Ὅσιος Δημήτριος ὁ Γκαγκαστάθης καὶ τὸ θεολογικὸ νόημα τῆς συγχρόνου ἁγιότητος

Του Γεωργίου Μαστρογεωργίου

Η Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τιμῶσα τὴν ἱερὰ μνήμη τοῦ Ὁσίου Δημητρίου τοῦ Γκαγκαστάθη, ὁμολογεῖ διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς τὴν δογματικὴ ἀλήθεια ὅτι ἡ ἁγιότης δὲν ἀποτελεῖ ἰστορικὸ φαινόμενο τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ καρπὸ τῆς ἀδιαλείπτου ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐντός τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας (πρβλ. Α΄ Κορ. 12, 7–11).

Ὁ Ὅσιος Δημήτριος, ἔγγαμος πρεσβύτερος καὶ ἐφημέριος, ἐβίωσε τὸ μυστήριο τῆς ἱερωσύνης κατὰ τὸν πατερικὸ τρόπο, ὡς σταυρικὴ διακονία καὶ θυσιαστικὴ προσφορὰ, ἀκολουθῶν τὸν τύπο τοῦ Χριστοῦ τοῦ «οὐκ ἐλθόντος διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι» (Ματθ. 20, 28). Ἡ ἐνοριακὴ του διακονία φανερώνει τὴν ἐκκλησιολογικὴ ἀρχὴ ὅτι ὁ πρεσβύτερος εἶναι φορεὺς τῆς εὐχαριστιακῆς ζωῆς καὶ οἰκονόμος τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ (πρβλ. Α΄ Κορ. 4, 1).

Δογματικῶς, ἡ ἁγιότης τοῦ Ὁσίου ἐδράζεται στὴν πραγματικὴ μέθεξη τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος διδάσκει ὅτι «ἄλλο μὲν ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἄλλο δὲ ἡ ἐνέργεια, δι’ ἧς ὁ Θεὸς κοινωνεῖται τοῖς ἀξίοις» (Γρηγόριος Παλαμᾶς, Τριάδες, Γ΄, 1, 9).

Ἡ ταπείνωσή του, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή καὶ ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ δὲν ἀποτελοῦν ἠθικιστικὲς πρακτικές, ἀλλὰ ὀντολογικὴ μεταμόρφωση τοῦ προσώπου, συμφώνως πρὸς τὴν πατερικὴ ἀλήθεια ὅτι «ὁ Θεὸς ἐνανθρωπήσας ἐποίησεν ἡμᾶς θεοὺς κατὰ χάριν» (Ἅγ. Ἀθανάσιος ὁ Μέγας, Περὶ Ἐνανθρωπήσεως, 54).

Ἰδιαίτερη δογματικὴ σημασία ἔχει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ὅσιος Δημήτριος ἔζησε τὴν πορεία πρὸς τὴ θέωση ἐντός τοῦ κόσμου, ὡς ἔγγαμος κληρικὸς καὶ πατέρας. Κατὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, «ὁ σκοπὸς τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς εἶναι ἡ ἕνωσις τοῦ κτιστοῦ μὲ τὸ ἄκτιστον διὰ τῆς χάριτος» (Ambigua, PG 91, 1088C). Ἡ ζωή τοῦ Ὁσίου ἐπιβεβαιώνει ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ τελείωση δὲν περιορίζεται γεωγραφικῶς ἢ κοινωνικῶς, ἀλλὰ πραγματώνεται ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει μετάνοια, μυστηριακὴ ζωή καὶ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση.

Ἡ ἐπίσημη ἀναγραφή τοῦ Ὁσίου Δημητρίου στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας συνιστᾷ συνοδικὴ πράξη δογματικοῦ χαρακτήρα, διότι ἀποτελεῖ μαρτυρία τῆς καθολικῆς συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀλήθεια ὅτι «τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας» (Ἅγ. Εἰρηναῖος Λυώνος, Κατὰ Αἱρέσεων, Γ΄, 24, 1).

Ἐν τῇ μνήμῃ τοῦ Ὁσίου Δημητρίου τοῦ Γκαγκαστάθη, ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐγκωμιάζει ἕνα ἱστορικὸ πρόσωπο, ἀλλὰ ὁμολογεῖ τὴν σωτηριώδη ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ζῶν ἐν Χριστῷ καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, καλείται νὰ πορευθῇ ἀπὸ τὴν κάθαρση στὸ φωτισμὸ καὶ εἰς τὴ θέωση, ὡς τέλος καὶ πληρότητα τῆς ὑπάρξεώς του (πρβλ. Β΄ Πέτρ. 1, 4).

Διαβάστε ακόμα