Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ΄
Μέ ἀφορμή τήν μετάβαση – ἀνάβαση τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ’ στόν ὀρεινό ὄγκο Σαγγιᾶς τῆς περιοχῆς Τριανταφυλλιᾶς Ἀνατολικῆς Μάνης στίς 23.8.2026 προκειμένου νά χοροστατήσει στόν πανηγυρίζοντα Ἱερό Ναό τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ὅπου καί ἔγινε ὁ Πανηγυρικός Ἀρχιερατικός Ἑσπερινός μέ τήν συμμετοχή πολλῶν κληρικῶν, ἔχουμε τήν χαρά καί εὐλογία καί παραθέτουμε τό κήρυγμα τοῦ Σεβ. πρός τό πλῆθος τῶν προσκυνητῶν ἀπό τήν Μάνη, ἀλλά καί ἀπό ἄλλα μέρη.
Εἶπε ὁ Σεβασμιώτατος: «Ἀδελφοί μου, χριστιανοί, ὀρθόδοξοι χριστιανοί, τιμοῦμε σήμερα ἕνα μεγάλο ἅγιο τῶν νεοτέρων χρόνων, τόν ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό, τόν ἰσαπόστολο, τόν ἐθναπόστολο, τόν ἱερομάρτυρα, πού ξεκίνησε τό 1714 ἀπό τό Μεγάλο Δένδρο Αἰτωλοακαρνανίας καί μαρτύρησε στό Καλικόντασι τῆς Βορ. Ἠπείρου. Ἐδῶ πού ἔχουμε ἀνέβει πάνω στό βουνό αὐτό ἀλλά καί μέ τήν καταπληκτική θέα, πού ἀτενίζουμε, εἶναι ὅ,τι πρέπει, νά ἀκούσετε γι’ αὐτή τήν ἁγία μορφή τοῦ νεότερου ἑλληνισμοῦ. Ὁ σπουδαῖος αὐτός ἅγιος, τόν ὁποῖο τιμοῦμε ἀπόψε ἔζησε πτωχικά, ἁπλά, ἀλλά μέ μεγάλο ἐσωτερικό ψυχικό πλοῦτο. Φλογιζόταν ἡ καρδιά του γιά νά βγεῖ νά περπατήσει ἀπό τόπο σέ τόπο καί νά μιλήσει γιά τόν Χριστό. Νά κηρύξει τήν θεία διδασκαλία. Νά ἀνοίξει καί νά ἐπεξηγήσει, νά ἑρμηνεύσει μέ ἁπλά λόγια τό Εὐαγγελίο τοῦ Χριστοῦ. Ποθοῦσε νά μιλήσει γιά Χριστό καί Ἑλλάδα. Ἔτσι ἀφοῦ πρῶτα μορφώθηκε καί ἀσκήτευσε στό Ἅγιον Ὄρος καί κατόπιν ἀφοῦ ἔλαβε τήν ἄδεια καί τήν εὐλογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Σεραφείμ Β’, πραγματοποίησε τέσσερεις μεγάλες ἱεραποστολικές περιοδεῖες, ὅπου ὑπῆρχε ἑλληνισμός. Ὡστόσο, ἦταν μιά ἐποχή ἐξαιρετικά δύσκολη. Ἦταν χρόνια σκληρᾶς δουλείας. Ἡ Τουρκοκρατία. Τότε πού δέν ὑπῆρχε ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Δέν ὑπῆρχαν ἀνθρώπινα δικαιώματα. Δέν ὑπῆρχαν δάσκαλοι, μήτε ἱερεῖς. Οἱ ἄνθρωποι πέθαναν χωρίς οὔτε νά βαπτιστοῦν οὔτε νά κηδευτοῦν. Τό Γένος μας εἶχε ἀγριέψει. Ληστεῖες, βαρβαρότητες, ζωοκλοπές, αὐτοδικίες, φόνοι. Καί συνάμα, ἡ ἐθνική συνείδηση ἐξαφανιζόταν. Τό ἴδιο καί ἡ ἑλληνική γλῶσσα ἀφοῦ τά σχολεῖα ἦταν κλειστά. Λίγα μοναχά «κρυφά σχολειά» λειτουργοῦσαν τήν νύκτα μέ κάποιο καλόγερο – δάσκαλο σέ κάποιο νάρθηκα ναοῦ.
Καί βέβαια, ὁ εὐαγγελισμός τοῦ λαοῦ ἀπό τόν πατρο-Κοσμᾶ, τό κήρυγμά του, ἡ καθοδήγηση τῶν ψυχῶν ἦταν μιά συγκλονιστική περιπέτεια. Ἐκεῖνος ὅμως, δέν σταμάταγε. Πεζοποροῦσε, ἀνέβαινε βουνά, κήρυττε σέ πόλεις, σέ κωμοπόλεις, σέ χωριά, σέ ἀπομακρυσμένες περιοχές, σέ μέρη πού τά χαρακτήριζαν «ἀπάτητα», σέ χειμαδιά, σέ νησιά, κάτω ἀπό πλατάνια καί καρυδιές, σέ ἀνοικτούς χώρους καί σέ πλατεῖες.
Οἱ «Διδαχές» του δέ, ὅσες διεσώθηκαν, εἶναι ἕνας πολύτιμος πνευματικός θησαυρός. Μίλαγε πραγματικά γιά νά στηρίξει τήν ὀρθόδοξη πίστη, ἑρμήνευε μέ ἁπλά λόγια τήν δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, τόνιζε τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον, ὑπογράμμιζε τήν ἀξία τῆς Κυριακῆς ἀργίας, μά δέν ἄφηνε ἀπό τό περιεχόμενο τῶν κηρυγμάτων καί τήν σημασία τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς προσευχῆς, τῆς μετάνοιας, τῆς εὐλάβειας πρός τούς ἁγίους. Ἰδιαίτερη προσοχή ἔδινε στό θέμα τῶν βαπτίσεων τῶν παιδιῶν καί στήν ἀναγκαιότητα μιᾶς καινούργιας ζωῆς σύμφωνα μέ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ μακρυά ἀπό κακές συνήθειες, πάθη καί ἀδυναμίες.
Ἕνα ἀκόμη σπουδαῖο σύνθημα πού ἔριξε στό λαό, ἦταν ἡ μόρφωση, ἡ ἀγάπη καί τό ἐνδιαφέρον γιά τά ἑλληνικά γράμματα. «Νά σπουδάζετε, ἔλεγε, τά παιδιά σας, νά μανθάνουν τά ἑλληνικά διότι καί ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι στήν ἑλληνική…. Καλύτερα, ἀδελφέ μου, νά ἔχεις ἑλληνικό σχολεῖο, παρά βρῦσες καί ποτάμια…». Μεγάλο χαρακτηρίζεται τό ἐπίτευγμά του νά ἱδρύσει ὁ ἴδιος περίπου πάνω ἀπό 200 δημοτικά σχολεῖα!
Εἶχε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς πραγματικά χάρισμα, ταλέντο ἱεροκήρυκα, μέ ἕνα ὕφος ἁπλό, ἀλλά δυνατό, μέ παραστατικότητα, μέ αὐθορμητισμό, εἰλικρίνεια, θέρμη λόγου πού κυριολεκτικά συνήρπαζε τά πλήθη. Καί ἦταν λαός πολύς, πού τόν ἄκουγε. Διψοῦσε, ὅπως ἡ ξεραμένη γῆ τό νερό τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἐπίδραση μάλιστα τοῦ λόγου του ἦταν ἄμεση καί λίαν εὐεργετική. Τά παραδείγματα εἶναι πολλά. Ἐχθροί συνεφιλιονόντουσαν, ληστές μετάνοιωναν, ἐλεημοσύνες γινόντουσαν ἄμεσα, τό κῦμα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ σταματοῦσε, γενναῖες πνευματικές ἀποφάσεις σέ πολλές ψυχές, ἔφερναν τήν σωτηρία. Μάλιστα κατά τήν συνήθεια πού εἶχε ὁ ἅγιος, πρίν κηρύξει ἔστηνε ἕνα ξύλινο σταυρό, κήρυττε καί μετά τόν ἄφηνε σέ ἀνάμνηση τῆς διάβασής του. Ὁ λαός φύλαττε τόν σταυρό αὐτό ὡς πολύτιμη παρακαταθήκη καί ἔλεγαν «Ἀπό δῶ πέρασε ὁ πατρο-Κοσμᾶς»! Εἰλικρινά, πόσο τούς στήριζε αὐτός ὁ σταυρός καί μόνον πού τόν ἔβλεπαν!
Ὁ πατρο-Κοσμᾶς, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἡ ἐπιβλητικότερη αὐτή φυσιογνωμία τῶν τελευταίων αἰώνων τελείωσε τόν ἐπίγειο αὐτό βίο μέ τό μαρτύριο, ὡς μάρτυρας τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος.
Ναί, κήρυττε ὁ φλογερός καλόγερος, ὅταν τόν ἔπιασαν οἱ δυσσεβεῖς ἐχθροί καί ἀργότερα τόν σκότωσαν στίς 24 Αὐγούστου ἡμέρα Σάββατο τό 1779 καί ἔλαβε τόν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξης. Εἶχε ἤδη προείπει τό: «Διήλθομεν διά πυρός καί ὕδατος καί ἐξήγαγες ἡμᾶς εἰς ἀναψυχήν». Μ’ αὐτά τά λόγια τοῦ Ψαλμωδοῦ σφράγισε τήν ζωή του μέ τόν μαρτυρικό θάνατό του.
Ὅμως, αὐτός ὁ ἰσαπόστολος καί ἱερομάρτυς, ἐξακολουθεῖ ἀπό ψηλά, ἀπό τόν Παράδεισο πού εἶναι, νά βλέπει τό ὅραμα. Τό ὅραμα πού δέν ἔχει χαθεῖ. Τό ὅραμα τῆς πνευματικῆς ἀναγέννησης τῆς πατρίδος μας. Τό μεγάλο ὅραμα. Ἡ ἀναγέννηση τοῦ τόπου μας. Ὅραμα! Μά, γι’ αὐτό, χρειαζόμαστε «ἁλιεῖς», «ποιμένες», «ἐργάτες».
Χρειαζόμαστε ἁλιεῖς γιά νά ρίξουν τά δίκτυα, ποιμένες γιά νά βοσκήσουν τά πρόβατα, ἐργάτες γιά νά θερίσουν τά στάχυα. Πρόκειται γιά τήν πνευματική ἁλιεία, ὅπως ὁ Χριστός διάλεξε ἁλιεῖς λέγοντάς τους: «Δεῦτε ὀπίσω μου καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. 4,19). Δηλαδή, τούς εἶπε ἐλᾶτε καί ἀκολουθῆστέ με καί ἐγώ θά σᾶς κάμω ἱκανούς νά ψαρεύετε καί νά προσελκύετε ἀνθρώπους στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν μέ τό δίκτυ τοῦ κηρύγματος. Καί οἱ ἁλιεῖς αὐτοί ἀκολούθησαν καί ἔγιναν Ἀπόστολοι καί κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτούς θεμελιώθηκε ἡ Ἐκκλησία καί ὀνομάζεται «Ἀποστολική».
Ἀλλά χρειαζόμαστε καί ποιμένες γιά νά ποιμάνουν τά λογικά πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ. Εἶπε ὁ Χριστός μετά τήν Ἀνάστασή Του στόν Πέτρο: «Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾶς με; λέγει αὐτῷ˙ ναί Κύριε, σύ οἶδας ὅτι φιλῶ σε˙ λέγει αὐτῷ˙ ποίμαινε τά πρόβατά μου» (Ἰω. 21,16). Ἐδῶ εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ποιμαντικῆς διακονίας στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Καί ἀκόμη, εἶπε ὁ Χριστός: «Ὁ μέν θερισμός πολύς, οἱ δέ ἐργάται ὀλίγοι˙ δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τόν θερισμόν αὐτοῦ» (Ματθ. 9, 37-38). Δηλαδή, πρέπει νά βρεθοῦν πνευματικοί ἐργάτες νά ἐργασθοῦν στό γεώργιον τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν σωτηρία τῶν ψυχῶν. Μακάρι ν’ ἀναδειχθοῦν ἀπό τίς οἰκογένειες, τά σχολεῖα, τά Κατηχητικά, τήν κοινωνία, τά χωριά καί τίς πόλεις μας.
Ὁ Κύριος τούς περιμένει γιά νά τούς δώσει τήν θεία Χάρι καί νά τούς ἀναδείξει._

