Του Ἐπισκόπου Μεσαορίας κ. Γρηγορίου
Παραμένει διαχρονικά μία ἀνοικτή συζήτηση ἀπέναντι στήν προβληματική περί τῆς πράξης προδοσίας τοῦ Ἰησοῦ ἀπό τόν Μαθητή Ἰούδα Ἰσκαριώτη[1], μέ ἀνταμοιβή τά τριάκοντα ἀργύρια. Καί τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Μαθητῆ Πέτρου[2], ὁ ὁποῖος ἀρνήθηκε τόν Διδάσκαλο. Τῶν ἀναλογιῶν τηρουμένων, ὁ Πέτρος μέ ἀπεγνωσμένες ἐνέργειες προσπαθεῖ νά πείσει μία νεαρή κοπέλα στόν περίβολο τῆς οἰκίας τοῦ Ἀρχιερέως ὅτι δέν ἔχει καμία σχέση μέ τόν συλληφθέντα ἀπό τούς στρατιῶτες[3] καί ἀνακρινόμενο ἀπό τούς ἀρχιερεῖς, μέλη τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Συνεδρίου[4].
Στήν παροῦσα ἀναφορά δέν εἶναι ἐφικτό, λόγῳ χώρου καί χρόνου, νά ἐξαντληθεῖ τό θέμα «τῆς διαχείρισης τῆς μεταμέλειας ἀπό τούς Μαθητές Πέτρο καί Ἰούδα» καί νά ἀποτιμηθοῦν ὅλες οἱ ἐπί μέρους διαστάσεις του. Πρόθεσή μας εἶναι νά κεντρίσουμε τό ἐνδιαφέρον στή διαχείριση τῆς μεταμέλειας τοῦ ἀνθρώπου γιά πράξεις, παραλείψεις ἤ καί ἀναβολές στόν καθημερινό βίο στή συνάντηση τοῦ Χριστιανοῦ μέ τόν Θεάνθρωπο Λυτρωτή Ἰησοῦ Χριστό, μέ ἀφορμή τίς ἱστορικές ἀναφορές γιά τή συμπεριφορά τῶν ἀνωτέρω δύο Μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Αἰσθανόμαστε ὅτι τά μηνύματα πού ἐξάγονται ἀπό τήν προδοσία τοῦ Ἰούδα καί τήν ἄρνηση τοῦ Πέτρου προσφέρουν σέ ὅλους ἐμᾶς, ὡς τῶν ἑπόμενων τῶν Μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, ὡς μελῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τήν ἔξοχη εὐκαιρία προβληματισμοῦ καί μέσῳ τῶν δύο ἱστορικῶν παραδειγμάτων, νά διδαχθοῦμε καί νά ὠφεληθοῦμε πνευματικά. Αὐτό θά συμβεῖ, ἐάν πρῶτα ἀποφασίσουμε ἐλεύθερα νά ἐργαστοῦμε μέ κόπους καί θυσίες στόν προσωπικό μας πνευματικό ἀμπελῶνα τῶν ἀρετῶν. Ἄλλοτε ἐφαρμόζοντας τή μεταμέλεια καί τή μετάνοια καί ἄλλοτε ἀποφεύγοντας συμπεριφορές ἄρνησης ἤ καί προδοσίας τοῦ Εὐεργέτου Χριστοῦ στόν καθημερινό βίο καί μάλιστα μέ ἀντιμισθία θανατηφόρα[5].
Ἄλλωστε, πρός αὐτή τήν κατάληξη, τῆς ὠφέλειας καί τῆς συνειδητοποιήσεως τῶν εἰδικῶν μας ἐπιλογῶν, μᾶς προτρέπουν, τό ἱερό Εὐαγγέλιο καί ἐν γένει ἡ Ἁγία Γραφή, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί εὐρύτερα οἱ ἐκκλησιαστικοί συγγραφείς, καθώς καί μέ ἐναρμόνιο καί κατανυκτικό τρόπο ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας καί κατεξοχήν τά τροπάρια τῶν ἀκολουθιῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας καί δή τῶν ἡμερῶν πού ἔχουν ἀναφορά στά πρόσωπα καί στίς ἱστορικές πράξεις τῶν δύο Μαθητῶν τοῦ Κυρίου.
Εἶναι ἄξιο προσοχῆς ὅτι οἱ ὑμνογράφοι, πέρα ἀπό τά πρόσωπα καί τά γεγονότα, καταλήγουν μέσῳ τῆς ὑμνολογίας καί τῆς ποίησης στή διαχρονική ὠφέλεια καί παρακίνηση τῶν πιστῶν γιά μετάνοια, νήψη, προσευχή, καλλιέργεια καί ἐπίπονη ἐργασία τῶν ἀρετῶν μέ προοπτική τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τή συγχώρεση καί τήν κατά χάριν θέωση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος διακρίνεται σέ μοναδική εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός ξεκινῶντας τήν τριετῆ δημόσια δράση ἐπιλέγει τόν κύκλο τῶν Μαθητῶν του. Ὁ πρῶτος καί ἐγγύτερος ἀπαρτίζεται ἀπό τούς δώδεκα Μαθητές, τούς πλέον στενούς συνεργάτες Του στόν εὐαγγελισμό τοῦ λαοῦ.
Στήν ὁμάδα τῶν δώδεκα ἐπίλεκτων Μαθητῶν, διαπιστώνεται ὅτι ὁ Χριστός γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων, ὡς παντοδύναμος καί παντογνώστης, τό ἐπίπεδο, τίς ἀνάγκες, τίς εὐαισθησίες καί τίς προθέσεις τοῦ κάθε Μαθητῆ, ὅμως δέν τούς περιορίζει, δέν ἀφαιρεῖ τήν ἐλευθερία τους, οὔτε ποδηγετεῖ τίς προθέσεις τους. Ἀντίθετα, σέβεται τή διαφορετικότητα καί τίς ἰδιαιτερότητες τῆς προσωπικότητας ἑνός ἑκάστου τῶν ἀνθρώπων ὡς διακριτῶν ψυχοσωματικῶν ὀντοτήτων.
Ἐπί τοῦ προκειμένου, ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης δέν πρόκειται γιά τυχαῖο πρόσωπο, παρά τίς ἰδεολογικές του καταβολές καί τίς ἀνθρώπινες προσδοκίες γιά τόν ἀναμενόμενο Μεσσία, ὄχι τόσο ὡς Θεό, ἀλλά ὡς σωτῆρα καί ἀπελευθερωτή ἀπό τούς Ρωμαίους. Αὐτό τό ἀνθρώπινο σχῆμα ἀντίληψης τοῦ ἥρωα – ἐπαναστάτη ταύτιζε ὁ Ἰούδας λανθασμένα καί αὐθαίρετα, μέ τό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Λυτρωτή Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Κηφᾶς, ὁ μετονομασθείς Πέτρος, ἦταν ἀπό τούς πρώτους Μαθητές πού ἐπέλεξε ὁ Διδάσκαλος, μαζί μέ τόν ἀδελφό του Ἀνδρέα τόν Πρωτόκλητο. Ὁ Πέτρος μᾶς διδάσκει μέ τή μεταμέλειά του καί γίνεται παράδειγμα πρός μίμηση στόν καθημερινό βίο.
Διαπιστώνεται πολλές φορές μέσα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ὅτι ὁ Κύριος ἐπιλέγει ἀνάμεσα στούς δώδεκα Μαθητές τόν Πέτρο, σέ περιπτώσεις καί γεγονότα μέ ἰδιαίτερη σωτηριολογική σημασία ὅπως στή Μεταμόρφωση στό ὄρος Θαβώρ καί στήν Προσευχή στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆς. Μαζί μέ τόν Πέτρο καί τά ἀδέλφια Ἰωάννη καί Ἰάκωβο εἶναι μία ἄλλη ἐγγύτερη ὁμάδα πλησίον τοῦ Διδασκάλου.
Τό ἴδιο μπορεῖ νά λεχθεῖ καί γιά τόν Ἰούδα. Ὁ Ἰσκαριώτης εἶχε τήν εἰδική ἀποστολή νά κρατᾶ τό ταμεῖο (τό «γλωσσόκομον»[6]) τῆς ὁμάδας τῶν δώδεκα Μαθητῶν. Ὅμως ἡ ἀνθρώπινη ἐμπάθεια καί οἱ φοβίες στόν χαρακτῆρα, δέν τόν ἀφήνουν νά ἐγκαταλείψει τό πάθος τῆς φιλαργυρίας καί ἀναδεικνύεται ὡς ἡ ἀχίλλειός του πτέρνα, πού τόν ὁδηγεῖ στήν ἀπώλεια.
Ἡ φιλαργυρία εἶναι καρπός ἀνασφάλειας καί ἀνυπακοῆς στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται, ἕνεκα τῆς ἐλλειμματικότητάς του, νά ἔχει τήν αἴσθηση τοῦ «ἔχειν» καί «κατέχειν». Τότε, οὐτοπικά, νομίζει ὅτι ὑπάρχει εὐημερία μέ τήν κτίση περιουσιακῶν στοιχείων, λησμονῶντας τό ἐφήμερο καί παροδικό τοῦ βίου. Ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῆς φιλαργυρίας τοῦ Ἰούδα εἶναι ἡ αὐτοκαταστροφή καί ἡ ἀπώλεια τοῦ χαρίσματος νά εἶναι ὄντως Μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Ἀντίθετα, ὁ αὐθεντικός Μαθητής τοῦ Κυρίου δέν περιορίζεται στά ὑλικά ἀγαθά, ἀλλά ἀνοίγεται ἐλεύθερα στά αἰώνια δῶρα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Τό ἐνδιαφέρον πού προκύπτει ἐδῶ, εἶναι ὅτι ὁ Ἰούδας δέν ἐκδηλώνεται, ἀλλά ἐπιμελῶς κρύβεται ἐνώπιον τοῦ Διδασκάλου καί τῶν ἄλλων Μαθητῶν. Παρά ταῦτα, τήν κατάλληλη στιγμή, ὅταν ἡ περιθωριακή γυναῖκα μεταμελημένη πλένει τά πόδια τοῦ Ἰησοῦ μέ μύρο[7], ἄν καί ὅλοι ἀντέδρασαν, ἀποκαλύπτεται ἡ ροπή του πρός τά ὑλικά ἀγαθά καί τήν ἀπόκτηση χρημάτων, νομιζόμενος ὅτι ἔτσι θά κορέσει τό πάθος του.
Ἀφήνει μέ ἐπιμέλεια νά φανεῖ πρός τά ἔξω, ὅτι διακρίνεται ἀπό συμπόνοια καί εὐσπλαχνία, ἀλλά ταυτόχρονα μέ ἀπορία, μᾶλλον ὑποκρισία, ὁ ἴδιος ἐρωτᾶ «διατί χαλοῦμε τό μύρον;»[8] καί συνεχίζει θαρραλέα καί χωρίς περιστροφές «καί γιατί δέν τό πωλοῦμε καί τό ἀντίτιμο νά τό δώσουμε στούς πτωχούς;»[9].
Τέτοιας μορφῆς ἐρωτήματα διαχρονικά δέν δηλώνουν εὐαισθησία ἀλλά ὑποκρισία, γιά νά προκαλέσουν τό δημόσιο αἴσθημα κατά τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῆς ἀνθρώπινης ἐλλειμματικότητας διακονοῦν, εἴτε ἀμελῶς, εἴτε πλημμελῶς, τήν ἀποστολή τους κι ἔτσι, γενικά ὁμιλοῦντες, οἱ ἐκπρόσωποι πιθανόν νά γίνονται εὔκολη λεία τῶν ἐπιτήδειων.
Τήν ἴδια στιγμή πού ἡ ἁμαρτωλή γυναῖκα βίωνε τήν παρουσία τοῦ Θεανθρώπου Λυτρωτῆ[10], ὁ Μαθητής ἐχωρίζετο τοῦ Διδασκάλου[11].
«Τί θά μοῦ δώσετε νά σᾶς τόν παραδώσω;»[12]. Διαπραγματεύεται ἐκ τῶν προτέρων τήν ἀντιμισθία γιά τήν ἀπόφαση νά προδώσει τόν Διδάσκαλο, τήν ὁποία ἤδη ἔχει λάβει ἀνεπιστρεπτί διότι «ἐζήτει εὐκαιρία νά τόν παραδώσει»[13]. Ἐνῶ ἀποκαλύπτονται τά πραγματικά του κίνητρα, θέλει νά ἀξιοποιήσει τήν πράξη γιά νά νοιώσει ἱκανοποίηση ἀφοῦ ἔχει οἰκειοποιηθεῖ τό χρηματικό ποσό τῶν 30 ἀργυρίων. Τόν συσκοτίζει ἡ μέθη τῆς ἐπιθυμίας τοῦ πάθους τῆς φιλαργυρίας καί δέν μπορεῖ νά περιμένει νά τό σκεφθεῖ ξανά, νά δώσει χρόνο ἤ εὐκαιρία, ἤ νά τό συζητήσει μέ κάποιον ἐκ τῶν Μαθητῶν ἤ κάποιο τρίτο πρόσωπο. Βιάζεται! Ἐπιθυμεῖ ὁ Ἰούδας νά ὁλοκληρώσει τήν ἤδη εἰλημμένη ἀπόφασή του.
Αὐτή ἡ βία, ἡ ψυχολογική βιασύνη, δέν ὁδηγεῖ στή σωτηρία, δέν ἔχει περιεχόμενο ἐλευθερίας, ἀλλά περιορισμό, ἐγκλωβισμό πού ὁδηγοῦν στήν ἀπώλεια τοῦ χαρίσματος, ἀφοῦ δέν ἐπιθυμεῖ τή συνάντηση μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό.
Περιορίζεται καί ταυτόχρονα ἐγκλωβίζεται ὁ Ἰούδας, «εἷς ἐκ τῶν Δώδεκα», στήν ψευδαίσθηση πού διαμόρφωσε μέσα του. Τόν μικρόκοσμο τῆς ἐγωπάθειας πού τόν περιβάλλει.
Ὁ Ἰούδας, ὅπως καί ὅλοι οἱ Μαθητές, ἦταν αὐτήκοοι μάρτυρες ἀναφορῶν, διδαχῶν, ἐμπειριῶν καί πλείστων παραδειγμάτων ἀπό τά λεγόμενα καί τά πραττόμενα τοῦ Μεγάλου Διδασκάλου. Ἀναμφίβολα, ὁ Ἰησοῦς Χριστός μεριμνᾶ γιά ὅλους τούς Μαθητές καί γιά ὅλα ὅσα τούς ἀπασχολοῦν στό περιβάλλον τους. Χαίρεται μαζί τους καί θλίβεται ὡς ἄνθρωπος μαζί τους. Ἀσφαλῶς, μεριμνᾶ καί ἐνδιαφέρεται καί γιά τούς Μαθητές Του. Δέν εἶναι διόλου ἀσήμαντο καί μάλιστα μᾶς ξενίζει ὅτι μεταξύ αὐτῆς τῆς ὁμάδας εἶναι καί ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης. Αὐτή εἶναι ρεαλιστική εἰκόνα τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας: ὑπάρχουν ὅλων τῶν εἰδῶν ἄνθρωποι. Ἐντούτοις, ὁ Ἰησοῦς Χριστός προσφέρει σέ ὅλους τήν εὐλογία Του. Προσφέρει ἐπιπλέον, εὐκαιρίες γιά νά δείξουν τόν καλό τους ἑαυτό, αὐτενεργῶντας ἐλεύθερα.
Εἶναι ἄξιο προσοχῆς τό γεγονός ὅτι κατά τόν Μυστικό Δεῖπνο οἱ δύο Μαθητές, Ἰούδας καί Πέτρος, κινοῦν τό ἐνδιαφέρον τῶν Εὐαγγελιστῶν καί διατηροῦν τόν διάλογο πού ἔχει ὁ Κύριος καί Διδάσκαλος μαζί τους.
Παρά ταῦτα, ἡ καρδιά καί ὁ νοῦς τοῦ Ἰούδα δέν εἶχαν περιθώριο γιά νά εὐαισθητοποιηθεῖ καί νά ἀνανήψει προτοῦ νά εἶναι ἀργά. Ἐδῶ ἔγκειται καί ὁ διαφορετικός τρόπος ἀντιμετώπισης τῆς πράξης καί τῆς ἔκφρασης τῆς μεταμέλειας τῶν δύο Μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Πέτρος ἔχει ἄποψη γιά τό ἐάν θά δεχθεῖ ἤ ὄχι ὁ Ἰησοῦς νά τοῦ πλύνει τά πόδια καί ξεδιπλώνεται ὅλος ἐκεῖνος ὁ διάλογος εἰς ἐπήκοον πάντων τῶν παρισταμένων. Ὁ Πέτρος λαμβάνει τήν προειδοποίηση τί θά συμβεῖ ἀργότερα στήν αὐλή τῆς οἰκίας τοῦ Ἀρχιερέως. Ἐντούτοις, δέν τό συνειδητοποιεῖ ὅτι «πρίν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρίς ἀπαρνήση με»[14]. Τότε ὁ Πέτρος ἔσπευσε νά ἀπαντήσει: «λέγει αὐτῷ ὁ Πέτρος κἄν δέῃ μέ σύν σοί ἀποθανεῖν οὐ μή σέ ἀπαρνήσομαι ὁμοίως καί πάντες οἱ μαθηταί εἶπον»[15]. Εἶναι ἐνδιαφέρον, σύμφωνα μέ τόν Εὐαγγελιστή Ματθαῖο, ὅτι ἐπιβεβαίωσαν τή δήλωση τοῦ Πέτρου καί οἱ ὑπόλοιποι Μαθητές τοῦ Κυρίου.
Ὁ Ἰούδας ἀφοῦ ἤδη ἔλαβε τήν ἀντιμισθία τώρα σιωπᾶ καί ἀναμένει τή ζοφώδη συνάντηση τῆς σύλληψης τοῦ Ἰησοῦ στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆς ὡς ληστή.
Στό τελευταῖο δεῖπνο μέ τούς Μαθητές Του[16], ὁ Χριστός ξεκινᾶ καί ἐκφράζει αὐτό πού νιώθει ὡς ἄνθρωπος. Τά συναισθήματά του εἶναι ἀνάμικτα, λύπης καί ἀγωνίας[17]. Ἡ λύπη αὐτή δέν ἔχει νά κάνει μέ τόν ἐπερχόμενο οἰκειοθελῆ θάνατό του, ἀλλά μέ τόν θάνατο τοῦ Ἰούδα καί τήν ἀπώλεια τοῦ χαρίσματος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, μέ ἄλλα λόγια ἡ ἀπώλεια ἀπό τόν προδότη Μαθητή ὅλων τῶν δωρεῶν καί χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Μέ θλίψη ἐκφράζει τή διαπίστωσή του ὁ Χριστός ἐνώπιον τῶν Μαθητῶν: «Εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώση με»[18]. Ἐνῶ ὅλοι ἀναστατώνονται καί διερωτῶνται μεταξύ τους ἤ ἀπευθύνονται μέ πόνο καί ἀπορία πρός τόν Δεσπότη Χριστό, ὁ Ἰούδας ἐρωτᾶ: «Μήτι ἐγώ Κύριε;»[19]. Τότε ὁ Θεάνθρωπος Λυτρωτής, γιά νά τοῦ δώσει τήν εὐκαιρία κι αὐτή τή στιγμή νά σκεφθεί ξανά τήν πράξη πού ἐπείγεται νά πραγματοποιήσει, ἀφοῦ ἤδη ἔλαβε τήν ἀντιμισθία ἀπό τούς Ἑβραίους, τοῦ ἀπαντᾶ: «Σύ εἶπας»[20].
Ἐνῶ θά μποροῦσε ὁ Ἰησοῦς Χριστός νά τοῦ ἀπαντήσει μετωπικά καί νά ἀναφερθεῖ ὀνομαστικά, δέν τό κάνει καί τοῦτο διότι δέν ἐπιθυμεῖ νά τόν προσβάλει. Αὐτή τήν καίρια στιγμή τοῦ δίνει εὐκαιρία ἀλλά καί ἐπιλογή νά σκεφθεῖ ἐντελῶς διαφορετικά καί νά ἀνανήψει καί εἰ δυνατόν νά ἀλλάξει πορεία, ἐλεύθερα.
Τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀνακοίνωση τῆς προδοσίας ἀπό κάποιο ἐκ τῶν Μαθητῶν εἶναι εὐκαιρία μετάνοιας τοῦ Ἰούδα, σύμφωνα μέ τόν Ἰωάννη Χρυσόστομο. Περιγράφει ὁ Χρυσόστομος μέ ποιά λόγια ὁ Ἰούδας ἐνώπιον ὅλων ἐνδεχομένως θά ἐξεδήλωνε τή μετάνοιά του. Ἀντί αὐτοῦ … «Μήπως ἐγώ Κύριε;».
Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος χαρακτηρίζει ἰατρό τόν Χριστό καί ἀσθενή τόν Ἰούδα. Ὁ ἀσθενής δέν δέχεται τή φαρμακευτική ἀγωγή καί παραμένει ἀθεράπευτος στή φιλαργυρία, παρά τίς φροντίδες τοῦ Ἰατροῦ.
Ὁ Ἰούδας, ἀφοῦ ἤδη ἔλαβε τό βαμμένο ψωμί στό δοχεῖο μέ τό κρασί, τώρα σιωπᾶ καί φεύγει βιαστικά. Πηγαίνει καί ἀναμένει τήν τραγική στιγμή στή Γεσθημανή, ὅπου θά συλλάβουν τόν Ἰησοῦ, ἀφοῦ θά τόν δείξει ὁ προδότης Μαθητής. Μετανιώνει καί ἐπιστρέφει τά ἀργύρια στόν Ναό, τά ὁποία ἀσφαλῶς δέν ἔγιναν δεκτά ὡς ἐπιστροφή στό ταμεῖο τοῦ Ναοῦ «ἐπεί τιμή αἵματος»[21]. Ὁ Ἰούδας δέν κατάλαβε ὅτι μέ τήν προδοσία, ὁ Χριστός θά σταυρωθεῖ καί ὁ ἴδιος θά ἀφανισθεῖ. Θά ἀπωλέσει τό τάλαντο[22], ἤτοι τό χάρισμα. Δέν κατάλαβε ὅτι ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου γίνεται ἀνάσταση τοῦ κόσμου. Δέν κατάλαβε ὅτι ὁ Σταυρός, ἐπί τοῦ ὁποίου θά δοθεῖ λύτρωση ἀντί πολλῶν[23], θά παραμείνει φυλακτό τοῦ κόσμου.
Ὁ Πέτρος μετανιώνει καί βγαίνει ἔξω καί κλαίει πικρά, ἐκδηλώνοντας μέ τόν τρόπο αὐτό τή μετάνοιά του καί τήν ἐπιστροφή στήν ἀγάπη τοῦ Διδασκάλου[24]. Περιμένει, διότι παρά τήν ἐλλειμματικότητά του καί τήν ἄρνηση, διατηρεῖ βαθιά μέσα του τίς ἀρχές πού διδάχθηκε κοντά στόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό. Ἔχει τή βεβαιότητα ὅτι ὁ Κύριος τόν συγχωρεῖ καί τόν ἀγαπᾶ.
Ὁ Ἰούδας πάλι, βιάζεται. «Ἀπελθών ἀπήγξατο, Ἰούδας ὁ δοῦλος καί δόλιος»[25]. Τό ἴδιο ἔπραξε καί ἐνωρίτερα, κατά τό Δεῖπνο τῆς Δεσποτικῆς ξενίας, τοῦ Δεσπότη μέ τούς Μαθητές του. Ἡ ἀγωνία τῆς βίας τόν καλεῖ νά φύγει πρίν τήν παράδοση τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἀπό τόν Μέγα Ἀρχιερέα Ἰησοῦ Χριστό.
Ὁ δεύτερος ἀναμένεται ἀπό τόν Ἀναστημένο Κύριο, μαζί μέ τούς ἄλλους Μαθητές Του στή Γαλιλαία. «Ἀλλ’ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καί τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τήν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτόν ὄψεσθε, καθώς εἶπεν ὑμῖν»[26].
Ὁ πρῶτος ἔδωσε τέλος στόν ἐπίγειο βίο, ἐνῶ ὁ δεύτερος ἀποκαθίσταται λόγῳ ἀμετακίνητης καί σταθερῆς πορείας πρός τόν Ἀναστημένο Κύριο.
Ἐδῶ ἐναπόκειται καί ἡ δική μας ἐπιλογή συνειδητοποίησης τῆς ἄπειρης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ στήν πορεία μας πρός τή Μεγάλη Ἑβδομάδα καί τό Πάσχα. Μιά πορεία καθόλη τή διάρκεια τοῦ ἐπίγειου βίου μας.
[1] Ματθ. κστ΄, 14-16, Λουκ. κβ΄, 3-6, Μάρκ. ιδ΄, 10-11.
[2] Ματθ. κστ΄, 69-75, Μάρκ ιδ΄, 66-72, Λουκ. κβ΄, 54-62, Ἰωάν. ιη΄, 15-18 καί 25-27.
[3] Ματθ. κστ΄, 47-56, Μάρκ. ιδ΄, 43-52, Λουκ. κβ΄, 3-6.
[4] Ματθ. κστ΄, 57-68, Μάρκ κδ΄, 53-65, Λουκ. κβ΄, 54-55, Λουκ. κβ΄, 63-71, Ἰωάν. ιη΄, 12-14 καί 19-24.
[5] «Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» (Ρωμ. στ΄, 23).
[6] Ἰωάν. ιβ΄, 6.
[7] Ματθ. κστ΄, 6-13.
[8] Ματθ. κστ΄, 8, Ἰωάν. ιβ΄, 4-5.
[9] Ματθ. κστ΄, 9, Ἰωάν. ιβ΄, 5-6.
[10] «Ἥπλωσεν ἡ Πόρνη, τὰς τρίχας σοι τῷ Δεσπότῃ, ἥπλωσεν Ἰούδας, τὰς χεῖρας τοῖς παρανόμοις· ἡ μέν, λαβεῖν τὴν ἄφεσιν, ὁ δέ, λαβεῖν ἀργύρια. Διό σοι βοῶμεν, τῷ πραθέντι καὶ ἐλευθερώσαντι ἡμᾶς, Κύριε δόξα σοι» (Στιχηρὰ Ἰδιόμελα τοῦ Τριῳδίου τῆς Μεγάλης Πέμπτης Ἦχος πλ. β΄).
[11] «Σήμερον ὁ Ἰούδας, καταλιμπάνει τὸν Διδάσκαλον, καὶ παραλαμβάνει τὸν διάβολον, τυφλοῦται τῷ πάθει τῆς φιλαργυρίας, ἐκπίπτει τοῦ φωτός, ὁ ἐσκοτισμένος· πῶς γὰρ ἠδύνατο βλέπειν, ὁ τὸν φωστῆρα πωλήσας, τριάκοντα ἀργυρίων, ἀλλ’ ἡμῖν ἀνέτειλεν ὁ παθῶν ὑπὲρ τοῦ Κόσμου, πρὸς ὃν βοήσωμεν· Ὁ παθών, καὶ συμπαθῶν ἀνθρώποις, δόξα σοι» (Ὄρθρος Μεγάλης Παρασκευῆς, Ἦχος πλ. α΄, Ἀντίφωνον Δ΄).
[12] Ματθ. κστ΄, 15. «Ἔδραμε λέγων ὁ Ἰούδας, τοῖς παρανόμοις γραμματεῦσι. Τί μοι θέλετε δοῦναι, κἀγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν, ἐν μέσῳ δὲ τῶν συμφωνούντων, αὐτὸς εἱστήκεις ἀοράτως συμφωνούμενος. Καρδιογνώστα, φεῖσαι τῶν ψυχῶν ἡμῶν» (Ὄρθρος τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, Ἀντίφωνον Β΄, Ἦχος πλ. β΄).
[13] Ματθ. κστ΄, 16.
[14] Ματθ. κστ΄, 34.
[15] Ματθ. κστ΄, 35.
[16] Ματθ. κστ΄, 17-30, Μάρκ. ιδ΄, 12-26, Λουκ. κβ΄, 7-23.
[17] «περίλυπος ἐστί ἡ καρδία μου ἕως θανάτου» (Ματθ. κστ΄, 38).
[18] Ματθ. κστ΄, 21.
[19] Ματθ. κστ΄, 25.
[20] Ό.π.
[21] Ματθ. κζ΄, 6.
[22] «Δεῦτε πιστοί, ἐπεργασώμεθα προθύμως τῷ Δεσπότῃ· νέμει γὰρ τοῖς δούλοις τὸν πλοῦτον, καὶ ἀναλόγως ἕκαστος, πολυπλασιάσωμεν, τὸ τῆς χάριτος τάλαντον» (Τροπάριο ἰδιόμελον, Ἑσπερινοῦ Μεγάλης Τρίτης).
[23] Ματθ. κ΄, 28, Μάρκ. ι΄, 45.
[24] «Τρίτον ἀρνησάμενος ὁ Πέτρος, εὐθέως τὸ ῥηθὲν αὐτῷ συνῆκεν· ἀλλὰ προσήγαγέ σοι δάκρυα μετανοίας. Ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι καὶ σῶσόν με» (Ὄρθρος Μεγάλης Παρασκευῆς, Ἦχος πλ. δ΄, Ἀντίφωνον Ζ΄).
[25] Ματθ. κζ΄, 5. «Ὁ δὲ παράνομος Ἰούδας, οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι» (Ὄρθρος Μεγάλης Παρασκευῆς Ἀντίφωνον Γ΄, Ἦχος β΄).
[26] Μάρκ. ιστ΄, 7.
*Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό “Παρέμβαση Εκκλησιαστική”, τεύχος 63 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2026), σελ. 288-295.

