Του Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια, Μέγα Ὑμνογράφου τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
Στὴν ἐποχή μας ὅπου ἡ ἁμαρτωλὴ ζωὴ εἶναι προσὸν ἐπιτυχίας καὶ προόδου τῶν ἀνθρώπων ποὺ ξέφυγαν ἀπὸ τὶς ἠθικὲς ἀρχές, οἱ ἔντιμοι σήμερα ἄνθρωποι πειράζονται εἰρωνικὰ ἀπὸ τοὺς ἄτιμους. Οἱ ἐπιμελεῖς καὶ ἠθικοὶ μαθητὲς ἀπὸ τοὺς ἀμελεῖς, ποὺ τοὺς ὀνομάζουν βλίτα, χαζοὺς καὶ ὀπισθοδρομικούς προβάλλοντας μάλιστα σήμερα τὴν ἰδιαιτερότητα καὶ πολυχρωμία, δηλαδὴ τὴν ἀνηθικότητα ὡς προοδευτικότητα. Οἱ ἱεροπρεπεῖς ἱερωμένοι, οἱ παραδοσιακοί, ἀπὸ τοὺς μοντέρνους, τοὺς σύγχρονους, τοὺς ἐκσυγχρονιστές. Οἱ σεμνὲς κοπέλλες ποὺ ἐπιζητοῦν νὰ βιώνουν χριστιανικὰ ἀπὸ τὶς κοπέλλες τοῦ συρμοῦ, αὐτὲς ποὺ δὲν ἔχουν ἠθικὲς ἀναστολὲς καὶ σταθερὲς χριστιανικὲς ἀρχές. Οἱ εὐσεβεῖς διδάσκαλοι καὶ καθηγητές, αὐτοὶ ποὺ γνωρίζουν καλὰ ὅτι «ἐπιστήμη χωριζομένη ἀρετῆς πανουργία ἐστὶ καὶ οὐ σοφία φαινεται», ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς, τοὺς ὁδοστρωτῆρες τῶν ἠθῶν καὶ τῶν ἀξιῶν. Οἱ χριστιανοὶ οἰκογενειάρχες ποὺ ὁδηγοῦν τὰ παιδιά τους στὴν Ἐκκλησία, στὴν μυστηριακὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, στὰ Κατηχητικὰ Σχολεῖα, ἀπὸ τὴν σημερινὴ παρασυρμένη κοινωνία ποὺ τοὺς μέμφεται λέγοντας ὅτι αὐτοὶ ἐπιδιώκουν νὰ φιμώσουν τὴν ἐλεύθερη βούληση τῶν παιδιῶν τους καὶ νὰ τὰ κάνουν, παππάδες, καλόγερους ἢ καλόγριες. Εἶναι ἡ ἐποχὴ ποὺ ἔχει θαφτεῖ τὸ ἦθος καὶ ζεῖ καὶ βασιλεύει ἡ ἀνηθικότης.
Ἐπίκαιρος εἶναι ὁ μύθος ποὺ περιγράφει ὁ χριστιανὸς λογοτέχνης καὶ ἁγιογράφος Φώτης Κόντογλου γράφοντας.
«Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρὸ ἦταν ἕνας σουλτάνος, καλὸς καὶ δίκαιος καὶ εἶχε ἕναν βεζύρη, ποὺ ἤτανε καὶ αὐτὸς καλὸς καὶ ἦταν κι ἀστρολόγος. Μιὰ μέρα ὁ βεζύρης λέγει τοῦ σουλτάνου, πὼς εἶδε κάποια σημάδια στὸν οὐρανὸ πὼς θὰ βρέξει στὸν κόσμο ἕνα νερὸ τρελλό, καὶ πὼς ὅποιος τὸ πιεῖ αὐτὸ τὸ νερό, θὰ τρελλαίνεται.
Καὶ πὼς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦνε στὴν ἐπικράτειά τους θὰ πιοῦνε καὶ θὰ χάσουνε τὰ λογικά τους, καὶ δὲν θὰ νιώθουνε πιὰ τίποτα, μήτε τί εἶναι σωστὸ καὶ τί εἶναι ψεύτικο, μήτε τί εἶναι καλὸ καὶ τί εἶναι κακό, μήτε τί εἶναι νόστιμο καὶ τί ἄνοστο, μήτε τί εἶναι δίκαιο καὶ τί ἄδικο.
Σὰν τ’ ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Σουλτάνος, γυρίζει καὶ λέγει στὸν βεζύρη: Ἀφοῦ θὰ τρελλαθεῖ ὅλος ὁ κόσμος, πρέπει νὰ κοιτάξουμε νὰ μὴν τρελλαθοῦμε κι ἐμεῖς, γιατί ἀλλιῶς πῶς θὰ τοὺς κρίνουμε μὲ δικαιοσύνη; Τοῦ λέγει ὁ βεζύρης πὼς ὁ λόγος του εἶναι σωστὸς καὶ πὼς θὰ ᾽πρεπε νὰ προστάξει νὰ μαζέψουνε ἀπὸ τὸ καλὸ νερὸ ποὺ πίνανε, καὶ νὰ τὸ φυλάξουμε μέσα στὶς στέρνες, γιὰ νὰ μὴν πίνουνε ἀπὸ τὸ χαλασμένο καὶ κρίνουμε παλαβὰ κι ἄδικα, μὰ δίκαια, ὅπως ἔχουνε χρέος.
Ἔτσι κι ἔγινε. Σὲ λίγον καιρὸ ἔβρεξε στ’ ἀλήθεια, καὶ τὸ νερὸ ἤτανε τρελλὸ νερό, καὶ τρελλαθήκανε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, καὶ δὲν γνωρίζανε οἱ καημένοι τί τοὺς γίνεται, καὶ εἴχανε τὸ ψεύτικο γιὰ ἀληθινό, τὸ κακὸ γιὰ καλό, τὸ ἄδικο γιὰ δίκαιο.
Μὰ ὁ σουλτάνος κι ὁ βεζύρης πίνανε ἀπὸ τὸ καλὸ νερὸ ποὺ εἴχανε φυλαγμένο, καὶ δὲν τρελλαθήκανε, ἀλλὰ κρίνανε τὸν κόσμο μὲ δικαιοσύνη. Ὁ κόσμος, ὅμως, τά ᾽βλεπε ἀνάποδα καὶ δὲν ἤτανε εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν κρίση τοῦ σουλτάνου καὶ τοῦ βεζύρη καὶ φωνάζανε πὼς τοὺς ἀδικοῦνε καὶ κοντεύανε νὰ σηκώσουνε ἐπανάσταση..
Μετὰ ἀπὸ καιρό, σὰν εἴδανε κι ἀποείδανε, ὁ σουλτάνος κι ὁ βεζύρης, χάσανε τὸ κουράγιο τους, καὶ λέγει ὁ σουλτάνος στὸ βεζύρη: Τοῦτοι οἱ φουκαράδες ἀληθινὰ χάσανε τὰ φρένα τους καὶ τὰ βλέπουνε ὅλα ἀνάποδα κι ὅπως πᾶμε, μπορεῖ νὰ μᾶς σκοτώσουν ἐπειδὴ θέλουμε νὰ τοὺς κρίνουμε μὲ δικαιοσύνη γιὰ νὰ εὐτυχήσουνε. Τὸ λοιπόν, βεζὺρ ἀφέντη, ἄιντε νὰ χύσουμε τὸ καλὸ νερὸ ἀπὸ τὶς στέρνες, καὶ νὰ πιάσουμε νὰ πίνουμε κι ἐμεῖς ἀπὸ τὸ τρελλὸ νερό, νὰ γίνουμε σὰν κι αὐτοὺς καὶ τότε θὰ μᾶς καταλαβαίνουνε καὶ θὰ μᾶς ἀγαπᾶνε. Ἔτσι κι ἔγινε. Ἤπιαν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὸ παλαβὸ νερὸ καὶ τρελλαθήκανε, καὶ κρίνανε τρελλὰ κι ἄδικα, κι ὁ κόσμος ἀπόμεινε εὐχαριστημένος καὶ πολυχρονίζανε τὸν σουλτάνο».
Στὴν ἐποχή μας βλέπουμε ὅτι ὅλοι, κυβερνῶντες καὶ κυβερνώμενοι, ἔχουν πιεῖ τὸ τρελλὸ νερὸ καὶ προβάλλεται τὸ ἄσπρο μαῦρο, τὸ ἀνήθικο ἠθικό, τὸ νόθο γνήσιο. Ζοῦμε σὲ ἐποχὴ ὅπου ὑπερπερισσεύει ἡ ἁμαρτία καὶ διδάσκεται ὡς ἠθικὸς τρόπος ζωῆς. Αὐτὸ βέβαια πολλὲς φορὲς ἐπαναλλαμβανόταν στὴν ἱστορικὴ τῆς ἀνθρωπότητας πορεία. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει στοὺς ἀσταθεῖς καὶ ἀμφιταλαντευόμενους χριστιανούς ὅλων αὐτῶν τῶν ἐποχῶν: «Μὴ συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλὰ μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοὸς ὑμῶν, εἰς τὸ δοκιμάζειν τί τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον» (Ρωμ. ιβ΄ 2).
Σήμερα ὅλος ὁ κόσμος τρελλάθηκε, λησμόνησε τὶς θεῖες ἀλήθειες καὶ βυθίσθηκε στὸ κακό, «ὁ κόσμος ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται» (Α’ Ιωάν. ε΄ 19). Σὲ αὐτὴ τὴν τρελλὴ κατάσταση ὑπάρχουν καὶ οἱ σθεναρὲς ἀντιστάσεις. Ἔτσι, ξεχωρίζουμε τοὺς ἀνθρώπους μὲ γνήσιο ὀρθόδοξο χριστιανικὸ πνεῦμα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὸ θέλημά τους δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸν θεῖο νόμο. Μπορεῖ νὰ εἶναι λίγοι, εἶναι, ὅμως, ζωντανοὶ καὶ πηγαίνουν ἀντίθετα στὸ ρεῦμα, contra torendum, ὅπως τὰ ζωντανὰ ψάρια στὸ ρεῦμα τῶν ποταμῶν, ἐνῶ τὰ ψώφια τὰ παρασύρει καὶ τὰ ἐκβάλλει αὐτὸ στὴν θάλασσα.
Ζωντανὸ παράδειγμα σὲ τρελλὴ κατάσταση μᾶς προβάλλει ἡ Παλαιὰ διαθήκη τὸ πρόπωπο τοῦ Τωβίτ.
Αὐτὸς ἔζησε τὴν ἐποχὴ ποὺ οἱ Ἑβραῖοι, ξεχνώντας τὶς ἀμέτρητες εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ἔπεσαν στὴν εἰδωλολατρικὴ πλάνη. Ἡ ἀποστασία γενικεύθηκε τόσο, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ ἰσχύσουν γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ταὰλόγια τοῦ προφητάνακτος Δαβίδ, αὐτὰ ποὺ ἰσχύουν, δυστυχῶς, καὶ σήμερα: «Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὔκ ἐστι ποιῶν χρηστότητα, οὔκ ἐστιν ἕως ἑνός» (Ψαλμ. 13, 3).
Και, ὅμως, μέσα στὸν πλανεμένο ὄχλο ὁ Τωβὶτ παραμένει ἀκλόνητος στὴν πίστη, στὶς παραδόσεις τῶν προγόνων του καὶ στὸν θεοδίδακτο νόμο ποὺ εἶχε παραλάβει ὁ μέγας Μωϋσῆς στὸ ὄρος Σινᾶ. Ὅταν ὅλοι ἔτρεχαν νὰ προσκυνήσουν τὸ χρυσὸ μοσχάρι, ὁ Τωβὶτ πήγαινε στὸν Ναὸ τῶν ΙἹεροσολύμων, γιὰ νὰ λατρεύσει τὸν ἀληθινὸ Θεό, προσφέροντας τὶς ἀπαρχὲς τῶν ἀγρῶν του καὶ τὸ δέκατο ὅλων τῶν εἰσοδημάτων του.
Ἦρθαν ἔπειτα τὰ μαῦρα χρόνια τῆς σκλαβιᾶς ἀπὸ τοὺς Ἀσσυρίους φορτωμένα μὲ πόνους, θλίψεις καὶ δοκιμασίες. Ὁ Τωβὶτ βρέθηκε αἰχμάλωτος, ἀλλὰ μὲ ἐλεύθερο φρόνημα. Οὔτε στὶς δυσκολίες αὐτὲς προδίδει τὸ ἦθος καὶ τὴν ἀλήθεια. Παραμένει σταθερὰ προσηλωμένος στὸν πατροπαράδοτο νόμο μόνος στὸν ὄχλο ποὺ εἶχε πιεῖ τὸ τρελλὸ νερὸ τῆς θείας ἀπαρνήσεως. Ἔτσι, ἐνῶ όὅλοι ἔτρωγαν τὰ ἀπαγορευμένα ἀπὸ τὸν θεῖο νόμο σφάγια τῶν εἰδωλολατρικῶν θυσιῶν, τὰ εἰδωλόθυτα, αὐτὸς οὔτε μία φορὰ δὲν ἔκανε «ὅ,τι ἔκαναν ὅλοι» καὶ ἂς τὂν κορόϊευαν.
Ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ κορυφώνεται ἡ μαρτυρία πίστεως τοῦ Τωβίτ, μέσα στὸ εἰδωλοκρατούμενο γένος του, εἶναι ἡ ριψοκίνδυνη καὶ διαμετρικὰ ἀντίθετη τακτικὴ ποὺ ἀκολούθησε συγκρητικὰ μὲ τοὺς δειλοὺς συμπατριῶτες του, στὸ καίριο γιὰ τὴν ἰσραηλιτικὴ συνείδηση θέμα τῆς ταφῆς τῶν νεκρῶν, συνείδηση καὶ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ὅπως σαφῶς καταφαίνμεται στὴν «Ἀντιγόνη»τοῦ Σοφοκλέους. Αὐτὸς ἀψηφώντας ὄχι πιὰ ἁπλῶς τὴν κοινή γνώμη, τὰ σχόλια καὶ τὶς εἰρωνεῖες, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν ἀκόμα τὴν διαταγὴ τῶν τυράννων, ποὺ ἀπαγόρευε μὲ ποινὴ θανάτου τὴν ταφὴ τῶν νεκρῶν Ἰσραηλιτῶν, ἐγκατέλειπε κάθε σούρουπο τὸ φτωχικό του, γιὰ νὰ ἐπιτελέσει –μόνος αὐτός- τὸ ὕστατο ἱερὸ χρέος, κηδεύοντας ὅσα ἄταφα πτώματα τῶν δύστυχων σκλάβων ὁμοφύλων του εὕρισκε.
Εἶναι γνωστὲς ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο βιβλίο του τῆς Πααιᾶς Διαθήκης οἱ εὐλογίες μὲ τὶς ὁποῖες τὸν ἀντάμειψε ὁ Κύριος μετὰ ἀπὸ πολλὲς δοκιμασίες, ὅπος φάνηκε ἡ ἄκαμπτη καὶ ἀνδρεία ἐμμονή του στὸν θεῖο νόμο καὶ κάτω ἀπὸ τὶς πιὸ ἀπελπιστικὰ ἀντίξοες περιστάσεις. Μόνιμο συνοδὸ τοῦ εἶχε στείλει ὁ Θεὸς τὸν Ἀρχάγγελο Ραφαήλ, ὁ ὁποῖος τὸν συνόδευσε στὸ αἴσιο πέρας τῶν πειρασμῶν του.
Παρόμοια καλούμαστε κι ἐμεῖς, μέσα ἀπὸ τὶς στρατευμένες ἀπὸ τὰ σύγχρονα μέσα ἐνημερώσεως κατὰ τῆς ἠθικῆς, τῆς οἰκογένειας, τῆς πίστεως καὶ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ γλυκύλαλες σειρῆνες τοῦ Ἀσμοδαίου, νὰ ξεχωρίσουμε ἀπὸ τοὺς ἄλλους. «Ἐξέλθατε ἐκ μέσου αὐτ[βν καὶ ἀφορίσθητε», γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Β’ Κορ. στ΄17). Καὶ σχολιάζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Ἂς δεχθοῦμε τὴν συμβουλὴ τοῦ δασκάλου τῆς οἰκουμένης καὶ ἂς σκεφθοῦμε ποιοὶ θέλει νὰ εἶναι οἱ χριστιανοί· πῶς θέλει νὰ εἶναι ξένοι πρὸς τὴν παροῶσα ζωή, ὄχι γιὰ νὰ κατοικήσουν κάπου ἔξω καὶ μακριὰ ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀλλά, ἐνῶ θὰ ζοῦν μέσα σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ θὰ τὸν συναναστρέφονται, δὲν θὰ ζοῦν, ὅπως ζεῖ ὁ κόσμος, γι’ αὐτὸ καὶ θὰ λάμπουν σὰν τὰ ἀστέρια καὶ θὰ δείχνουν στοὺς ἀπίστους μὲ τὰ ἔργα τους, ὅτι μετατόπισαν τὸν ἑαυτό τους σὲ ἄλλη πολιτεία, καὶ ὅτι δὲν ἔχουν τίποτε τὸ κοινὸ πρὸς τὰ ἐγκόσμια πράγματα». Δὲν θὰ θυσιάσουμε, λοιπόν, οἱ χριστιανοί, γιὰ μιὰ ταπεινὴ εὐαρέσκεια ἐκείνων ποὺ παρανομοῦν, καμιὰ ἀπὸ τὶς ἀρχὲς καὶ πεποιθήσεις μας, οὔτε τὸ ‟γιώτα” ἢ τὴν ‟κεραία” τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ζωῆς, τῆς ἠθικῆς μας ταυτότητας, τῆς σωφροσύνης μας.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν Πρώτη πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή του μᾶς λέει ὅτι μποροῦμε νὰ πράττουμε τὰ πάντα, ἀλλὰ τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον μας. «Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει, πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐκ ἐξουσιαθήσομαι ὑπό τινος» (Α΄ Κορινθ. στ΄ 12). Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἐλεύθερος νὰ ἀπολαμβάνει ἡδονικὰ ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Κύριος καὶ ἡ ἐλευθερία του αὐτὴ εἶναι χωρὶς ὅρια. Πλάσθηκε ἀπὸ ὕλη καὶ ἀπὸ πνεῦμα, ἀπὸ σῶμα καὶ ψυχὴ καὶ θὰ ἔπρεπε, γιὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὴν ἐνήδονη ζωή του νὰ προσπαθεῖ νὰ νιώσει εὐχαρίστηση τόσο σωματικὴ ὅσο καὶ πνευματική. Ἂν ἦταν μόνο ὕλη, θὰ τὸν ἔθελγαν μόνο οἱ ὑλικὲς ἀπολαύσεις, οἱ ἡδονὲς τοῦ σώματος, ποὺ ἑλκύουν τὸν ἄνθρωπο καὶ σὰν τὶς Σειρῆνες προσπαθοῦν νὰ τὸν μαγεύσουν καὶ νὰ τὸν ρίξουν στοὺς κόλπους τους ὑποσχώμενες ἀξεπέραστη καὶ ἀτέλειωτη χαρὰ καὶ ἡδονή. Ἂν ἦταν μόνο πνεῦμα τότε τὸ σῶμα θὰ τὸ παραμελοῦσε καὶ θὰ ἐνδιαφερόταν γιὰ ἡδονὲς πνευματικές, ποὺ θὰ βρίσκονταν ἐκτὸς σώματος. Εἶναι, ὁμως, ὁ ἄνθρωπος κρᾶμα ὕλης καὶ πνεύματος καὶ ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἡδονῆς πρέπει νὰ τοῦ δίνει διπλῆ καὶ ἀνώδυνη χαρά. Ὁ Θεὸς τὰ πάντα ἐποίησε «καλὰ λίαν» (Γεν. α΄ 31) καὶ ἡ ἡδονὲς τοῦ σώματος τὸν συνοδεύουν καὶ τὸν χαροποιοῦν σ’ αυτὴ τὴν ζωὴ οἱ δὲ ἡδονὲς τοῦ πνεύματος τοῦ ἑτοιμάζουν τὴν αἰώνια ἀπόλαυση καὶ χαρὰ τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Γιὰ τὶς σωματικὲς ἡδονὲς ὁ Θεὸς εὐλόγησε τὰ βρώματα, δηλαδὴ τὶς τροφές, εὐλόγησε καὶ τὸ γάμο καὶ τοῦ ἔδωσε τοὺς γλυκύτατους καρποὺς τῆς παιδοποιΐας. Γιὰ τὶς πνευματικὲς ἡδονὲς δίδαξε τὸν ἄνθρωπο τὴν ἐνάρετη ζωὴ καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ τρίπτυχο ἡδονῆς ποὺ θὰ τὸν συνοδεύει αἰώνια καὶ αὐτὸ μᾶς τὸ διδάσκει ὁ Παῦλος πάλιν λέγοντας ὅτι πρέπει νὰ ζήσουμε τὸν ἐπίγειο βίο μας «σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς» (Τιτ. β΄ 1 ), δηλαδὴ μὲ σεβασμὸ στὸ σῶμα μας, μὲ δικαιοσύνη πρὸς τοὺς γύρω μας καὶ μὲ εὐλάβεια καὶ φόβο Θεοῦ. Ὅμως, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει ὅτι νιώθει μέσα του δύο κόσμους νὰ παλεύουν. Τὸ νόμο τοῦ σώματος καὶ τὸ νόμο τοῦ πνεύματος. «Βλέπω ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιτασσόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου» (Ῥωμ. ζ΄ 23). Καὶ μάλιστα γνωρίζοντας αὐτὴν τὴν πάλη ὀνομάζει τὸν ἑαυτό του ταλαίπωρο: «Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! Τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου»; (Ῥωμ. ζ΄ 24). Μέσα μας γίνεται ἕνας συνεχὴς πόλεμος, μάχη ἀέναη μεταξὺ σαρκὸς καὶ πνεύματος καὶ «τὸ φρόνημα τοῦ σώματος ἔχθρα εἰς Θεόν» (Ῥωμ. η΄ 6). Ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος, αὐτὸς ποὺ ζητᾶ τὶς σαρκικὲς μόνον ἀπολαύσεις καὶ αὐτὲς χωρὶς τέλος διάκειται ἐχθρικὰ πρὸς τὸν Θεόν, ἀφοῦ διαφορετικὰ πράγματα ζητᾶ ἡ σάρκα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ζητᾶ τὸ πνεῦμα καὶ μᾶς τὸ τονίζει πάλιν ὁ Παῦλος λέγοντας: «Τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς θάνατος, τὸ δὲ φρόνημα τοῦ πνεύματος ζωὴ καὶ εἰρήνη» (Ῥωμ. η΄ 6). Μᾶς τονίζει δηλαδὴ ὅτι ὅταν κανεὶς θέλει αὐτὰ ποὺ ζητᾶ ἡ σάρκα προξενεῖ θάνατο πνευματικό, δηλαδὴ χωρισμὸ ἀπὸ τὸ Θεό, ἐπιζητεῖ τὴ χαρὰ καὶ καταλήγει στὴ θλίψη, ἐπιζητεῖ τὴν ἡδονὴ καὶ καταλήγει στὴν ὀδύνη.
Ἡ ἱκανοποίηση τῶν ἀλόγων ὀρέξεων καὶ ὑπερπερισσοῦ τῶν φυσιολογικῶν ἀναγκῶν καὶ ἐπιθυμιῶν καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο δοῦλο τῶν ἕξεων καὶ τῶν ὀρέξεών του. Παύει τὸν ἔλεγχο τῆς προσωπικότητάς του καὶ τὸν κάνει ὑποχείριο τῶν ἐνστίκτων του. Δὲν ἀποτελεῖ ἔκφραση ἐλευθερίας τὸ νὰ κάνουμε ὅ,τι θέλουμε ξεχνώντας ὅτι αὐτὸ δὲν συντείνει πάντοτε πρὸς τὸ συμφέρον μας οὔτε πρὸς τὴν καλῶς ἐννοούμενη ἐλευθερία. Καὶ σ’ αὐτὴν ὑπάρχουν ὅρια, τὰ ὁποῖα ἂν τὰ παραβοῦμε σίγουρα θὰ καταστραφοῦμε. Τὸ τραῖνο ποὺ ἔχει ὅριο ταχύτητος τὰ 100 μίλια ἐὰν τρέξει μὲ 120 θὰ ἐκτροχιασθεῖ καὶ θὰ καταστραφεῖ. Μπορεῖ νὰ τὸ κάνει, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον του, ἀφοῦ οἱ βαθμοὶ ἐλευθερίας του εἶναι σχεδιασμένοι γιὰ μικρότερες ταχύτητες.
Δοῦλος τῶν ἐπιθυμιῶν του αἰσθανόταν καὶ ὁ ὁπλαρχηγὸς Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ὁ ὁποῖος κάπνιζε ἀρειμανίως. Κάποτε μὴ ἔχοντας καπνὸ νὰ καπνίσει στὴν πίπα του ἔξυσε τὸ κάρβουνο ποὺ εἶχε ἀποτεθεῖ ἐπάνω της καὶ τὸ ἄναψε.Ὅταν ρούφηξε τὸν καπνό του κόντεψε νὰ πνιγεῖ ἀπὸ τὴ βρωμερὴ ἀναθυμίαση καὶ μόλις συνῆλθε εἶπε: «Εἶμαι ὑποδουλωμένος στὸ κάπνισμα καὶ θέλω νὰ ἐλευθερώσω τὴν πατρίδα; Ἂς ἐλευθερώσω πρῶτα τὸν ἑαυτό μου καὶ μετὰ αὐτήν» καὶ πέταξε ἀμέσως τὴν πίπα του σταματώντας ἀπὸ τότε τὸ κάπνισμα.
Οἱ δοῦλοι τῆς σάρκας δὲν μποροῦν ποτὲ νὰ νοιώσουν ἐλεύθεροι. Εἶναι δεμένοι στὸ ἅρμα τῆς σάρκας καὶ ἄγονται καὶ φέρονται ἀπὸ αὐτή. Μολύνουν μὲ τὶς ἐπιθυμίες τους τὸ ἔνδυμα τῆς σάρκας, μολύνουν ὅμως καὶ τὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς «ὑπὲρ ἧς Χριστὸς ἀπέθανε» (Ῥωμ. ιδ΄ 15). Ψυχικὴ ἀκαταστασία, λαιμαργία, πορνεία μὲ τὴν γενικότερη ἔννοια, ἀπὸ τοὺς ἀκάθαρτους λογισμοὺς μέχρι τὴν πτώση στὴν ὁποιαδήποτε σαρκικὴ ἁμαρτία καὶ ἐπιδίωξη τῆς καλοπεράσεως καὶ τῆς ἐπώδυνης ἡδονῆς μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν καθαρότητα, τὴν ὁποία παρακαλοῦσε νὰ τοῦ δώσει ὁ Δαβὶδ λέγοντας: «Καρδίαν καθαρὰν κτῆσον ἐν ἐμοὶ ὁ Θεὸς καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου» (Ψαλμ. ν΄ 10). Τὸ σῶμα μας διαθέτει γενετήσια ἔνστικτα ποὺ πλάστηκαν γιὰ τὴ διαιώνιση τοῦ εἴδους καὶ ὄχι γιὰ τὴν πορνεία καὶ ὁποιαδήποτε ἱκανοποίησή του. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ «ναὸ τοῦ ἐν ἡμῖν ἁγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορινθ. στ΄ 19) καὶ ὀφείλουμε νὰ τὸ κάνουμε καὶ ναὸ τοῦ Θεοῦ. Μᾶς λέει πάλιν ὁ Παῦλος: «Τὸ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι» (Α΄ Κορρινθ. στ΄ 13). Ὁ Χριστός μας, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς προσέλαβε ἀνθρώπινη σάρκα, κατοίκησε σ’ αὐτή, τὴν ἀπελευθέρωσε ἀπὸ τὴ δουλεία τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου καὶ μὲ τὴν ἀνάληψή του τὴν ἀνύψωσε στοὺς οὐρανούς, νὰ μένει πάντοτε δίπλα στὸ Θεὸ Πατέρα. Ἡ ἡδονὴ λοιπὸν τοῦ σώματος πρέπει νὰ συντείνει καὶ στὴν αἰώνια ἡδονή, τὴν ὁποία ποθεῖ ὁ Θεὸς νὰ ἀπολαύσουμε, ἀφοῦ θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι» (Α΄ Τιμ. β΄ 4). Ἀλλοῦ πάλι ὁ Παῦλος μᾶς λέει: «Οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; Ἄρα οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη;Μὴ γένοιτο» (Α΄ Κορινθ. στ΄ 15). Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν πίστη ἑνώνεται μὲ τὸ Νυμφίο Χριστό. Ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ ἑνώνεται καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ὁποῖο μετέχει τῶν μυστηρίων, τοῦ βαπτίσματος, τοῦ χρίσματος, τῆς θείας κοινωνίας. Εἰδικὰ μὲ τὸ μυστήριο τῆς θείας κοινωνίας ὁ ἄνθρωπος καὶ μάλιστα τὸ σῶμα του ἐνώνεται μὲ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, γίνεται σύσσωμος καὶ σύναιμος Χριστοῦ. Πῶς θὰ πάρουμε λοιπὸν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ καταστήσουμε πόρνης μέλη; Ὁ Θεὸς εὐλόγησε τὸ γάμο, ποὺ εἶναι μὲν μεταπτωτικὸς θεσμός, ἀλλὰ κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο «σφόδρα χρήσιμος καὶ ἀναγκαῖος» ἀφοῦ κτυπᾶ τὸν ἐγωϊσμό, τὸν ἀτομισμό, τὴν αὐτάρκεια καὶ τὴν ἀπομόνωση τοῦ ἀνθρώπου. Μὲ τὴν πτώση στὴν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπολαμβάνει ἡδονὴ μόνιμη, δὲν γίνεται εὐτυχισμένος, ἀλλὰ ἐγωϊστής, ἀτομοκεντρικός, φίλαυτος καὶ σκληροκάρδιος. Ἡ ἕλξη μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς παράγει ἡδονὴ εὐλογημένη καὶ δίνει τὴν δυνατότητα ἀναπαραγωγῆς καὶ συνδέσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους μὲ συγγένεια καὶ δεσμοὺς ἰσχυροὺς ποὺ τὸ ὁμαδοποιοῦν καὶ τὸ ὁδηγοῦν στὴν πρόοδο καὶ προκοπή. Κάθε ἄλλος τρόπος ἱκανοποιήσεως τοῦ ἐνστίκτου ἐκτὸς γάμου εἶναι ἐγωϊστικὸς στὰ πλαίσια μιᾶς «ἐθελοθρησκείας» (Κολασ. β΄ 23), μιᾶς θρησκείας ποὺ ὁ καθένας δημιουργεῖ ὅπως τοῦ ἀρέσει, καὶ ὄχι μόνο δὲν προκαλεῖ ἡδονὴ αἰωνίζουσα, ἀλλὰ ὀδύνη αἰωνίζουσα, ἀφοῦ ἀπομονώνει τὸν ἄνθρωπο – πλάσμα, ἀπὸ τὸ Θεό – Δημιουργό του καὶ σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ στὴν μετὰ θάνατο, γιατὶ τὸ ἔλεος ποὺ προσδοκοῦμε ἀπὸ τὸν πάντοτε εὔσπλαγχνο Κύριο δίδεται μόνο στοὺς «φοβουμένους αὐτόν» (Ψαλμ. 102, 11), σ’ αὐτοὺς δηλαδὴ ποὺ τὸν σέβονται καὶ τὸν εὐλαβοῦνται.
Ὅταν ὅλα γύρω μας διέπονται ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ χρήματος, τῆς ἰδιοτέλειας, τοῦ ἄκρατου εὐδαιμονισμοῦ καὶ τῆς φιληδονίας, ἡ γνήσια χριστιανικὴ ζωὴ ἀποτελεῖ μία τρέλλα. Στὴν κοινωνία τοῦ παραλόγου ἡ λογικὴ τῆς ἠθικῆς δὲν ἔχει θέση. Ἔχει, ὅμως, θέση στὴν αἰωνιότητα, στὴν ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ ὡς συνοδίτης μας ὁ Ἀρχάγγελος Ραφαήλ, καὶ γιὰ τὴν ἀπόλαυσή της ἐνδιαφέρεται ὁ κυβερνήτης τοῦ Ἅδη, ὁ ἄλλος Ἀρχάγγελος, ὁ Οὐριήλ. Ἡμέρες πονηρἐς, ἡμέρες ἀποστασίας, ἡμέρες βασιλείας τῆς ἁμαρτίας, ὑπῆρχαν ἀνέκαθεν ἂν καὶ σήμερα πληθύνθηκαν, ἀφοῦ ζοῦμε σὲ ἡμέρες ὅπου βασιλεύει τὸ κακό, ἡ διαστροφή, ἡ ἁμαρτία, καὶ αὐτὸ λόγω ἄγνοιας τῆς καλωσύνης καὶ ἀπορρίψεως τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς ἀρετῆς. Ψάχνουμε γιὰ ἀρχηγούς, μπροστάρηδες, καπεταναίους, ἀλλὰ δὲν βλέπουμε Ἄνδρες μὲ «ἐλέυθερο χριστιανικὸ πνεῦμα» καὶ καταλήγουμε σὲ Δεββῶρες, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὴν «Ἁγία Γραφή, ὅπου στὸ βιβλίο τῶν Κριτῶν γράφει: «Διὰ τὸ μὴ εἶναι ἄνδρα ἐβασίλευσε Δεββώρα» (Κριτ. 4΄ 9).
Προσὸν τῆς συγχρονης κοινωνίας εἶναι ἡ ἁμαρτία. Αὐτὴ κυριαρχεῖ καὶ ἐπιβάλλεται. Προβάλλεται ἀπὸ τὰ μέσα μαζικῆς ἐνημερώσεως καὶ ἐξελίσσονται πολιτικά, κοινωνικὰ καὶ πολιτισμικά, ὅσοι νοιώθουν ὑπερήφανοι γιὰ αὐτήν. Ἡ κατάπτωση λογίζεται ἐλευθερία. Διαστρέφεται ἡ ἔννοια τοῦ καλοῦ, τοῦ ἠθικοῦ, τοῦ ὡραίου καὶ προβάλλεται τὸ κακό, τὸ ἀνήθικο, τὸ ἄσχημο. Ἡ κοινωνία μας παραβλέπει τὸν ἔμφυτο ἠθικὸ νόμο καὶ μεταβάλλει τὴν αἴσθηση τοῦ ὡραίου ἀνάλογα μὲ τοὺς ἰδιοτελεῖς σκοπούς της. Ποῦ, λοιπόν, πορευόμαστε; Τὰ μάτια μας, ψυχικὰ καὶ σωματικά, ἔπαψαν νὰ βλέπουν καθαρά, ἀφοῦ ὁ καταρράκτης τῆς ἁμαρτίας ἐμποδίζει τὴν καθαρὴ ὅραση. Ἔτσι, ὅλοι μας βαδίζουμε πρὸς τὸ χάος, ἀφοῦ, «τυφλὸς τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» (Μαθ. ιε΄ 14). Ποῦ εἶναι ἡ ἀπόλυτη προσοχή μας καὶ ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή μας τώρα, ὅπου τὰ οἰκονομικά, κοινωνικά, πολιτιστικά, ἠθικὰ καὶ ἐθνικὰ προβλήματα εἶναι αὐξημένα μὲ ἄγνωστη τὴν ἐπιταχυνόμενη ἐπιδείνωσή τους; Ποῦ εἶναι οἱ ἀρετὲς αὐτὲς ποὺ ἀποτελοῦν τὶς πνευματικὲς ἀντιστάσεις τοῦ λαοῦ στὶς ἐνέργειες τῶν κρατούντων; Τὶς βλέπουμε ἰσχνές, ἂν ὄχι ἀνύπαρκτες, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ «Ἄρχοντες» νὰ ἐνεργοῦν πολλὲς φορὲς ἀπερίσκεπτα καὶ νὰ ἀλλοιώνουν τὸν πολιτισμό μας, τὴν ἑλληνορθόδοξη ταυτότητά μας ὑπονομεύοντας ταυτόχρονα θεσμοὺς καταξιωμένους μέσα στὴν ἱστορία, ὅπως ὁ γάμος καὶ ἡ οἰκογένεια. Ἀλλοιώνοντας, ὅμως, τὶς πατροπαράδοτες παραδόσεις δημιουργοῦν προβλήματα στὸ ἴδιο τὸ Γένος μας μὲ προεκτάσεις γιὰ δυσοίωνο μέλλον.
Σὲ αὐτὲς τὶς πονηρὲς ἡμέρες, ὅπου τὸ ἦθος θεωρεῖται παρωχημένο, ἡ πίστη περιγελᾶται, ἡ σωφροσύνη χλευάζεται καὶ ἡ πονηράδα λογίζεται ἐξυπνάδα, ἔρχεται ὁ Ἀπόστολος Παῦλος νὰ μᾶς πεῖ: «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ’ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν» (Ἐφεσ. ε΄ 15).
Δὲν ἔφθασε, ὅμως, στὶς ἡμέρες μας μόνο ἡ ἀποστασία μας. Εἶναι καὶ ἡ διαστροφή! Τὸ ἄσπρο τὸ λέμε μαῦρο, τὸ κακὸ καλό, τὸ ἄσχημο ὄμορφο. Τὴν δουλεία στὴν ἁμαρτία ὀνομάζουμε ἐλευθερία καὶ τὴν ἐμμονὴ στὴν ἐφάμαρτη ζωὴ προσὸν ἐπιτυχίας καὶ ἀνελίξεως στὴν κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ σκακιέρα. Ἡ κακία προβάλλεται ὡς ἀρετὴ καὶ ἡ ἀρετὴ ὡς ἁμαρτία. Δὲν ὑπάρχει λόγος μετανοίας. Γιατί νὰ μετανοίωσει κανείς, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἐπίγνωση ἁμαρτίας; Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἐσχάτη πλάνη. Βλασφημοῦμε, δηλαδή, μὲ τὴν ζωή μας τὸ Πανάγιο Πνεῦμα καὶ ἀρνούμαστε κάθε θεϊκὴ βοήθεια αὐτονομούμενοι καὶ νομίζοντας ὅτι ἐλεύθεροι ὄντες ἐξουσιάζουμε τὰ πάντα καὶ ἰδίως τὸν ἑαυτό μας. Ὁ Θεὸς μᾶς εἶναι περιττός. Καὶ χωρὶς Αὐτὸν φθάσαμε στὴν νομιμοποίηση τῆς ἁμαρτίας. Φθάσαμε στὴν παγκοσμιοποίηση καὶ ἀπολαμβάνουμε τοὺς καρπούς της, τὴν κρίση, τὸ ἔγκλημα, τὴν ἀνεργία, τὴν φτώχεια καὶ τὴν διαστροφή, τὴν ὁποία ὀνομάζουμε κανονικότητα. Τὸ χειρότερο, ὅμως, εἶναι ὅτι μᾶς ἔχει ὑπνωτίσει ὁ πονηρὸς καὶ δὲν ὑπάρχει, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἀντίδραση. Καὶ ἂν τολμήσει κάποιος νὰ ἀντιδράσει περιθωριοποιεῖται, γίνεται καταγέλαστος καὶ ὑποκείμενο κοροϊδίας.
Ζοῦμε σὲ μιὰ κοσμογονικὴ ἐποχή, ὅπου κυριαρχεῖ τὸ παγκόσμιο πνεῦμα τῆς ἀποστασίας, τοῦ πλεονασμοῦ τῆς ἁμαρτίας, τοῦ ψεύδους, τῆς καταπτώσεως τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν, τῆς τροφοδοσίας μας μὲ τὰ ξυλοκέρατα ποὺ μᾶς προσφέρουν γιὰ φαγητὸ τὰ μέσα ἐνημερώσεως, οἱ τηλεοράσεις, τὰ περιοδικά, τὸ διαδίκτυο. Ζοῦμε τὴν ἀποχαλίνωση τῶν πάντων στὴν ἐποχὴ τῆς «πληθύνσεως τῆς γνώσεως» (Δαν. ιβ΄ 1,2,4).
Ἡ γνώση τῶν ἀνθρώπων αὐξάνεται συνεχῶς, ἡ ἐπιστήμη προοδεύει. Ἀλλὰ τί μὲ αὐτό; Ἔγραφε κάποιες δεκαετίες πρίν, τότε ποὺ ἡ ἀποστασία δὲν εἶχε ὁλοκληρωθεῖ, ὅπως σήμερα, ὁ ἀγωνιστὴς Μητροπολίτης Φλωρίνης, π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης, ὅτι «ὁ κόσμος σήμερα καυχᾶται γιὰ τὰ ἐπιτεύγματά του. Ἐπληθύνθη ἡ γνῶσις καὶ ἡ ἐπιστήμη. Καὶ ὅμως ὁ κόσμος σήμερα εἶναι δυστυχέστερος. Μιὰ προφητεία λέει, ὅτι θ᾿ ἀραιώσῃ ὁ κόσμος τόσο, ποὺ θὰ περπατᾷς 100 χιλιόμετρα καὶ ἄνθρωπο δὲν θὰ βλέπῃς».
Ἡ ἀποστασία μας σήμερα βρίσκεται στὸ ἀποκορύφωμά της. Μαζὶ μὲ αὐτὴν βλέπουμε καὶ σημεῖα στὸν οὐρανό. Σημεῖα ἐσχατολογικά, ἀκαταστασίες, σεισμούς, πολέμους, καταστροφές, ἐγκλήματα, ποὺ δείχνουν ὅτι «ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας» (Κολ. γ΄ 6). Τὰ βλέπουμε, ὅμως, καὶ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας ἢ τὰ παραβλέπουμε; Συνειδητοποιοῦμε τοὺς τρόπους καταργήσεως τῆς θρησκείας μας μὲ τὰ μέτρα ἀποχριστιανοποιήσεως, ἀπαρθοδοξοποιήσεως, ἀφελληνισμοῦ; Βλέπουμε τὸν πολιτικὸ γάμο, τὴν πολιτικὴ κηδεία, τὰ ἀβάπτιστα παιδιὰ μὲ ὀνοματοδοσία στὰ ληξιαρχεῖα, τὴν καύση τῶν νεκρῶν μας; Βλέπουμε τὴν κατάργηση τοῦ Σταυροῦ ἀπὸ τὴν σημαία μας, τὴν ἀποκαθήλωση τῶν εἰκόνων μας ἀπὸ τὰ σχολεῖα καὶ τὰ δημόσια καταστήματα; Βλέπουμε τὴν μεώση τῶν γεννήσεων, τὴν αὔξηση τῶν διαζυγίων, τὴν ἐλευθερία στὶς ἐκτρώσεις, τὸν κιναιδισμὸ ποὺ ὀνομάζουν «προσωπικὴ ἰδιαιτερότητα» καί, ἀλλοίμονο, ἂν τολμήσει κάποιος νὰ θίξει τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς συνανθρώπους μας; Βλέπουμε τὴν λατρεία τοῦ διαβόλου ἢ τὴν προβολὴ τῆς πανθρησκείας καὶ τῆς οἰκουμενικότητος;
Οἱ κράχτες τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δημοκρατίας, δυστυχῶς, εἶναι ἄνθρωποι δοῦλοι τῶν παθῶν τους χωρὶς πνευματικὴ ὡριμότητα. Αὔξηση τῆς πνευματικῆς ὡριμότητας τοῦ ἀνθρώπου σημαίνει σπάσιμο τῶν δεσμῶν τῆς δουλείας καὶ ἄνοιγμα τῶν πτερύγων τῆς καρδιᾶς τους γιὰ πέταγμα στὸν οὐρανὸ τῆς ἐλευθερίας. Ἂς θυμηθοῦμε καὶ τὴν ἡρωΐδα μας Μαντὼ Μαυρογένους, ἡ ὁποία πάνω ἀπὸ τὸν σαρκικὸ ἔρωτα ἔβαζε τὸν ἔρωτα πρὸς τὴν σκλαβωμενη τότε πατρίδα. Δὲν ἔβλεπε στοὺς νέους ποὺ τὴν περιτριγύριζαν τὴν φλόγα τοῦ πατριωτισμοῦ νὰ φλέγει νὰ σωθικά τους καὶ νὰ ὁπλίζει νὰ χέρια τους, γιὰ νὰ ἀντιταχθοῦν στὶς παρατάξεις τοῦ ἐχθροῦ καὶ αὐτὸ τὴν λυποῦσε ἀφάνταστα. «Δὲν θὰ νυμφευθῶ, ἔλεγε, εἰμὴ ἄνδρα ἐλεύθερο»!
Ὅταν ἔχουμε ἐλεύθερο φρόνημα, δηλαδή, φρόνημα Χριστοῦ, καὶ τὸ προβάλλουμε στὴν κοινωνία μας, τότε δὲν θὰ ἀναζητοῦμε «Δεββῶρες», γιὰ νὰ βασιλεύουν. Καὶ πιστεύω ὅτι ὑπάρχουν ἀκόμη «Ἄνδρες» μὲ Ἄλφα κεφαλαῖο, ὅπως τοὺς θέλει ὁ Χριστός μας καὶ ὅπως τοὺς ἤθελε ἡ μεγάλη μας Μαντώ.

