Διαπίστωση, προτροπὴ καὶ ὑπόσχεση

Λόγια Κυρίου πρὸ τῆς Ἀναλήψεως

Πρὸ τῆς ἐνδόξου Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου μας στοὺς οὐρανούς, «ὅπου ἦν τὸ πρότερον» (Ἰωάν. στ΄ 62), καθὼς μᾶς τονίζει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, Αὐτός, ὁ ἐν νεκρῶν ἀναστάς, ἀπευθύνει στοὺς μαθητές Του τρεῖς φράσεις, ποὺ συνιστοῦν μιὰ ἀδιάσπαστη ὀργανικὴ ἑνότητα μὲ θεϊκὴ ἀλληλουχία: 

Πρῶτον, μιὰ διαπίστωση: 

«Ἐδόθη μοὶ πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ματθ. κη. 18)·

 δεύτερον, μιὰ ἐπιθυμητὴ ἐντολή: 

«Πορευθέντες οὗν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κή 19)· 

καὶ τρίτον μία δυναμωτικὴ ὑπόσχεση: 

«Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμί πάσας τὰς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος » (Ματθ. κη΄ 20). 

Μετὰ τὰ ἄχραντα πάθη καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου, τοῦ γλυκυτάτου μας Ἰησοῦ, ἡ ἀληθινὴ ἐξουσία δὲν βρίσκεται πλέον στὰ χέρια τοῦ αὐτοκράτορα καὶ τῆς ρωμαϊκῆς διοικητικῆς μηχανῆς, οὔτε στὴν γνώση ποὺ συσσωρεύεται ἀπὸ τοὺς εὐφυεῖς καὶ τοὺς σοφοὺς τῆς γῆς. Ἡ ἐξουσία ἔχει δοθεῖ ἀπὸ τὸν Παντοδύναμο καὶ Παντοκράτορα Πατέρα, τὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης, στὸν Υἱό, ποὺ ἐνσάρκωσε τὴν ἀγάπη στὴν ἀκρότατη μορφή της μὲ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ σταυροῦ.

Γενᾶται, ὅμως, τὸ ἐρώτημα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ «δόθηκε» ἐξουσία στὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ὡς προαιώνιος Θεὸς καὶ Θεὸς Λόγος εἶχε ἀνέκαθεν τὴν πᾶσαν ἐξουσία μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; 

Οἱ Πατέρες μᾶς διδάσκουν ὅτι αὐτὴ ἡ ἐξουσία δὲν δίνεται στὴν θεϊκή Του φύση, ἀλλὰ στὴν ἀνθρώπινη φύση ποὺ προσέλαβε μὲ τὴν Ἐνανθρώπησή Του. Ὁ Χριστός, ὡς Θεός, ἦταν πάντοτε παντοδύναμος. Ὡς ἄνθρωπος ὅμως, ἔπρεπε νὰ νικήσει τὸν πειρασμό, τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο, ὥστε νὰ ὑψώσει τὴν πεσμένη ἀνθρώπινη φύση μας. 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ξεκαθαρίζει: «Οὐχ ὡς Θεὸς λαμβάνει τὴν ἐξουσίαν, ἀεὶ γὰρ εἶχεν ταύτην, ἀλλ’ ὡς ἄνθρωπος. Καὶ ἡ ἐξουσία Του δὲν εἶναι καταδυναστευτική, ὅπως τῶν ἐπιγείων ἡγεμόνων ποὺ χρησιμοποιοῦν τὴν ἐξουσία γιὰ νὰ καταδυναστεύουν τὸν κόσμο. Ἡ ἐξουσία τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ εἶναι πηγὴ ζωῆς καὶ ἐλευθερίας. 

Μὲ αὐτὴ τὴν ἐξουσία, ὁ Χριστὸς δὲν τιμωρεῖ, ἀλλὰ συγχωρεῖ. 

Δὲν ὑποδουλώνει, ἀλλὰ ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ διαβόλου. 

Δὲν σκοτώνει, ἀλλὰ ζωογονεῖ τοὺς νεκρούς, χαρίζοντας τὴν αἰώνια ἀνάσταση. 

Γιὰ τὸν Χριστό, ἡ «ἐξουσία» καταδεικνύεται μὲ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν δύναμη ποὺ ἔχει νὰ σώζει κάθε ψυχὴ ποὺ καταφεύγει σὲ Ἐκεῖνον. Καὶ ἡ ἐξουσία Του εἶναι «ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» .

 «Ἐν οὐρανῷ»: Ἐκεῖ ὅπου οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις ἀσιγήτως Τὸν δοξολογοῦν καὶ ὅπου προετοιμάζει τὶς μονὲς γιὰ τοὺς δικαίους, 

καὶ «Ἐπὶ γῆς»: Μέσα στὶς ἀγωνιζόμενες καρδιές, μέσα στὴν καθημερινότητά μας, μέσα στὴν Ἐκκλησία Του. 

Ἡ ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ μας εἶναι κυβερνητική. Αὐτὸς κυβερνᾶ τὰ σύμπαντα. Στὸ Σχολεῖο, ὅταν κάθε πρώῒ προσευχόμασταν τοῦ τραγουδούσαμε ὁμολογώντας: «Σὺ ποὺ κόσμους κυβερνᾶς καὶ ζωὴ παντοῦ σκορπᾶς» καὶ τοῦτο γιατὶ ὁ Ἴδιος μᾶς τὸ εἶπε ὅτι ἀκόμη καὶ ἕνα στρουθίο, ἕνα σπουργίτι, δὲν πέφτει χωρὶς τὸ θέλημά Του, ὅπως καὶ μία τρίχα τῆς κεφαλῆς μας δὲν πέφτει χωρὶς τὴν συγκατάθεσή Του:  «Θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόλυται» (Λουκ. κα΄ 18). Στὰ νεκρώσιμα τρισάγια λέμε στὸν Κύριο: «Ὁ καὶ νεκρῶν καὶ ζώντων τὴν ἐξουσίαν ἔχων». Γιατὶ Αὐτὸς νίκησε τὸν θάνατο καὶ μᾶς χάρισε ζωὴ τὴν αἰώνιο,  Αὐτὸς συνέτριψε τὸ κράτος τοῦ θανάτου καὶ τὴν ἁμαρτία καὶ ἐξουσιάζει τὸν κόσμο, ὄχι μὲ κοσμικὴ βία, ἀφοῦ ἡ  ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ δὲν ἐπιβάλλεται μὲ ὅπλα ἢ φόβο. Ἐξουσιάζει μὲ θυσιαστικὴ ἀγάπη, μὲ πλήρη ἐλευθερία, ἀφοῦ δὲν ζητᾶ τυφλοὺς ὑποτακτικούς, ἀλλὰ ἐλεύθερους πιστοὺς ποὺ ἀγαποῦν.

Σήμερα ζοῦμε σὲ ἕναν κόσμο γεμᾶτο ἀνασφάλεια, πειρασμούς, θλίψεις καὶ πνευματικοὺς πολέμους. Συχνὰ τρομάζουμε μπροστὰ στὶς ἐπίγειες «ἐξουσίες» καὶ τὰ σκοτάδια τοῦ αἰῶνος τούτου. Ὅμως, ὁ Χριστὸς μᾶς ὑπενθυμίζει: Ἡ δικὴ Μου ἐξουσία εἶναι πάνω ἀπὸ κάθε ἄλλη δύναμη. Ἂς μὴν ἐμπιστευόμαστε, λοιπόν, τὶς ἐφήμερες δυνάμεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ τὸν Μόνο ποὺ ἔχει τὴν ἐξουσία τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ἡ δική Του ἐξουσία εἶναι ἡ μοναδικὴ ποὺ διώχνει τὸν φόβο, φέρνει εἰρήνη, λύτρωση καὶ αἰώνια ζωή. Ἀφήνοντας τὸ τιμόνι τοῦ καραβιοῦ τῆς ζωῆς μας σὲ Ἐκεῖνον, κάνοντάς Τον κυβερνήτη μὲ τὸν ἑαυτό μας συγκυβερνήτη εἴμαστε σίγουροι ὅτι θὰ ὁδηγηθοῦμε μέσα ἀπὸ πολυκύμαντο πέλαγος τῆς ζωῆς μας στὸ γαλήνιο λιμάνι τοῦ οὐρανοῦ.   

Ἡ διακήρυξη τῆς ἐξουσίας τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔγινε γιὰ νὰ θαυμάσουμε τὴν δύναμή Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ θωρακισθοῦμε μὲ θάρρος καὶ νὰ ἀκολουθήσουμε τὴν ἐντολή Του: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη». 

Ὅταν νιώθουμε ἀδύναμοι, ἂς θυμόμαστε τὰ λόγια Του. Ἐκεῖνος ποὺ κυβερνᾶ τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὴν γῆ εἶναι ὁ Ἴδιος ποὺ ὑποσχέθηκε: «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος». Εἶναι Αὐτὸς ποὺ εἶπε: «Οὐ μὴ σὲ ἀνῶ» καὶ «οὐ μὴ σὲ ἐγκαταλίπω» (Ἑβρ. ιγ΄ 5), ποὺ  μᾶς βεβαιώνει ὅτι δὲν εἴμαστε μόνοι σὲ αὐτὴν τὴν ζωή, ἐὰν «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Εἶναι Αὐτός, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνηση, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. 

Στὴν πολυθρύλητη παγκοσμιοποίηση, γιὰ τὴν ὁποία τόσος λόγος γίνεται στὶς ἡμέρες μας, ἐμφωλεύει ὁ κίνδυνος ὁ ἄνθρωπος νὰ γυρίσει στὴν ζούγκλα ἑνὸς ἀδιάφορου ἠθικὰ ἀνταγωνισμοῦ καί, ἐνῶ ζητεῖ νὰ γίνει ὑπεράνθρωπος, νὰ καταντήσει τελικὰ ὑπάνθρωπος. Ἡ ἀποστολὴ τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ πρὸς «πάντα τὰ ἔθνη» ἀποβλέπει στὴν παγκοσμιότητα τῆς ἀγάπης ποὺ ἀνυψώνει τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὸν Θεάνθρωπο, καθιστῶντας τον «καινὴ κτίση», θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἐν οὐρανοῖς ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας, κυρὸς Ἀναστάσιος. 

Παλαιότερα, πολλοὶ ἀπὸ τὰ ἀνεπτυγμένα κράτη τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς κατανοοῦσαν τὴν τελευταία αὐτὴ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου μὲ ὅρους γεωγραφικούς, καὶ βρίσκονταν στὰ βάθη τῆς Ἀφρικῆς καὶ τῆς Ἀσίας, ἐκεῖ ὅπου δὲν εἶχε κηρυχθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο. Σήμερα, ὅμως, εἶναι πλέον σαφὲς ὅτι ἡ πιὸ ἐπικίνδυνη ἀποξένωση, καὶ ἀπὸ τὴν θρησκευτικὴ ἄγνοια, εἶναι ἡ θρησκευτικὴ ἀδιαφορία ποὺ ἐπικρατεῖ σὲ πολλὲς κατὰ παράδοση χριστιανικὲς χῶρες. Ἔτσι, ἡ ἐντολὴ τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ ἀποκτᾶ στὸν 21ο αἰῶνα μιὰ εὐρύτερη δυναμική: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη», καὶ τὰ ἔθνη ποὺ ἔχουν ἐλάχιστα γνωρίσει τὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔθνη ποὺ τὸν γνώρισαν μέν, ἀλλὰ τὸν λησμόνησαν μέσα ἀπὸ τὴν τρυφηλὴ ἢ καὶ Τὸν κατεδίωξαν ἢ καὶ τὸν  Τὸν ἀπώθησαν στὸ περιθώριο βάζοντας στὴν θέση Του τὴν λατρεία δικῶν τους «θεοτήτων», τοῦ χρήματος, τῆς σαρκικῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀνέσεως. 

Στὴν πορεία αὐτὴ τῆς μαθητείας τῶν ἐθνῶν μᾶς προτρέπει ὁ Κύριος νὰ βαπτίζουμε καὶ νὰ διδάσκουμε καὶ μᾶς τονίζει ὅτι ἡ «μαθητεία» πραγματοποιεῖται μὲ τὴν δύναμη τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ πρὸς τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν ποὺ μᾶς παρέδωσε. Γι’ αὐτὸ μᾶς εἶπε: «Ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνος ἔστιν ὁ ἀγαπῶν με», «ὁ δὲ ἀγαπῶν μὲ ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου, καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτὸν» (Ἰω. ιδ΄21). 

Ἡ προτροπὴ «πορευθέντες» καθορίζει ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν τόπο στὸν ὁποῖο βρισκόμαστε. στὸν ὁποῖο αἰσθανόμαστε βολεμένοι. Κάθε μετάβαση σὲ ἄγνωστες περιοχὲς κρύβει κινδύνους. Καὶ μάλιστα μιὰ πορεία πρὸς «πάντα τὰ ἔθνη» εἶναι φυσικὸ νὰ συνδέεται μὲ ἀναπάντεχες ταλαιπωρίες καὶ περιπέτειες. 

Ὁ ὁρίζοντας ὅμως τῆς Ἐκκλησίας ἀγκαλιάζει ὅλα τὰ ἀνθρώπινα καὶ ὅλη τὴν δημιουργία. Ὁ καθοριστικὸς ὅρος στὰ λόγια τοῦ Κυρίου πρὸ τῆς Ἀναλήψεώς Του εἶναι: «πᾶσα», «πάντα», «πάσας». «Ἐδόθη μοὶ πᾶσα ἐξουσία… πάντα τὰ ἔθνη… πάντα ὅσα ἐνετειλάμην… πάσας τὰς ἡμέρας». 

Ἡ ὑπόσχεσή Του εἶναι σαφής: «Εἶμαι μαζί σας «πάσας τὰς ἡμέρας»· καὶ στὶς ἡμέρες τὶς ἀνέφελες, ὅπου ὅλα ἐξελίσσονται ὁμαλά, καὶ στὶς ἡμέρες τὶς θολές, ὅπου ἡ ὁμίχλη τῆς ἀβεβαιότητος τὶς σκεπάζει, καὶ στὶς ἡμέρες τῆς ἀμφιβολίας καὶ ἀδυναμίας, ὅταν ἡ θύελλα μαίνεται. Καὶ στὴν ὥρα τῆς δειλίας σας μέσα στὶς τρικυμίες τῆς ζωῆς. Ἀκόμη καὶ στὴν ὥρα τῆς ἀθέλητης προδοσίας καὶ πτώσεως εἶμαι μαζί σας, γιὰ νὰ σᾶς ὁδηγήσω στὴν μετάνοια, τότε ὅπου χείμαρροι ἀνομίας μᾶς ταράζουν καὶ «ὤδινες ἅδου» μᾶς περικυκλώνουν (Ψάλμ. 17:5-6). 

Ἡ συναίσθηση τῆς παρουσίας Του βιώνεται τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς,  ἀλλὰ κυρίως τὴν ὥρα τῆς λατρείας. Ὅσο ἐντονότερη εἶναι ἡ συναίσθηση τῆς παρουσίας τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ στὴν ζωή μας, τόσο πιὸ εἰρηνική, δυνατὴ καὶ δημιουργικὴ εἶναι ἡ κάθε μας ἡμέρα. 

Ἐξακολουθοῦμε, λοιπόν, νὰ ἐλπίζουμε καὶ νὰ καταθέτουμε τὴν χριστιανικὴ μαρτυρία μας σὲ διάφορα περιβάλλοντα, ὄχι στηριζόμενοι στὴν δική μας ἱκανότητα, ἐπιστημονικὴ γνώση καὶ εὐφυΐα, ἀλλὰ στὴν βεβαιότητα ὅτι δὲν εἴμαστε μόνοι σ’ αὐτὴ τὴν προσπάθεια, ἐνθυμούμενοι τὰ λόγια Τοῦ Κυρίου μας: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. ιε΄ 5). Μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη σ’ Ἐκεῖνον, στὸν ὁποῖο ἐδόθη «πᾶσα ἐξουσία ἐν οὔράνῳ καὶ ἐπὶ γῆς», μὲ τὴν χαρούμενη βεβαιότητα ποὺ δωρίζει ἡ ὑπόσχεσή Του. «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἶμι πάσας τὰς ἡμέρας μέχρι τῆς συντέλειας τοῦ αἰῶνος», ἂς πορευθοῦμε ἱεραποστολικὰ ὁμολογοῦντες Χριστόν, ἐσταυρωμένον καὶ ἀναστάντα.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Διαβάστε ακόμα