Του Αρχιμανδρίτη Νεόφυτου Μάνδαλου, Κληρικού της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών
Η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου και συγχρόνως ουσιώδες στοιχείο μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Το δικαίωμα του προσώπου να διαμορφώνει, να εκφράζει και να διαδίδει τις απόψεις του δεν περιορίζεται σε εκείνες που γίνονται ευμενώς δεκτές από την πλειοψηφία, αλλά καταλαμβάνει κατ’ αρχήν και απόψεις επικριτικές ή μειοψηφικές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, ωστόσο, η άσκηση του δικαιώματος αυτού από πρόσωπα τα οποία, λόγω της ιδιότητάς τους, εντάσσονται σε έναν θεσμό με ιδιαίτερη εσωτερική οργάνωση και πειθαρχία. Τέτοια περίπτωση αποτελεί ο κληρικός της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο κληρικός παραμένει ασφαλώς πολίτης και φορέας των συνταγματικά και διεθνώς κατοχυρωμένων ατομικών δικαιωμάτων. Η χειροτονία δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως σιωπηρή παραίτηση από την προσωπικότητα, την κρίση και τη δυνατότητα συμμετοχής του στον δημόσιο διάλογο. Συγχρόνως, βεβαίως, με την ένταξή του στην εκκλησιαστική διακονία αναλαμβάνει ιδιαίτερες υποχρεώσεις έναντι της Εκκλησίας και του οικείου επισκόπου του.
Ανακύπτει επομένως ένα λεπτό ερώτημα: Μέχρι ποίου σημείου μπορεί η εκκλησιαστική ιδιότητα να περιορίζει τη δημόσια έκφραση γνώμης ενός κληρικού και από ποιο σημείο και έπειτα ένας τέτοιος περιορισμός προσκρούει στην προστατευόμενη ελευθερία του λόγου; Το ερώτημα γίνεται ακόμη οξύτερο όταν η εκκλησιαστική δικαιοδοσία δεν περιορίζεται στην προστασία της πίστεως, της λατρείας και της κανονικής τάξεως, αλλά επιχειρεί να επεκταθεί στο σύνολο σχεδόν του δημοσίου λόγου του κληρικού.
Η συνταγματική αφετηρία
Η αφετηρία της σχετικής έρευνας βρίσκεται στο άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και διά του Τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους.
Η διατύπωση «καθένας» έχει ιδιαίτερη σημασία. Η συνταγματική προστασία δεν παύει λόγω της κτήσεως της κληρικής ιδιότητας. Ο κληρικός εξακολουθεί να είναι φορέας των ατομικών δικαιωμάτων και δεν μεταβάλλεται, διά της χειροτονίας του, σε πρόσωπο στερούμενο της ελευθερίας της γνώμης ή της δυνατότητας συμμετοχής στον δημόσιο διάλογο.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι η ελευθερία της έκφρασης είναι απεριόριστη. Το ίδιο το Σύνταγμα συνδέει την άσκησή της με την τήρηση των νόμων του Κράτους, ενώ περιορισμοί μπορεί να απορρέουν και από άλλα συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά. Το κρίσιμο ζήτημα όμως είναι ότι ο περιορισμός αποτελεί την εξαίρεση και όχι την αφετηρία και, ως περιορισμός θεμελιώδους δικαιώματος, οφείλει να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας. Δεν αρκεί συνεπώς η γενική επίκληση της ιδιότητας του κληρικού για να θεωρηθεί ότι οποιαδήποτε δημόσια έκφρασή του μπορεί να τεθεί υπό προηγούμενη έγκριση ή απαγόρευση. Πολύ περισσότερο, δεν θα ήταν συμβατή με τη λογική ενός θεμελιώδους δικαιώματος η αντιστροφή του κανόνα, ώστε ο κληρικός να οφείλει κάθε φορά να αποδεικνύει ότι δικαιούται να ομιλήσει, ενώ η εκκλησιαστική Αρχή να θεωρείται εκ προοιμίου αρμόδια να εγκρίνει ή να αποδοκιμάζει κάθε δημόσια τοποθέτησή του.
Η προστασία από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
Ανάλογη και ακόμη αναλυτικότερη προστασία παρέχει το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΣΔΑ). Κατά τη διάταξη αυτή, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, στην οποία περιλαμβάνονται η ελευθερία γνώμης καθώς και η λήψη και μετάδοση πληροφοριών και ιδεών χωρίς επέμβαση δημόσιας Αρχής.
Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 10 επιτρέπει περιορισμούς, εφόσον προβλέπονται από κανόνα δικαίου, υπηρετούν θεμιτό σκοπό και είναι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία. Παράλληλα, η Σύμβαση προστατεύει, ιδίως μέσω του άρθρου 9, την αυτονομία των θρησκευτικών κοινοτήτων, οι οποίες δικαιούνται να οργανώνονται σύμφωνα με τους κανόνες τους και να απαιτούν έναν ορισμένο βαθμό πίστεως και αφοσιώσεως από όσους τις υπηρετούν ή τις εκπροσωπούν. Στο πρόσωπο του κληρικού συναντώνται, επομένως, η ατομική ελευθερία της έκφρασης και η θεσμική αυτονομία της Εκκλησίας. Η αναγνώριση όμως της δεύτερης δεν μπορεί να καθιστά προσχηματική την προστασία της πρώτης, ώστε κάθε επικριτική ή μη αρεστή φωνή να υποχωρεί αυτομάτως.
Το ενωσιακό δίκαιο
Η ελευθερία της έκφρασης κατοχυρώνεται και από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επειδή όμως ο Χάρτης δεσμεύει τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, σε ένα αμιγώς εσωτερικό εκκλησιαστικό ζήτημα αμεσότερη σημασία έχουν συνήθως το ελληνικό Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ.
Η κανονική θέση του κληρικού
Από νομοκανονικής απόψεως, το ζήτημα παρουσιάζεται διαφορετικά. Ο πρεσβύτερος και ο διάκονος δεν νοούνται στην ορθόδοξη εκκλησιολογία ως αυτοτελή και ανεξάρτητα όργανα εκκλησιαστικής εξουσίας. Η διακονία τους ασκείται σε αναφορά προς τον οικείο επίσκοπο.
Χαρακτηριστικός είναι ο ΛΘ΄ Αποστολικός Κανόνας:
«Οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ διάκονοι, ἄνευ γνώμης τοῦ ἐπισκόπου μηδὲν ἐπιτελείτωσαν· αὐτὸς γάρ ἐστιν ὁ πεπιστευμένος τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου».
Η διάταξη εκφράζει μία θεμελιώδη αρχή της ορθόδοξης εκκλησιολογίας: ο πρεσβύτερος και ο διάκονος ασκούν την ιερατική τους διακονία εντός της τοπικής Εκκλησίας και σε κανονική αναφορά προς τον επίσκοπό τους.
Χρειάζεται όμως προσοχή ως προς την έκταση της αρχής αυτής. Η παραδοσιακή ερμηνεία του συγκεκριμένου κανόνα αφορά πρωτίστως την άσκηση του ιερατικού λειτουργήματος και τις εκκλησιαστικές ενέργειες του πρεσβυτέρου. Θα ήταν επομένως υπερβολικά ευρεία η ερμηνεία σύμφωνα με την οποία ο κανόνας καταργεί γενικώς την προσωπική ελευθερία λόγου του κληρικού και καθιστά κάθε δημόσια δήλωση, ακόμη και για ζητήματα άσχετα με την εκκλησιαστική διοίκηση ή τη διδασκαλία της Εκκλησίας, εξαρτημένη από προηγούμενη επισκοπική άδεια.
Άλλο πράγμα είναι η κανονική εξάρτηση του πρεσβυτέρου κατά την άσκηση της ιερατικής του διακονίας και άλλο η πλήρης απορρόφηση της προσωπικότητάς του από το εκκλησιαστικό αξίωμα. Η μετατροπή μιας αρχής λειτουργικής και ποιμαντικής ενότητας σε γενικό τεκμήριο σιωπής θα αποτελούσε όχι απλώς ευρεία, αλλά και επικίνδυνη ερμηνεία της κανονικής υπακοής. Θα προσέδιδε στον επίσκοπο μια εξουσία επί της συνειδήσεως και του λόγου του κληρικού πολύ ευρύτερη από εκείνη που απαιτεί η ίδια η φύση της εκκλησιαστικής διακονίας.
Η επισκοπική εξουσία, εξάλλου, δεν είναι απεριόριστη ούτε ταυτίζεται με την προσωπική βούληση του εκάστοτε επισκόπου. Ασκείται εντός της κανονικής και συνοδικής τάξεως της Εκκλησίας και δεσμεύεται από τον σκοπό για τον οποίο έχει ανατεθεί. Ο ΛΔ΄ Αποστολικός Κανόνας εκφράζει χαρακτηριστικά όχι μια μονομερή αλλά μια αμοιβαία σχέση συνοδικής ευθύνης: οι επίσκοποι δεν ενεργούν στα μείζονα χωρίς τον πρώτο, αλλά ούτε και ο πρώτος χωρίς τη γνώμη όλων. Παράλληλα, ο Ε΄ Κανόνας της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου προβλέπει συνοδική επανεξέταση εκκλησιαστικών αποκλεισμών, ώστε να διακριβώνεται μήπως ο αποκλεισμός οφείλεται σε μικροψυχία, φιλονικία ή άλλη εμπαθή διάθεση του επισκόπου, ενώ ο Θ΄ Κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου δεν αφήνει χωρίς ανώτερο εκκλησιαστικό κριτή ακόμη και τη διαφορά κληρικού προς τον ίδιο τον επίσκοπό του. Οι κανόνες αυτοί δεν κατοχυρώνουν βεβαίως, με τη σύγχρονη νομική έννοια, ένα αυτοτελές δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης· δείχνουν όμως ότι η κανονική παράδοση δεν αντιλαμβάνεται την επισκοπική κρίση ως ανέλεγκτη, αλάθητη ή ανεπίδεκτη συνοδικού ελέγχου.
Η διάκριση μεταξύ προσωπικής γνώμης και εκκλησιαστικής εκπροσώπησης
Εδώ βρίσκεται ίσως το κρισιμότερο σημείο της προβληματικής. Δεν έχουν όλες οι δημόσιες τοποθετήσεις ενός κληρικού την ίδια βαρύτητα. Άλλο είναι η προσωπική του γνώμη ως πολίτη ή επιστήμονα και άλλο η τοποθέτηση που δημιουργεί την εντύπωση ότι εκπροσωπεί επισήμως την Εκκλησία. Ένας κληρικός που εκφράζει άποψη για κοινωνικό, ιστορικό, επιστημονικό ή πολιτιστικό ζήτημα δεν μπορεί αυτομάτως να θεωρείται ότι ομιλεί εξ ονόματος της Ιεράς Συνόδου ή του επισκόπου του. Αντιθέτως, όταν εμφανίζει προσωπική άποψη ως επίσημη θέση της Εκκλησίας, εκείνη έχει εύλογο συμφέρον να προστατεύσει την αυθεντικότητα της δημόσιας εκπροσώπησής της.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η δημόσια διαφωνία με συνοδική απόφαση. Άλλο είναι η άρνηση δογματικής διδασκαλίας ή η ανυπακοή σε συγκεκριμένη κανονική εντολή και άλλο η τεκμηριωμένη κριτική μιας διοικητικής ή ποιμαντικής επιλογής. Η συνοδικότητα δεν μετατρέπει κάθε διοικητική απόφαση σε δόγμα, ούτε η επίκληση της υπακοής πρέπει να απαλλάσσει την εκκλησιαστική διοίκηση από την κριτική.
Εκκλησιαστική πειθαρχία και αρχή της αναλογικότητας
Ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν. 590/1977), εντάσσει τον κληρικό σε μία οργανωμένη εκκλησιαστική έννομη τάξη, ενώ η ελληνική νομοθεσία προβλέπει ιδιαίτερο σύστημα εκκλησιαστικής δικαιοσύνης και πειθαρχικής ευθύνης των κληρικών.
Η ύπαρξη εκκλησιαστικής πειθαρχίας δεν απαντά από μόνη της στο ερώτημα ποια έκφραση μπορεί να τιμωρηθεί. Όταν μάλιστα μια πειθαρχική πράξη παράγει έννομες συνέπειες, πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της νομιμότητας, της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Θα ήταν συνεπώς προβληματική μια αντίληψη κατά την οποία κάθε δημόσια διαφωνία ενός κληρικού προς τον επίσκοπό του ή προς μία συνοδική διοικητική επιλογή συνιστά αυτομάτως πειθαρχικό παράπτωμα. Μια τέτοια αντίληψη θα μπορούσε εύκολα να μετατρέψει την πειθαρχική εξουσία από μέσο διαφυλάξεως της εκκλησιαστικής τάξεως σε μηχανισμό αποτροπής της κριτικής και επιβολής προσωπικής σιωπής. Η δυνατότητα αυτή δεν είναι απλώς θεωρητική, ιδίως όπου τα όρια μεταξύ θεολογικής ευθύνης, διοικητικής ευχέρειας και προσωπικής εξουσίας παραμένουν ασαφή.
Πρέπει συνεπώς να συνεκτιμώνται το περιεχόμενο και το αντικείμενο της δηλώσεως, ο τρόπος εκφράσεως, η ιδιότητα υπό την οποία ομιλεί ο κληρικός, η ενδεχόμενη προσβολή τρίτων και η πραγματική επίπτωση στην εκκλησιαστική τάξη. Δεν είναι το ίδιο, επί παραδείγματι, η ύβρις προς τον επίσκοπο και η τεκμηριωμένη διαφωνία μαζί του, ούτε η προτροπή σε ανταρσία και η επιστημονική κριτική μιας συνοδικής αποφάσεως.
Η επιβολή της σιωπής έχει, τέλος, συνέπειες που υπερβαίνουν το ατομικό δικαίωμα του συγκεκριμένου κληρικού. Όταν κάθε επιφύλαξη, κριτική ή διαφορετική εκτίμηση εκλαμβάνεται ως έλλειψη υπακοής, μπορεί να διαμορφωθεί μια εκκλησιαστική κουλτούρα φόβου, αυτολογοκρισίας και εξωτερικής συμμόρφωσης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον τα πραγματικά προβλήματα δυσκολεύονται να φθάσουν στα αρμόδια όργανα, η ειλικρινής συνοδική επικοινωνία αποδυναμώνεται και η φαινομενική ομοφωνία κινδυνεύει να υποκαταστήσει την ουσιαστική ενότητα. Η πατερική και κανονική παράδοση, μολονότι απαιτεί τάξη και σεβασμό, δεν αγνοεί την ανάγκη συνοδικής εξέτασης, ακροάσεως και επανελέγχου των εκκλησιαστικών κρίσεων. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν υπηρετείται κατ’ ανάγκην από την απουσία κάθε αντίθετης φωνής· μπορεί, αντιθέτως, να τραυματίζεται όταν η σιωπή δεν αποτελεί ελεύθερη άσκηση διακρίσεως αλλά αποτέλεσμα διοικητικού φόβου.
Η σημασία της εκκλησιαστικής αυτονομίας
Η Εκκλησία δεν είναι ένας απλός δημόσιος οργανισμός. Δικαιούται να διαφυλάσσει τη διδασκαλία, την εσωτερική συνοχή και την αποστολή της και να απαιτεί αυξημένη πίστη και αφοσίωση από όσους την εκπροσωπούν. Το ΕΔΔΑ το έχει αναγνωρίσει, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Fernández Martínez κατά Ισπανίας.
Η εκκλησιαστική αυτονομία όμως ανήκει στην Εκκλησία ως θρησκευτική κοινότητα και δεν πρέπει να ταυτίζεται με την απεριόριστη ευχέρεια κάθε φορέα της διοίκησής της. Διαφορετικά, η θεσμική προστασία της Εκκλησίας κινδυνεύει να καλύψει επιλογές που υπηρετούν περισσότερο την αποφυγή της κριτικής παρά τη δογματική ενότητα ή την κανονική τάξη.
Προς ένα κριτήριο ισορροπίας
Από τα ανωτέρω προκύπτει μία βασική αρχή: Ο κληρικός δεν παύει διά της χειροτονίας του να είναι φορέας της ελευθερίας της έκφρασης, αλλά η άσκησή της συνυπάρχει με ιδιαίτερες υποχρεώσεις που απορρέουν από την εκκλησιαστική του ιδιότητα. Όσο περισσότερο μια τοποθέτηση συνδέεται με την επίσημη διδασκαλία, τη λατρεία ή την εκπροσώπηση της Εκκλησίας, τόσο βαρύτερη είναι η υποχρέωση εκκλησιαστικής ενότητας. Όσο περισσότερο αφορά τον κληρικό ως πολίτη και ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος, χωρίς να εμφανίζεται ως επίσημος εκκλησιαστικός λόγος, τόσο ισχυρότερη είναι η προστασία της προσωπικής του ελευθερίας.
Δεν είναι ικανοποιητική ούτε η θέση ότι ο κληρικός μπορεί να λέγει δημοσίως οτιδήποτε, ούτε η αντίθετη θέση ότι δεν δικαιούται να εκφέρει καμία γνώμη χωρίς προηγούμενη επισκοπική άδεια. Η πρώτη παραγνωρίζει την κανονική σχέση που δημιουργεί η χειροτονία. Η δεύτερη κινδυνεύει να μετατρέψει την υπακοή σε γενική στέρηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος και τη σιωπή σε αρετή, ακόμη και όταν καλύπτει δυσλειτουργίες ή αυθαιρεσίες.
Συμπέρασμα
Ο κληρικός είναι ταυτοχρόνως πολίτης και λειτουργός της Εκκλησίας. Η κανονική παράδοση δικαιολογεί αυξημένες υποχρεώσεις ευθύνης, ενότητας και αφοσιώσεως, ιδίως όταν ενεργεί υπό την ιερατική του ιδιότητα. Δεν θεμελιώνει όμως άνευ ετέρου μια γενική απαγόρευση προσωπικής δημόσιας έκφρασης ή καθολική υποχρέωση προηγούμενης εγκρίσεως κάθε γνώμης από τον επίσκοπο.
Η Εκκλησία δικαιούται να προστατεύει τη δογματική της ταυτότητα, την κανονική τάξη και την αυθεντική εκπροσώπησή της, χωρίς η πειθαρχία να μετατρέπεται σε γενική απαγόρευση του λόγου των κληρικών. Παραμένει έτσι ανοικτό το ουσιαστικό ερώτημα: πού τελειώνει η θεμιτή εκκλησιαστική πειθαρχία και πού αρχίζει η αδικαιολόγητη περιστολή ενός θεμελιώδους δικαιώματος;
Βασική νομοθεσία και ενδεικτική βιβλιογραφία
Ν. 590/1977, «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος».
Ν. 5383/1932, «Περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας», όπως ισχύει.
Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον τῆς νοητῆς νηὸς τῆς Μίας Ἁγίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας, ἤτοι ἅπαντες οἱ Ἱεροὶ καὶ Θεῖοι Κανόνες, εκδ. Παρνασσός, Ζάκυνθος 1864.
Γ. Α. Ράλλη – Μ. Ποτλή, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων τῶν τε ἁγίων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων, καὶ τῶν ἱερῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων, καὶ τῶν κατὰ μέρος ἁγίων Πατέρων, τόμ. Α΄–ΣΤ΄, Αθήνα 1852–1859.
ΕΔΔΑ, Οδηγός επί του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – Ελευθερία της έκφρασης.
ΕΔΔΑ, Οδηγός επί του άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – Ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας.
Σύνταγμα της Ελλάδος, άρθρο 14 παρ. 1. Βλ. επίσης άρθρο 5 παρ. 1 για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και τη συμμετοχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή.
Σύνταγμα της Ελλάδος, άρθρο 25 παρ. 1, ιδίως η πρόβλεψη ότι οι περιορισμοί των θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, άρθρο 10 παρ. 1–2. Για κάθε περιορισμό απαιτούνται νόμιμη βάση, θεμιτός σκοπός και αναγκαιότητα σε μια δημοκρατική κοινωνία.
ΕΣΔΑ, άρθρο 9· ΕΔΔΑ (Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως), Sindicatul «Păstorul cel Bun» κατά Ρουμανίας, αρ. προσφ. 2330/09, απόφαση 9.7.2013, ιδίως §§ 136–138, σχετικά με την αυτονομία των θρησκευτικών κοινοτήτων και τις υποχρεώσεις αφοσιώσεως των κληρικών.
Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 11 παρ. 1.
Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 51 παρ. 1. Βλ. και άρθρο 52 παρ. 1 για τις προϋποθέσεις περιορισμού των δικαιωμάτων εντός του πεδίου εφαρμογής του Χάρτη.
ΛΘ΄ Αποστολικός Κανόνας. Για το ελληνικό κείμενο και τις κλασικές ερμηνείες βλ. Γ. Α. Ράλλη – Μ. Ποτλή, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων, τόμ. Β΄, Αθήνα 1852, ενότητα «Κανόνες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων», καν. ΛΘ΄, σ. 54. Πρβλ. και Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον, εκδ. Παρνασσός, Ζάκυνθος 1864, σσ. 43-44, ερμηνεία στον ίδιο κανόνα.
ΛΔ΄ Αποστολικός Κανόνας. Πρβλ. Θ΄ Κανόνα της Συνόδου Αντιοχείας, ο οποίος επαναλαμβάνει τη συνοδική αρχή και την αμοιβαιότητα μεταξύ του πρώτου και των λοιπών επισκόπων. Οι κανόνες αυτοί αφορούν πρωτίστως τις σχέσεις μεταξύ επισκόπων και χρησιμοποιούνται εδώ ως μαρτυρία της συνοδικής, όχι απολυταρχικής, δομής της εκκλησιαστικής εξουσίας.
Ε΄ Κανόνας της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και Θ΄ Κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Βλ. Ράλλη – Ποτλή, Σύνταγμα, τόμ. Β΄, στις αντίστοιχες ενότητες και ερμηνείες. Ο Ε΄ Κανόνας της Νικαίας προβλέπει περιοδικό συνοδικό έλεγχο των αποκλεισμών, ενώ ο Θ΄ της Χαλκηδόνας ρυθμίζει την προσφυγή κληρικού σε διαφορά με τον επίσκοπό του.
Πρβλ. Ε΄ Κανόνα Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και Κ΄ Κανόνα της Συνόδου Αντιοχείας για την τακτική σύγκληση επαρχιακών συνόδων και τη συνοδική εξέταση των εκκλησιαστικών υποθέσεων. Οι διατάξεις αυτές δεν αναφέρονται ειδικά στον δημόσιο λόγο των κληρικών, αλλά τεκμηριώνουν τη σημασία της συλλογικής εξέτασης και του ελέγχου μέσα στην κανονική τάξη.
ΕΔΔΑ (Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως), Fernández Martínez κατά Ισπανίας, αρ. προσφ. 56030/07, απόφαση 12.6.2014, ιδίως §§ 123–132 και 147–152. Η υπόθεση αφορούσε τη μη ανανέωση συμβάσεως έγγαμου πρώην καθολικού ιερέα και εξετάστηκε πρωτίστως υπό το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Δεν αποτελεί άμεσο προηγούμενο για ορθόδοξο κληρικό που υφίσταται πειθαρχική κύρωση λόγω δημοσίου λόγου, αλλά είναι σημαντική για τη στάθμιση μεταξύ ατομικών δικαιωμάτων και εκκλησιαστικής αυτονομίας.



