H Α.Θ.Παναγιότης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, σήμερα, Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2026, τέλεσε των Αγιασμό των Θυρανοιξίων του Ορθοδοξου Χριστιανικού Κέντρου Διαλόγου “Φανάριον”, στην Βουδαπέστη, και του Ι. Ναού των Τριών Ιεραρχών, που ευρίσκεται εντός του συγκροτήματος. Στη συνέχεια, ο Παναγιώτατος χοροστάτησε στη Θεία Λειτουργία στον περικαλλή Ναό.
Το μεγαλοπρεπές αυτό κτηριακό συγκρότημα του νεόδμητου Κέντρου, που βρίσκεται στο κέντρο της Βουδαπέστης, δωρήθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο από την Ουγγρική Πολιτεία, το 2018, η οποία ανέλαβε και την εκ βάθρων ανακαίνισή του.
Εκκλησιάστηκαν Ιεράρχες του Θρόνου και άλλων Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, Ρωμαιοκαθολικοί Επίσκοποι και κληρικοί, Άρχοντες Οφφικιάλιοι της Μ.τ.Χ.Ε., ο Εξοχ. κ.Zsolt Semjén, πρώην Αναπληρωτής Πρωθυπουργός της Ουγγαρίας,ο Ελλογιμ. Γενικός Γραμματέας Θρησκευμάτων κ. Γιώργος Καλαντζής, εκ προσώπου της Ελληνικής Κυβερνήσεως και προσωπικώς του κ. Πρωθυπουργού, η Εξοχ. Πρέσβης και Γενική Διευθύντρια Δημόσιας Διπλωματίας στο Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος κ. Αικατερίνη Κόικα, εκ προσώπου του Εξοχ. Υπουργού Εξωτερικών κ. Γεωργίου Γεραπετρίτη, οι Εξοχ. Πρέσβεις της Ελλάδος, της Κύπρου, της Σερβίας, της Γεωργίας, της Αλβανίας, της Βουλγαρίας και της Ουκρανίας, Πανεπιστημιακοί Καθηγητές, και πλήθος πιστών.
Στην ομιλία του, ο Παναγιώτατος, αναφέρθηκε με συγκίνηση στην ολοκλήρωση των ανακαινιστικών έργων και στην τέλεση των θυρανοιξίων, δοξολογώντας τον Θεό για το γεγονός αυτό, και εξέφρασε εγκαρδίως την βαθειά ευγνωμοσύνη του προς τον ευγενή και φιλόξενο λαό της Ουγγαρίας. “Το όνομα του Ουγγρικού λαού έχει εγχαραχθή χρυσοίς γράμμασιν εις τας δέλτους της ιστορίας της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και εις την μνήμην των εκατομμυρίων μελών του ανά την Οικουμένην χριστωνύμου πληρώματός της. Είμεθα δε βέβαιοι, ότι ο Θεός της αγάπης θα ανταποδώση εις αυτόν κατά την καρδίαν του, δι’ όσα καλά εποίησε διά το Κέντρον Διαλόγου «Φανάριον», ίνα δοξάζηται εις την ιστορικήν και ευλογημένην Ουγγαρίαν και εν απάση τη Οικουμένη το πάντιμον όνομα Αυτού. Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν!”, είπε ο Παναγιώτατος και σε άλλο σημείο ανέφερε:
“Πρώτη η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ανέδειξεν, ως έκφρασιν της πνευματικής ταυτότητος και μαρτυρίας της, το οικοφιλικόν μήνυμα του Χριστιανισμού, κατενόησε και προέβαλε την εκκλησιαστικήν ζωήν ως «εφηρμοσμένην οικολογίαν». Αι πρωτοβουλίαι του Οικουμενικού Θρόνου συνέβαλον εις την ένταξιν της οικολογικής θεματικής εις τους διαχριστιανικούς και διαθρησκειακούς διαλόγους και απετέλεσαν έναυσμα διά την θεολογίαν να μελετήση και να αναδείξη τας πνευματικάς, θρησκευτικάς και ηθικάς ρίζας και διαστάσεις του περιβαλλοντικού ζητήματος. Εξ αρχής προσηγγίσαμεν την οικολογικήν κρίσιν ως κοινωνικόν πρόβλημα και υπεγραμμίσαμεν την αλληλουχίαν περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών θεμάτων.
Εν τω αυτώ πνεύματι, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ηγωνίσθη και αγωνίζεται κατά της φαλκιδεύσεως του ανθρωπίνου προσώπου εις τας ποικίλας μορφάς της, στιγματίζει τον ρατσισμόν, τας διακρίσεις, τας συγχρόνους μορφάς δουλείας, ανθίσταται εις τας δυνάμεις και τας τάσεις, αι οποίαι υποσκάπτουν την κοινωνικήν συνοχήν. Η ζωή της Εκκλησίας εκτυλίσσεται πανταχού και πάντοτε εντός συγκεκριμένου πολιτισμικού πλαισίου. Δεν υπάρχει και δεν νοείται εκκλησιαστική παρουσία εις εν πολιτισμικόν κενόν. Τούτο σημαίνει, ότι η Εκκλησία διά να δίδη την μαρτυρίαν της οφείλει να γνωρίζη και να αξιολογή τα εκάστοτε πολιτισμικά δεδομένα. Προφανώς, τα προβλήματα δεν λύονται, ούτε και εξαφανίζονται, όταν τα αγνοώμεν ή τα αποσιωπώμεν.”
O Παναγιώτατος, μεταξύ άλλων, είπε ότι είναι αναγκαίος ο διαθρησκειακός διάλογος για τα δικαιώματα του ανθρώπου, τόνισε ότι ο φονταμενταλισμός αποτελεί έκφραση «νοσηράς θρησκευτικότητος» και υπογράμμισε ότι η θρησκεία είναι δύναμη ειρηνοποιΐας. Δεν παρέλειψε δε να υπενθυμίσει ότι ο όρος «αλληλεγγύη» παραπέμπει στους αγώνες για την ελευθερία, την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη και εκφράζει το πολιτικό περιεχόμενο και τον δυναμισμό του όρου «αδελφοσύνη», «Fraternité», ο οποίος, όπως είπε, πρέπει να παύση να αποτελή το «λησμονημένο σύνθημα» στον χώρο της πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό, τόνισε την ανάγκη συνεργασίας επιστήμης, πολιτικής, οικονομίας και θρησκείας για την από κοινού αντιμετώπιση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων.
“Αυτό το πνεύμα και το ήθος του Οικουμενικού Πατριαρχείου θα ενσαρκώνη, θα εκπροσωπή και θα εκφράζη το Κέντρον Διαλόγου «Φανάριον» εις την Βουδαπέστην. Το «Φανάριον» θα μαρτυρή ότι η Ορθοδοξία υπερβαίνει εθνικούς και πολιτισμικούς φραγμούς, εξωτερικά και άλλα επί μέρους ταυτοτικά χαρακτηριστικά, εντός της «καινότητος ζωής» και της «ευρυχωρίας της ελευθερίας» της εις Χριστόν πίστεως.
Εις το κέντρον της ιστορικής Βουδαπέστης ανοίγει πλέον «ένα παράθυρο προς την οικουμένη». Εδώ, η θεολογία θα συνομιλή με τον πολιτισμόν, με την επιστήμην, με τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα, τους οραματισμούς και τας ελπίδας του συγχρόνου ανθρώπου. Καθοσιώνεται σήμερον εις τόπος και τρόπος συναντήσεως και επικοινωνίας, εν πάση βεβαιότητι ότι η αληθής πρόοδος είναι αδιανόητος άνευ καλλιεργείας και σεβασμού των πνευματικών αξιών. Αυτό επιβεβαιώνει η πείρα αιώνων της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, ως εμπειρία ορθής πίστεως, ορθής λειτουργικής ζωής, προσευχής και πνευματικότητος, φιλανθρωπίας, κοινωνικής και ποιμαντικής διακονίας, προσφοράς εις την τέχνην και την παιδείαν, εις την χριστιανικήν ενότητα, την διαθρησκειακήν προσέγγισιν και ειρήνην, ως εμπιστοσύνη εις την ισχύν του ειλικρινούς διαλόγου, ο οποίος όχι μόνον δεν οδηγεί εις εξασθένησιν ή απώλειαν της ταυτότητός μας, αλλά συμβάλλει εις την εμβάθυνσιν και τον εμπλουτισμόν της.
Το «Φανάριον» της Βουδαπέστης αποτελεί ευοίωνον συνέχισιν των ευλογημένων σχέσεων δέκα και πλέον αιώνων, του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τον Ουγγρικόν λαόν, επιστέγασμα των οποίων υπήρξεν η Αγιοκατάταξις των ιεραποστόλων και ευεργετών των Ούγγρων, Ιεροθέου και Στεφάνου, υπό της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας κατά το έτος 2000. Εν τω πνεύματι τούτω, το Κέντρον Διαλόγου «Φανάριον» όχι μόνον δεν είναι ξένον προς την πνευματικήν και πολιστισμικήν παράδοσιν της Ουγγαρίας, αλλά είναι προέκτασις, σημείον, σύμβολον και υπενθύμισις των χριστιανικών ριζών και της εκκλησιαστικής και πνευματικής ιστορίας αυτής, αναπόσπαστον τμήμα της πολιτισμικής κληρονομίας και της ταυτότητός της.”
Στη συνέχεια ο Παναγιώτατος εξέφρασε την Πατριαρχική ευαρέσκειά του προς τον επιχώριο Σεβ. Μητροπολίτη Αυστρίας και Έξαρχο Ουγγαρίας κ. Αρσένιο, ο οποίος εργάστηκε αόκνως για την ολοκλήρωση του έργου αυτού.
“Η Μήτηρ Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως γνωρίζει και αναγνωρίζει την εν πίστει και αφοσιώσει προσφοράν των τέκνων αυτής και χαίρει, όταν η παρακαταθήκη και το ήθος της μετελαμπαδεύωνται και βιούνται πιστώς εις τας ανά την υφήλιον Επαρχίας αυτής, εις τας Ιεράς Μονάς, εις τα Πατριαρχικά Ιδρύματα και τους Πατριαρχικούς Οργανισμούς.
Ο Ιερώτατος αδελφός Μητροπολίτης Αρσένιος επορεύθη και πορεύεται εν τω πνεύματι τούτω. Ενήργησε και ενεργεί πάντοτε μετά της ευλογίας του Πατριάρχου αυτού, εν υιική αφοσιώσει προς την Μητέρα Εκκλησίαν και εν βαθεία συναισθήσει της ιεράς ευθύνης, την οποίαν συνεπάγεται η διακονία αυτού εις την σημαντικήν ταύτην Επαρχίαν του καθ’ ημάς Αγιωτάτου Αποστολικού και Πατριαρχικού Οικουμενικού Θρόνου. Εμερίμνησε και μεριμνά αδιαλείπτως, ώστε το πνεύμα της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας να καθίσταται βίωμα και μαρτυρία της ενταύθα τοπικής Εκκλησίας. Διά τούτο απονέμομεν σήμερον τον Πατριαρχικόν ημών έπαινον εις αυτόν και τον συγχαίρομεν διά την ευόδωσιν του έργου τούτου, έργου εκκλησιαστικής διακονίας, τιμαλφεστάτης παρακαταθήκης διά το μέλλον.”
Ο Παναγιώτατος συνεχάρη, επίσης, τους Θεοφιλεστάτους Επισκόπους Απαμείας κ. Παίσιο και Αρίστης κ. Μάξιμο, βοηθούς του Σεβ. Μητροπολίτη Αυστρίας, τον ιερό κλήρο, την Οσιωτάτη μοναχή Αρσενία, και τους ευσεβείς πιστούς της Ιεράς Μητροπόλεως Αυστρίας και της Εξαρχίας Ουγγαρίας, και όλους όσοι συνέβαλαν, εμφανώς ή αφανώς, στην αποπεράτωση των ανακαινιστικών εργασιών του κτηρίου. “Χάρις εις την σύμπνοιαν και την φιλοπονίαν πάντων, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον αποκτά πλέον εις την ευλογημένην γην της Ουγγαρίας Ιερόν Ναόν και Οίκον διακονίας, μίαν εστίαν Ορθοδόξου μαρτυρίας και φάρον πνευματικής ακτινοβολίας”, σημείωσε.[ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ την Πατριαρχική ομιλία]
Προηγουμένως, τον Πατριάρχη προσφώνησε ο Σεβ. Μητροπολίτης Αυστρίας κ. Αρσένιος [ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ την ομιλία του], καθώς και οι εκπρόσωποι της ελληνικής Κυβερνήσεως και του Υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδος.
Το μεσημέρι, στον αυλόγυρο του Ορθοδόξου Χριστιανικού Κέντρου Διαλόγου, προβλήθηκε ντοκιμαντέρ του Εντιμ. κ. John Harrison για τον σχεδιασμό και για την πορεία των εργασιών ανακαίνισης του ιστορικού και επιβλητικού κτηριακού συγκροτήματος, και ακολούθησε πρόγραμμα παραδοσιακών χορών και τραγουδιών. Αμέσως μετά, ο Παναγιώτατος επισκέφθηκε την έκθεση αγιογραφιών του Πανεπιστημιακού καθηγητή και διακεκριμένου διεθνώς αγιογράφου Ελλογιμ. κ. Γεωργίου Κόρδη, ο οποίος και αγιογράφησε τον Ναό των Τριών Ιεραρχών και τα περεκκλήσια του Κέντρου.
Ο Παναγιώτατος αφίχθη στην Ουγγαρία το μεσημέρι της Παρασκευής, 4 Σεπτεμβρίου. Στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Βουδαπέστης τον υποδέχθηκαν ο επιχώριος Σεβ. Μητροπολίτης Αυστρίας και Έξαρχος Ουγγαρίας κ. Αρσένιος, πλαισιούμενος από τους βοηθούς του Θεοφιλ. Επισκόπους Απαμείας κ. Παΐσιο και Αρίστης κ. Μάξιμο. Εκ μέρους της Κυβερνήσεως της Ουγγαρίας τον Παναγιώτατο υποδέχθηκε η Εξοχότατη Αναπληρωτής Πρωθυπουργός και Υπουργός Εξωτερικών κυρία Ανίτα Όρμπαν. Στην υποδοχή παρέστησαν, επίσης, οι Εξοχώτατοι Πρέσβεις της Ελλάδος και της Κύπρου κύριοι Σπυρίδων Βούλγαρης και Όμηρος Μαυρομάτης, καθώς και εκπρόσωπος του Εξοχ. Πρέσβυ της Τουρκίας.
Αμέσως μετά, ο Παναγιώτατος μετέβη στο Ορθόδοξο Χριστιανικό Κέντρο Διαλόγου “Φανάριον”, και αφού προσκύνησε στον Ιερό Ναό των Τριών Ιεραρχών δέχθηκε σε ακρόαση τα μέλη της 27ης Διεθνούς Συναντήσεως της Εταιρείας για το Κανονικό Δίκαιο των Ανατολικών Εκκλησιών, τα οποία μόλις ολοκλήρωσαν τις εργασίες τους υπό την προεδρία του Σεβ. Μητροπολίτη Περιστερίου κ. Γρηγορίου, Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, και προς τα οποία απηύθυνε ομιλία.
Ακολούθως, είχε κατ’ ιδίαν συνάντησή του στο κατάλυμά του με τον Σεβ. Καρδινάλιο κ. Péter Erdő, Αρχιεπίσκοπο Έστεργκομ – Βουδαπέστης.
Τον Οικουμενικό Πατριάρχη συνοδεύουν οι Σεβ. Μητροπολίτες Γέρων Χαλκηδόνος κ Εμμανουηλ και Παραμυθίας, Φιλιατών, και Γηρομερίου κ. Σεραπίων, ο Πανοσιολ. Μ.Εκκλησίαρχης κ. Αέτιος, Διευθυντής του Ιδιαιτέρου Πατριαρχικού Γραφείου, ο Πανοσιολ. Αρχιμανδρίτης κ. Ναθαναήλ, Ηγούμενος της Μονής Ιβήρων, ο Πανοσιολ. Τριτεύων κ. Επιφάνιος, ο Εντιμ. κ. Νικόλαος – Γεώργιος Παπαχρήστου, Διευθυντής του Γραφείου Τύπου και Επικοινωνίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και ο Εντιμ. κ. Θεμιστοκλής Καρανικόλας, εκ των Πατριαρχικών υπαλλήλων.
_________
Φωτό: Νίκος Παπαχρήστου
Σημείωση: Οι τρεις φωτογραφίες από την κοπή της κορδέλας του εγκαινιασμού του κτηρίου είναι του φωτογράφου Ficsor Marton.






































