Ἀναστάσεως προσδοκία καὶ ἀγάπης κληρονομία

Γράφει ο Γεώργιος Μακαγιός, Φοιτητής Νομικής Α.Π.Θ.

Η Εκκλησία, πορευόμενη ανά τους αιώνες ως «στύλος και εδραίωμα της αληθείας», τιμά ευλαβικά τους ανθρώπους που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην ιεροσύνη· τη μυστική και ανείπωτη διακονία, τη σταυρική πορεία που ονομάστηκε από τους Πατέρες ως «μυστήριον μέγα καὶ φοβερόν». Και όταν έρχεται η ώρα να αποχαιρετίσει η Εκκλησία έναν κληρικό της, δεν στέκεται μόνο στην ανθρώπινη απουσία και τη θλίψη του αποχωρισμού, αλλά προσβλέπει στο βάθος του μυστηρίου του θανάτου, εκεί όπου ο Ζωοδότης Χριστός, «θανάτῳ θάνατον πατήσας», χάρισε σε όλους την προσδοκία της Αναστάσεως.

Οι τεθλιμμένες καρδιές στρέφονται με προσμονή και ελπίδα στο μήνυμα του Αναστάντος περί της αληθινής ζωής και στη διαβεβαίωσή Του πως «οὐκ ἔστι θάνατος τοῖς δούλοις» Αυτού, αλλά μετάσταση «ἐκ τῶν προσκαίρων» στα αιώνια, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ποιητής της Εξοδίου Ακολουθίας, Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Άλλωστε, κάθε ιερέας που αναχώρησε για την Άνω Ιερουσαλήμ συνεχίζει να ζει στην καρδιά και τις προσευχές της Εκκλησίας και του ποιμνίου της. Αλλά και «ὥσπερ ἐπὶ τῆς γῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ λειτουργὸν αὐτὸν» κατέστησε η χάρις του Θεού, «οὕτω καὶ ἐν τῷ οὐρανίῳ θυσιαστηρίῳ» αναδεικνύεται λειτουργός των Αχράντων Μυστηρίων.

Με βάση την πνευματική αυτή παρακαταθήκη των αγίων Πατέρων, αλλά και με σεβασμό και ευγνώμονα μνήμη, η των Θεσσαλονικέων Εκκλησία τελεί σήμερα τα 40ήμερα ενός κληρικού της, του μακαριστού Αρχιμανδρίτη π. Λεοντίου Καρίκα· ενός ανθρώπου που η ζωή του υπήρξε υπόμνηση της αληθινής ιεροσύνης και η κοίμησή του πέρασμα στην «όντως ζωή» που υποσχέθηκε ο Κύριος.

Ο π. Λεόντιος υπήρξε κληρικός με σπάνια καρδιά. Η χωρίς διακρίσεις αγάπη του για τους συνανθρώπους του ήταν η σφραγίδα της ζωής και της ιερατικής του πορείας. Άνθρωπος της προθυμίας και της υπομονής! Πάντοτε πρόθυμος να σταθεί δίπλα σε όποιον είχε την ανάγκη του: στον πονεμένο, στον κουρασμένο, στον απογοητευμένο, στον αποξενωμένο, στον εγκαταλελειμμένο, στον «ελάχιστο» αδελφό. Πάντοτε υπομονετικός με τα αναρίθμητα προβλήματα που παιδιόθεν κλόνιζαν την υγεία του και του προκαλούσαν συχνά αφόρητους πόνους και δυσκολία ακόμα και στις πιο απλές δραστηριότητές του. Εκείνος, όμως, δεν λογάριαζε ούτε πόνο, ούτε ασθένειες, ούτε κόπο, ούτε δυνάμεις, ούτε ώρες· μια απλή λέξη, ένα βλέμμα ανάγκης, μια αυθόρμητη έκκληση για βοήθεια ήταν αρκετά για να αφήσει πίσω οτιδήποτε τον απασχολούσε ή έκανε και να τρέξει κοντά στον αναγκεμένο άνθρωπο.

Υπηρέτησε τους Επισκόπους του με ιδιαίτερη και υποδειγματική αφοσίωση. Για τον π. Λεόντιο η υπακοή στη Μητέρα Εκκλησία, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο που πάντοτε σεβόταν και αγαπούσε, αλλά και στους Επισκόπους των επαρχιών που διακόνησε στα 30 και πλέον έτη της ιερατικής του ζωής δεν ήταν απλώς τύπος. Ήταν μια έκφραση όχι μόνο βαθιάς και μυστικής ευλάβειας προς το μυστήριο της Εκκλησίας, αλλά και ταπεινής αφοσίωσης στους Ποιμένες που το Πανάγιο Πνεύμα εξέλεξε ως διαδόχους των Αποστόλων. Πάντοτε πρόθυμος και διακριτικός, στάθηκε ως πολύτιμος συνεργάτης, έτοιμος να προσφέρει ό,τι του ζητούσαν, να βοηθήσει το έργο της Εκκλησίας, να γίνει συγκυρηναίος  του ευθυνοφόρου και κουραστικού έργου των Επισκόπων του και των αδελφών του κληρικών, ακόμη κι αν αυτό απέβαινε συχνά εις βάρος του προσωπικού του χρόνου, της πολύπαθης υγείας και της ξεκούρασής του. Έτοιμος, όμως, να εκφράσει και τη γνώμη του και να την υπερασπιστεί δίχως φόβο, ακόμη και αν ήταν αντίθετη με όσα πίστευαν οι υπόλοιποι.

Η διακονία του στους ναούς όπου υπήρξε εφημέριος και προϊστάμενος στις Ιερές Μητροπόλεις Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως, Κασσανδρείας, Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου και Θεσσαλονίκης άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στις ψυχές των πιστών που τον αγάπησαν και τον δέχθηκαν σαν δικό τους άνθρωπο. Η πόρτα του Ναού που υπηρετούσε αλλά του σπιτιού του άνοιγαν με ένα πλατύ χαμόγελο και ένα λόγο αγάπης και οι άνθρωποι έβρισκαν δίπλα του στήριξη,  παρηγοριά, ενίσχυση, βοήθεια και καθοδήγηση∙ αυτό ήταν το καθημερινό του έργο. Ένα έργο που γινόταν τις περισσότερες φορές σιωπηλά, χωρίς επιδείξεις, αλλά με γνησιότητα, καρδιακή απλότητα και αθωότητα. Αυτά ήταν και τα στοιχεία που διέκριναν τον χαρακτήρα του και τον έκαναν συχνά παρεξηγήσιμο, λόγω του αυθορμητισμού του, σε όποιον δεν τον γνώριζε.

Ανάμεσα σε όσους ευεργετήθηκαν από τη ζωή και το έργο του π. Λεοντίου, ευγνωμονώ κι εγώ τον Θεό που με αξίωσε να τον συναντήσω στα χρόνια της δικής μου διακονίας ως φοιτητής της Νομικής Σχολής ΑΠΘ και νέος ιεροψάλτης. Μου άνοιξε πόρτες που δεν τολμούσα να χτυπήσω. Με εμπιστεύτηκε, με ενίσχυσε και με τον τρόπο του έκανε για εμένα την Εκκλησία όχι απλώς τόπο διακονίας, αλλά σπίτι· η πνευματική οικογένεια του Ενοριακού Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας (Παλαιών Κοιμητηρίων) Θεσσαλονίκης υπήρξε τόπος μέσα στον οποίο μπόρεσα να αναλάβω για πρώτη φορά αναλόγιο σε μια πόλη ξένη για εμένα και να νιώσω αγάπη από ανθρώπους που μέχρι τότε μου ήταν άγνωστοι. Για όλα αυτά, για κάθε στιγμή που στάθηκε δίπλα μου, για κάθε ευκαιρία, ενθάρρυνση και καλό λόγο που μου παρείχε στα χρόνια της συνεργασίας μας τον ευχαριστώ από καρδιάς. Είναι ευλογία να συναντά κανείς στη ζωή του ανθρώπους σαν τον π. Λεόντιο∙ ανθρώπους που δεν κάνουν θόρυβο, αλλά στέκονται πάντοτε δίπλα σου χωρίς λόγια, αλλά με διάθεση αγάπης, κατανόησης και υποστήριξης.

Καθώς, λοιπόν, εγγίζουμε στην τεσσαρακονθήμερη αυτή επέτειο μνήμης, η ψυχή μας σφραγίζει με συγκίνηση τη μορφή του π. Λεοντίου και το φως της ζωής του παραμένει αναμμένο στις καρδιές όσων τον γνώρισαν, όσων ευεργετήθηκαν από την αγαθότητά του και όσων είδαν μέσα στο πρόσωπό του ένα αληθινό τέκνο της Εκκλησίας. Δεν ήταν άνθρωπος που επιδίωκε να αφήσει λόγους και παρακαταθήκες, έργα «μεγάλα» και υλικά αγαθά στα μάτια του κόσμου· κι όμως, άφησε έργο μέγα στα μάτια του Θεού. Αγάπη, σιωπηλή προσφορά στον συνάνθρωπο, αφοσίωση στη διακονία της Εκκλησίας και θυσιαστική καρδιά.

Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, στην προς Ρωμαίους επιστολή του, μάς διδάσκει πως «οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν ἑαυτῷ ζῇ καὶ οὐδεὶς ἑαυτῷ ἀποθνήσκει». Ο π. Λεόντιος εφάρμοσε τον αποστολικό τούτο λόγο σε όλη του τη ζωή. Έζησε για τους άλλους, για την Εκκλησία, για τον κάθε άνθρωπο που ερχόταν με ανάγκη, με πόνο ή με χαρά. Ξεχνούσε τον πόνο και την ασθένειά του, εγκατέλειπε τη φροντίδα της υγείας του και ήταν πατέρας, ποιμένας και αρωγός των πνευματικών του παιδιών, τα οποία ήταν για εκείνον η «μεγαλύτερη ευλογία του και κληρονομιά από τον Άγιο Θεό και την Κυρία Θεοτόκο», όπως είχε δηλώσει χαρακτηριστικά σε παλαιότερη συνέντευξή του. Και τώρα, καθώς πήρε την οδό προς τη Βασιλεία των Ουρανών, αισθανόμαστε πως δεν έφυγε από κοντά μας· απλώς μετέβη «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν», όπου δεν υπάρχει πια ούτε αρρώστια, ούτε κούραση, ούτε δάκρυ, αλλά ειρήνη και φως ατελεύτητο. Ξεκουράστηκε από τους σωματικούς του πόνους και την ασθένειά του και αναμένει, όπως όλοι οι κεκοιμημένοι, «τήν κοινὴν Ἀνάστασιν».

Αν η μνήμη ενός ανθρώπου κρίνεται από την αγάπη που άφησε στους άλλους, τότε η μνήμη του π. Λεοντίου είναι πράγματι αιώνια. Και για εμάς, τους συνοδοιπόρους του, τους συνεργάτες και φίλους του, μένει τώρα η ευθύνη και η τιμή να συνεχίσουμε τον δρόμο της προσφοράς που εκείνος περπάτησε με ζήλο. Να κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη του, όχι μόνο με λόγια, αλλά με πράξεις αγάπης. Να θυμόμαστε ότι το μεγαλύτερο κήρυγμα είναι το βίωμα και ο μακαριστός πλέον π. Λεόντιος αυτό κήρυξε σε όλη του τη ζωή∙ Χριστόν Εσταυρωμένον και Αναστάντα εκ των νεκρών.

Αιωνία του η μνήμη!

Διαβάστε ακόμα