Την Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2026, ΙΔ΄ Ματθαίου, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, κ. Νεκτάριος, λειτούργησε και ομίλησε στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στο Κοκκίνι της Μέσης Κέρκυρας. Κατά τη Θεία Λειτουργία, το Σεβασμιώτατο πλαισίωσαν ο εφημέριος της ενορίας, Πρωτοπρεσβύτερος Μιχαήλ Δουκάκης, καθώς και οι Διάκονοί του, π. Ευσέβιος Πανδής και π. Παλαμάς Μελισσηνός.
Ο Σεβασμιώτατος κατά την ομιλία του αναφέρθηκε στην ευαγγελική περικοπή της ημέρας και στην παραβολή του βασιλικού δείπνου, επισημαίνοντας ότι ο Κύριος παρουσίαζε πολλές φορές τη Βασιλεία των Ουρανών ως ένα δείπνο, ως ένα τραπέζι γύρω από το οποίο καλούνται όλοι οι άνθρωποι, για να ευφρανθούν, να χαρούν και να χορτάσουν πνευματικά. Οι προσκεκλημένοι, όμως, δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του βασιλέως, προβάλλοντας ο καθένας τη δική του δικαιολογία. Η στάση αυτή αποτελεί περιφρόνηση προς εκείνον που τους κάλεσε και φανερώνει, όπως τόνισε ο Σεβασμιώτατος, την περιφρόνηση που πολλές φορές δείχνει και ο σημερινός άνθρωπος στην πρόσκληση του Θεού.
Ο άνθρωπος, αντί να κατανοήσει το πραγματικό νόημα της ζωής του, θέτει στο επίκεντρο αυτής το συμφέρον, την προβολή του προσώπου του και το εγώ του. «Εγώ να είμαι καλά και δεν με ενδιαφέρει ο άλλος», είναι η νοοτροπία που κυριαρχεί πολλές φορές ακόμη και μέσα στην οικογένεια, όταν ο σύζυγος αδιαφορεί για τη σύζυγο και τα παιδιά του ή, αντίστοιχα, η σύζυγος περιφρονεί εκείνα τα οποία της έδωσε ο Θεός. Πολύ περισσότερο λοιπόν πρέπει να προβληματιστούμε για την περιφρόνηση που δείχνουμε στο θέλημα και στην παρουσία του Θεού.
Στη συνέχεια, ο κ. Νεκτάριος υπογράμμισε ότι εμείς οι Χριστιανοί έχουμε λάβει την τιμητική πρόσκληση να γίνουμε μέτοχοι αυτού του δείπνου, το οποίο τελείται κάθε φορά επάνω στην Αγία Τράπεζα. «Δεν υπάρχει πλουσιότερο δείπνο από αυτό», σημείωσε, από τη μετοχή μας στα Άγια των Αγίων, στο Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας. Κι όμως, πολλές φορές ο άνθρωπος προβάλλει δικαιολογίες, άλλοτε είναι κουρασμένος, άλλοτε θέλει να ξεκουραστεί και αρνείται να συμμετάσχει σε αυτή την πρόσκληση του Θεού.
Στάθηκε ακόμη στον άνθρωπο της παραβολής, ο οποίος εισήλθε στο δείπνο χωρίς καλή πρόθεση. Όπως εξήγησε, ο Κύριος βλέπει και επαινεί την πρόθεση του ανθρώπου. Άλλο είναι εκείνος που αισθάνεται την αναξιότητά του, αλλά ακούει μέσα του τη φωνή και την πρόσκληση του Θεού και προσέρχεται, και άλλο εκείνος που εισέρχεται «με υπουλότητα», για να διασύρει και να καθυβρίσει με την παρουσία του το δείπνο. Γι’ αυτό και ο βασιλέας διέταξε τους υπηρέτες του να τον δέσουν και να τον πετάξουν έξω, διότι «δεν έχει καλή πρόθεση».
Αναφερόμενος στη μεταμορφωτική δύναμη της Θείας Χάριτος, ο Σεβασμιώτατος επικαλέστηκε τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο οποίος, μιλώντας για την Εκκλησία, σημειώνει χαρακτηριστικά, «εδώ μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι. Μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο. Μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί», διότι δε μεταβάλλεται η φύση του ανθρώπου, αλλά απομακρύνεται η κακία. Όταν, λοιπόν, ο άνθρωπος συνεργαστεί με τη Χάρη του Θεού και προσφέρει τον εαυτό του στο Θεό, τότε ο ίδιος ο Θεός διαπλάθει την ψυχή, τον χαρακτήρα και το πρόσωπό του και ο άνθρωπος εξέρχεται από το «βασιλικό παλάτι», δηλαδή από τον οίκο του Θεού, περισσότερο δυνατός
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Σεβασμιώτατος και στη θυσία που ζητεί ο Θεός από τον άνθρωπο. Ο Χριστός θυσίασε τη ζωή Του «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας», ενώ από εμάς δεν ζητεί να ανεβούμε στο σταυρό, αλλά να θυσιάσουμε τον εγωισμό, την ιδιοτέλεια, τις μικρότητες και τις κακίες μας. Διότι με όλα αυτά ο άνθρωπος παραμορφώνεται και αντί να αποτελεί εικόνα του Θεού, γίνεται «η σκοτεινή εικόνα την οποία θέλει ο διάβολος για τον καθέναν μας».
Καθώς η ζωή μας περνά «σαν μια αστραπή», κάλεσε όλους να αναρωτηθούν, «Αξίζει η ιδιοτέλειά μας; Αξίζει ο εγωισμός μας; Αξίζει η κακία μας; Αξίζει η κάθε είδους πλεονεξία και η κάθε είδους ηδονή στη ζωή μας;». Εξέφρασε μάλιστα τον έντονο προβληματισμό του για το γεγονός ότι σήμερα οι άνθρωποι όχι μόνο δεν ντρέπονται, αλλά πολλές φορές καυχώνται για την ηδονή και τη σαρκική καλοπέραση.
Ο Σεβασμιώτατος κάλεσε, τέλος, τους πιστούς σε πνευματική αφύπνιση, επισημαίνοντας ότι «η κοινωνία μας υπνώττει», βρίσκεται σε έναν πνευματικό ύπνο και χρειάζεται να ξυπνήσει, ώστε να αντιληφθεί όσα συμβαίνουν στην καθημερινότητά της και στα οποία πολλές φορές συνευδοκεί. Μίλησε για μια κοινωνία που προδίδει τον άνθρωπο, την ελευθερία και την αλήθεια και «μάς κοιμίζει με το ψέμα» και με υποσχέσεις, ενώ παράλληλα απομακρύνεται από την αγάπη για την οικογένεια και την πατρίδα.
Κλείνοντας, εξέφρασε τη χαρά και την αγάπη του προς τους πιστούς και τους συνεχάρη διότι, παρά τις αυξημένες επαγγελματικές υποχρεώσεις της περιόδου του τουρισμού, βρέθηκαν στο ναό για να συμμετάσχουν στο δείπνο της Θείας Ευχαριστίας και να τιμήσουν την ημέρα του Κυρίου, δοξολογώντας και ευχαριστώντας τον Θεό.






