῖζον προκόπτειν» (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Εἰς τόν ψαλμόν 76, PG 69, 1192AB).
- «Ἐκ τοῦ κατά (…) ἁγίου Εὐαγγελίου τό ἀνάγνωσμα»
Ἐδῶ, στήν ἐκφώνηση αὐτή ἐνίοτε παρατηρεῖται τό λάθος τῆς σύνταξης τῆς προθέσεως «κατά» μετά γενικῆς. Ὅμως τό σωστό εἶναι μετά αἰτιατικῆς, καθ’ ὅτι δηλώνει συμφωνία, ἀκολουθία, συγγραφήν τοῦ Εὐαγγελιστοῦ. Συνεπῶς, εἶναι λάθος «ἐκ τοῦ κατά Ματθαίου». Τό σωστό εἶναι: «ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον (ἤ κατά Μᾶρκον ἤ κατά Λουκᾶν ἤ κατά Ἰωάννην) ἁγίου Εὐαγγελίου τό ἀνάγνωσμα».
- «Μία Ἐκκλησία, μιᾶς Ἐκκλησίας». Ἐνίοτε ἀκούγεται τό λάθος τῆς «μίας, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας». Τό σωστό εἶναι τῆς «μιᾶς» Ἐκκλησίας.
5) Ἡ κατάληξη «γάρ» τοῦ Β’ Ἑωθινοῦ. Τό Β’ Ἑωθινόν Εὐαγγέλιον ἐκ τοῦ κατά Μᾶρκον καταλήγει ὡς ἑξῆς: «… ἐφοβοῦντο γάρ» (Μάρκ. 16,8). Ἐννοοῦνται οἱ Μυροφόρες, οἱ ὁποῖες εἶχαν ὑπάγει «διαγενομένου τοῦ Σαββάτου» στό «μνημεῖο», στόν τάφο τοῦ Χριστοῦ καί ἐκεῖ εἶδαν τόν ἄγγελον νά τούς ἀναγγέλλει τό «ἠγέρθη οὐκ ἔστιν ὧδε». Κατά τήν ἐμμελῆ, λοιπόν, ἀνάγνωσιν τοῦ Εὐαγγελίου αὐτοῦ, στό τέλος αὐτῆς, πρέπει νά ἐκφωνεῖται κανονικά μία φορά τό «γάρ» (πού σημαίνει διότι), παρατείνοντας μελωδικά μόνο τό φωνῆεν -α-, ὥστε νά ἀκουσθῆ ὅλο μαζί ὡς κατάληξη τῆς περικοπῆς.
6) Ἡ ἄκλιτος λέξη Χερουβίμ. Ἡ λέξη αὐτή γράφεται καί Χερουβείμ. Τό ἴδιο καί ἡ λέξη Σεραφίμ καί Σεραφείμ. Εἶναι ἄγγελοι Θεοῦ καί τά ὀνόματα αὐτά ἀφοροῦν ἰδιαίτερες κατηγορίες τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ κόσμου, τῶν ἁγίων ἀγγέλων. Τά Χερουβίμ ἀναφέρονται τό πρῶτον στό βιβλίο τῆς Γενέσεως, τότε, μέ τήν ἐξορία τῶν Πρωτοπλάστων τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας: «Καί ἔταξεν (ὁ Θεός) τά Χερουβίμ καί τήν φλογίνην ρομφαίαν τήν στρεφομένην φυλάσσειν τήν ὁδόν τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς» (Γεν. 3,24). Καί ἀναφέρονται βέβαια καί σέ πολλές περιπτώσεις καί μάλιστα περιγράφονται στά ὁράματα τοῦ προφήτου Ἰεζεκιήλ. Στή Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγ. Βασιλείου χαρακτηρίζονται ὡς «τά πολυόμματα Χερουβίμ».
Τά Σεραφίμ ἀναφέρονται κατά μοναδικό τρόπο στόν προφήτη Ἡσαΐα καί μάλιστα μέ τήν ἑξῆς περιγραφή: «Εἶδον τόν Κύριον καθήμενον ἐπί θρόνου ὑψηλοῦ καί ἐπηρμένου καί πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ. Καί Σεραφίμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ, ἕξ πτέρυγας τῷ ἑνί καί ἕξ πτέρυγας τῷ ἑνί, καί ταῖς μέν δυσί κατεκάλυπτον τό πρόσωπον, ταῖς δέ δυσί κατεκάλυπτον τούς πόδας καί ταῖς δυσίν ἐπέταντο καί ἐκέκραγεν ἕτερος πρός τόν ἕτερον καί ἔλεγον˙ ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ. Καί ἐπήρθη τό ὑπέρθυρον ἀπό τῆς φωνῆς, ἧς ἐκέκραγον, καί ὁ οἶκος ἐπλήσθη καπνοῦ. Καί εἶπον˙ ὦ τάλας ἐγώ, ὅτι κατανένυγμαι, ὅτι ἄνθρωπος ὤν καί ἀκάθαρτα χείλη ἔχων, ἐν μέσῳ λαοῦ ἀκάθαρτα χείλη ἔχοντος ἐγώ οἰκῶ καί τόν βασιλέα Κύριον σαβαώθ εἶδον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου. Καί ἀπεστάλη πρός με ἕν τῶν Σεραφίμ, καί ἐν τῇ χειρί εἶχεν ἄνθρακα, ὅν τῇ λαβίδι ἔλαβεν ἀπό τοῦ θυσιαστηρίου, καί ἥψατο τοῦ στόματός μου καί εἶπεν˙ ἰδού ἥψατο τοῦτο τῶν χειλέων σου καί ἀφελεῖ τάς ἀνομίας σου καί τάς ἁμαρτίας σου περικαθαριεῖ» (Ἡσ. 6, 1-7). Πρόκειται περί ἱεραρχικῆς τους διακρίσεως.
7) «Ράβδος ἐπιστυπτική». Κατά τήν χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου, ὅταν στό τέλος τοῦ ἐπιδίδει ὁ χειροτονῶν Ἀρχιερεύς καί τήν ποιμαντορική ράβδο (ἄλλως τήν πατερίτσα), λέγει τά ἑξῆς: «Λάβε (ἤ λαβέ) τήν ράβδον, ἵνα ποιμαίνης τό ἐμπιστευθέν σοι ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ καί τοῖς μέν εὐπειθέσιν ἔστω αὐτοῖς ὑπό σοῦ βακτηρία καί ὑποστηριγμός, τοῖς δέ ἀπειθέσι καί εὐτραπέλοις χρῷ αὐτῇ ράβδῳ ἐπιστυπτική, ράβδῳ παιδεύσεως». Ἡ λέξη ἐπιστυπτική εἶναι ἀπό τό ρῆμα ἐπιστύφω καί σημαίνει ράβδο ἐλέγχου καί ἐπίπληξης. Ἡ παραπάνω φράση περικλείει βαθειά ἐκκλησιολογική σημασία καί ποιμαντορική ἀξία.
- «Ὁ Μητροπολίτης τέλεσε την Ἀκολουθία ἐπί τῆς διασαλεύσεως (sic) τῆς Ἁγίας Τραπέζης». Εἶναι λάθος ἔκφραση. Ὡς νά σημαίνει πάνω στή διασάλευση. Τό ὀρθόν εἶναι «Ἀκολουθία ἐπί σαλευθείσης Ἁγίας Τραπέζης».
- Ἡ ἀπαγγελία τοῦ «Πάτερ ἡμῶν».
Κατά τήν ἀνάγνωσιν καί ἀπαγγελίαν τῆς Κυριακῆς προσευχῆς, ἤτοι τοῦ «Πάτερ ἡμῶν», εἶναι ἀνάγκη νά προσεχθοῦν τά ἑξῆς σημεῖα:
α) «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Ὁ τόνος τῆς φράσεως «ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» δέν εἶναι στήν πρόθεση «ἐν». Εἶναι ἄτονη ἡ πρόθεση. Τονίζεται ἡ λέξη «οὐρανοῖς» στήν τελευταία συλλαβή.
β) «Ὡς ἐν οὐρανῷ». Πρόκειται γιά δοτική πτώση (μέ κατάληξη -ῷ) καί ὄχι αἰτιατική «οὐρανόν». Εἶναι λάθος ἡ ἐκφώνηση «οὐρανόν».
γ) «Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον». Ἡ λέξη «δός» εἶναι προστακτική (παρακλητική) ἀορίστου β’ τοῦ ρήματος δίδωμι. Εἶναι λάθος ἡ ἐκφώνηση «δῶσε».
δ) «Καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν». Ἡ λέξη «ἄφες» εἶναι ἐπίσης προστακτική (παρακλητική) ἀορίστου β’ τοῦ ρήματος «ἀφίημι» καί σημαίνει «συγχώρησε». Εἶναι λάθος ἡ ἐκφώνηση «ἄφησε». Καί, προσοχή (!), συγχώρησέ μας ὄχι τά ὠφελήματα, ἀλλά «τά ὀφειλήματα ἡμῶν» , δηλαδή σβῆσε τά χρέη μας ( τά ὁποῖα ἔχουμε λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν μας).
*
Συνελόντ’ εἰπεῖν, χρειαζόμεθα καλλιέπεια, λόγο ἐπιμελημένο, σωστό, ἐκφραστικό καί μέ ἀκρίβεια, ἰδιαίτερα μάλιστα σήμερα, πού μέ τόν ἐξοστρακισμό θά λέγαμε ἀπό τήν ἐκπαίδευση τῆς καθαρεύουσας ἤ λόγιας γλώσσας, ἡ γλωσσική κατάρτιση καί γνώση τῶν νεωτέρων γενεῶν ὑστερεῖ καί ἐξαφανίζεται. Τυγχάνει γιά μᾶς αὐτονόητο ὅτι πρέπει νά διατηρήσουμε τήν ὀρθή γραφή καί τόν σωστό προφορικό λόγο, ἀλλά καί νά προσπαθοῦμε μέ τήν ἐμβριθῆ μελέτη μας νά κατανοοῦμε καί τά ἱερά μας κείμενα, τόν ἀτίμητον αὐτόν θησαυρόν τῆς Ἐκκλησίας μας._