Του Αρχιμανδρίτου Επιφανίου Ζαχαράκη, Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου & Βιάννου
Η Εκκλησία ονομάζει την περίοδο που έρχεται της Μ. Τεσσαρακοστής, «στάδιο αρετών». Είναι χρόνος αυτογνωσίας, νηστείας, προσευχής, συγχώρησης και επιστροφής στον Θεό. Η εξομολόγηση βοηθά τον άνθρωπο να μπει συνειδητά σε αυτή την πορεία.
Το μυστήριο της εξομολογήσεως ή μετανοίας, είναι ένα από τα θεμελιώδη μυστήρια της Εκκλησίας, καθώς μας δίνει την δυνατότητα να συμφιλιωθούμε με τον Θεό και τον συνάνθρωπο, να εξετάσουμε την πίστη μας και να διασφαλίσουμε την πνευματική μας υγεία. Μετάνοια σημαίνει αλλαγή του εαυτού μας, εσωτερική στροφή, επίγνωση μεταμόρφωση.
Η εξομολόγηση, μας απαλλάσσει από το βάρος της αμαρτίας και επιπλέον μας δίνει την ευκαιρία να συζητήσουμε τους προβληματισμούς μας, να δεχτούμε πνευματικές συμβουλές και να ενισχυθούμε στον αγώνα μας. Το μυστήριο το ίδρυσε ο ίδιος ο Κύριος όταν τη νύχτα του Πάσχα εμφανίστηκε στους Αγίους Αποστόλους και τους είπε: Λάβετε Πνεύμα Άγιο. Σε όσους συγχωρήσετε τις αμαρτίες θα είναι συγχωρημένες και σε όσους δεν τις συγχωρήσετε θα παραμείνουν ασυγχώρητες.(Ιω. 20, 22-23).
Ο Χριστός μετέδωσε αυτή την χάρη στους Αποστόλους και εκείνοι με την σειρά τους, χειροτόνησαν Επισκόπους και Πρεσβυτέρους, ώστε αυτό το χάρισμα να συνεχίζεται αδιάκοπα μέσα στους αιώνες. Αναρωτιόμαστε συχνά: είναι απαραίτητη η εξομολόγηση; Η απάντηση είναι προφανής. Μόνος ένας αναμάρτητος δεν χρειάζεται εξομολόγηση, αλλά ποίος είναι αυτός; Ουδείς παρά μόνο ο Θεός.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος αναφέρει: «Αν ισχυριστούμε πως είμαστε αναμάρτητοι ή δεν έχουμε αμαρτίες, εξαπατούμε τον εαυτό μας και δεν λέμε την αλήθεια. Βρισκόμαστε δηλαδή σε πλάνη. Αν όμως ομολογούμε τις αμαρτίες μας, όποιες και αν είναι αυτές με αληθινή ταπείνωση, ο Θεός που είναι αξιόπιστος και δίκαιος, θα συγχωρήσει τις αμαρτίες μας και θα μας καθαρίσει από κάθε άδικη πράξη. Αν ισχυριστούμε πως δεν έχουμε αμαρτίες, βγάζουμε ψεύτη τον Θεό και ο λόγος του δεν ζει μέσα μας»( Α’ Ιω. 1, 8).
Η εξομολόγηση γίνεται μόνο ενώπιον του ιερέα και όχι ατομικά σε μία εικόνα. Ο άρρωστος δεν μπαίνει απλά στο νοσοκομείο, αλλά πηγαίνει στο γιατρό. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «Είναι ανάγκη να ομολογούμε τα αμαρτήματά μας, στους εμπιστευμένους την οικονομίαν των μυστηρίων του Θεού. Δηλαδή τους χειροτονημένους ιερείς». (Α’ Κορ. Δ’1). Δεν υπάρχει άνθρωπος αναμάρτητος που να μην έχει αμαρτίες μικρές ή μεγάλες.
Διακρίνονται πέντε κατηγορίες εξομολογημένων: 1) Αυτοί που ζητούν απλά την συγχωρητική ευχή. 2) Αυτοί που λένε λίγα και κρύβουν πολλά. 3) Αυτοί που λένε τις αμαρτίες των άλλων. 4) Αυτοί που δεν εξομολογούνται ποτέ ή πολύ σπάνια και 5) Αυτοί που εξομολογούνται ορθά, ειλικρινά και με συντριβή.
Αρκετοί άνθρωποι θεωρούν ότι αμαρτία είναι μόνο ο φόνος, η κλοπή ή η μοιχεία. Όμως για την Εκκλησία η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η αμετανοησία και ο εγωισμός, γιατί από αυτά προέρχονται όλα μας τα πάθη και τα λάθη. Για τον Θεό όλα συγχωρούνται εκτός από τον αμετανόητο.
Τα εμπόδια που αποτρέπουν αρκετούς ανθρώπους από την εξομολόγηση είναι η δυσπιστία, η αναβλητικότητα, το αίσθημα ντροπής και η θεώρηση ότι δεν υπάρχει σωτηρία. Η εξομολόγηση είναι επιτακτική ανάγκη για όλους, γιατί το μυστήριο αυτό είναι το «πλυντήριο» της ψυχής που την καθαρίζει και την απολυμαίνει. Πρέπει να τονίσουμε ότι η κάθε αμαρτία δεν είναι ενοχή, αλλά ασθένεια. Όχι πράξη αλλά σύμπτωμα. Ο πνευματικός ακούει τα συμπτώματα της ασθένειας και δίνει το φάρμακο του Χριστού, που είναι η ευλογία της συγχώρεσης. Αρκεί να αναγνωρίσουμε τα συμπτώματα της ασθένειας μας. Ενώ η αμετανοησία είναι η σκλαβιά της ψυχής.
Εξάλλου, οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας λένε ότι αυτοί που πάνε στον παράδεισο δεν είναι οι αναμάρτητοι, αλλά οι μετανοημένοι αμαρτωλοί. Ο Χριστός κάλεσε πρώτους στη σωτηρία, ένα ληστή, ένα τελώνη και μια πόρνη. Δεν αντάμειψε την αμαρτία τους, αλλά την ειλικρινή συντριβή, ταπείνωση και μετάνοιά τους. Επομένως μην φοβόμαστε την αμαρτία, τα λάθη μας, τα πάθη μας, αλλά την ανάλγητη αμετανοησία μας.
Ο πνευματικός δεν είναι ο κριτής ούτε ο δικαστής, είναι ο μάρτυρας το όργανο και ο ταχυδρόμος της θείας χάριτος του Θεού. Είναι λογικό ένας πνευματικός – εξομολόγος, να μην μπορεί να αναπαύσει όλους τους ανθρώπους, ακόμα και αν είναι Άγιος. Γι’ αυτό ο κάθε πιστός χρειάζεται με διάκριση, να βρίσκει τον κατάλληλο πνευματικό, που να ωφελεί και αναπαύει την ψυχή του – όχι εκείνον που απλώς θα την βολεύει. Αφού λοιπόν προσέλθουμε ορθά, ταπεινά, ειλικρινά και φιλότιμα στο μυστήριο του Θεού, μας δίνεται η ευλογία να βάλουμε τον Θεό μέσα μας, για να αγιαστούμε και ανακαινιστούμε εν πνεύματι. Αν όλοι οι άνθρωποι είχαν πνευματικό, τότε η κοινωνία μας θα ήταν πολύ ισορροπημένη, ευλογημένη, πνευματικά υγιής και ασφαλής. Δυστυχώς πολλοί πνευματικά ασθενείς, καταφεύγουν μόνο σε ψυχολόγους και ψυχοφάρμακα. Με αποτέλεσμα η ασθένεια να χειροτερεύει αντί να θεραπεύεται. Ο εγωισμός και η ολιγοπιστία είναι το εμπόδιο που δεν καταφεύγουν σε έναν πνευματικό οι άνθρωποι. Είναι απόλυτα ελεύθερος να επιλέξει αυτό που επιθυμεί, αλλά συγχρόνως αναλαμβάνει και την ευθύνη του. Χρειάζεται να γνωρίζουμε, ότι στην πνευματική παράδοση, η αληθινή ελευθερία δεν είναι «κάνω ό,τι θέλω», αλλά «επιλέγω το καλό συνειδητά».
Όπως λέγεται: «Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει»(Α’ Κορ. 6,12).Το καθήκον του κάθε ιερέα, είναι να μεταφέρει και να μεταδώσει έμπρακτα, τον Ευαγγελικό και Πατερικό λόγο, με αίσθημα αγάπης και ενδιαφέροντος για τον κάθε άνθρωπο, προς πνευματική κάθαρση, ωφέλεια και αγιασμό.
Σε λίγες μέρες η Μεγάλη Τεσσαρακοστή ανοίγεται μπροστά μας, σαν δρόμος στενός και φωτεινός. Δεν είναι απλώς μια περίοδος νηστείας, αλλά πορεία μεταμόρφωσης. Και η εξομολόγηση είναι η θύρα που μας εισάγει σε αυτήν την πορεία, ώστε να φτάσουμε στο Πάσχα όχι μόνο τυπικά, αλλά ανακαινισμένοι εσωτερικά. Δεν υπόσχεται ευκολία, μόνο πορεία περισυλλογής. Το μυστήριο της εξομολόγησης, φυλαγμένο πια όχι στα χείλη αλλά στην πράξη, γίνεται σπόρος σιωπηλής ανάτασης. Γιατί όποιος τόλμησε να σταθεί γυμνός ενώπιον του ελέους του Θεού, μπορεί πλέον να βαδίσει χωρίς φόβο προς το φως της Ανάστασης. Αμήν!

