“Με δυο βήματα… Πιο κοντά στο θέλημά του”
28 Μαρτίου 2020 Κοινοποιήστε

“Με δυο βήματα… Πιο κοντά στο θέλημά του”

Του Αρχιμ. Φιλίππου Χαμαργιά, Πρωτοσυγκέλλου της Ι. Μ. Μεσσηνίας

Ένα αγνό νέο παιδί διαλέγει ο Διάβολος για να δείξει μέσα από αυτό την δύναμη και την εξουσία του.  Και το παιδί αυτό στέκεται αιχμάλωτο της σκληρής κυριαρχίας του, μη δυνάμενο να απελευθερωθεί από τα δεσμά του διαβόλου. Και το χειρότερο είναι πως οι άνθρωποι που βρίσκονται δίπλα του, γύρω του, κοντά του, δεν μπορούν να το βοηθήσουν, και όχι μόνο δεν τον βοηθούν αλλά με την απιστία τους γίνονται και εμπόδιο στην απελευθέρωση του. Με τη δυσπιστία τους καθίστανται αδύναμοι και κατ’ επέκταση δυσκολεύουν το έργο της σωτηρίας του.  Κι αυτή τη δυσπιστία εκφράζει, με έναν τρόπο παραστατικό, ο διάλογος μεταξύ του κατά σάρκα πατρός του νέου παιδιού με τον Ιησού. [1]

Στην ερώτηση του Ιησού, “πόσος καιρός είναι που συμβαίνει αυτό στο παιδί;” έρχεται η απάντηση του πατέρα πως αυτό συμβαίνει “παιδιόθεν” και συνεχίζει με την παράθεση των κινδύνων που διατρέχει ο γιός του. Και μέσα στην παράκλησή του  για βοήθεια και σωτηρία, εμφωλεύει και μια μικρή αμφιβολία, η οποία εκφράζεται, μέσα στην απόγνωσή του, με την φράση “ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι…”. [2]

Να λοιπόν πάλι η σκιά της αμφιβολίας έρχεται και πειράζει τη σκέψη του ανθρώπου.  Και ο δυστυχής αυτός πατέρας έχει ένα ελαφρυντικό. Έχει απελπιστεί από την πάροδο των χρόνων, αλλά και από τις προσπάθειες, ακόμα και των μαθητών του Ιησού, οι οποίες έπεφταν τόσον καιρό στο κενό. Κι όμως παρά τον πειρασμό της αμφιβολίας, τον βλέπουμε να επιμένει, να συνεχίζει, να είναι εδώ, δίπλα στον Χριστό και να ελπίζει. Έστω κι αν προς στιγμήν απόρησε και φάνηκε πως αμφιβάλλει, εν τούτοις, εκ των πραγμάτων, διαπιστώνουμε πως ενώ δεν βρήκε θεραπεία από τους μαθητές, απευθύνεται πλέον στον Χριστό και ζητά την δική Του παρέμβαση.

Αλήθεια…έχουμε το θάρρος και την παρρησία να αναλογισθούμε τι θα έκαναν σε μια παρόμοια περίπτωση οι άνθρωποι της εποχής μας; Σήμερα που οι αμφισβητήσεις και η αμφιβολία βασιλεύουν στις συνειδήσεις των ανθρώπων, σήμερα που η τεχνογνωσία και η επιστήμη δίνει λύσεις σχεδόν στα πάντα, σήμερα πόσοι άνθρωποι, μέσα από μια δοκιμασία, σκέφτονται να απευθυνθούν στον Θεόν; Δυστυχώς οι περισσότεροι απευθύνονται στο Θεό, ως έσχατη λύση. Όταν όλες οι υπόλοιπες πόρτες κλείσουν, τότε θυμούνται πως υπάρχει και η πόρτα του Θεού. Κι εκεί πάλι όταν δεν βρουν αυτό που επιθυμούν, τότε πάλι απογοητεύονται. Αν π.χ. ο λειτουργός του Χριστού αδυνατεί να τους βοηθήσει ή δεν πράξει όπως αυτοί θα περίμενα, τότε σπεύδουν να παραιτηθούν από την όποια προσπάθεια και ακόμα χειρότερα να απομακρυνθούν από την Εκκλησία, θεωρώντας πως τελικά “δεν υπάρχει τίποτα”, κι έτσι η αμφισβήτησή τους και η αμφιβολία τους συνεχίζει να βασιλεύει.

Να όμως που έρχεται ο Χριστός, μέσα από αυτόν τον διάλογο με τον πατέρα, να μας διδάξει, με δυο βήματα, πως θα βιώσουμε την  αλήθεια έναντι της αμφιβολίας και το θαύμα έναντι της όποιας αμφισβήτησης.

Το πρώτο βήμα, αυτό που αφορά στην υπερνίκηση των αμφιβολιών και των αμφισβητήσεων, το υποδεικνύει ο ίδιος ο Κύριος, μέσα από τη φράση Του : “εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι[3]. Του λέει, με μια κουβέντα, πως το θέμα δεν είναι τι μπορεί να κάνει ο Θεός, αλλά το αν εμείς μπορούμε και θέλουμε να πιστέψουμε αυτά που ζητάμε να κάνει ο Θεός.

Το δεύτερο βήμα το καθορίζουμε εμείς με την συμπεριφορά μας, η οποία αντικατοπτρίζεται σήμερα στη συμπεριφορά του δυστυχισμένου και απεγνωσμένου πατέρα. Μέσα στην καρδιά και στην ψυχή μας βρίσκεται το κλειδί που ανοίγει την πόρτα του Θεού. Μην ψάχνουμε για αντικλείδια ή για παραπόρτια. Η θύρα είναι ο Θεός και το κλειδί είναι η δύναμη της πίστης μας. Μην αφήνουμε τις σκοτούρες της καθημερινότητας και τις Σειρήνες της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης να μας πάρουν αυτό το  μοναδικό κλειδί. Μην το καταχωνιάσουμε στο συρτάρι της γνώσης και της αυτοπεποίθησης πως ξέρουμε τα πάντα. Αν το χάσουμε θα πρέπει να το ξαναβρούμε…θα είναι κρυμμένο πίσω από  κάθε κίνηση ή πράξη εγωιστική που κάναμε και που μας άφησε να πιστεύουμε πως μπορούμε να τα καταφέρουμε μόνοι μας, χωρίς Θεό.

Ο λόγος του Θεού, λοιπόν, από τη μια  και η πίστη μας από την άλλη, είναι αυτά τα δυο βήματα που θα μας οδηγήσουν στη βίωση του θαύματος, αφού πρώτα θα έχουμε ξεπεράσει κάθε εμπόδιο αμφιβολίας και θα έχουμε ομολογήσει, όπως ο πατέρας της ευαγγελικής περικοπής  “Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ.”[4]

[1] Μαρκ. Θ’ 21-24

[2] Μαρκ. Θ’ ,22

[3] Μαρκ. Θ΄, 23

[4] Μαρκ. Θ΄, 24

Εκτύπωση